Heavy Metal

Το Heavy metal έχει οπαδούς σε όλο τον πλανήτη, ενώ οι πρώτες heavy metal μπάντες όπως οι Black Sabbath προσελκύουν ένα ευρύτερο κοινό. Στα μέσα του ’70 οι Judas Priest προχώρησαν την εξέλιξη του είδους αποβάλλοντας τα μπλουζ στοιχεία, το New Wave of British Heavy Metal (Νέο Κύμα του Βρετανικού Heavy Metal) ακολούθησε τον ίδιο δρόμο, δίνοντας στη μουσική μια αίσθηση punk rock και μεγάλη έμφαση στην ταχύτητα.

Το Heavy metal έγινε ευρέως γνωστό την δεκαετία του ’80, οπότε αναπτύχθηκαν πολλά από τα γνωστά υποείδη του. Εναλλαγές πιο άγριες και ακραίες περιορίστηκαν στην Underground μουσική σκηνή, άλλες όπως το glam metal και το thrash metal απέκτησαν εμπορική επιτυχία. Σε λίγα χρόνια υποείδη όπως το nu metal διεύρυναν τα μουσικά όρια του είδους

 

Χαρακτηριστικά

Το Heavy metal παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από δυνατό παραμορφωμένο ήχο κιθάρας, εμφατικούς ρυθμούς, πυκνό ήχο μπάσου και ντραμς. Η ηλεκτρική κιθάρα και η ηχητική δύναμη που της δίνει ο Ενισχυτής είναι βασικό στοιχείο στο heavy metal.Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 κάποια γνωστά συγκροτήματα άρχισαν να χρησιμοποιούν δύο κιθάρες στις συνθέσεις τους. Πρωτοπόρα συγκροτήματα όπωςοι Judas Priest και οι Iron Maiden ακολούθησαν αυτή την τακτική έχοντας μια κιθάρα για τον ρυθμό και μια για οδηγό και σολάρισμα. Το Σόλο της κιθάρας είναι κεντρικό στοιχείο μιας heavy metal σύνθεσης. Οι Metal τραγουδιστές έχουν μεγάλες διφοροποιήσεις σε στυλ, από την μεγάλης έκτασης και θεατρικότητας φωνής του τραγουδιστή των Judas Priest Rob Halford, και των Iron Maiden Bruce Dickinson, στην επιτηδευμένα σκληρή του τραγουδιστή των Motörhead Lemmy, και των Metallica James Hetfield, στην γρυλιστή φωνή του τραγουδιστή των Lamb of God Randy Blythe, και του Tomas Lindberg των At the Gates.

Το μπάσο παρέχει τις χαμηλές νότες σημαντικό να δημιουργήσει την απαραίτητη βαρύτητα που χαρακτηρίζει το είδος.Το μπάσο όπως και η κιθάρα μπορεί να έχει υποστεί παραμόρφωση στον ήχο του. Οι Metal συνθέσεις παίζονται κυρίως με τα δάχτυλα αλλα και με πενα και επιτρέπουν στον μπασίστα να σολάρει. Τα ντράμς είναι μεγαλύτερα σε σύγκριση με τα άλλα είδη Ροκ.

Στις ζωντανές εκτελέσεις η ένταση του ήχου είναι το σημαντικότερο. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Jimi Hendrix  και των Who τα πρώτα metal συγκροτήματα ανέβασαν ψηλά τον πήχη. Ο Tony Iommi, κιθαρίστας των Black Sabbath, είναι ανάμεσα στους πολλούς που υπέστησαν μερική απώλεια της ακοής λόγω της έντασης.

Κυρίαρχο στοιχείο του heavy metal είναι η διαρκής εξέλιξη στα διάφορα είδη που υπάρχουν αλλά πολύ περισσότερο ο πειραματισμός, η ανάμειξη διαφορετικών στοιχείων και μουσικών επιρροών με αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων ειδών μουσικής.

 


 

Heavy metal

 

Καταγωγή:

Ψυχεδελικό Ροκ
Μπλουζ
Χαρντ Ροκ

 

Τόπος γέννησης:

Τέλος δεκαετίας ’60 Ηνωμένο Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής

 

Μουσικά όργανα:

Ηλεκτρική ΚιθάραΜπάσοΝτραμςΠλήκτρα (περιστασιακά)

 

Συναφή άρθρα:

ροκ, μπλουζ

 

Μουσικοί:

Led Zeppelin, Deep Purple, AC/DC, Judas Priest, Iron Maiden, Metallica, Motley Crue, Mayhem, Celtic Frost, Lamb of God, Mastodon

Η τεχνολογία των ημιαγωγών από πυρίτιο πλησιάζει τα θεωρητικά της όρια, ωστόσο η ΙΒΜ ελπίζει να συνεχίσει να επιταχύνει τους επεξεργαστές αξιοποιώντας το γραφένιο, μια εξωτική μορφή του άνθρακα. Τα τρανζίστορ που παρουσίασε μπορούν θεωρητικά να πετύχουν ταχύτητες της τάξης των 100 GHz.

Το γραφένιο αποτελείται από φύλλα άνθρακα με πάχος όσο ένα άτομο. Θεωρείται ιδανικό για χρήση σε ηλεκτρονικά κυκλώματα, δεδομένου ότι οι ηλεκτρικές του ιδιότητες μπορούν να αλλάζουν από την αγώγιμη, στην ημιαγώγιμη ή σε μονωτική κατάσταση.

Ερευνητές της IBM αναφέρουν τώρα στο περιοδικό Science ότι χρησιμοποίησαν το γραφένιο για τη δημιουργία «διόδων επίδρασης πεδίου» (FET), ένα είδος τρανζίστορ, με συχνότητες λειτουργίας που έφτασαν τα 30 GHz και θα μπορούσαν να αυξηθούν περαιτέρω στα 100 GHz.

Για τη δημιουργία των πειραματικών τρανζίστορ η ερευνητική ομάδα εφάρμοσε μια θερμική τεχνική για το σχηματισμό στρωμάτων γραφένιου πάνω σε πυρίτιο. Κατασκεύασαν έτσι μια πλάκα πυριτίου, όμοια με αυτές στις οποίες δημιουργούνται τα συμβατικά τσιπ, καλυμμένη όμως με FET γραφένιου.

Η πειραματική διάταξη απέχει πάντως πολύ από το να είναι έτοιμη για εμπορική αξιοποίηση. Η συχνότητα των 30 GHz βρίσκεται κοντά στο όριο του πυρίτιου για συσκευές αυτού του μεγέθους, ενώ η κινητικότητα των ηλεκτρονίων στα τρανζίστορ FET είναι πολύ μικρότερη από των συμβατικών ηλεκτρονικών κυκλωμάτων.

Η εταιρεία ελπίζει τώρα να τελειοποιήσει τη θερμική διαδικασία της σύνθεσης γραφένιου αλλά και να αυξήσει περισσότερο τη συχνότητα λειτουργίας.

Αμερικάνοι κλιματολόγοι αποδίδουν την αυξομείωση της θερμοκρασίας της Γης στα ποσοστά συγκέντρωσης υδρατμών στην κατώτερη στρατόσφαιρα του πλανήτη μας. Οι επιστήμονες της Εθνικής Διοίκησης Ωκεανών και Ατμόσφαιρας του πλανήτη μας υποστηρίζουν ότι οι σταθερές θερμοκρασίες της τελευταίας δεκαετίας οφείλονται στη μειωμένη συγκέντρωση υδρατμών, ενώ, αντίθετα, η άνοδος της θερμοκρασίας της προηγούμενης δεκαετίας είναι συνδεδεμένη με την αντίστοιχη αύξηση των υδρατμών.

Η επικεφαλής της έρευνας, δρ. Suzan Solomon, η οποία συνεργάστηκε με ερευνητές του Πανεπιστημίου της Βέρνης, επισήμανε ότι η μείωση της υγρασίας (των υδρατμών) κατά 10% περίπου, 20 χλμ. πάνω από την επιφάνεια της Γης, εξηγεί γιατί η αύξηση της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας ουσιαστικά έχει μείνει σταθερή από την αρχή του 21ού αιώνα, παρά την μεγάλη άνοδο του διοξειδίου στην ατμόσφαιρα. Αντίθετα, η αντίστροφη άνοδος της υγρασίας πριν το 2000 ερμηνεύει γιατί στις δεκαετίες του ΄80 και του ΄90 η θερμοκρασία αυξήθηκε τόσο απότομα. Η έρευνα εκτιμά ότι η μείωση της ατμοσφαιρικής υγρασίας μετά το 2000 οδήγησε σε άνοδο της θερμοκρασίας κατά 25% μικρότερη από ό,τι αν δεν είχε υπάρξει η μείωση των υδρατμών. Αντίστροφα, στη δεκαετία του ΄90, η αύξηση της υγρασίας προκάλεσε πιθανότατα αύξηση της θερμοκρασίας της Γης κατά 30%.

Η νέα μελέτη αναδεικνύει για πρώτη φορά την υποτιμημένη σημασία των υδρατμών σε μεγαλύτερο ύψος της ατμόσφαιρας, στη στρατόσφαιρα. Μυστήριο παραμένει, ωστόσο, γιατί οι υδρατμοί αυξομειώνονται τόσο γρήγορα και τόσο έντονα. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, μια πιθανή αιτία είναι οι μεταβολές της θερμοκρασίας στην επιφάνεια των θαλασσών. Η μέση παγκόσμια θερμοκρασία του πλανήτη μας έχει αυξηθεί περίπου κατά 0,13 βαθμούς Κελσίου ανά δεκαετία κατά τον τελευταίο μισό αιώνα.