Άρθρα: φεμινιστικη θεολογια

This book explores the relationship between women and property in the Greek lands and their broader social position in the century that culminated with the establishment of the national Greek state (1750–1850). Doxiadis focuses on the status and rights of Greek women in the later Ottoman period, the decade-long Greek War of Independence, and the first decades of the Greek state, seeking to reveal the impact that the pursuit of modernization by the early Greek governments had on women. Through the systematic examination of numerous legal documents in notarial archives from four distinct regions (Naxos, Mykonos, Athens, and Leonidio), the position of women in Greek societies of the period is illuminated in all its complexity and regional diversity. Special emphasis is placed on women’s ability in some areas to defend their property rights and be active economic agents. Although the Greek revolutionaries and the Greek state did not curtail the rights of women with respect to property, the very institutions that were fundamental in the creation of the Greek state transformed the established relationship between women and property. Doxiadis shows that modernization proved to be an oppressive force for Greek women—though in a much more clandestine fashion than perhaps expected in other European states.

Σταύρου Γιαγκάζογλου, Δρ Θεολογίας, Συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και Δ/ντη του περιοδικού «Ίνδικτος»

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2003

http://www.acadimia.gr/content/view/77/76/lang,el/

Στον σημερινό γυάλινο κόσμο των αισθητικών ή παραισθητικών απολαύσεων και της εξουσίας του κέρδους, η θέση της γυναίκας είναι ίσως αντίθετη από εκείνη που οραματιζόταν στις απαρχές του το φεμινιστικό κίνημα. Η γυναίκα αποτελεί το ισχυρό δέλεαρ και χρησιμοποιείται εξευτελιστικά για τις όποιες επιλογές της σύγχρονης καταναλωτικής βουλιμίας. Η φεμινιστική θεολογία και το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν μέσα στο κλίμα μιας έντονης επίδρασης του εκκοσμικευμένου φεμινιστικού κινήματος στις δυτικές κοινωνίες. Αγαμία και αυθεντία στη δυτική εκκλησία Η προβληματική της φεμινιστικής θεολογίας έχει αφετηρία μία ριζοσπαστική κριτική της αυθεντίας και ιεροκρατικής εξουσίας του άγαμου ρωμαιοκαθολικού κλήρου. Η διάσταση και αντιπαράθεση κληρικών και λαϊκών στα πλαίσια του δυτικού μεσαιωνικού χριστιανισμού που κορυφώνεται με την προτεσταντική Μεταρρύθμιση, θα αποβεί σταδιακά αντιπαράθεση ανδρών και γυναικών στις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Αρχικά, η αυθεντία και η ιεροκρατική εξουσία του δυτικού κλήρου παρουσιάζεται ως δυσπιστία και κατόπιν, με την θεσμοθέτηση της αγαμίας, αποκρυσταλλώνεται ως άρνηση της σεξουαλικότητας. Συμβολικά ενδύεται με την καθαρότητα του κληρικού ως οντολογική υπεροχή, ώστε να μπορεί να τελεί την Ευχαριστία. Σ’ ένα τελείως διαφορετικό κλίμα η Ανατολική Εκκλησία αφόρισε «τους ασκούντας παρθενίαν και υπερηφανευομένους έναντι των εις γάμον διατελούντων», «τους μεμφομένους γάμον και έγγαμον γυναίκα», «τους μη θέλοντας λαμβάνειν μετάληψιν θείαν εκ πρεσβυτέρου όντος εις γάμου κοινωνίαν». Παράλληλα, η αριστοτελική προοπτική του Θωμά Ακινάτη θεωρεί ότι η imago Dei αναφέρεται μόνο στον άνδρα. Η γυναίκα κατά την αριστοτελική βιολογία των σχολαστικών είναι ένας ατελής άνδρας που υποτάσσεται ιεραρχικά στην υπεροχή του αρσενικού ανθρώπου. Η Μεταρρύθμιση θα πραγματοποιήσει τη μετατόπιση από τη διαφορά κληρικών (αγαμία) και λαϊκών (αμαρτία των σεξουαλικών σχέσεων) στην ιεραρχική αντιπαράθεση ανδρών και γυναικών. Οι άνδρες ως πρότυπα άσκησης της αυθεντίας και εξουσίας στη ζωή της οικογένειας, της πολιτικής και επαγγελματικής καθώς και της εκκλησιαστικής δομής και ιεραρχίας, θεωρούνται ανώτεροι από τις γυναίκες. Κατά τη Μεταρρύθμιση, όμως, η εκκλησιαστική εξουσία του άνδρα ανήκει όχι πλέον στην κληρικοκρατική άποψη αλλά στον πατέρα της οικογένειας που καθορίζεται ως τέτοια με την προϋπόθεση ότι σχηματίζει με τη γυναίκα του ένα ζεύγος. Η νέα μεταρρύθμιση της εποχής μας ως απελευθέρωση των γυναικών από την κυριαρχία του άνδρα στο σπίτι, την κοινωνία και την Εκκλησία οδήγησε στη χειροτονία των γυναικών, πραγματοποιώντας την «ισότητα» στο επίπεδο της εκκλησιαστικής ζωής. Ο σύγχρονος θεολογικός προβληματισμός Ορισμένες τάσεις της σύγχρονης δυτικής Πνευματολογίας, βοηθούμενες και από την ρωσική σοφιολογία (Al. Boukharev, Vl. Soloviev, και S. Boulgakov) ταυτίζοντας την Σοφία του Θεού με ένα «αιώνιο γυναικείο» στοιχείο στον Θεό ή κάνοντας λόγο για την «υποστατική μητρότητα» του Πνεύματος (P. Evdokimov), καταλήγουν σε συμπεράσματα που αποδίδουν στο ʼγιο Πνεύμα την οντολογία του θηλυκού στοιχείου και έτσι αντλούν επιχειρήματα για μία υπέρβαση της ανδρικής αποκλειστικότητας για την χειροτονούμενη ιερωσύνη. Ο αινιγματικός χαρακτήρας του Αγίου Πνεύματος για τους αμύητους στην εν Χριστώ ζωή οδηγεί σε τελείως ανθρωπομορφικά θεωρήματα για το τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. H Fr. Quere θεωρεί ότι οι γυναίκες αποκλείστηκαν από την ιερωσύνη επειδή θα διέτρεχαν ποικίλους κινδύνους σε συγκεκριμένο περιβάλλον. Δεν είναι δυνατόν, συμπεραίνει, να ανάγονται σε αιώνιους κανόνες οι ιστορικές συνθήκες, δομές και νοοτροπίες μιας ορισμένης κοινωνίας. Η Elizambeth Moltmann-Wendel θεωρεί ότι ο χριστιανισμός υπήρξε για ένα αρκετό διάστημα μία ουσιαστική πηγή ελευθερίας για τις γυναίκες. Ταυτόχρονα όμως άφησε να αναπτυχθεί μία κουλτούρα και θεολογία πατριαρχική. Ο χωρισμός της ανθρώπινης φύσης, κατά τον Philippe Sherrard, σε αρσενικό και θηλυκό γένος έχει την αιτία του στο ότι ο ίδιος ο Θεός περιλαμβάνει στον εαυτό του τις αρχές του ανδρικού και του θηλυκού. Το θείο είναι ανδρόγυνο. Στον άνθρωπο ως εικόνα του Θεού η ανδρόγυνη αυτή φύση του θείου συγκεντρώνεται σε δύο πόλους: τον άνδρα και τη γυναίκα. Για τον Paul Evdokimov το θηλυκό και το ανδρικό στοιχείο είναι συμπληρωματικά στον άνθρωπο. Η χάρη του Χριστού ανακεφαλαιώνει και ενώνει σε μία πληρότητα εν Θεώ το θηλυκό και ανδρικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Υφίσταται μία μυστική αναλογία ανάμεσα στο ανδρικό στοιχείο και τον Λόγο του Θεού από τη μια, και στο γυναικείο και το Πνεύμα από την άλλη, που ενσαρκώνει, εμπνέει και παρακαλεί. Το ʼγιο Πνεύμα συνιστά «υποστατική μητρότητα» και διαδραματίζει «γεννητικό ρόλο». Η ιερωσύνη δεν ανήκει στα γυναικεία χαρίσματα. Για την Elisabeth Behr-Sigel οι όροι Πατήρ-Υιός-Πνεύμα δεν έχουν καμία σεξιστική-γεννητική σημασία στην Τριαδική θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας. Παράλληλα, η κυριαρχία ανδρικών συμβολισμών στη Βίβλο, δεν αποκλείει και γυναικείες μεταφορές στον Θεό και τον Χριστό χωρίς, όμως, σχέση «σημαντική» με το συγκεκριμένο φύλο (π.χ. τρυφερότητα, μητρική στοργή, «αμνός άφωνος» κ.λπ.). Το σύγχρονο γυναικείο -παρά φεμινιστικό- κίνημα είναι σημάδι μιας μυστικής προώθησης του Αγίου Πνεύματος που ανυψώνει την ανθρωπότητα προς την Τριαδική Βασιλεία. Προκαλεί την Εκκλησία να τοποθετηθεί δίνοντας τη δική της μαρτυρία. Με βάση αυτές τις προϋποθέσεις, εξέδωσε το 1995, μαζί με τον επίσκοπο Διοκλείας Κάλλιστο Ware, βιβλίο όπου τοποθετείται θετικά απέναντι στην ιερωσύνη των γυναικών. Ευνοϊκά διακείμενη στην αναβίωση της γυναικείας διακονίας, η αδελφή Βέρνα Νόρμα Χάρισον είναι αντίθετη, για λόγους λειτουργικού συμβολισμού, στη χειροτονία των γυναικών. Παρ’ όλα αυτά, αποδεικνύει λαμπρά πως η απολυτοποίηση της διαφοροποίησης των ανθρώπινων φύλων (πηγαίνοντας μέχρι την προβολή της στο Θεό), έτσι όπως χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα ενάντια στην πρόσβαση των γυναικών στην ιερωσύνη, βρίσκεται σε αντίφαση με την ανθρωπολογία, τη χριστολογία, τη σωτηριολογία και την τριαδική θεολογία των καππαδοκών Πατέρων. Ο Th. Hopko θεωρεί ότι η ιερωσύνη ως λειτούργημα έχει καθαρώς χριστολογικό χαρακτήρα: «Ο ιερέας εκπροσωπεί τον Χριστό ενώ το κλειδί της κλίσεως των γυναικών βρίσκεται μυστικά και θεολογικά στο Πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος». Όπως ο τρόπος υπάρξεως του Υιού και του Πνεύματος είναι ασύγχυτος στα πλαίσια της κοινής θείας φύσεως, έτσι το ανδρικό και το θηλυκό φύλο δεν πρέπει να ταυτίζονται, ούτε να συγχέονται όσον αφορά τον ιδιαίτερο τρόπο υπάρξεως (σε άνδρα και γυναίκα) της κοινής-ομοούσιας ανθρώπινης φύσης. Για τον Alexander Schmemann η ιερωσύνη είναι του Χριστού. Δεν είναι ούτε των ανδρών, ούτε των γυναικών. Η «θεσμική» ιερωσύνη της Εκκλησίας δεν έχει οντότητα από μόνη της. Και αν ο φορέας, η εικόνα της μοναδικής ιερωσύνης, είναι άνδρας και όχι γυναίκα, είναι γιατί ο Χριστός είναι άνδρας και όχι γυναίκα… Το γιατί, συμπεραίνει ο Σμέμαν, δεν επιδέχεται απάντηση από καμία «κουλτούρα», «κοινωνιολογία», «ιστορία» ή «ερμηνεία» αλλά μόνον από την Θεολογία ως θεωρία και μέθεξη της εκκλησιαστικής εν Χριστώ εμπειρίας. Σύμφωνα με τον Χρήστο Γιανναρά, το ιερατικό ήθος και αξίωμα ως ευχαριστιακή χρήση του κόσμου ανήκει ομότιμα και στο ανδρικό και στο γυναικείο φύλο. Στην Βασιλεία καταργείται η διάκριση των φύλων, αφού αποτελεί αναγκαιότητα της φύσεως για την αυτονομημένη διαιώνισή της. Πάντως η διαφοροποίηση των φύλων δεν αντιπροσωπεύει μία οντολογική διάκριση (πχ. φύσεως και προσώπου, φύσεως και ενεργειών). Η διάκριση των φύλων είναι μία διαφοροποίηση των φυσικών ενεργειών και δεν συνιστά εικόνα του Θεού, δεν εικονίζει το θείο αρχέτυπο. Η υπέρβαση της διάκρισης των φύλων για την Εκκλησία δεν γίνεται με την συμβατική εξίσωσή τους. Η φυσική διαφορά υπερβαίνεται στην προσωπική σχέση, όταν διατηρείται η διαφοροποίηση των ρόλων ή φυσικών ενεργειών, που αντιπροσωπεύουν τα δύο φύλα. Ο άνδρας με την φυσική-ανδρική του ενέργεια τελετουργεί τη λογοποίηση του κόσμου και της γυναίκας, η οποία συμμετέχει κι αυτή προσφέροντας τη φυσική σάρκα. Η ποιμαίνουσα Εκκλησία κατά την Καίτη Χιωτέλη θα πρέπει να δώσει κάποτε το λόγο στο λογικό της ποίμνιο για την αντιμετώπιση από κοινού των σημερινών και φλεγόντων ζητημάτων. Πότε, επιτέλους, θα βρει και η γυναίκα τη σωστή θέση και αποστολή της στην ανανέωση της Εκκλησίας; Εκκλησιολογία ή κοινωνιολογία ; Οι υποστηρικτές της χειροτονίας των γυναικών θεωρώντας ότι «…η κεχειροτονημένη ιερωσύνη της Εκκλησίας στερείται πληρότητος εφόσον περιορίζεται εις εν μόνο γένος» και ότι η ιερωσύνη των γυναικών είναι «ευλογημένη υπό του Αγίου Πνεύματος…», θέτουν σε ολοκληρωτική αμφισβήτηση την μέχρι τώρα εκκλησιολογική και θεολογική παράδοση. Έτσι, αιώνες τώρα, από την αποστολική περίοδο, η ιερωσύνη της Εκκλησίας δεν είχε πληρότητα ως να μη δρούσε σ’ αυτήν το Πνεύμα του Χριστού ή οι ενέργειες της Αγίας Τριάδος να ήσαν ατελείς! Η φεμινιστική θεολογία και η πρακτική της χειροτονίας των γυναικών φανέρωσε τη διείσδυση κοινωνικών προβλημάτων στην εκκλησιολογία και κοινωνιολογικών αρχών στην θεολογική ερμηνευτική. Στη χριστιανική ανθρωπολογία η σχέση άνδρα και γυναίκας δεν είναι ταυτόσημη με την θεώρηση της κοινωνικής ανθρωπολογίας. Για την Εκκλησία προέχει και καθορίζει ο θεολογικός και όχι ο κοινωνιολογικός παράγοντας. «παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου». Μιας και τώρα μόλις αρχίζει η θεολογική θεώρηση του θέματος, θα πρέπει να δούμε τι είναι αυτό που εμποδίζει ουσιαστικά και όχι μόνο παραδοσιακά τη χειροτονία των γυναικών. Θα πρέπει να δούμε την ιερωσύνη της Εκκλησίας ως αντανάκλαση της Βασιλείας. Πολλά λειτουργήματα της στρατευομένης εκκλησίας δεν θα υφίστανται στη Βασιλεία. Η ιερωσύνη, όμως, που πηγάζει από το πρόσωπο και το έργο του Χριστού είναι εικόνα και δομή της ίδιας της Βασιλείας. Είναι το μυστήριο που ενοποιεί διά της Ευχαριστίας την Εκκλησία και τον κόσμο ολόκληρο. Η ιερωσύνη των γυναικών εκφράζει την εσχατολογική διάσταση της Εκκλησίας ή σαρκώνει κοινωνιολογικά ενδιαφέροντα, που αυτά αντί της Εκκλησίας αναλαμβάνουν, επί ματαίω, την υπέρβαση των ανθρώπινων διακρίσεων; Βιογραφικό του Σταύρου Γιαγκάζογλου Ο κ. Σταύρος Γιαγκάζογλου γεννήθηκε στη Δράμα το 1962. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., ενώ συνέχισε τις σπουδές του στην οικουμενική θεολογία (Γενεύη), καθώς και στην μεσαιωνική θεολογία και φιλοσοφία (Πανεπιστήμιο του Fribourg). Είναι διδάκτωρ θεολογίας του Α.Π.Θ. με ειδίκευση στον συστηματικό κλάδο. Συνεργάστηκε ως ερευνητής στο πρόγραμμα της Ακαδημίας Αθηνών «Ελληνισμός και Χριστιανισμός ως παράγοντες διαμόρφωσης της ελληνικής ταυτότητας». Συνεργάζεται επίσης με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο ως συγγραφέας στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Σπουδές στην Ορθοδοξία». Από το καλοκαίρι του 2000 ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Ίνδικτος», ενώ είναι και σύμβουλος έκδοσης στο περιοδικό «Αναλόγιον» που εκδίδει η Ι. Μητρόπολις Κοζάνης. Πρόσφατα εξελέγη Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Έχει συγγράψει μελέτες που καλύπτουν κυρίως το χώρο της συστηματικής θεολογίας και έχει ασχοληθεί ιδιαιτέρως με το έργο και τη θεολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.

senecio-1922

Κατερίνα Καρκαλά-Ζορμπά, Φιλόλογος Ξένων Γλωσσών, Θεολόγος

Πρόεδρος Οικουμενικού Φόρουμ Χριστιανών Γυναικών της Ευρώπης

http://www.acadimia.gr/content/view/78/76/lang,el/

Τι σημαίνει ο όρος «Φεμινιστική Θεολογία» (ΦΘ) και ποιές είναι οι θέσεις της; · Ποιά είναι η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας πάνω στο γενικότερο θέμα «Ο ρόλος της γυναίκας στην Εκκλησία» και ποιες προσπάθειες προσέγγισής του έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια; · Υπάρχει θέση στην Ορθοδοξία για μια ΦΘ ή υπάρχει θέση στη ΦΘ για την Ορθοδοξία; Το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα Ο ρόλος της γυναίκας στην κοινωνία μας άλλαξε ριζικά κατά τον αιώνα που πέρασε. Αυτό δεν άφησε ανεπηρέαστη και την Εκκλησία, ειδικά στη Δύση. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το γεγονός, ότι τόσο η ΦΘ, όσο και το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών στη Δύση, παρουσιάζονται ακριβώς την ίδια περίοδο, όπου η γυναίκα ζητάει την χειραφέτηση της ως «δεύτερο φύλο» (Simone de Beauvoir). Το φεμινιστικό κίνημα, στη βάση του πολιτικό και «σεξιστικό» έχει ως κύριο σκοπό την ισότητα αντρών και γυναικών σε όλους τους τομείς, όπου πολλές φορές αυτή υποτιμάται, ή δεν υφίσταται. Αυτή η «σεξιστική» συμπεριφορά καθορίζει και τον τρόπο σκέψης και στάσης απέναντι στα διάφορα συστήματα αξιών, τα οποία έχουν σχέση με το γεγονός, ότι κάποιος ανήκει στο ένα ή στο άλλο φύλο. Το φεμινιστικό κίνημα καθ’ εαυτό ήταν αφορμή για τη γένεση της ΦΘ. Μαζί με την αλλαγή του ρόλου της γυναίκας στην ευρύτερη κοινωνία της Δύσης, υφίσταται ποικίλες αλλαγές και ο ρόλος της γυναίκας στην Δυτική Εκκλησία. Φεμινιστική Θεολογία στη Δύση Η ΦΘ εμφανίζεται στη Δύση ως μια Θεολογία γυναικών με φεμινιστικές τάσεις, οι οποίες διακρίνουν τις πατριαρχικές δομές στην κοινωνία και στην Εκκλησία. Ασκούν κριτική σε κάθε μορφή θεσμικής συμβίωσης και προσπαθούν να την ξεπεράσουν με έμπρακτη αντιπαράθεση. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι στη ΦΘ η γυναίκα βρίσκεται στο επίκεντρο και καταγράφονται εμπειρίες ζωής, καταπίεσης, παραγκωνισμού, περιθωριοποίησης, καθώς και φαινόμενα επιτυχημένης ζωής και απελευθέρωσης. Πρόκειται για μια μορφή συναφειακής (contextual) θεολογίας. Η προσέγγισή της δεν προϋποθέτει ένα αφηρημένο γυναικείο ον ή ακόμα τη γνώση γι’ αυτό το ον, αλλά πρόκειται για μια κριτική, για ένα νέο σχεδιασμό σε ολόκληρη τη θεολογική επιστημονική εξέλιξη. Με άλλα λόγια η ΦΘ, όπως αυτή αναπτύχθηκε στη Δύση, δεν είναι μια συμπλήρωση της παραδοσιακής θεολογίας, αλλά μια εντελώς νέα αντίληψη για τη θεολογία. Γένεση της Φεμινιστικής Θεολογίας Η ΦΘ εμφανίζεται, τον 19ο αιώνα και εντάσσεται στις γυναικείες κινήσεις, όχι μόνο ως μια νομική, κοινωνική και θρησκευτική ισότητα, αλλά ως μία αλλαγή των ίδιων αυτών των δομών της κοινωνίας και της θρησκείας, πέρα από κάθε «πατριαρχική» και «ανδροκεντρική» σκέψη. Έτσι νοείται η ΦΘ ως μια θεολογία, η οποία απελευθερώνει τη γυναίκα και μπορεί να ενταχθεί επίσημα στη σειρά των απελευθερωτικών φεμινιστικών κινήσεων κατά τον 20ο αιώνα. Όπως και εκείνα, έτσι και η ΦΘ ξεκίνησε από την Αμερική, όπου το 1890 βλέπουμε την πρώτη «Βίβλο των Γυναικών» της Elisabeth Cady, ενώ ακολουθούν πολλές άλλες γυναίκες μέχρι τις σύγχρονες τάσεις της ΦΘ, με ονόματα ευρωπαίων γυναικών, όπως των Catharina Halkes, Rosemary Radford Ruether, Elisabeth Moltmann-Wendel, Elisabeth Schussler-Fiorenza, Mary Daly, Mary Grey, κ.ά.. Με τον τρόπο αυτό η ΦΘ δεν είναι πια ένα μεμονωμένο γεγονός ή ένας αγώνας μεμονωμένων γυναικών, αλλά ως μια από συλλογική προσπάθεια με την ίδρυση θεολογικών οργανισμών, εταιριών, γυναικών στη θεολογική έρευνα, φόρουμ χριστιανών γυναικών, κ.α. Ο φεμινισμός συχνά ορίζεται ως μια «επανάσταση» στο κοινωνικό κατεστημένο, μιας και δεν πρόκειται μόνο για μια αναζήτηση των ίσων δικαιωμάτων σε έναν ανδρικό κόσμο, αλλά για μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου. Στη ΦΘ δεν πρόκειται για μια «απλή» αναζήτηση των ίσων δικαιωμάτων σε μια πατριαρχικά δομημένη Εκκλησία. Μάλιστα η Daphne Hampson, στο βιβλίο της «Θεολογία και Φεμινισμός» αναφέρει, ότι ο φεμινισμός αποτελεί μια «πένθιμη τυμπανοκρουσία για τον Χριστιανισμό». Πράγματι ο φεμινισμός θεωρείται η τελευταία «κρίση» του Χριστιανισμού, όπου όχι μόνο γίνεται μια προσπάθεια ανάκτησης ίσων δικαιωμάτων μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Εκκλησία, αλλά πολύ περισσότερο η αμφισβήτηση της «παραδοσιακής» κατανόησης του Θεού και της ανδρικής φύσης του Χριστιανισμού. Πρόκειται λοιπόν για μια εις βάθος αναθεώρηση των πραγμάτων και των εννοιών, ακόμα και αυτής της ίδιας της ιστορίας. Φεμινιστική Θεολογία – Κύρια χαρακτηριστικά ΦΘ, Αγία Γραφή και Παράδοση Η ΦΘ επιθυμεί γενικά να κατανοήσει την πορεία της Εκκλησιαστικής ιστορίας διαμέσου των αιώνων, μακριά από τα «παραδοσιακά» μοντέλα, τα οποία επινοήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά από άνδρες και συχνά υποτιμούν την γυναίκα. Όλα τα κείμενα της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, γράφτηκαν από άνδρες «για άνδρες» και ακόμα και αυτή η ιστορία του Χριστιανισμού για 2000 χρόνια δείχνει την «ιστορία», στα αγγλικά «His-story», δηλαδή την ιστορία «του» αφήνοντας μόνο λίγο χώρο για την ιστορία «της», δηλ. «Her-story». Η ΦΘ θέλει λοιπόν να σπάσει αυτόν τον πατριαρχικό κλοιό, έτσι ώστε να μπορέσει να προσφέρει στις γυναίκες τη δυνατότητα να αναπτύξουν τη δική τους ερμηνευτική προσέγγιση του Λόγου του Θεού μέσα από την ιστορία. Έτσι ακόμα κι αυτός ο Κανόνας της Αγίας Γραφής, όπως είδαμε και με την παράδοση ή την ιστορία, από τη στιγμή που γράφτηκε από άνδρες και είναι προϊόν ενός συγκεκριμένου πολιτισμού, θα πρέπει να αλλάξει. Κύριος λόγος είναι ότι οι γυναίκες στη Βίβλο βρίσκονται «στο περιθώριο», κάτι που έχει ως συνέπεια ότι πρέπει να γραφούν ξανά πολλά από τα κείμενα, έτσι ώστε να περιληφθούν και να ερμηνευθούν και μέσα από το πρίσμα των γυναικών. Παραδείγματα φεμινιστικής ερμηνευτικής · Από τη «μητέρα των ζώντων» στη «γυναίκα», ή από τη μητριαρχική στην πατριαρχική κοινωνία. · Η πτώση και η αμαρτία. · Ανδροκεντρικός τρόπος γραφής της Καινής Διαθήκης. · Οι μαθήτριες τους Ιησού (Μάρκ. 15,40-41). · Κοινωνικό-ιστορική ερμηνεία (Λουκ. 15,8-10) . · Φως σε ξεχασμένες ή παραμορφωμένες ιστορίες γυναικών από την Αγία Γραφή: η αιμορραγούσα γυναίκα (Μαρκ. 5,25-34), η συγκύπτουσα γυναίκα (Λουκ. 13,10-17), η μυράλοιψη (Μαρκ. 14,3-9), η Συροφοινίκισσα γυναίκα (Μαρκ. 7,24-30), κ.λπ. · Οι πρωτοχριστιανικές κοινότητες ως προσπάθεια ανάπτυξης μιας νέας μορφής ζωής στην οποία δεν υπάρχει πια διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών, πλουσίων και φτωχών, ελευθέρων και σκλάβων, κατά τη γνωστή ρύση του Αποστόλου Παύλου «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ου ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3,28). · Από την κοινότητα των μαθητών με ίδια δικαιώματα στην υποβάθμιση των γυναικών. · Το πέρασμα από την προφορική παράδοση στη γραπτή παράδοση. Η εικόνα του Θεού στη Φεμινιστική Θεολογία και η περιεκτική γλώσσα Η ΦΘ ασκεί κριτική και στρέφεται ενάντια σε έναν Θεό, ο οποίος έχει μόνο ανδρικά χαρακτηριστικά, προσπαθώντας να ανακαλύψει θηλυκά και μητρικά χαρακτηριστικά στην βιβλική εικόνα του Θεού, έτσι ώστε οι γυναίκες να μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στο «κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού» (Schussler-Fiorenza). Εφ’ όσον το κατ’ εικόνα του Θεού βρίσκεται και στον άνδρα και στη γυναίκα, θα πρέπει να χρησιμοποιούμε θηλυκά και αρσενικά επίθετα για να περιγράψουμε το Θεό. «Η όποια ανθρώπινη ορολογία δεν αρμόζει για να εκφράσει κανείς τη θεiκή μεταφυσικότητα. Ο συνδιασμός όμως του αρσενικού και του θηλυκού μπορεί να φανερώσει καλύτερα το σύνολο του θεiκού στοιχείου, μιας και αυτά τα επίθετα προσδιορίζουν το σύνολο των ανθρώπων» (Kari E. Boresen). Η σύγχρονη ΦΘ ασχολήθηκε έντονα με την κριτική της γλώσσας μας, η οποία, αντικατοπτρίζοντας την κοινωνία την οποία εκφράζει, είναι «σεξιστική», μη-«περιεκτική». Μέσω της μορφολογίας μπορεί κανείς να αποδείξει, σε ποιο βαθμό οι γυναίκες υποβιβάζονται, περιθωριοποιούνται και στιγματίζονται έναντι των ανδρών, είτε είναι αυτό στο λεξιλόγιο, στις εκφράσεις και τις λεκτικές εικόνες, στις προσφωνήσεις και στις ιδιότητες των επαγγελμάτων. Αυτό φαίνεται τόσο στη γραμματική, με τον πληθυντικό αριθμό αρσενικού γένους και για το θηλυκό για σχεδόν όλους τους αόριστους προσδιορισμούς: «αγαπητοί φίλοι», «Γράμματα αναγνωστών», «ο λαός του Θεού», «ο καθένας», «οι γείτονες», «ο πλησίον», «ο ιατρός», κλπ. Κατά τις φεμινίστριες-θεολόγους, μ’ αυτόν τον τρόπο εκφράζεται η πατριαρχική δομή της κοινωνίας, καθώς και ο μηχανισμός καταπίεσης. Έτσι ακόμα και αυτή η επιστήμη της Θεολογίας ονομάζεται «Θεα-λογία», σε αντίθεση με την «Θεολογία» και βλέπουμε την ίδρυση της «Εταιρίας Γυναικών στη Θεολογική Έρευνα», καθώς και την ίδρυση κλάδου «ΦΘ» σε πολλά Πανεπιστήμια της Δύσης. Η Φεμινιστική Θεολογία και η χειροτονία των γυναικών Η «διακονία» στην Εκκλησία και ιδιαίτερα στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες, ήταν κάτι κοινό για όλους τους Χριστιανούς, άνδρες και γυναίκες. Μάλιστα εκεί βλέπουμε ότι γυναίκες ήταν αυτές οι οποίες συγκέντρωναν τις συνάξεις των Χριστιανών στα σπίτια τους και ήταν πολύτιμοι συνεργάτες και συνεχιστές του έργου των Αποστόλων (η Φοίβη, η Νύμφα, κ.ά.). Για τις φεμινίστριες-θεολόγοι «η χειροτονία των γυναικών αποτελεί το κριτήριο επαλήθευσης, μια ερώτηση-κλειδί και μια ερώτηση-τεστ, από την οποία μπορεί κανείς να αποδείξει συνάμα πως η ιεραρχία θεωρεί τις γυναίκες και πως οι γυναίκες θεωρούν τον εαυτό τους, δηλαδή σε ποιο στάδιο ωριμότητας βρίσκονται» (Ida Raming). Η απάντηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις προκλήσεις της ΦΘ Μπορούμε να πούμε ότι στην Ορθόδοξη θεολογική σκέψη και πράξη δεν υπάρχει ΦΘ με αυτόν τον όρο. Η Ορθόδοξη θεολογία έχει όμως να αντιπαραθέσει ή και να προτείνει στη ΦΘ μια θεολογία, όπου θα βρει κάποια από αυτά τα στοιχεία, τα οποία εκείνη κατακρίνει ή και απορρίπτει σε μια (πολλές φορές) καθαρά σχολαστική θεολογία, όπου όντως το γυναικείο πρόσωπο δεν έχει θέση, δεν είναι ενεργό. Χωρίς να θέλουμε να ωραιοποιήσουμε τα πράγματα, γιατί πρέπει να παραδεχθούμε ότι η ΦΘ ασκεί κριτική και στη δική μας θεολογική σκέψη και παράδοση ως «πατριαρχική», θέλουμε να καταθέσουμε εδώ τη δυνατότητα μιας μαρτυρίας της Ορθοδοξίας και αντί να ασκηθεί μια αρνητική κριτική, να γίνει προσπάθεια προσέγγισης στο θέμα της Φθ. Μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας: · όχι η αυστηρή όψη ενός Θεού κριτή και τιμωρού λόγω του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά ενός Θεού της αγάπης και της φιλανθρωπίας, ο οποίος αγαπά τον άνθρωπο και συγκαταβαίνει στον αμαρτωλό, · όχι ενός Θεού εξουσιαστή, αλλά ενός Θεού, ο οποίος δέχεται τη συνεργασία του ανθρώπου με «τη μετοχή του στην αγιαστική χάρη του Αγίου Πνεύματος», κάτι που διαφέρει κατά πολύ από την περί δικαιώσεως δυτική παράδοση, · όχι ενός Θεού στατικού με προκαθορισμένες θέσεις, αλλά μια συνεχή γέννηση και ενσάρκωση του Χριστού ανάμεσά μας, με έναν αγιασμό όλης της ύλης, όλης της φύσης, όλου του ανθρώπου, χωρίς να τα θεωρεί κακά και προς αποφυγή, · όχι ενός Θεού υπερβατικού με τον κόσμο και τον άνθρωπο, δηλαδή ενός κακού Θεού Δημιουργού και καλού Θεού Πατέρα του Ιησού Χριστού, αλλά ενός Θεού τριαδικού, ένας στην ουσία, αλλά ο οποίος ενεργεί στον κόσμο μέσω των ενεργειών του. Τελικά, η «ελληνορθόδοξη θεολογία διασώζει βασικές θεολογικές θέσεις που από τη μια ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των γυναικών και από την άλλη μπορούν να αποτελέσουν μια πρόταση προς την ανδροκρατική δυτική σκέψη» (Anne Jansen). Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η γυναικεία παρουσία ενδυναμώνεται μέσα από την πλειάδα των Αγίων Γυναικών, Οσίων, Ισαποστόλων, Μαρτύρων, Οσιομαρτύρων, Μεγαλομαρτύρων, οι οποίες, με κορυφή την Παναγία και Μητέρα του Χριστού και Υιού του Θεού, έχουν ιδιαίτερη θέση στην Αγιογραφία και Υμνογραφία της Εκκλησίας, αλλά και άφησαν το δικό τους στίγμα στην Ορθόδοξη Θεολογία. ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ · Συνέδριο Ορθοδόξων Γυναικών στο Μοναστήρι της «Αγάπια» στη Ρουμανία, (1976), με θέμα «Ορθόδοξες γυναίκες. Ο ρόλος και η συμμετοχή τους στην Ορθόδοξη Εκκλησία». · Διορθόδοξο Θεολογικό Συνέδριο στη Ρόδο, (1988), με θέμα «Η θέσις της γυναικός εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία και τα περί χειροτονίας των γυναικών». · Δεύτερη Διεθνής Σύσκεψη Ορθοδόξων Γυναικών (1990), στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης, με θέμα: «Εκκλησία και Πολιτισμός». · Περιοδικό «ΜαryMartha», εκδίδεται από 1991 ως το 1998 από τη Leonie Liveris, Ορθόδοξη θεολόγος στην Αυστραλία. · Συμμετοχή στη «Δεκαετία των Εκκλησιών σε αλληλεγγύη με τις γυναίκες» (1988-1998). · Διορθόδοξο Ευρωπαϊκό Συνέδριο στην Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδίας (1994), με θέμα «Η Ορθόδοξη Γυναίκα στην Ενωμένη Ευρώπη». · Δύο Συνέδρια Ορθοδόξων και Παλαιοκαθολικών θεολόγων στη Λειβαδιά και στην Πολωνία (1996), με θέμα «Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία και η χειροτονία των γυναικών ως οικουμενικό πρόβλημα». · Δύο Συνέδρια στη Δαμασκό (1996) και στην Κωνσταντινούπολη (1997) με θέμα «Διακρίνοντας τα σημεία των καιρών». Υπάρχει θέση στην Ορθοδοξία για μια ΦΘ; Υπάρχει τελικά θέση στην Ορθοδοξία για τη ΦΘ; Ή μήπως η Φθ έχει ανάγκη από την Ορθοδοξία; Μια Ορθοδοξία όμως απαλλαγμένη από επιδράσεις ξένες, που δεν έχουν να κάνουν με το ίδιο της το είναι. Κοιτάζοντας τα χαρακτηριστικά της ΦΘ ανακαλύπτουμε ότι η κριτική της απέναντι σε μια «ανδροκεντρική» εικόνα του Θεού, όπου λείπει η εικόνα του Θεού της αγάπης και της φιλανθρωπίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει να δώσει απάντηση. Η απουσία του γυναικείου στοιχείου στη Δύση, έρχεται αντιμέτωπη με την πλειάδα των γυναικών στην Ανατολή, στα πρώτα χρόνια της χριστιανικής ζωής, αλλά και τελευταία, με τη σημαντική συμβολή των γυναικών κατά τη περίοδο της τουρκοκρατίας, στους Παγκοσμίους Πολέμους, στη διάρκεια της Σοβιετικής εποχής, στην Κύπρο, κ.λπ, όπου γυναίκες είναι πάντοτε αυτές που συνεχίζουν την εκκλησιαστική και λειτουργική παράδοση. Στη μετα-μοντέρνα εποχή που ζούμε η ΦΘ περνάει μια κρίση στην οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία, «διακρίνοντας τα σημεία των καιρών» πρέπει και μπορεί να καταθέσει τη δική της μαρτυρία για την αληθινή ισότητα ανδρών και γυναικών, εφ’ όσον κατά τον ʼγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο «ένας κι ο ίδιος Δημιουργός για τον άνδρα και για τη γυναίκα για όλους ο ίδιος πηλός, η ίδια εικόνα, ο ίδιος θάνατος, η ίδια ανάσταση». ʼραγε ο χώρος της ΦΘ μπορεί να θεωρηθεί ως ένας χώρος Ορθόδοξης μαρτυρίας και ιεραποστολής; Βιογραφικό της Αικατερίνης Καρκαλά-Ζορμπά Η Αικατερίνη Καρκαλά-Ζορμπά είναι φιλόλογος ξένων γλωσσών και θεολόγος. Γεννήθηκε στο Βόλο το 1961 και μεγάλωσε στη Γερμανία, όπου και τελείωσε το γερμανικό Γυμνάσιο. Σπούδασε Γαλλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και έχει επάρκεια διδασκαλίας της Γερμανικής Γλώσσας. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα Πανεπιστήμια της Σορβόννης και της Nanterre του Παρισιού στη γαλλική γλώσσα, φωνητική και γλωσσολογία αντίστοιχα. Σπούδασε θεολογία στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι, όπου και παρακολούθησε το μεταπτυχιακό σεμινάριο. Ετοιμάζει μεταπτυχιακό στον τομέα της Οικουμενικής θεολογίας στο Α.Π.Θ. Μετά της σπουδές της εργάστηκε στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης και από το 1997 είναι διορισμένη στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Συνεργαζεται από το 1999 με την Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος, ιδιαίτερα στον τομέα γυναικών, ως υπεύθυνη της Σχολής Εθελοντικής Προσφοράς της Μητροπόλεως, καθώς και στο συντονισμό της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών. Από το 1990 συμμετέχει σε διάφορες Επιτροπές και έχει λάβει μέρος σε πολλά συνέδρια και σεμινάρια τόσο στην Ελλάδα, όσο και ατό εξωτερικό. Έχει κάνει πολλές εισηγήσεις και έχει γράψει διάφορα άρθρα σε επιστημονικές μελέτες και περιοδικά, κυρίως σε θέματα γύρω από το ρόλο της γυναίκας στην Εκκλησία και την κοινωνία. Από το 1998 είναι Πρόεδρος του Φόρουμ Χριστιανών Γυναικών της Ευρώπης και από το 1999 είναι μέλος της Ολομέλειας της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις» του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών. Προσφάτως ορίστηκε τακτικό μέλος της πρώτης Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Γυναικείων Θεμάτων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Είναι παντρεμένη με τον Κων/νο Ζορμπά και έχουν 3 παιδιά.

paul klee

Τῆς Εὐανθίας Ἀδαμτζίλογλου Δρος Θεολογίας

* Tο κείμενο ἔχει δημοσιευθεῖ στό περιοδικό Τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν «Τόλμη» Τεῦχος 16ο Φεβρ. 2002

http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/woman/woman_femin.html

Καθώς ὅλο καί περισσότερο ἐπικρατεῖ ἡ ἐκκοσμίκευση στήν κοινωνική ζωή καί γίνεται τό ἄλλοθι γιά νά ἑδραιώνεται ὁ χαρακτηρισμός τῆς ἐποχῆς μας ὡς μεταχριστιανικῆς, τόσο καί περισσότερο αὐξάνεται ἡ κριτική πρός τό κατεστημένο τῆς θεολογίας καί τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ φεμινιστική ἀρνητική κριτική ἐμφανίσθηκε ἐδῶ καί μερικές δεκαετίες, γιά νά προκαλέσει τίς γυναῖκες θεολόγους τοῦ δυτικοῦ κόσμου. Οἱ ἀμφισβητήσεις τῶν παύλειων κειμένων καί τῆς βιβλικῆς δημιουργίας, τά ἐπιχειρήματα γιά τή συμβολή τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης στήν ὑποτίμηση τῶν γυναικῶν καί ἡ πολεμική πού δεχόταν ἀπό τό φιλελεύθερο κοσμικό κίνημα τῶν γυναικῶν, ἦταν δριμύτατη. Στήν προσπάθειά τους οἱ χριστιανές γυναῖκες τῆς δυτικῆς Εὐρώπης νά ἀντιμετωπίσουν τήν ἐπίθεση αὐτή, ἐπιστράτευσαν τό ἐπιστημονικό τους ἀπόθεμα καί παρήγαγαν ἀξιόλογες μελέτες. Ἀπέδειξαν ὅτι ἡ βιβλική παράδοση διαθέτει πλούσιο ὑλικό, πού ἀναδεικνύει τήν ἀξιοπρέπεια τῆς γυναίκας καί τήν τιμητική της θέση στήν Ἐκκλησία καί στήν κοινωνία. Παράλληλα, ὅμως, ἐπεσήμαναν καί πολλές ἑρμηνευτικές παραδόσεις πού, ἀντί νά συμβάλλουν στό μετασχηματισμό τῆς κοινωνίας σέ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλάζουν τό Εὐαγγέλιο κατά τίς ἐπιθυμίες τῆς ἀνδροκρατικά δομημένης κοινωνίας. Μέ ἐντυπωσιακό τρόπο προσέκρουσαν σέ διεστρεβλώσεις πού, γιά πολλές ἀπό αὐτές, ἡ καθ’ ἡμᾶς ἀνατολή εἶχε ἐγκαίρως ἐπισημάνει στούς ὑπεύθυνους φορεῖς τῶν δυτικῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων. Ἡ πολιτιστική ὡριμότητα, στό μέτρο πρόσληψης τοῦ Εὐαγγελίου, φαίνεται νά ἀπαιτεῖ τό πλήρωμα τοῦ χρόνου καί δέν ἐκβιάζεται. Πολλές ἀπό τίς πτυχές τῆς θεολογικῆς σκέψης πού συζητοῦν οἱ γυναῖκες θεολόγοι στή δυτική παράδοση: – Παρατηροῦν ὅτι ἡ εἰκόνα γιά τό Θεό πού καλλιεργήθηκε στήν παράδοσή τους, δέν συμβιβάζεται μέ τό Εὐαγγέλιο. Ἀρνοῦνται νά δεχθοῦν τό Θεό ὡς δικαστή καί τιμωρό. Δέν κατανοοῦν τή σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ ὡς ἱκανοποίηση τῆς θεϊκῆς δικαιοσύνης ἑνός σαδιστῆ αἱμοχαροῦς θεοῦ-πατέρα, πού δέν μπορεῖ νά ἔχει καμία σχέση μέ τό Θεό τῆς ἀγάπης. Δέ θέλουν νά ἐννοήσουν τήν ἁμαρτία ὡς τιμωρία τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Δέν ἀνταποκρίνεται στά αἰσθητήριά τους ἕνας Θεός τῆς λογοκρατικῆς μεταφυσικῆς, πού δέν ἐπιτρέπει στόν ἄνθρωπο νά ἔχει τήν ἐμπειρική σχέση μαζί Του στήν καθημερινή πραγματικότητα. – Δέν μποροῦν νά κατανοήσουν τή δυαρχική ἀντίληψη στήν ἐκκλησιαστική παράδοση, πού θεωρεῖ τό ἀνδρικό πρότυπο ὡς ἔκφραση τοῦ καλοῦ καί τό θηλυκό ὡς ἔκφραση τοῦ κακοῦ. Στό πλαίσιο αὐτό, βλέπουν νά ἀποθεώνεται ἀπό τή μία μεριά ἡ ἀφηρημένη ἀνδρική λογική καί νά ὑποτιμᾶται ἡ ζωή τῶν αἰσθήσεων· νά προβάλλεται ἡ κυριαρχική νοοτροπία τῶν δυνατῶν, ὡς μοντέλο στρατηγικῆς εἰς βάρος τῶν ἀδυνάτων σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ζωῆς. Στή δυαρχική αὐτή νοοτροπία, ἡ θεότητα παίρνει τήν κυρίαρχη θέση μαζί μέ κάθε οὐράνιο καί πνευματικό, ἐνῶ ἡ γήινη πραγματικότητα καί ἡ ὕλη περνάει στό ἐπίπεδο τῆς κατωτερότητας. – Ἡ πυραμίδα τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας, μέ ἀνώτερους καί κατώτερους, ἑδραιώνεται στήν Ἐκκλησία καί τή θεολογική ὁρολογία. Ἡ ἀνδρική κυρίαρχη θέση συνωστίζεται στήν κορυφή τῆς πυραμίδας, γιατί εἶναι ἡ κεφαλή καί ἐκπροσωπεῖ τό θεϊκό, τό οὐράνιο καί τό λογικό, καί ἀφήνει στή γυναίκα τήν κατωτερότητα τῆς γήινης, ὑλικῆς καί σωματικῆς κατάστασης. – Ἡ δυαρχική αὐτή ἀντίληψη, πού δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τό Εὐαγγέλιο καί προέρχεται ἀπό τή φιλοσοφική θεώρηση, διαπερνᾶ τό ὅλο σύστημα τῆς θεολογίας καί τῆς Ἐκκλησίας τους. Εἰσάγει τόν ἀνταγωνισμό καί τήν πόλωση. Ἐνισχύει τό γνωστικισμό, πού εἶναι γνωστός στήν Ἐκκλησία ἀπό τήν ἀρχαία ἐποχή. Τό χαρακτηριστικό του, βέβαια, εἶναι ὅτι καλλιεργεῖ μέν τήν νοησιαρχία καί τόν ὀρθολογισμό, ἀλλά ἀφήνει ἀνεξέλεγκτο τόν κόσμο τῶν αἰσθήσεων, πού ἀργά ἤ γρήγορα ὑπονομεύει τό ὅλο σύστημα. Γι’ αὐτό μπορεῖ ἐκεῖ πού δέχεται τόν αὐστηρό ἀσκητισμό, νά περνάει καί σέ ἀχαλίνωτες ἐλευθερίες. Τά ἀδιέξοδα πού προκύπτουν εἶναι εὔκολα. Ἡ πόλωση καί ὁ ἀνταγωνισμός, οἱ ἀκραῖες θέσεις πού δέ βρίσκουν τό μέτρο, καθώς καί ἡ ἰσοπέδωση τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν πολιτική ἐξουσία, ἐπιτρέπουν τήν ἀποθέωση τοῦ ἀνδρικοῦ προτύπου, πού εὔκολα μετατρέπεται στήν ἀποθέωση καί τοῦ θηλυκοῦ. Ὅμως ἔτσι, δέν ἀλλάζει τίποτε, γιατί τό κλίμα παραμένει τό ἴδιο. Ἀλλάζουν μόνο οἱ φορεῖς. Ὁ προβληματισμός τῶν γυναικῶν θεολόγων τοῦ δυτικοῦ κόσμου πού συγκλονίζει τό ἐκκλησιαστικό καί θεολογικό κατεστημένο, θορυβεῖ ὄχι λίγο τούς ὑπεύθυνους στή Δύση, γιατί τούς θέτει ὁμολογουμένως μπροστά σέ μεγάλες καί δύσκολες ἐξετάσεις. Ὅταν ὅλα αὐτά τά θέματα ἔρχονται στήν ἀνατολική μας παράδοση, μέ τίς αἰχμές τοῦ δόρατος τήν ἱερωσύνη τῶν γυναικῶν καί τήν ἀπαίτηση γιά τήν θηλυκή εἰκόνα τοῦ θείου, τότε οἱ θέσεις πού παίρνονται τίς περισσότερες φορές εἶναι ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. «-Πρόβλημά τους…. -Δέν μᾶς ἀφορᾶ… -Ἄς καταλάβουν ἀπό τά ἀδιέξοδα τίς λανθασμένες ἐπιλογές τους….». Αὐτή εἶναι ἡ ἀπάντηση. Εἶναι διπλωματική; Εἶναι λογοκρατική; Δηλώνει τήν ἀνδρική θέση ἰσχύος πού διατηρεῖ τήν ἀντιπαλότητα; Μήπως, ὅμως, ἔτσι ξεφεύγει, γιατί δέ γνωρίζει σέ βάθος τό πρόβλημα, δέν ἔχει ἐπιχειρήματα καί ἔτσι δέν μπορεῖ νά κάνει διάλογο; Δέ λειτουργεῖ μέ τήν καρδιά; Δέ βλέπει ὅτι ὅλη αὐτή ἡ προβληματική μπορεῖ νά γίνει δίαυλος ἐπικοινωνίας γιά ἐπίκαιρη θεολογική προσέγγιση; Νά δώσει ἐπιτέλους καί ἡ ἀνατολή ἀπό τή δική της πνευματική κληρονομιά, καί νά ἀποτρέψει νέες ἀκραῖες τοποθετήσεις πού δέν ἔχουν σχέση μέ τή βιωμένη εὐαγγελική μαρτυρία; – Στήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τῆς δυτικῆς παράδοσης, τοῦ αὐστηροῦ δικαστῆ καί τιμωροῦ, ἡ ἀνατολική χριστιανοσύνη προτείνει τό Θεό τῆς ἀγάπης. Σέ αὐτό τήν βοήθησε ἡ ἐμμονή της στήν κοινωνία ἀγάπης τῶν ἴσων προσώπων τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς ἔδωσαν προτεραιότητα στίς ὑποστάσεις τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί στήν ἀγαπητική περιχώρηση τῶν προσώπων, ἐνῶ οἱ Λατίνοι τόνισαν ἀφηρημένα τήν οὐσία τῆς Θεότητας, πού ἔθετε σέ δευτερεύουσα θέση τά πρόσωπα. Ἔτσι ἡ ὑπεράσπιση τῆς μίας Θείας Οὐσίας ἐπέτρεπε νά συνθλίβονται τά πρόσωπα, καί ὁ ἀνδρικός θεομορφισμός διαμόρφωνε τήν περί Θεοῦ εἰκόνα στήν παράδοσή τους. Ἀντίθετα, ἡ προσπάθεια τῆς ἐμπειρικῆς βίωσης τοῦ μυστηρίου τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ ἀπό τούς ἁγίους μας μέσα στήν ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρία, δέν ἐπέτρεψε τήν λογοκρατική ἀνθρωπομορφική θεώρηση τῆς θεότητας. -Ἡ συγκατάβαση τῆς Θεότητας νά προσλάβει τήν ἀνθρώπινη φύση καί νά περάσει στή γήινη καί ὑλική πραγματικότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀναιρεῖ κάθε δυαρχική φιλοσοφική θεώρηση. Ἡ ἐσχατολογική πρόσληψη τοῦ κόσμου συνεχίζεται μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, σέ μία διαρκή μαρτυρική σάρκωση τοῦ Θεοῦ, πού πραγματώνεται σέ κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἄνδρα καί γυναίκα, ἡλικιωμένο ἤ νέο, μορφωμένο ἤ ἀμόρφωτο. – Ἡ κατανόηση τῆς σταυρκῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς πράξη ὕψιστης ἀγάπης γιά τόν ἄνθρωπο, φωτίζει μέ διαφορετικό τρόπο τήν ἁμαρτητική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ κένωση τῆς ἀγάπης τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πού προσφέρεται συνεχῶς στήν εὐχαριστιακή σύναξη, καλεῖ τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου νά κατανοήσει τήν ἁμαρτία του ὡς βαρειά ἀρρώστεια, νά ζητήσει μέ μετάνοια τή θεραπεία, νά ζήσει τήν κάθαρση καί νά χαρεῖ τό φωτισμό τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς. – Ὅλα αὐτά βιώνονται μέσα στό φῶς τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Ὁ σταυρωμένος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι συγχρόνως καί ὁ Ἀναστημένος. Ὁ Θεός καί Πατέρας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν ἄφησε τόν Υἱό Του στή φθορά τοῦ θανάτου, ἀλλά τόν ἀνέστησε καί τόν δόξασε μέ τήν ἀνάληψή Του καί τήν ἐκ δεξιῶν Του καθέδρα. Ἡ κένωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ δίνεται ὡς πρότυπο γιά τήν ἀνθρώπινη βιωτή ἀνδρῶν καί γυναικῶν. Στήν ἀγαπητική κένωση τοῦ καθένα, ὁ ἄλλος ὀφείλει νά ἀπαντᾶ μέ τιμή, δόξα καί σεβασμό. – Στό μεγάλο πρόβλημα τῆς ἀποθέωσης τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ βιολογικοῦ ἀνθρώπου, τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ δείχνει πρός ἀντίθετη κατεύθυνση. Καλεῖ σέ ἄκρα ταπείνωση, καί μάλιστα ὅσους ἔχουν τήν μεγαλύτερη κυριαρχική κλίση. Ἡ ἀφηρημένη λογική, ἀπό τή μία μεριά, καλεῖται μέσα στήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρία νά ταπεινώνεται στήν καρδιά. Ἐκεῖ εἶναι τό κέντρο τοῦ ἀνθρώπου κατά τήν ἀνατολική παράδοση. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, οἱ ἐπιθυμίες πού τραβοῦν τόν ἄνθρωπο πρός τά χαμερπῆ πάθη, μέσα στήν ἁγιαστική Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀφήνονται στήν ἑλξη τῆς θεϊκῆς ἀγάπης καί μέσα σέ συνεχή ἄθληση συναντοῦν τή λογική τοῦ ἀνθρώπου πάλι στήν καρδιά. Ἔτσι ἑνοποιεῖται ἄνθρωπος. Βρίσκει τόν ἑαυτό του καί ἰσορροπεῖ, γιά νά λειτουργεῖ ὡς ἀνθρώπινη ὑπόσταση. Ἔτσι μπορεῖ καί ὁ ἄρρωστος, ὡς πρός τή λειτουργία τοῦ φύλου του, ἄνθρωπος νά ξεπερνάει τόν ἑαυτό του, ἀντί νά γίνεται θύμα ἐκμετάλλευσης καί νά γελιοποιεῖται. Γιατί λοιπόν νά μήν δείξουμε τήν ἄλλη γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας μέσα ἀπό τή θεολογική διαμαρτυρία τῶν γυναικῶν; Κάθε κριτική εἶναι ὠφέλιμη. Ἴσως μᾶς χρειάζεται καί στήν Ἀνατολή, γιά νά πετύχουμε τήν κάθαρση, καί γιατί ὄχι, καί τήν ἑνότητα ὅλων τῶν Χριστιανῶν μεταξύ μας. Μπορεῖ ἔτσι ἡ μεταχριστιανική ἐποχή νά ἀποδειχθεῖ ὅτι εἶναι μᾶλλον προχριστιανική.