Το 1970 ο γιατρός Peter-Paul Heinemann στη μελέτη των αλληλεπιδράσεων μεταξύ ανηλίκων, δανείστηκε τον όρο “mobbin”, για να σκιαγραφήσει την επιθετική συμπεριφορά μιας ομάδας απέναντι σε ένα στοχευμένο παιδί.
Ο όρος mobbing προέρχεται από το αγγλικό ρήµα “mob” που σηµαίνει επιτίθεμαι, περικυκλώνω, ενοχλώ (Κοΐνης & Σαρίδη, 2013) και χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον ηθολόγο Konrad Lorenz (1966) προκειμένου να περιγράψει την επιθετική συμπεριφορά μιας αγέλης μικρόσωμων ζώων εναντίον ενός μεγαλύτερου.
Αργότερα, ο Σουηδός καθηγητής Ψυχολογίας Dan Olweus, διεξήγαγε τις πρώτες συστηματικές έρευνες για τον σχολικό εκφοβισμό και επέκτεινε τον ορισμό, τονίζοντας πως το ρόλο του θύτη θα μπορούσε να έχει όχι μόνο μια ομάδα, αλλά και ένα μεμονωμένο παιδί.
Ο εκφοβισμός ή bullying σύμφωνα με την αγγλική γλώσσα, αναφέρεται στην επαναλαμβανόμενη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση ή μείωση ασθενέστερων ατόμων, που γίνεται εσκεμμένα, απρόκλητα, συστηματικά και επαναλαμβανόμενα (Olweus, 1991).
Σκοπός των συμπεριφορών αυτών είναι η επιβολή του θύτη και η καταδυνάστευση του θύματος μέσω της πρόκλησης σωματικού και ψυχικού πόνου στο άτομο (ή ομάδα ατόμων) που την υφίσταται (Παπάνης, 2008). Χαρακτηριστική είναι η ανισορροπία δυνάμεων μεταξύ θύτη και θύματος.

