photo 06_3

Μάνα, πάω να κλέψω τη λευτεριά

Από την Ιωάννα Καλιωράκη-Γ1

Μάνα, πάω να κλέψω τη λευτεριά

Ακούγεται ήχος, ήχος βαρύς και εκκωφαντικός, σπάζοντας τη σιωπή της έρημης πόλης όπου μόνο περιπλανώμενες αδικημένες ψυχές την κατοικούν. Άλλη μια μάνα κλαίει, άλλη μια μάνα ωρύεται. Οργή κ’ απελπισία την έχουν καταβάλει. Κάθε αδικία και δάκρυ, κάθε μαρτύριο και σπαραγμός. Με όση φωνή της έχει απομείνει, λίγο πριν απαλλαχτεί από τα βάσανά της, φωνάζει δυνατά «Γιέ μου, μη με ξεχάσεις, θα σε κοιτώ από ψηλά!». Και έτσι, σπαράζοντας έφυγε, με μία τρύπα στην κοιλιά, που το άδικο σπαθί άνοιξε για άλλη μια φορά. Πάει και αυτή, έγινε ένα από τα άψυχα κορμιά που στοιχειώνουν την πόλη. Θα περιμένει τον γενναίο της γιο, γιατί πάει και αυτός. Πήγε στα βουνά, κλέφτης έγινε, γιατί οι κατακτητές του έκλεψαν πολλά και ήρθε η σειρά του πια.

Νοέμβρης ήταν, μια μέρα σαν όλες τις άλλες, με την αδικία να βασιλεύει, ο μοναχογιός της ξύπνησε, δεν άντεξε. Μα πως ν’ αντέξει… Τον είχαν μάθει από μικρό να περπατάει με το κεφάλι χαμηλά, να σωπαίνει και προπάντων να μην αντιδρά. Από την πικρή αλήθεια απείχε, κλεισμένος σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο ονειρευόταν, μέχρι που ξύπνησε. Ξύπνησε απότομα από τον βαρύ του λήθαργο, πέφτοντας από το στρώμα του στο γεμάτο άψυχα κορμιά πάτωμα. Σήκωσε το βλέμμα του και αντίκρισε την πικρή αλήθεια, ό,τι φοβόταν να του δείξει η μάνα του τόσο καιρό. Παραπεταμένα κορμιά σε κάθε γωνιά του δρόμου και Τούρκοι να σκοτώνουν, να χλευάζουν και να φοβερίζουν τον άοπλο πληθυσμό, για να σκοτώσουν την ώρα τους ή το φιλελεύθερο πνεύμα ή και τα δυο. Τα είδε όλα αυτά. Τα είδε κ’ έφριξε. Προσπάθησε να τα ξεχάσει, να παριστάνει πως δεν είδε τίποτα, πως δεν έγινε και τίποτα, μάταια όμως γιατί είχαν μαζευτεί πολλά και ήταν η σειρά του πια.

Και δεν ξανακοιμήθηκε ποτέ, η αδικία του χαλούσε τον ύπνο, οι κραυγές των συνανθρώπων του τον ενοχλούσαν, κραυγές που τώρα άκουγε, κραυγές που δεν μπορούσε να ξεχάσει. Σηκώθηκε πολύ πρωί, την μάνα του αντίκρισε να κλαίει για πρώτη φορά. Δεν ρώτησε τι έγινε, το ακέφαλο σώμα του πατέρα του εξήγησε την κατάσταση. Άλλος ένας φόνος με αιτία τα λεφτά. Αυτή ήταν η τελευταία σταγόνα αίματος και δακρίου για το ποτήρι του. Σηκώθηκε φίλησε την μάνα του και της είπε «Φτάνει μάνα, φτάνει πια!» Και η μάνα τρόμαξε και το παιδί εχάθη, στα βουνά πήγε να πολεμήσει για τη λευτεριά.

Η φλόγα είχε είδη ανάψει, η φλόγα του επαναστάτη, του πατριώτη, και δεν μπορούσε να σβήσει. Έφυγε, πέρασε στην παρανομία, στο βουνό. Εκεί όπου Τουρκική επιρροή δεν υπήρχε και η αδικία υπολειπόταν. Σε ομάδα εντάχτηκε, στα λεγόμενα μπουλούκια. Με άλλους δώδεκα την ιδεολογία του μοιραζόταν, το μίσος και τον πόθο του για λευτεριά. Ο καπετάνιος, ο τρανός τους αρχηγός, τον πονήρεψε, τον έμαθε να επιβιώνει στην άγρια ερημιά. Επαγγελματία ληστή τον έκανε, σωστό εγκληματία. Από την σοδιά τον φτωχών εξαρτιόταν και από τα λύτρα των αιχμαλώτων. Σκληρός αγώνας, αγώνας για επιβίωση, αγώνας αντίστασης. Τα κλοπιμαία, λευτεριά έμελλαν να κάνουν. Του άρεσε αυτή του η ζωή, μακριά από την εργατική ζωή, η τόλμη και η γενναιότητα που τον ακολουθούν, και το κυριότερο, η ελευθερία του!

Μία μόνο έγνοια είχε όλον αυτόν τον καιρό. Ποια θα ήταν η μοίρα της δύστυχης μητέρας του, που ήταν εγκλωβισμένη στην βιαιότητα του τουρκικού στρατού, δεν ήξερε κι όλο ανησυχούσε. Ώσπου μια μέρα σταμάτησε να ανησυχεί. Στην πόλη του είχε κατεβεί, στην γενέτειρά του, την μάνα του για να δει… Και την είδε, και την άκουσε. Η κραυγή της αντηχούσε ακόμη, οι λυγμοί της. Πάνω από το νεκρό της σώμα έκλαψε, το προσκέφαλό της φίλησε και όρκο βαρύ πήρε, «Μάνα μου, γλυκιά μου μητέρα, το όνειρό μας πραγματικότητα θα κάνω, το όνειρο του τόπου μας. Την λευτεριά θα πάω να κλέψω. Στον άτακτο στρατό θα ενταχτώ, όλοι μαζί θα αγωνιστούμε, για να αποτινάξουμε τον οθωμανικό ζυγό. Στο χρωστώ, σας το χρωστώ!» Αυτά είπε κ’ έφυγε για άλλη μια φορά από το αδειανό του σπίτι, που μόνο ψυχές το κατοικούν, ψυχές που περιμένουν δικαίωση.

Εθελοντής έγινε του ανοργάνωτου στρατού. Σε μάχες πολλές πήρε μέρος, σε όλες με το ίδιο ζήλο για νίκη. Τον σεβασμό κέρδισε από όλους στο ένοπλο αυτό σώμα, ακόμα και από τον οπλαρχηγό. Την αγάπη για την πατρίδα του θαύμαζαν, το αγωνιστικό του πνεύμα έναντι οποιουδήποτε άλλου σκοπού. Κατέκρινε τους άπληστους και φιλοχρήματους αγωνιστές, που λογάριαζαν τις αμοιβές από λεηλασίες περισσότερο από τον αγώνα. Κατέκρινε όσους αγωνιστές «εξαφανίστηκαν» αφότου τα λάφυρα μειώθηκαν. Τους κατέκρινε γιατί αποτελούσαν ντροπή και παράδειγμα προς αποφυγήν για τον άτυπο ελληνικό στρατό.