Ζωή στη διαπασών

Γιατί άραγε τα Ελληνάκια φωνάζουν τόσο πολύ; Γιατί παίζουν με τόση νευρικότητα;

noisy-children-620x336 Άρθρο του δημοσιογράφου Κοσμά Βίδου

Βράδυ στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, μιλιούνια ο κόσμος, ανάμεσά τους κι εμείς. Κάτι που παρατηρώ, πέρα από την ευρωπαϊκή χάρη της στοιχειωμένης από την Ιστορία της Ελλάδας (αλλά και αγαπησιάρικης) πόλης, είναι η φοβερή φασαρία που κάνουν τα παιδιά: δεκάδες λεπτές φωνές στη διαπασών ενώνονται σε μια υστερική, ατονάλε Συμφωνία. Αγοράκια και κοριτσάκια ουρλιάζουν με όλη τη δύναμη των πνευμόνων και των φωνητικών χορδών τους – από χαρά; Επειδή έτσι έχουν μάθει να παίζουν; Επειδή δεν έχουν άλλον τρόπο να εκδηλωθούν; – και καταγίνονται σε πολεμικές εχθροπραξίες με φωτεινά σπαθιά, μπάλες, πατίνια και ποδήλατα. Εχει (για την ακρίβεια, παραέχει) ζωντάνια το πεδίον της μάχης. Το διασχίζουμε διασκεδάζοντας με τον μικρό που μας απειλεί με ένα τεράστιο (για το μπόι του) όπλο που πετάει πλαστικά μπαλάκια και αναρωτιόμαστε: Γιατί άραγε τα Ελληνάκια φωνάζουν τόσο πολύ; Γιατί παίζουν με τόση νευρικότητα; Γιατί με το που θα τα «αμολήσεις» εκδηλώνουν (ακόμη και) επιθετικές συμπεριφορές;
Θυμάμαι περιπάτους στις πλατείες της Πολωνίας, της Νορβηγίας, της Σουηδίας, αλλά και του Τελ Αβίβ, του Ντουμπάι… Και εκεί έπαιζαν, πουθενά όμως δεν είχαμε αυτή την αίσθηση της υστερικά κορυφούμενης έντασης, που νιώθεις εδώ. Δεν εννοώ, βεβαίως, πως τα παιδιά στο εξωτερικό παίζουν καλύτερα από τα δικά μας, ούτε πως η φασαρία που κάνουν τα δικά μας δεν είναι συχνά χαριτωμένη, μια εκδήλωση της ανεμελιάς και της χαράς τους που δεν μπορείς παρά να χαρείς και εσύ μαζί της. Απλώς, αυτό το διαρκές κρεσέντο, αυτό το «γιούργια!» και όποιον πάρει ο Χάρος, μου δίνει πάντα την αίσθηση του ξεσπάσματος έντονης καταπίεσης. Μιας έντασης που δεν θα έπρεπε να έχουν μέσα τους τα παιδιά.
Αισθάνομαι πως έτσι εκδηλώνουν τον εκνευρισμό, την ανάγκη τους για δράση, σαν φυλακισμένοι που βγαίνουν από την απομόνωση στον ήλιο και θέλουν να τα κάνουν όλα στον υπερθετικό βαθμό, αφού σύντομα θα επιστρέψουν στην απομόνωση όπου όλα απαγορεύονται. Το να μην κάνεις (υπερβολική) φασαρία είναι (και) θέμα καλών τρόπων; Δεν θεωρώ, βεβαίως, πως τα παιδιά από τα άλλα κράτη μαθαίνουν να συμπεριφέρονται πιο κόσμια από ό,τι τα δικά μας, αν και μια φίλη που ζει στο Παρίσι πάντα εξαίρει την πειθαρχία που επιβάλλουν οι παριζιάνες μαμάδες. Οι καλοί τρόποι είναι θέμα οικογενειακής ανατροφής σε όποια χώρα και αν έχεις γεννηθεί. Εξάλλου, το θέμα δεν είναι η συμπεριφορά ως εθνικό χαρακτηριστικό αλλά τι την προκαλεί. Είναι καταπιεστικοί οι έλληνες γονείς μέσα στο σπίτι και ελαστικοί έξω; Μήπως το αντίθετο; Αφήνουν, δηλαδή, τόσες ελευθερίες που μετά δεν μπορούν (ή δεν θέλουν) να τις μαζέψουν; Είναι τα παιδιά τους «φυλακισμένα» σε έναν τρόπο ζωής που τα καταθλίβει και όποτε βρίσκουν την ευκαιρία τού δίνουν και καταλαβαίνει; Ή μεγαλώνουν ασύδοτα, γεγονός που αντανακλάται και στον τρόπο με τον οποίο ψυχαγωγούνται; Μήπως, τελικά, έχουμε όλοι (μεγάλοι και μικροί) παρεξηγήσει τη χαρακτηριστική έκφραση «παιδί είναι, αν δεν παίξει τώρα, πότε θα παίξει;» ξεχνώντας πως και το παιχνίδι έχει κανόνες, τους οποίους τα παιδιά πρέπει να διδάσκονται και να εφαρμόζουν, και για το δικό τους καλό; Ή όλα είναι θέμα εθνικού ταμπεραμέντου; Oχι. Αυτό είναι μια εύκολη εξήγηση για ένα φαινόμενο που νομίζω πως τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πιο έντονο.
Φοβάμαι πως τελικά η απάντηση κρύβεται σε αυτό που συμβαίνει σε όλους μας: το κλείσιμό μας σε πόλεις και σπίτια χωρίς χαρά, ο εγκλωβισμός μας σε ζωές χωρίς ελπίδα, επηρεάζει και τα παιδιά που μεγαλώνουν μαζί μας και δίπλα μας. Τη δυστυχία της δικής μας ύπαρξης εκτονώνουν τα παιδιά μας, δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να το καταλάβεις. Η δική μας κούραση, ένταση, απόγνωση, ο θυμός και ο εκνευρισμός μας, αλλά και η απάθεια, η αδιαφορία, η αφασία και ο οχαδερφισμός προκαλούν τις υστερικές-βίαιες συμπεριφορές που αναπτύσσουν όταν για μερικά λεπτά τούς δίνεται το ελεύθερο να κάνουν ό,τι θέλουν. Ο,τι ήθελε έκανε και ο μικρός με την πιστόλα, την ώρα που διασχίζαμε την πλατεία Ναυπλίου και συζητούσαμε περί σωστού παιχνιδιού, και πέτυχε στο μάτι τη διερχόμενη γιαγιά με το φωσφορίζον μπαλάκι του. Τόσα χρόνια μετά τη δημιουργία του νέου Ελληνικού Κράτους, ο πόλεμος συνεχίζεται στα ίδια πεδία του αλληλοσπαραγμού, αλλά με διαφορετικούς όρους.* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

Πηγή:www.tovima.gr/

Δημοσιεύθηκε στην ΕΚΔΡΟΜΕΣ. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση