Η ιστορική εξέλιξη των Αγροτικών Συνεταιρισμών στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Ο συνεργατισμός αποτελεί μια εξειδικευμένη και λειτουργική οργανωτική μορφή της ιδέας και πρακτικής της συνεργασίας, η οποία εμφανίζεται στις ανθρώπινες κοινωνίες ήδη από την πρωτόγονη μορφή τους. Η συνεργασία αποτέλεσε το θεμέλιο για το σχηματισμό της μεγάλης, συνήθως πατριαρχικής, οικογένειας και της φυλής, που αποτελούσαν συνασπισμούς για την προστασία και την αλληλοβοήθεια των μελών τους, στα πλαίσια μιας κλειστής οικονομίας (Παπαγεωργίου, 2004).

Τα πρώτα ίχνη του συνεταιρίζεσθαι και του συνεργάζεσθαι χάνονται στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας. Με τη δημιουργία κοινωνιών ο άνθρωπος συνειδητοποίησε πως η ομάδα είναι ισχυρότερη από το άτομο και αποτελεσματικότερη για την εξασφάλιση κοινών αγαθών και υπηρεσιών. Η ιδέα και αξία του συνεταιρίζεσθαι έχει τις ρίζες της στην πανάρχαια Αρχή: Ισχύς εν τη ενώσει. Αυτοβοήθεια, αυτοδιοίκηση και ανάληψη ευθύνης για τις ίδιες τους τις τύχες ήταν τα κύρια στοιχεία τα οποία οι θεμελιωτές της συνεταιριστικής κίνησης διαμόρφωσαν σε παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοείται στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Άλλωστε και η ίδια η Κοινότητα είναι συνεταιριστική. Υπάρχει στους δικούς της θεμελιώδεις κανόνες και στους δικούς μας η ίδια βασική αντίληψη: η οικονομία και το χρήμα είναι μέσα δράσης, που το πνεύμα και η γνώση μπορούν να τα θέσουν στην υπηρεσία του πολιτισμού (Nouyrit, 1992).

Ποικίλες μορφές συνεργασίας υπήρχαν στην αρχαία Βαβυλώνα, στην Κίνα και τις Ινδίες, στην αρχαία Ελλάδα και στην Ρώμη μεταξύ γεωργών, τεχνιτών, εμπόρων ή θρησκευτικών ομάδων, για επιδίωξη κοινών σκοπών (Κλήμης, 1985).

Κατά την περίοδο του Βυζαντίου, του Μεσαίωνα και μέχρι και τη Γαλλική Επανάσταση αναπτύχθηκαν οι συντεχνίες, οι οποίες αρχικά φρόντιζαν για την εξυπηρέτηση των μελών τους και για την επιβολή κανόνων τιμιότητας, αλλά αργότερα αποτέλεσαν κλειστά σωματεία που μονοπωλούσαν τη δυνατότητα εργασίας. Παλιές μορφές συνεργασίας στον αγροτικό χώρο αποτέλεσαν τα ΄΄μιρ΄΄ (αγροτική κοινοκτημοσύνη) και τα ΄΄αρτέλ΄΄ (εργατικοί σύνδεσμοι) στη Ρωσία, τα ΄΄εγίντος΄΄ (ομάδες κοινής καλλιέργειας) στο Μεξικό, τα ΄΄τσελιγκάτα΄΄ (κοινή εκτροφή και διαχείριση ζώων) στην Ελλάδα και σε άλλες βαλκανικές χώρες (Παπαγεωργίου, 2004).

Παρόλο, όμως, που ο συνεργατισμός ως φαινόμενο έχει μια ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων και οι απαρχές του συναντιούνται στις πρώτες κοινότητες των ανθρώπων, οι πρώτοι οργανωμένοι συνεταιρισμοί έκαναν την εμφάνισή τους στην Ευρώπη στα τέλη του 18ου αιώνα με αρχές του 19ου και συμπίπτουν με την ακμή της Βιομηχανικής Επανάστασης η οποία έδρασε καταλυτικά για τη γέννησή τους και την ανάπτυξη τους (Δαουτόπουλος, 2006).

Πρωτεργάτες του συνεταιρισμού σύγχρονης μορφής ήταν στην Αγγλία ο Ρόμπερτ Όουεν (1771-1858), ο οποίος κήρυξε την αυτοβοήθεια των εργατών-καταναλωτών υποδεικνύοντάς τους να δημιουργήσουν ενώσεις και ο Ουίλιαμ Κίνγκ (1786-1865) ο οποίος υποστήριξε τον εθελοντικό χαρακτήρα του συνεργατισμού και την πολιτική και θρησκευτική ουδετερότητά του. Στη Γαλλία ο Κάρολος Φουριέ (1772-1837) ο οποίος πρότεινε την ίδρυση συνεταιρισμών ποικίλης παραγωγής ώστε τα μέλη να ασχοληθούν με διαφορετικές εργασίες, ο Φίλιππος Μπουσέ (1791-1868) ο οποίος είναι ο πρώτος που ίδρυσε συνεταιρισμό παραγωγής και ο Λουί Μπλαν (1813-1882) ο οποίος πρέσβευε πως ο ελεύθερος ανταγωνισμός πρέπει να εκλείψει και να αντικατασταθεί από συνεταιρισμούς παραγωγής. Στη Γερμανία ο Βίκτωρ Αιμέ Χούμπερ (1880-1869) ο οποίος είναι ο πρόδρομος των καταναλωτικών συνεταιρισμών και ο Φερδινάνδος Λασσάλ (1825-1864) ο οποίος κήρυττε πως οι συνεταιρισμοί πρέπει να είναι ελεύθεροι και ανεξάρτητοι από το κράτος. Επίσης στη Γερμανία έχουμε για πρώτη φορά τη δημιουργία πιστωτικών συνεταιρισμών των γεωργών με εμπνευστή το Φρειδερίκο-Γουλιέλμο Ραϊφάιζεν. Η αρχή όμως του συνεταιρισμού σύγχρονης μορφής θεωρείται ο συνεταιρισμός της μικρής αγγλικής πόλης Ροτσντέιλ, που στηρίχθηκε αποκλειστικά στην αυτενέργεια των μελών, χωρίς εξωτερική βοήθεια. Ξεκίνησε ως συνεταιρισμός καταναλωτών και εξελίχθηκε σε συνεταιρισμό πολλαπλού σκοπού με κοινωνικό και οικονομικό περιεχόμενο (Kimberly & Cropp, 2004).

1 σχόλιo

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *