Απρ 22 2011

Τ αερικό στο δέντρο

Συντάκτης: κάτω από λογοτεχνία και με ετικέτα:

Έν δέντρον, αχλαδιά, ίστατο εκεί, επί του κατωφερούς της κλιτύος, με μαραμένα φύλλα και άνθη, με χρώμα τέφρας και σποδού επί της κορυφής και των κλώνων του˙ πολύκλαυστον κούτσουρον, απειλητικόν, παραπονεμένον. Είχε περάσει « αερικό » από πάνω του, και το είχε μαράνει διά μιας, προώρως, εν πλήρει ανθήσει. Ίστατο εν μέσω των άλλων δένδρων, ως φάντασμα εν μέσω ζώντων.

Την νύκτα εκείνην, νύκτα Αναστάσεως, η Ανάστασις ετελείτο εις τον ναΐσκον του Αϊ – Γιώργη της Χριστοδουλίτσας, κείμενον χίλια βήματα άνω από τον ανήφορον του λόφου, όχι μακράν από τα τέσσαρα καλύβια της κοιλάδος των Βουρλιδίων. Εκεί ανήφθησαν φαιδραί λαμπάδες ανάμεσα εις τα δένδρα, κάτω από τα γλυκά λάμποντα άστρα του ουρανού, πριν ανατείλει ακόμη η σελήνη. Και ήσαν εκεί όλοι οι βοσκοί κι οι βοσκοπούλες του διαμερίσματος, φορούσαι τα στολίδια των τα πασχαλινά, ευφραινόμεναι και απολαύουσαι την άρρητον χαράν και ευωδίαν του Πάσχα.

Εις το τέλος της χαρμοσύνου λειτουργίας όλοι οι αγρόται, χριστιανοί και χριστιαναί, εμετάλαβαν εκ «του καινού τής αμπέλου γεννήματος». Αλλ’ η γρηά Κοντονίκαινα είχεν εξομολογηθεί εις τον παπά- Ησύχιον πριν αρχίσει ακόμη η θεία ακολουθία.

Ο παπάς ηρνήθη να την μεταλάβει. Διηγήθη δύο ή τρία αληθή γεγονότα, πώς, προ ολίγων χρόνων η γρηά Κυρατσούλα το Μοσχοβάκι,

(αποθανούσα τω 1864) ενώ επήγαινεν ένα πρωί εις το σπίτι του γυιού της, εσπρώχθη καθ’ οδόν από έν άτακτον παιδίον, υιόν οικογενείας, τον Ευτύχη του Παυλίνη, και πεσούσα επάνω εις την κοπτεράν γωνίαν μιας οικοδομής –του δημοτικού Σχολείου– έθραυσε την μίαν των πλευρών της. Η γραία εξέφερεν ένα γογγυσμόν, μίαν αράν˙ « να κοπεί το χεράκι του!» Και ύστερον από χρόνους, ο Ευτύχης του Παυλίνη, όταν έγινεν ανήρ, επανέκαμψεν από την Αίγυπτον, όπου είχε διατρίψει επί καιρόν εμπορευόμενος, μ’ ένα και μόνον χέρι. Είχε χάσει την δεξιάν του χείρα εν ώρα συμπλοκής, τις οίδεν, ίσως εκ μέθης. «Τώρα, τι εκέρδισε η γρια-Κυρατσούλα;» προσέθηκεν ο ιερεύς. Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος.

Παλαιότερον ακόμη, η γρια-Σινιώρα, η μήτηρ αυτής της Κυρατσούλας, επέζη ογδοηκοντούτις, ενώ οι τρεις υιοί της ιερομόναχοι, μονάζοντες εις την Παναγίαν την Κουνίστραν – ο παπα-Καλλίνικος, ο παπα-Ιωσήφ, και ο παπα-Ευγένιος – είχον προαποθάνει. Μίαν των ημερών, ο προεστώς του χωρίου, ο γέρω-Καλοειδής, την ηνώχλησε και της είπεν : Εσύ γριά στρίγλα, που εψωμόφαες και τους τρεις γυιους σου, και συ ακόμη ζεις ! . Η γρια-Σινιώρα εταράχθη, έγινε κάτωχρος, και τρέμουσα είπεν : « Όπως μ’ ετάραξε να τον ταράξει!». Ολίγω ύστερον, τρεις υιοί του Καλοειδή εχάθησαν, ο είς από πνιγμόν, ο άλλος από συγκοπήν, και ο τρίτος από πυρ, και ο γηραιός πατήρ των επέζη ακόμη. « Τώρα τι εκέρδισεν η γρια-Σινιώρα; … Ευλογείτε και μη καταράσθε, είπεν ο Κύριος …»

Πού να μας ξεσυνερισθεί ο Θεός ! είπεν ο ιερεύς. Είναι μεγάλη η μακροθυμία του. Ευτυχώς δεν μας ξεσυνερίζεται, αλλ’ όμως συμβαίνουν κάποτε, ει και σπανίως, παράδοξα πράγματα, τα οποία είναι προωρισμένα να χρησιμεύσουν ως παραδείγματα. Στα χίλια ένα ! Το καλόν είναι να φυλάγει κανείς τον θυμόν του και την γλώσσαν του, και αν τυχόν αδικείται, «έκαστος έχει τον κρίνοντα αυτόν».

Και μάλιστα επέφερεν ο πάπα-Ησύχιος, «χρονιάρα μέρα», τοιαύτην υψηλήν και πανσέβαστον ημέραν, υπερέχουσαν πασών των ημερών, όπως το Μέγα Σάββατον, πρέπει μεγάλως να προσέχει τις, όπως μη εξέλθει κατάρα από το στόμα του. Πολλάκις δε η τιμωρία φαίνεται δυσανάλογος προς το πταίσμα, και φαίνεται ως να έγινε προς τιμωρίαν όχι τόσον του πρώτου πταίστου, όσον εκείνου όστις εβαρυθύμησε, και εχολώθη, και αφήκε πικράν κατάραν να εκφύγει το έρκος των οδόντων του.

Περί τα μέσα της Διακαινησίμου εβδομάδος ήλθεν εις τα Καλύβια το άγγελμα ότι ο Μιχάλης του Βεργή είχε πέσει αιφνιδίως άρρωστος από το δειλινόν του Μεγάλου Σαββάτου, και μετά συνεχή πυρετόν επί τρείς ημέρας, εσηκώθη από την κλίνην πελιδνός, σκελετώδης, δυσκίνητος, και μετά κόπου αναπνέων. Εφαίνετο ότι είχε περάσει «αερικό» από πάνω του, και τον εμάρανε.

Ευλογείτε, και μη καταράσθε, είπεν ο Χριστός.

(1907)Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Ζωή της Αλεξάνδρειας (1907).

από sarantakos

22 Σχόλια




RSS Σχόλιων

Αφήστε μια απάντηση