Άρη Φακίνου: Το κάστρο της μνήμης

Από την Ερμιόνη Κουίνη – Γ2 

  Το Κάστρο της Μνήμης

Με αφορμή την εθνική επέτειο των διακοσίων χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 καλό θα ήταν να ενδιαφερθούμε και να μάθουμε κάτι περισσότερο  διαβάζοντας  λογοτεχνικά βιβλία που έχουν γραφτεί για εκείνη την εποχή.

 Το βιβλίο που θα σας παρουσιάσω είναι “ Το κάστρο της μνήμης”  του Άρη Φακίνου.  Το βιβλίο αυτό αναφέρεται στην Άνοιξη του 1792 στην περιοχή του Παλιοκάστρου, με τον αφηγητή  να βρίσκεται εκεί και να ερευνά δυο αιώνες μετά.  Το  μήνυμα του μυθιστορήματος είναι ότι ένας λαός δεν προχωράει  μπροστά αν δεν γνωρίσει και δεν καταγράφει την ιστορία του και οι Έλληνες το γνωρίζουν αυτό για αυτό δεν υποκύπτουν σε κανένα στράτευμα δίχως να παλέψουν και να κάνουν περήφανους τους προγόνους τους.

Αρχικά το βιβλίο ξεκινάει λέγοντας μας τις συμμαχίες των Τούρκων όπου ήταν οι Κούρδοι,   οι Μογγόλοι, οι Πέρσες και  οι Άραβες  καθώς και τις συνήθειες που είχαν τα βράδια να κάθονται γύρω από τη φωτιά και οι γυναίκες να χορεύουν ενώ τα πρωινά όλοι να  δουλεύουν και αν κάποιος δεν έκανε σωστά τη δουλειά του  τον αποκεφάλιζαν.  Ένα βράδυ λοιπόν όπως χόρευαν και τραγουδούσαν έκαναν γιουρούσι οι γενίτσαροι και κατέστρεψαν όσα περισσότερα στρατεύματα μπορούσαν  στο πέρασμά τους.  Με  αυτόν τον τρόπο βρήκαν τους Τούρκους απροετοίμαστους και τους έκαναν ανυπολόγιστη ζημιά.  Όμως παρόλο που πολεμούσαν εδώ και αιώνες για να κατακτήσουν το Παλαιόκαστρο θαύμασαν τους  αντιπάλους τους όλοι οι πασάδες και ακόμα περισσότερο θαύμασαν τις γυναίκες τους που πολεμούσαν, μαγείρευαν, ετοίμαζαν τους άντρες τους και τους εμψύχωναν ενώ οι δικές τους μόνο χόρευαν. Όμως οι Τούρκοι αυτή τη φορά είχαν έρθει προετοιμασμένοι. Αυτή η πολιορκία δεν ήταν σαν τις άλλες.  Τόσα χρόνια οι Παλαιοκαστρίτες τα έβγαζαν πέρα με τα τεχνάσματα τους και τις πονηριές τους κι οι Τούρκοι το είχαν καταλάβει αυτό για αυτό οργάνωσαν ένα σχέδιο και έστειλαν τον Σελίμ πάσα τους στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία ως Πέρση για να διαβάσει την ιστορία τους και  να καταλάβει τον τρόπο που μάχονται μήπως μπορέσει και κατακτήσει το Παλαιόκαστρο που τόσο πολύ επιθυμούσε. Εκεί έμεινε αρκετές εβδομάδες διάβαζε βιβλία και βιβλία παρατηρούσε τις κινήσεις τους  από το παράθυρο της μονής, όμως  δεν μπορούσα να καταλάβει  ποια ήταν η ιστορία των Ελλήνων και αποφάσισε να ρωτήσει έναν καλόγερο ο οποίος του απάντησε “να ιστορία μας γιαταγάνι και τσαπί, τσαπί και γιαταγάνι”. Εκείνη τη μέρα ο Σελίμ κατάλαβε πως δεν πολέμαγαν  ποτέ με τον ίδιο τρόπο και πως άλλαζαν τακτική ανάλογα με την περίσταση και τον εχθρό κάτι που οι Οθωμανοί τώρα είχαν ξεκινήσει να το μαθαίνουν. Οι  Παλαιοκαστρίτες ήταν  απελπισμένοι, κανείς δεν μπορούσε  να τους βοηθήσει όμως και οι ίδιοι δεν περίμεναν κάποια βοήθεια διότι ήξεραν ότι οι μικροί λαοί θα είναι πάντα στον πάτο και ότι ακόμα και να έδιωχναν τους Τούρκους θα ερχόντουσαν άλλοι στο πόδι τους. Όμως  οι Παλαιοκαστρίτες χάρι  σε ένα φίδι που είχε εμφανιστεί αρκετά χρόνια πριν είχαν ανακαλύψει ότι κάτω από το Παλαιόκαστρο υπήρχε ένα τούνελ που έβγαζε σε διάφορα σημεία της περιοχής με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια της μάχης να  μπορούν να ελιχθούν πιο εύκολα και να αιφνιδιάζουν τον εχθρό.

 Από την άλλη μέσα στο βιβλίο ο αφηγητής αναφέρει και το χρονικό ενός Μοναχού του Ισίδωρου ο οποίος έζησε  από το 1730 στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία με αποτέλεσμα να έχει καταγράψει όλα τα γεγονότα του πολέμου.  Ο ίδιος καταγόταν από μεγάλη οικογένεια όμως επειδή ήταν και πολλή φτωχή, οι γονείς του τον είχανε πάει στο μοναστήρι.  Τα περισσότερα αδέρφια του πέθαναν  και  δεν κράταγε καμία επαφή με  όσα απέμειναν.  Ο ίδιος ήταν αγράμματος όμως στο όνειρό του εμφανίστηκε ένας άγγελος όπου έκοψε ένα φτερό από τη δεξιά φτερούγα του και του  το έδωσε για να καταγράψει όλα αυτά που θα γινόταν σε λίγο καιρό στο Παλαιόκαστρο. 

Ο Κώστας Μπέκας ήταν ο καπετάνιος του Παλιοκάστρου και καταγόταν από γενναίους πολεμιστές όπου είχαν γραφτεί μέχρι και τραγούδια για τον πατέρα του.  Μία μέρα αποφάσισε  να πάει στο μοναστήρι και θα έπρεπε να περάσει μέσα από το στρατόπεδο των Τούρκων για να φτάσει εκεί.  Για αυτό λοιπόν οργανώσει το  σχέδιό του και κατάφερε να φτάσει με ασφάλεια στη Μονή του Προφήτη Ηλία. Εκεί  οι καλόγεροι τον προειδοποιούν ότι ο Θεός δεν έχει στείλει καλά σημάδια για το μέλλον του Παλιοκάστρου και για αυτό έκανε μία επίκληση στους ανθρώπους για σωτηρία αφού ξέρουν καλύτερα και από το Χριστό τη γη που μένουν. Αρκετές φορές μέσα στο μυθιστόρημα μιλάει κατά των Ευρωπαίων διότι και αυτοί βλέπουν μόνο το συμφέρον τους αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά πως η Ελλάδα είναι μοναδική.  Επίσης ο ίδιος είναι αμόρφωτους κι όμως ξέρει τόσα πολλά.  Ακόμα  έχει βοηθήσει ένα ορφανό παιδί τον Φώτη να φύγει από το Παλαιόκαστρο και να πάει στο εξωτερικό για να σπουδάσει να γίνει δάσκαλος και να γυρίσει στο χωριό να διδάξει και τα υπόλοιπα παιδιά. 

Στη Μονή του Προφήτη Ηλία έφτασε μία επιστολή όπου απαντούσε στο αίτημα των μοναχών να λάβουν κάποια χρήματα ώστε να επιδιορθώσουν κάποιες ζημιές που είχαν γίνει.  Όμως η απάντηση ήταν δυσάρεστη και αποδεικτικό στοιχείο για την κατάντια της Ελλάδας από τότε που ο τουρισμός μπήκε στη ζωή τους ξεχνώντας έτσι τις αξίες τους. 

 Όλοι είχαν αρχίσει να προετοιμάζονται για το μεγάλο αγώνα.  Από το εξωτερικό έφταναν επιστολές για να βοηθήσουν έστω τα γυναικόπαιδα όμως κανείς δεν ήθελε να παρατήσει την πατρίδα του.  Όλοι οι ξένοι απορούσαν πως επιβίωσε η Ελλάδα πώς τα κατάφερε μετά από τόσους πολέμους και τόσα χρόνια σκλαβιάς να μην ξεχάσει την ιστορία της και τη γλώσσα της. Δεν ήξεραν το μυστικό της καταγραφής των γεγονότων ή απλά το θεωρούσαν άχρηστο.

Επίσης το ορφανό  που είχε βοηθήσει ο Κώστας Μπέκας επέστρεψε όπως του είχε υποσχεθεί και έκανε και στον καπετάνιο μάθημα παρόλο που είχε ενδοιασμούς για τη μάθηση. Παρόλα αυτά όμως η μέρα της πολιορκίας έφτανε και οι ξένοι συνέχιζαν να μην καταλαβαίνουν γιατί πολεμάνε οι Έλληνες αφού το Παλαιόκαστρο είναι μόνο βράχια.

Λίγες μέρες αργότερα ο Κώστας Μπέκας έδωσε μία επιστολή στο Δήμο τον αγγελιοφόρο  του Παλιοκάστρου  να την μεταφέρει ώστε να φτάσει στον Γάλλο φιλέλληνα.  Όμως στη διαδρομή του ο Δήμος συνάντησε τον Χαλίλ τον αγγελιοφόρο των Τούρκων και  οι δύο αντίπαλοι δεν έκαναν  καμία κίνηση για να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον. Και οι δύο ήταν περήφανοι ο καθένας για τη δική του ιστορία αλλά  δεν έκρυβαν και την εξάντληση τους από όλη αυτήν την κατάσταση. Σέβονταν ο ένας τον άλλον. Δεν έφταιγαν αυτοί για τον πόλεμο, αυτοί εντολές εκτελούσαν.

  Επίσης τα κρυφά τούνελ έφταναν και στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία με αποτέλεσμα και οι μοναχοί να είναι έτοιμοι για το μεγάλο γιουρούσι. 

Ο μεγάλος αγώνας ξεκίνησε και το πάθος των Ελλήνων δεν κρύβονται με τίποτα.  Τα βράδια μετά τη Μάχη δεν είχα χρόνο να θρηνήσουν τα θύματα,  αντίθετα πήγαιναν  από σπίτι σε  σπίτι και  μοίραζαν τα όπλα των νεκρών  και  κατέστρωσαν σχέδια ώστε να είναι έτοιμοι για πάσα ενδεχόμενο, όμως με δικές τους τακτικές  όχι ξένες διότι δεν ήθελαν να αλλοτριώσουν την ιστορία τους. Γιουρούσια γινόταν και το βράδυ προκαλώντας έτσι μεγάλες καταστροφές στα στρατεύματά του Σελίμ. Μετά από αυτές τις επιθέσεις ο Σελίμ αποφάσισε να πάρει πιο δραστικά μέτρα αφού η προηγούμενη επίθεση τον είχε φοβίσει όσο καμία άλλη. Στο  σημείο αυτό ο Σελίμ κατάλαβε ότι το λάθος τους ήταν που δεν μας πήραν την ιστορία μας ώστε να μην μπορούμε να μάθουμε από αυτή και να εξελιχθούμε.

Μία μέρα δεν έγινε γιουρούσι και έτσι οι Έλληνες είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν συνηθισμένες χαρές όπως ο ήλιος κάτι που δεν μπορούσα να το κάνουν τις υπόλοιπες μέρες  και για αυτό ευχαριστούσαν το Θεό που τους έδωσε άλλη μία μέρα Ελευθερίας. 

Οι ξένοι προσπαθούσαν να πείσουν τους Παλαιοκαστρίτες να τους  βοηθήσουνε αλλά δεν έβλεπαν καμία ανταπόκριση. Οι Έλληνες ήθελαν να ελευθερώσουν τη γη τους και για θέματα τιμής αλλά και για τους προγόνους τους, μόνοι τους.  Επιπρόσθετα δεν παρεξηγούσαν τους ξένους για τη βοήθεια που ήθελαν να τους δώσουν διότι ήταν  καινούργιοι στην ιστορία και δεν ήξεραν τι σημαίνει πόλεμος.

Ακόμα θίγεται για άλλη μία φορά και το θέμα με την διαφορά των γυναικών της Ελλάδας με των ξένων διότι οι Ελληνίδες  άφηναν τα παιδιά τους και πολεμούσαν, έκαναν γερουσία, κατέστρεφαν τους Τούρκους και ετοίμασαν ότι χρειάζονταν οι άντρες. 

Οι Τούρκοι συνέχεια επιτίθονταν αλλά οι Έλληνες δεν είχαν τόσο  στρατό για να τους αντιμετωπίσουν.  Πολλές φορές μάλιστα διαφωνούσαν μεταξύ τους και  οι Τούρκοι έβρισκαν ευκαιρία για γιουρούσια.  Τα παιδιά πρώτη φορά ένιωσαν φόβο και δεν είχαν άδικο. Ο Κώστας Μπέκας τραυματίστηκε σοβαρά , όμως τα γιατροσόφια της κυρα-Ρήνης  έπιασαν και ο καπετάνιος  έγινε γρήγορα καλά και ξαναμπήκε στη μάχη  παρόλο που Παλαιόκαστρο αργοπέθαινε.

 Στη σπηλιά του Μοναστηριού  οι μοναχοί έκρυβαν εικόνες βιβλία και ότι άλλο χρήσιμο είχαν σε περιόδους πολέμου για να μην τα χάσουν.  Με αυτήν τη σπηλιά είχε συνδεθεί συναισθηματικά και ο Σελίμ από τότε που είχε πάει ως πέρσης.

 Όσο περνούσε ο καιρός τα ελληνικά στρατεύματα όλο και υποχωρούσαν προς τα πίσω και οι Έλληνες έδιναν σημασία μέχρι και στα φυτά.  Το κυπαρίσσι που είχαν βάλει για  σύνορο οι Τούρκοι το ξερίζωσαν  και πάλευαν μεταξύ τους για το ποιος θα έπαιρνε το μεγαλύτερο κομμάτι.

 Από την άλλη οι γυναίκες ξέροντας πως είχε έρθει η μεγάλη καταστροφή δεν παραιτήθηκαν και αποφάσισαν να καταστρέψουν όσο περισσότερο στρατό μπορούσαν.  Για αυτό κρύφτηκαν στα υπόγεια τούνελ έβαλαν μπαρούτι παντού και περίμεναν τους Τούρκους να τους ανακαλύψουν να μπουν μέσα και να τους σκοτώσουν.  Τα παιδιά μαζί με το Φώτη το δάσκαλο είχαν ακολουθήσει άλλη διαδρομή του τούνελ κι έφτασαν στο μοναστήρι για να κρυφτούν στη σπηλιά μαζί με τον Ισίδωρο όπου εκεί κατέγραψαν  όλα όσα είχαν συμβεί εκείνη την ημέρα. Επίσης εκεί ο δάσκαλος διδάσκει τα παιδιά όλα τα μαθήματα του σχολείου αλλά τα μάθαινε να ζουν και σαν κλέφτες.

 Η κυβέρνηση της εποχής ήταν εντελώς στον κόσμο της διότι διέταξε να καούν όλοι οι φάκελοι με τα βάσανα των Ελλήνων δηλαδή να καεί όλη η ιστορία τους και να μην έχουν με τι να αμυνθούν.

 Εκείνες τις μέρες οι Έλληνες ζούσαν και επικοινωνούσαν με κραυγές ζώων για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους Τούρκους. Οι Τούρκοι όμως προχωρώντας κατέστρεφαν τα πάντα στο πέρασμά τους και έψαχνα παντού για χρυσάφια και αφού δεν έβρισκαν τίποτα αναρωτιόντουσαν για ποιο λόγο πάλευαν οι Έλληνες τόσο καιρό.

 Οι γυναίκες με δάκρυα στα μάτια ήταν έτοιμες να αντιμετωπίσουν τον εχθρό, την ίδια στιγμή που οι Τούρκοι φώναξαν τους Έλληνες να παραδοθούν χωρίς να πεθάνουν νομίζοντας πως κάποιος θα υποκύψει.  Ακόμα ο Μπέκας περίμενε τους Τούρκους μέσα στο σχολείο εκεί όπου ο Φώτης του είχε μάθει να γράφει με κεφαλαία γράμματα την λέξη ελευθερία.

 Ο Δήμος γύρναγε από την αποστολή του μαζί με το άλογό του με άσχημα νέα και από μακριά κατάλαβαν και οι δύο ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.  Στην αρχή κοντοστάθηκαν λίγο όμως μετά πήραν την απόφαση να πάνε στο Παλαιόκαστρο να δουν τι έχει συμβεί κι αν χρειαστεί να παλέψουν.  Όταν έφτασαν εκεί όλα ήταν κατεστραμμένα δεν μπορούσαν να σώσουν τίποτα. Οι Τούρκοι είχαν μπει στο σχολείο και είχαν  σκοτώσει  τον Κώστα Μπέκα ενώ είχαν ανακαλύψει και το τούνελ και το Παλαιόκαστρο  είχε κοπεί στα δύο από το μπαρούτι που άναψαν οι γυναίκες.  Όταν ο Δήμος αποφάσισε να γυρίσει πίσω είδε το πρόσωπο του Κώστα Μπέκα να ανεβαίνει ευχαριστημένο στον ουρανό σαν να τον ευχαριστούσε.

 Όλα είχαν τελειώσει και σημάδι που αποδεικνύει αυτό ήταν πάλι ένα όνειρο του Ισίδωρου όπου είδε στον ύπνο του τον ίδιο άγγελο να κατεβαίνει από τον ουρανό και να του παίρνει πίσω τη φτερούγα που του είχε δώσει σαν να του λέει ότι η πολιορκία τελείωσε, το Παλαιόκαστρο δεν υπάρχει πια οπότε όσα έχουν γίνει τα έχεις καταγράψει.

Το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα έργο που αποδεικνύει την αυθεντικότητα, την μαχητικότητα και την αγάπη των Ελλήνων για την πατρίδα τους χωρίς να υπολογίζουν το χρήμα και μένοντας πάντα πιστοί στην ιστορία τους. Σαν λαός έχουμε περάσει πολλά και θα μπορούσαμε να πούμε πως ο συγγραφέας κατάφερε να καταγράψει όλα  τα γεγονότα τεσσάρων αιώνων μέσα σε λίγες σελίδες που μαρτυρούν την αλήθεια μας καθώς κάθε ήρωας του βιβλίου εκπροσωπεί όλους τους Έλληνες.