Κράτησα τη ζωή μου (Επιφάνια 1937) Γ. Σεφέρης

seferis-bbc300 Διαλέγοντας έναν Έλληνα ποιητή για το βραβείο Νομπέλ, νομίζω πως η Σουηδική Ακαδημία θέλησε να εκδηλώσει την αλληλεγγύη της με τη ζωντανή πνευματική Ελλάδα. Εννοώ: αυτή την Ελλάδα για την οποία τόσες γενεές αγωνίστηκαν, προσπαθώντας να κρατήσουν ό,τι ζωντανό από τη μακριά παράδοση της. Νομίζω, ακόμη, ότι η Σουηδική Ακαδημία θέλησε να δείξει πως η σημερινή ανθρωπότητα χρειάζεται και την ποίηση – κάθε λαού – και το ελληνικό πνεύμα, δήλωνε ο Γ. Σεφέρης το μεσημέρι της 24ης Οκτωβρίου του 1963 όταν έφθασε στην Αθήνα η χαρμόσυνη είδηση της απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας σ’αυτόν. Λόγος λιτός, περιεκτικός, ουσιαστικός ενός πεπαιδευμένου Έλληνα. Πόσο περήφανοι αισθανόμαστε ακόμα και σήμερα.Πόση θλίψη, κατ’αντιδιαστολή, μας γεννά η σημερινή πραγματικότητα που τόσοι απαίδευτοι γελαστοί  καρποζοεισπράκτορες θέλουν να μας εκπροσωπούν.

Όμως θαρσείτε! Ας κρατήσουμε τη ζωή μας ψηλά. Με φόβο αλλά και ελπίδα.  Να μας τρομάζει το πρόσωπο του γελαστού τέρατος για να μπορέσουμε να το πολεμήσουμε.Το τέρας φοβάται περισσότερο όταν καταλαβαίνει ότι δεν του μοιάζουμε. Όταν    αντιλαμβάνεται ότι η μορφή του, έστω και γελαστή, είναι αποκρουστική, όπως θα έλεγε και ο Μ.Χατζηδάκης.

Γιώργος Σεφέρης, Επιφάνια, 1937

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας

ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της

βροχής

σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,

καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.

Κράτησα τη ζωή μου˙ στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή

μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν

στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα

να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω

γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα

περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές˙ o χιονισμένος

κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε

ρωτούν

μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε

τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι’ οι

δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη

σιωπή

δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι

σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη

σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα

χαλίκια

σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των

νερών

κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-

στά πηγάδια

ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες

πού μου ξεφεύγουν

εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι’ αυτός ό άνθρωπος

πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού

σ’ αγγίζει

στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου

μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή

βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,

δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις

να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν

εκείνους

πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,

όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν

κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί

πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη

και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,

ό δρόμος δεν έχει αλλαγή˙ κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι

και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

Δημοσιεύθηκε στην ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΠΟΙΗΣΗ. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση