Πατέρας και Γιος. Σκηνές από τον Όμηρο. Προεόρτιο γιορτής του πατέρα

 ΕΚΤΟΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΜΑΧΗΣ ΟΜΙΛIA (Δ.Ν. Μαρωνίτης)

ΟΜΗΡΟΥ  ΙΛΙΑΔΑ

Eτσι μιλώντας ο γενναίος Έκτωρ το χέρι του άπλωσε να πάρει το παιδί,

μα το παιδί τραβήχτηκε στον κόλπο της καλλίζωνής του βάγιας,

τσιρίζοντας, γιατί φοβήθηκε την όψη του πατέρα του –

το τρόμαξε ο χαλκός, η αλογίσια φούντα,

που φοβερή την είδε να σαλεύει στην κορυφή του κράνους.470

Γέλασε τότε ο πατέρας του, γέλασε κι η σεμνή του μάνα,

κι ευθύς από την κεφαλή του βγάζει την περικεφαλαία ο γενναίος Έκτωρ,

την άφησε κάτω στη γη, κι αυτή λαμποκοπούσε.

Ύστερα σήκωσε στα χέρια του τον γιο του, τον φίλησε, τον χόρεψε,

και τέλος ύψωσε στον Δία και στους ολύμπιους θεούς ευχή:475

«Δία κι εσείς άλλοι θεοί, στέρξετε ο γιος μου

να γίνει κάποτε, όπως κι εγώ, επιφανής ανάμεσα στους Τρώες,

γενναίος κι ατρόμητος, στο Ίλιο να βασιλεύει με τη δύναμή του.

Και κάποιος τότε να το πει: «απ᾽ τον πατέρα του πολύ καλύτερος ο γιος»,

όταν γυρίζει από τον πόλεμο και φέρει ματοβαμμένα τα όπλα480

εχθρού πολεμιστή που σκότωσε· τότε κι η μάνα του θα νιώσει

μέσα της καμάρι και χαρά».

Τέλειωσε την ευχή του κι έδωσε τον γιο του στα χέρια

της ακριβής γυναίκας του· τον υποδέχτηκεν εκείνη

στον μυρωμένο κόρφο της, και χαμογέλασε, με δακρυσμένο γέλιο·

όπως την είδε ο άντρας της, την ευσπλαχνίστηκε· το χέρι του

άπλωσε, την χάιδεψε, της μίλησε και την προσφώνησε:485

«Παράξενη, και μην αφήνεις τον καημό να τυραννάει τον νου σου·

κανείς δεν πρόκειται, πριν απ᾽ την ώρα μου,

στον Άδη να με στείλει·

έτσι κι αλλιώς δεν ξέρω και κανέναν να ξέφυγε ποτέ το ριζικό του,

γραμμένο από τη μέρα που γεννήθηκε,

μήτε ο δειλός μήτε ο γενναίος.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ – ΟΔΥΣΣΕΑ (Δ. Ν. Μαρωνίτη )

ΟΜΗΡΟΥ  ΟΔΥΣΣΕΙΑ

 

19142163_1371997109542625_1482766878_n

“Ἀλλιώτικος μοῦ φάνηκες, ὦ ξένε, ἀπό τά πρῶτα·
ἄλλα φορεῖς κι ἡ ὄψη σου κι αὐτή ἀλλαγμένη τώρα.
Ἕνας θένα ‘σαι ἀπ’ τούς θεούς πού κατοικοῦν τά οὐράνια.
Ἐλέησέ μας, σοῦ τάζουμε καλόδεχτες θυσίες,
καί δῶρα χρυσοδούλευτα· προσπέφτω σου, λυπήσου”.
Τότες τοῦ ἀπάντησε ὁ τρανός, πολύπαθος Δυσσέας·
“Θεός δέν εἶμ’ ἐγώ· γιατί μέ θεούς μέ παρομοιάζεις;
παρά εἶμ’ ἐγώ πατέρας σου, πού ἐσύ γι’ αὐτόν πονώντας
τόσα τραβᾶς ἀπό κακούς καί δύστροπους ἀνθρώπους.
” Μ’ αὐτά τά λόγια φίλησε τό γιό του, καί τά δάκρυα
τοῦ τρέξαν ἀπ’ τά μάγουλα, πού ὡς τότες τά κρατοῦσε.

…………………………………………………………………………….
Εἶπε, καί κάθισε· κι ὁ γιός στήν ἀγκαλιά του πῆρε
τό δοξαστό πατέρα του μέ θρήνους καί  μέ δάκρυα.
Τότες κι οἱ δυό ξεβούρκωσαν, καί δυνατά στριγγλίζαν,
κι ἀπ’ ὄρνια ξεφωνίζοντας πιό ἁψά κι ἀπό σπαράχτες
ἀγιοῦπες ἢ θαλασσαϊτούς, πού πῆραν τά μικρά τους,
ἀκόμα πρί φτερώσουνε, τῆς ἐξοχῆς οἱ ἀργάτες·
τόσο πικρά ἀπ’ τά βλέφαρα τά δάκρυα τους χυνόνταν.

Δημοσιεύθηκε στην ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΟΥΝ, ΓΙΟΡΤΕΣ, ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ, ΠΟΙΗΣΗ, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ-ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση