Άρθρα κατηγορίας "Ελεύθερη έκφραση"

Οι εκδόσεις Καστανιώτη δημοσιεύουν το διήγημα της Ταμάρα

Πριν από ένα μήνα η Ε.Πριοβόλου επισκέφτηκε το σχολείο μας και γνώρισε την Ταμάρα. Διάβασε το διήγημά της «Θέληση για ζωή» και αφού το σχολίασε με θετικό τρόπο αποφάσισε να το δώσει στις εκδ.Καστανιώτη που με μεγάλη χαρά το δημοσίευσαν στο ηλεκτρονικό τους περιοδικό «Σελίδες». Παρακάτω ακολουθεί ο πρόλογος της κ. Πριοβόλου και ο σύνδεσμος που οδηγεί στη συγκεκριμένη δημοσίευση

καρδούλα

Γνώρισα την δεκαπεντάχρονη Ταμάρα στο γυμνάσιο Αγίου Αθανασίου Θεσσαλονίκης. Πρόσεξα πρώτα το χαμόγελο, την αγγελική της ματιά, την αυτοπεποίθηση και τον τσαμπουκά της. Μιλούσε και άνθιζε ο τόπος γύρω της. Μετά από ώρα συνειδητοποίησα πως η μαθήτρια και μέλος της αναγνωστικής λέσχης του γυμνασίου είναι καθηλωμένη σε αναπηρικό καρότσι. Είδα μόνο τα φτερά της. Τα φτερά που την οδηγούν στα επίπεδα της έννοιας του αισθάνομαι. Μου εμπιστεύτηκε το διήγημα της, μέσα από το οποίο περιγράφει την περιπέτεια που της επιφύλασσε η μοίρα. καταγράφει το χρονικό της πάθησης που αντί να την καταρρακώσει την έκανε πιο δυνατή και έτοιμη να κερδίσει το στοίχημα με το μέλλον. Γιατί έχει σχέδια για το μέλλον η Ταμάρα. Με την σειρά μου και με την άδειά της παρουσιάζω το πόνημα της δεκαπεντάχρονης  μαθήτριας με τη σιγουριά πως αποτελεί ένα αισιόδοξο μήνυμα για όλους μας. 

                                                       Ελένη Πριοβόλου

http://selides.kastaniotis.com/2014/06/17/%CE%B7-%CE%B8%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%B6%CF%89%CE%AE/

Ετικέτες:

«6 Μαρτίου, παγκόσμια ημέρα κατά της σχολικής βίας»

  Η 6η Μαρτίου αποτελεί την παγκόσμια μέρα κατά της σχολικής βίας και το περσινό Α3 του σχολείου μας έκανε τη δική του κριτική παρέμβαση, φτιάχνοντας μια ταινιούλα. Το σενάριο και η σκηνοθεσία ανήκει στους μαθητές. Η κινηματογράφηση έγινε από την υπεύθυνη καθηγήτρια , κ. Φωτακίδου Τζοβάνα, μια ηλιόλουστη μέρα στο τέλος της περσινής σχολικής χρονιάς. Απολαύστε την!

Ετικέτες:

«ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ»

Τα φετινά μας πρωτάκια έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τη συγγραφή κα κάποια δειλά δειλά αποφάσισαν να δημοσιεύσουν τα πρωτόλειά τους.Μετά τη Μαυροματίδου  Αθανασία, η Ποντίκη  Ελπίδα γράφει για «Το νόημα της ζωής».

 

images

Πολλά χρόνια πριν ζούσε κάποιος άνθρωπος που δεν πίστευε σε τίποτα, παρά μόνο στο ότι η ζωή είναι θλιβερή, μονότονη και ανούσια. Μεγάλωνε χωρίς οικογένεια, επειδή οι γονείς του είχαν πεθάνει όταν αυτός ήταν ακόμη παιδί. Στην όψη του έφερνε πλούσιος μα δεν ήταν καθόλου, ζούσε μέσα στη φτώχια. Μέχρι τα δεκατρία του έμενε σε ένα ορφανοτροφείο μετά όμως αυτό έκλεισε. Δεν είχε συγγενείς και αναγκάστηκε να μείνει στο δρόμο, παλεύοντας με το κρύο, την πείνα και τη μοναξιά. Έτρωγε τα αποφάγια που έβρισκε στα σκουπίδια και πάγωνε απ’ το κρύο. Τόσα χρόνια ήταν μόνος!

Πέρασε ο καιρός και έγινε δεκαοχτώ. Αποφάσισε λοιπόν να βρει δουλειά μα κανείς δεν τον δεχόταν. Μετά από μια κουραστική μέρα ψάχνοντας είχε πια απογοητευτεί. Ξάπλωσε σε ένα παγκάκι και προσπάθησε να κοιμηθεί. Είχε χάσει όλες του τις ελπίδες. Κάποια στιγμή τα μάτια του έκλεισαν και τον πήρε ο ύπνος. Τo επόμενο πρωί τον είδε μια κυρία ξαπλωμένο μέσα στο κρύο και λυπήθηκε βλέποντάς τον. Δεν μπορούσε όμως να κάνει κάτι για να τον βοηθήσει. Πέρασε ακόμη μια μέρα ξαπλωμένος στο κρύο. Ο καιρός περνούσε και τίποτα δεν είχε αλλάξει, ώσπου μια μέρα εκείνη η κυρία ήρθε ξανά. Τον είδε να κάθεται στο παγκάκι και πήγε να του μιλήσει. Του είπε ότι θέλει να τον βοηθήσει. Αυτός δεν πίστευε στα λόγια της, είχε μείνει έκπληκτος. Η γυναίκα αυτή δεν είχε πολλά χρήματα, ήθελε όμως να του δώσει λίγη αγάπη και ζεστασιά. Του πρόσφερε στέγη, φαγητό και ρούχα. Αυτός στην αρχή δίστασε, φοβήθηκε και νόμιζε ότι ήθελε να τον εκμεταλλευτεί. Στη συνέχεια όμως την πίστεψε και την ακολούθησε στον δρόμο για το σπίτι της.

Σε ολόκληρη την διαδρομή  αυτή του έλεγε ότι δεν χρειάζεται  να κάνει κάτι,γιατί έκανε αυτό που έπρεπε. Έκανε αυτό που της έλεγε η καρδιά της. Μόλις φτάσανε άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Ο άνθρωπος δεν είχε ξανανιώσει τόση ζέστη ποτέ στη ζωή του. Ήταν πολύ χαρούμενος. Η κυρία ήταν τόσο καλόκαρδη που του ετοίμασε ένα ζεστό μπάνιο για να πλυθεί και αργότερα μια πίτα για να φάνε. Τελίωσαν το δείπνο και του έστρωσε το κρεβάτι για να κοιμηθεί. Επιτέλους για πρώτη φορά τον πήρε ο ύπνος χωρίς να σκεφτεί, γιατί ήταν ευτυχισμένος. Την επόμενη μέρα ξύπνησε γεμάτος ενέργεια. Η κυρία όμως δεν ήταν εκεί. Τότε είδε ένα σημείωμα στη κουζίνα που έγραφε «Καλημέρα, είμαι στη δουλειά. Θα γυρίσω στις 11.30. Έχει πρωινό στο τραπέζι». Γύρισε να το βρεί και το είδε, έπρεπε όμως να πάρει ένα πιρούνι. Άνοιξε κατά λάθος το συρτάρι με τους λογαριασμούς. Συνειδητοποίησε πως η γυναίκα αυτή δεν είχε χρήματα. Παρά την προηγούμενη απογοήτευσή του αποφάσισε να ψάξει και πάλι να βρεί δουλειά. Ήθελε να τη βοηθησει, όπως είχε κάνει αυτή μαζί του. Πήρε μια εφημερίδα και διάβασε τις αγγελίες. Πήγε σε διάφορες περιοχές. Τελικά τον δέχτηκαν! Γύρισε στο σπίτι να περιμένει την κυρία. Όταν αυτή γύρισε, της τα διηγήθηκε όλα με ένα χρώμα και ενθουσιασμό στη φωνή του.

Το επόμενο πρωί ξύπνησε, έφαγε, πλύθηκε, ντύθηκε, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε για   την δουλειά. Έφτασε εκεί αγχωμένος, όμως όλοι του συμπερηφέρθηκαν με οικειότητα κι όλα ήταν μια χαρά. Η μέρα κυλούσε ομαλά με ηρεμία. Ήρθε το βράδυ, πληρώθηκε και γύρισε στο σπίτι. Εκεί είδε την κυρία και της έδωσε τα χρήματα. Αυτή τον ευχαρίστησε και δάκρισε από την πράξη του. Έτσι περνούσε κάθε μέρα. Ο άνθρωπος όλο και περισσότερο ένιωθε την αγάπη στην ψυχή του. Πέρασε πολύς καιρός, ίσος και χρόνος.

Ένα πρωινό ο άνθρωπος πήγε να ξυπνήσει την κυρία, αυτή όμως ήταν ακίνητη. Τότε κατάλαβε ότι η γυναίκα είχε πεθάνει. Κάλεσε έναν γιατρό ο οποίος επιβεβαίωσε το θάνατό της. ταράχτηκε μόλις το άκουσε, λυπήθηκε πολύ και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Δεν πήγε ούτε στη κηδεία της. Επί τρεις μέρες ήταν κλεισμένος  και δεν ήθελε να δει ούτε να ακούσει κανέναν. Την τέταρτη μέρα βγήκε έξω. Έφαγε, πλύθηκε και πήγε στον τάφο της. Την αποχαιρέτησε, της έδωσε ένα τριαντάφυλλο και έφυγε κλαίγοντας  λέγοντάς της ευχαριστώ. Δεν ξαναπήγε στον τάφο της. Από εκείνη την μέρα όλα άλλαξαν. Συνέχισε τη ζωή του δουλεύοντας ασταμάτητα. Βοηθούσε όσους ανθρώπους είχαν ανάγκη, ιδιαίτερα άστεγους και ορφανά, χωρίς να ξεχνά από πού και ο ίδιος ξεκίνησε. Δεν κρατούσε σχεδόν τίποτα για τον εαυτό του, παρά μονάχα ότι ήταν απαραίτητο. Ζούσε λιτά και ταπεινά χωρίς προβολές και δόξα.

Έφτασε στα βαθιά γεράματα και πέθανε ευτυχισμένος γνωρίζοντας ότι ο πραγματικός πλούτος και η ευτυχία δεν αγοράζονται αλλά κερδίζονται στη ζωή μας, από τις πράξεις μας!

Ποντίκη Ελπίδα

 

ΤΕΛΟΣ!

 

 

 

 

«Μια ηρωική ψυχή»

Η ιστορία που ακολουθεί είναι το πρωτόλειο της Αθανασίας Μαυροματίδου από το Α2.Ελπίζουμε ο συγγραφικός της οίστρος να συνεχιστεί και στο μέλλον και , γιατί όχι, να αποτελέσει παράδειγμα και για άλλους νεαρούς συγγραφείς στο πλαίσιο της γόνιμης και δημιουργικής αλληλεπίδρασης.Απολαύστε την!

«Μια ηρωική  ψυχή»

                Το πλοίο ξεκίνησε ,αν και ο καιρός ήταν πολύ κακός. Από την πρώτη στιγμή άρχισα να φοβάμαι. Κοιτούσα γύρω μου και απορούσα πώς γινόταν να είναι τόσο ήρεμοι και χαρούμενοι όλοι οι υπόλοιποι.

Κατέβηκα στο μπαρ για να βρω τον Άγγελο ,τον μπάρμαν ,για να του πω τις ανησυχίες και τους φόβους μου. Ο Άγγελος φαινόταν κι αυτός ανήσυχος και αυτό μου έδωσε θάρρος ,γιατί δε θα έβρισκε παράλογες τις ανησυχίες μου για την κρουαζιέρα. Τον πλησίασα με ένα θλιμμένο χαμόγελο. Αυτός αμέσως κατάλαβε ότι είχα να του πω κάτι και άφησε ό,τι έκανε ,για να με ακούσει. Περίμενε σιωπηλός, κάτι που δεν έκανε συχνά, συνήθως μου άρχιζε κάτι αστείες ερωτήσεις μπας και γελάσω. Αυτό με έκανε να έχω τρομερό άγχος. Πήγα και κάθισα στον πάγκο για να μην τον αναγκάσω να βγει. Άρχισα τη συζήτηση με ένα «Γεια» και με ένα «Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;» και εκείνος μου απάντησε με σοβαρό ύφος «Ε, πώς να τα βλέπω; Καλά ,αν και ο καιρός λέει το αντίθετο ,πιστεύω πως θα είναι μια όμορφη κρουαζιέρα. Εσύ ,πώς το βλέπεις;» και του απάντησα διστακτικά «Ε ,να ,δεν έχω πολύ καλό προαίσθημα νιώθω πως κάτι κακό θα συμβεί. Δεν είμαι καθόλου καλά…».  Τότε μου είπε με ένα πλατύ χαμόγελο ,αγκαλιάζοντάς με «Όλα θα  πάνε καλά ,μην ανησυχείς! Εσύ κοίτα να απολαύσεις την κρουαζιέρα σου!»,   μου ανακάτεψε τα μαλλιά και συνέχισε λέγοντάς μου να μην πω τίποτα στη μαμά, για να μην ανησυχήσει και αυτή.
                Βγήκα από το μπαρ και πήγα μια βόλτα στα μαγαζιά. Εκεί συνάντησα τη φίλη μου τη Μαργαρίτα ,την αδελφή του Χρήστου ,του φίλου του αδελφού μου. Είχαμε έρθει οι τέσσερις μας ,τη χαιρέτησα και τη ρώτησα αν θα ήθελε να έρθει μαζί μου. Για να την πείσω της είπα ότι θα πάμε και στο μαγαζί με τα αρώματα. Στη διαδρομή της έλεγα τις ανησυχίες και τον φόβο μου, μήπως βουλιάξει το καράβι και μήπως δεν ξαναδούμε τις οικογένειές μας.

Ήμασταν πλέον στο μαγαζί με τις κολόνιες και δοκιμάζαμε διάφορα αρώματα. Τελικά η Μαργαρίτα βρήκε μια κολόνια με άρωμα μαργαρίτας την οποία ερωτεύτηκε και θέλησε να αγοράσει. Όμως επειδή δεν είχε όσα λεφτά χρειαζόταν πήγαμε στον αδερφό της που ήταν κρουπιέρης στο mini Καζίνο. Εκείνος της έδωσε όσα λεφτά χρειαζόταν και ξαναπήγαμε στο μαγαζί για να αγοράσει την κολόνια. Στο μαγαζί ακούσαμε έναν άντρα που έλεγε ότι ήταν μετεωρολόγος και είπε πως ο καιρός θα χειροτερέψει λίγο πριν από την Χαβάη  ,όπου ήταν ο προορισμός μας και  υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να πνιγούμε όλοι! Πανικοβληθήκαμε! Πήγαμε στο δωμάτιό μας, για να μιλήσουμε. Η Μαργαρίτα ,μόλις μπήκαμε μέσα ,ξέσπασε σε κλάματα και άρχισε να βρίζει. Εγώ περιέργως ήμουν πολύ ήρεμη. Μπορεί να έφταιγαν τα λόγια του Άγγελου ή μπορεί απλά να μην  είχα συνειδητοποιήσει ακόμη τι συνέβαινε. Πήρα τηλέφωνο  στην καφετέρια και ζήτησα μια πορτοκαλάδα και μια βυσσινάδα για να πίνουμε όσο θα μιλούσαμε με τη Μαργαρίτα.

                Προσπαθούσα να ηρεμήσω τη Μαργαρίτα αλλά αυτή με χτυπούσε και με έβριζε. Στο τέλος κατάφερα να την ηρεμήσω και τότε με σοβαρό ύφος ζήτησε συγνώμη και κατηγόρησε τον εαυτό της για όλα. Εγώ όμως της υπενθύμισα πως όλοι μας θέλαμε αυτό το ταξίδι και πως δεν είναι σωστό να κατηγορεί τον εαυτό της για όλα. Μετά από μιας ώρας συζήτηση αποφασίσαμε πως έπρεπε να μιλήσουμε στα αδέρφια μας ,για να μας πουν τι να κάνουμε.

                Είχαμε φύγει ,η Μαργαρίτα ήταν στον δρόμο για το καζίνο και εγώ για το μπαρ ,ώσπου ο αέρας έγινε πιο έντονος και άρχισαν να βγαίνουν πελώρια κύματα από τη θάλασσα που έμοιαζαν λες και ήθελαν να μας πάρουν μαζί τους στα βάθη του ωκεανού. Το καράβι τραντάχτηκε στο πρώτο κύμα και έπεσα κάτω. Λιποθύμησα ,και χτύπησα πολύ άσχημα στο κεφάλι μου.

                Όταν ξύπνησα ήμουν σε ένα νοσοκομείο και δίπλα μου με περίμενε ξάγρυπνη η Μαργαρίτα «Τι έγινε;» τη ρώτησα, «Ήρθαμε σπίτι;». Η Μαργαρίτα μου έγνεψε αρνητικά  και μου είπε ήρεμα πως πρέπει να κοιμηθώ ,περίεργο πράγμα για τη Μαργαρίτα ,δεν την είχα ξαναδεί έτσι. Ήμουν τόσο εξαντλημένη που δεν μπορούσα να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά και ξανακοιμήθηκα.

                Όταν ξύπνησα το άλλο πρωί στεκόταν δίπλα μου η Μαργαρίτα ακριβώς στην ίδια στάση που ήταν πριν κοιμηθώ. Στο δωμάτιο μπήκε μια νοσοκόμα και μου είπε στα αγγλικά «Είσαι πολύ τυχερή ,δεν περιμέναμε να ξυπνήσεις τόσο γρήγορα!», εγώ την ρώτησα παραξενεμένη (στα αγγλικά) «Πού είμαι, και τι μέρα είναι;», εκείνη μου απάντησε πως ήμουν στο νοσοκομείο της Ουάσιγκτον και πως ήταν Πέμπτη. Τότε σκέφτηκα πως όταν χτύπησα ήταν Κυριακή και πως ήμουν αναίσθητη για δυο με τρεις μέρες. Εκείνη την στιγμή απαίτησα από τη Μαργαρίτα να μάθω ό,τι έγινε.

                Η Μαργαρίτα μου είπε πως ήταν στο Καζίνο και ετοιμαζόταν να μιλήσει στον αδερφό της όμως τη διέκοψε ο μεγάλος κραδασμός και την πέταξε πάνω στα φρουτάκια και έσπασε το χέρι της. Ο αδερφός της έτρεξε και την πήρε αγκαλιά . Την πήγε να βάλει σωσίβιο ,μετά εκείνος έφυγε και πήγαινε από δωμάτιο σε δωμάτιο και από μαγαζί σε μαγαζί ,ενώ ο αδερφός μου βοηθούσε τον κόσμο να βάλουν τα σωσίβια και να μπουν στις βάρκες. Το πλοίο βούλιαξε και πήρε μαζί του τον Χρήστο ,τον αδελφό της Μαργαρίτας,κι ένα ζευγάρι στον πάτο της θάλασσας ,ενώ  ο αδερφός μου   είχε τραυματιστεί σοβαρά από ένα βαρύ αντικείμενο που τον έριξε κάτω και δεν είχε ξυπνήσει ακόμα.

                Απορούσα και θαύμαζα συγχρόνως το πόσο ήρεμη και γαλήνια ήταν η Μαργαρίτα με το θάνατο του μοναδικού και πολυαγαπημένου της αδελφού. Όταν την ρώτησα μου είπε πως τον θαύμαζε  ,γιατί θυσίασε τη ζωή του ,για να σώσει τις ζωές άλλων και επίσης μου είπε πως τον θεωρούσε ήρωα με το οποίο συμφώνησα χωρίς δισταγμό!

Αθανασία Μαυροματίδου

 

               

Βίντεο σχολείου

Ένα πολύ ωραίο βίντεο φτιαγμένο από τους μαθητές Μιχαηλίδη Αλέκο και Μπαλή Γιάννη της ΄Γ τάξης του γυμνασίου μας, θα σας δώσει μια γεύση του σχολείου μας.

Απολαύστε το…

«Εδώ πολυτεχνείο…»

Μόνος σε ένα δωμάτιο

γνώριμο, γιατί είναι η ψυχή μου

Νιώθω, νιώθω ελεύθερος

να αγωνίζομαι για τη δικαίωσή μου

Εικόνες, διάσπαρτες εικόνες

γυρίζουν στα στενά του μυαλού

Φοβάμαι, αχ πόσο φοβάμαι

σβήνει η ελπίδα μέσα στο νου.

Άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι

κλεισμένοι και αυτοί σε θαμπές φυλακές

βλέπω τον πόνο, βλέπω το φόβο

βλέπω τη θλίψη σε κάθε τους ματιά

Έχουν φωνή, το ξέρω πως έχουν

μα πώς να φωνάξουν τους κόβετε η λαλιά

Η αδικία κραυγάζει μέσα από τον καπνό

Παιδιά οργισμένα κρατάνε πανό

ζητάνε από μένα να ψάξω μαζί τους

τη δημοκρατία για να βρω

Μα ποιος είμαι εγώ, πώς θα μπορέσω

να κεράσω στο χάρο της νιότης το γλυκό πιοτό;

Περνάει ο καιρός

και ακόμα και οι πιο αδύναμοι ξυπνάνε

πιάνουν τα όπλα και πολεμάνε

και ήρθε η ώρα, αχ αυτή η καταραμένη

ώρα που μπαίνει το τανκ.

Άνθρωποι πεθαίνουν όμως στα μάτια

τους βλέπω χαρά.

Βλέπω τη λύτρωση σε κάθε τους βλέμμα

να μου θυμίζει πως αυτός ο αγώνας

άξιζε πραγματικά!

(Μηλίδου Μαρία)

Η αγάπη

Αν δεν υπήρχε η αγάπη δε θα υπήρχε ζωή.

Η αγάπη είναι ότι πιο όμορφο στο κόσμο.

Επομένως είναι και σπάνια.

Αλλά υπάρχει.

Εγώ προσωπικά δεν μπορώ να φανταστώ έναν κόσμο χωρίς αγάπη.

Για φαντάσου τον εσύ!

Δεν μπορώ να εξηγήσω την αγάπη,

αλλά μπορώ να σου υποσχεθώ ότι υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν.

Άνθρωποι που δεν φοβούνται να δακρύσουν και να τσαλακωθούν για ότι αγαπούν.

Κείμενο: Σοφία Χαμαλίδου

Ονειρεύομαι

Ονειρεύομαι να είμαι ελεύθερος

Ονειρεύομαι να είμαι με φτερά

Να πετάξω παντού στον αέρα

Να πετάξω κάθε πρωί

Να πετάξω, αλλά πού να πάω;

Μέχρι τα όνειρα, εκεί να μείνω,

Γιατί ο άνθρωπος που έχει δυο φτερά

Δεν είναι πουλί που κάθεται στον αέρα.


Εικόνα: Φλάβιαν Μαμλί

Ποίημα:Φλάβιαν Μαμλί


Η Στεναχώρια

Στεναχώρια για το ψωμί που δεν έχεις

Στεναχώρια για το παιδί που δε σε ακούει

Στεναχώρια για το κράτος που στο δρόμο σε αφήνει

Η ζωή και η Στεναχώρια μαζί ταξιδεύουν.

Η Στεναχώρια φωνάζει οποιονδήποτε στη Γη,

Γι΄ αυτό είναι τυχερός αυτός που την πουλάει

Και είναι άτυχος αυτός που την κερδίζει.

Εικόνα:Φλάβιαν Μαμλί

Ποίημα:Φλάβιαν Μαμλί


Περνάει η ζωή

Οι μέρες περνούν

οι φλέβες κυλούν

κι εγώ ανασαίνω.

Τα μάτια κοιτάνε την καρδιά μου και ρωτάνε:

“Τον αγαπάς;

Οι ώρες περνούν και η ζωή μου μαζί και ρωτάει:

“Που πάμε;

“ Στο μέλλον. Εκεί που θα μπορείς να γελάς.”

Οι καρδιές απαντάνε.

Ποίημα: Σοφία Χαμαλίδου

Δείτε το ωραίο βιντεάκι που δημιούργησε ο Παναγιώτης Λάμπου, μαθητής του Α΄1.

Όπως είπε και η Αθανασία από το Α3 «Είναι ωραία να είσαι διαφορετικός!»

Επεξεργασία βίντεο: Χαραλαμπίδου Αλεξάνδρα, Φιλόλογος

Πώς τα ποιήματα γίνονται πολυτροπικά

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι, Οδυσσέας Ελύτης

Αφιερωμένο στους μαθητές της  Α΄ Γυμνασίου του Αγίου Αθανασίου

Top
...
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων