Στο πλαίσιο της διδασκαλίας του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, κάθε διδασκόμενο λογοτεχνικό κείμενο αποτελεί αφορμή, ώστε οι μαθητές και οι μαθήτριες του ΔΗΜ.Ω.Σ. Γυμνασίου Κοζάνης να εκφράσουν τις δικές τους σκέψεις και συναισθήματα μέσα από δικά τους πρωτότυπα λογοτεχνικά κείμενα.
Οι μαθητές/-τριες της Β΄ τάξης διδάχθηκαν το απόσπασμα της Μαρίας Ιορδανίδου “Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας”, με θέμα τη ζωή σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. Με αφορμή το συγκεκριμένο απόσπασμα κλήθηκαν να αφηγηθούν την ιστορία όχι από τη σκοπιά της ηλικιωμένης αφηγήτριας, αλλά ενός κακομαθημένου, ζωηρού παιδιού που μένει στο διπλανό διαμέρισμα.
Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας
Χτυπάει το ξυπνητήρι, πρωί, πρωί ακούω τη φωνή της μητέρας μου για ακόμα μια φορά. «Παιδί μου! Σήκω θα αργήσεις για το σχολείο! Σήκωω!». Κάθε πρωί αυτό ακούω και αν δεν σηκωθώ, δεν γλιτώνω την πρωινή κατσάδα. Πρέπει οπωσδήποτε να φάω, ακόμα και αν δεν πεινάω, γιατί έτσι το θέλει η μαμά. Πρέπει να ντυθώ γρήγορα για να μην αργήσουμε και ξεβολευτεί η μαμά.
Πολλές φόρες γκρινιάζω και αρνούμαι να τα κάνω. Γιατί; Γιατί δεν θέλω. Γινόμαστε κάθε πρωί ρεζίλι στην γειτονιά, γιατί βγαίνει στο μπαλκόνι η γειτόνισσα και κάνει παρατήρηση στη μητέρα μου. Εγώ από μέσα μου λέω: Πες τα χρυσόστομη. Πρέπει κάποτε οι γονείς να καταλάβουν ότι τα παιδιά δεν μπορούν να ακολουθούν το δικό τους πρόγραμμα. Αντιλαμβάνομαι ότι έχουν δουλειά, αλλά εκείνοι δεν συμμερίζονται τις δικές μου ουσιαστικές ανάγκες. Στο τέλος πάντα αργούμε και πάντα μας περιμένει το σχολικό.
Αφού επιτέλους μπω στο λεωφορείο με τα χίλια ζόρια, εκείνοι βιαστικά τρέχουν να προλάβουν τις δουλειές τους. Στενοχωριέμαι που τους καθυστερώ, αλλά πώς αλλιώς να τους δώσω να καταλάβουν πως θέλω περισσότερη προσοχή. Να ‘ταν μόνο αυτό. Όταν έρχεται ώρα να πάμε σπίτι, οι γονείς μου δεν είναι ποτέ εκεί. Με παίρνει ο οδηγός και κάνουμε δυο γύρες το τετράγωνο. Εγώ μέσα κλαίω. Ώρες, ώρες νιώθω πως με εγκατέλειψαν επειδή τους ταλαιπώρησα. Αφήστε το ότι γίνομαι ρεζίλι.
Σαν να μην έφτανε αυτό, όταν τελικά με έπαιρνε η μαμά και ανεβαίναμε στο σπίτι, έπρεπε να φάω το φαϊ της. Που δεν μ’ αρέσει. Πάλι εγώ αρχίζω και ωρύομαι. Εκείνη φωνάζει «Φα’ το… Δεν το τρως θα σε μπατσίσω». Στο τέλος αναγκαστικά το τρώω, αφού έχει μείνει το αποτύπωμα του χεριού της στο μάγουλο μου.
Το απόγευμα ησυχία. Η μαμά τις οικιακές δουλείες και εγώ στο δωμάτιο μου με τα παιχνίδια και τους συλλογισμούς μου. Τότε αρχίζω και μιλάω στον εαυτό μου. Του λέω: «Εν μέρει της άξιζε της μαμάς». Ήμουν ακόμα θυμωμένη μαζί της, γιατί με εγκατέλειψε στο χωριό, στη γιαγιά μου. Ενώ εκείνη πήγε διακοπές στο εξωτερικό με τον μπαμπά. Δεν το χωράει το μυαλό μου. Δεν με σκέφτηκε παρόλο που την ανέχομαι κάθε μέρα;
Το βράδυ δεν κάνω φασαρία αλλά ό,τι μου λέει. Γιατί είμαι κουρασμένη από την υπόλοιπη μέρα. Μόλις τελειώσω τα καθήκοντα μου, χώνομαι στα σκεπάσματα μου και με παίρνει ο ύπνος.
Γεωργία Νικολαΐδη, Β1
Στη συνέχεια, τα παιδιά διδάχθηκαν το απόσπασμα του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου για τη γειτονική Λευκάδα, όπου περιγράφει τα αξιοθέατα της Λευκάδας και αναφέρεται στα προβλήματα του νησιού. Με αφορμή το συγκεκριμένο απόσπασμα τα παιδιά κλήθηκαν να γράψουν για τα αξιοθέατα και τα προβλήματα από την πόλη τους, την Κοζάνη.
Η Κοζάνη
Ο Μαμάτσιος
Ένα από τα εμβληματικότερα αξιοθέατα της πόλης μας είναι ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Νικολάου με το εντυπωσιακό καμπαναριό του. Το καμπαναριό ,το ιστορικό κωδωνοστάσιο του Αγίου Νικολάου ,το ρολόι ή ο κούκος όπως λέμε στην Κοζάνη, βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της πόλης. Αποτελεί σύμβολο της πόλης και σημείο συνάντησης απανταχού Κοζανίτη.
Συνολικά, το καμπαναριό έχει έξι ορόφους και ύψος 26 μέτρα. Είναι απλής αρχιτεκτονικής κατασκευής, αλλά είναι όμως μεγαλοπρεπές και εντυπωσιακό. Ψηλότερο από κάθε άλλο κτήριο στην πόλη και με προσανατολισμό τέτοιο ώστε κάθε μια από τις τέσσερις πλευρές του να αντιστοιχεί σε ένα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα .Το πρώτο μέρος του καμπαναριού, χτίστηκε το 1855. Στην κορυφή του τρούλου αντί για σταυρό , που απαγορευόταν από τους Τούρκους ,έβαλαν ένα μεταλλικό περιστέρι με ανοιχτές φτερούγες ,ώστε από μακριά να μοιάζει με σταυρό. Το 1939 χτίστηκε ο έβδομος όροφος ,στον οποίο τοποθετήθηκε το ρολόι τεσσάρων όψεων .Τα μεσάνυχτα της 31ης Δεκεμβρίου του 1939 η Κοζάνη υποδέχεται το νέο έτος ακούγοντας τον πρώτο του χτύπο. Το ρολόι ήταν δωρεά του Κωνσταντίνου Μαμάτσιου. Σε όποιο σημείο της πλατείας κι αν καθίσεις να πιείς τον καφέ σου βλέπεις το ρολόι. Και το βλέπεις και το ακούς ακόμη κι αν είσαι μακριά, μιας και χτυπά κάθε τόσο για να μας πει την ώρα.
Σήμερα το καμπαναριό με το ρολόι στέκει επιβλητικά στην καρδιά της ιστορικής πλατείας της Κοζάνης και όλα αυτά τα χρόνια δίνεται εκεί το ραντεβού ,από όλες τις ηλικίες, για να ξεκινήσει η βόλτα στην πλατεία και στον πεζόδρομο. Μια βόλτα όμως που κρύβει κινδύνους εξαιτίας του μεγάλου προβλήματος που αντιμετωπίζει η πόλη με τα αδέσποτα ζώα. Δεκάδες αδέσποτα ζώα κυκλοφορούν στην πόλη προκαλώντας αίσθημα ανασφάλειας σε πολλούς πολίτες και ιδιαίτερα σε παιδιά και ηλικιωμένους. Παρόλο που τα περισσότερα αδέσποτα είναι άκακα ,ορισμένα ζώα ιδιαίτερα όταν κινούνται σε αγέλες και αισθάνονται φόβο, πείνα ή απειλή μπορεί να επιτεθούν σε πεζούς και ποδηλάτες προκαλώντας τραυματισμούς. Επίσης, τα περιττώματα των ζώων αποτελούν πηγή δυσοσμίας, ρύπανσης και πιθανής μετάδοσης παρασίτων. ‘Όμως το ίδιο το πρόβλημα δημιουργεί συνθήκες μιζέριας και ταλαιπωρίας για τα ίδια τα ζώα, τα οποία ζουν εκτεθειμένα σε κακοποίηση, πείνα, ασθένειες και ακραίες καιρικές συνθήκες.
Ας ελπίσουμε ο δήμος Κοζάνης να δώσει μια άμεση λύση σε αυτό το πρόβλημα για να μπορούν όλοι οι κάτοικοι να συνεχίσουν να ευχαριστιούνται χωρίς φόβο την βόλτα τους στο ιστορικό κέντρο της πόλης μας και να απολαμβάνουν την υπέροχη θέα που τους προσφέρει το καμπαναριό.
Μαντζιάρη Μαρία, Β1


