Άρθρα: π.κωνσταντινουπόλεως

– Πατριάρχης Αλεξανδείας Θεόδωρος Β΄

Αίτημα επιτακτικό των καιρών μας είναι η επίτευξη μιας νέας ενότητας στα πρότυπα της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου από τον Θεό. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο από αγάπη και με ελευθερία, χωρίς ανάγκη, και, διά της προσωπικής Του ενεργείας, επικοινωνεί και σχετίζεται με τον έτερό Του, τον κόσμο και τον άνθρωπο. Έτσι και ο άνθρωπος οφείλει να ανασυστήσει τη ζωή του στην πραγματική της διάσταση: ζω σημαίνει όχι απλά υπάρχω, αλλά συνυπάρχω και συμπράττω με τον έτερο, τον διαφορετικό, τον αλλιώτικο, τον αντίθετό μου.
Αίτημα επιτακτικό των καιρών μας είναι η υπέρβαση της αυθαιρεσίας εις βάρος του συνανθρώπου μας και ο, άνευ όρων και ορίων, σεβασμός της ελευθερίας του στα πρότυπα της θείας δωρεάς της ανθρωπίνης ελευθερίας. Ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο ελευθερία, μέσω της οποίας ο άνθρωπος αποκτά συνείδηση του εαυτού του και ικανότητα ανοδικής πορείας προς τον Θεό. Ο Θεός δεν παραβιάζει την ελευθερία του ανθρώπου, ακόμα και όταν αυτός ακολουθεί τον δρόμο της πτώσεως. Έτσι και ο άνθρωπος οφείλει να επαναπροσδιορίσει την ελευθερία του: ελεύθερος δεν είναι αυτός που κάνει μόνο ό,τι θέλει, αλλά αυτός που πράττει εκείνο που θέλει• ελεύθερος δεν είναι εκείνος που επιβαρύνει τους άλλους με τις δικές του επιλογές, αλλά εκείνος που αναλαμβάνει το βάρος των ευθυνών του.

Αίτημα επιτακτικό των καιρών μας είναι το καρτεσιανό αξίωμα «σκέφτομαι άρα υπάρχω» να μετατραπεί σε «αγαπώ άρα υπάρχω» στα πρότυπα της απροϋπόθετης αγάπης του Θεού για τα δημιουργήματά Του. Ο Θεός από αγάπη ενηνθρώπησε για να θεωθεί ο άνθρωπος με ελευθερία. Έτσι και ο άνθρωπος οφείλει, όταν αγαπά, να θυσιάζει, έστω και εν μέρει, την ελευθερία του για χάρη του άλλου, διότι η ανθρώπινη ύπαρξη καταξιώνεται μόνο στην κοινωνία της αγάπης.
Αρχηγός της κοινωνίας της αγάπης είναι ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος απεκατέστησε την ιερότητα και το μεγαλείο του ανθρωπίνου προσώπου, καταργώντας τον κόσμο της διασπάσεως, της αλλοτριώσεως, των φυλετικών διακρίσεων, και του μίσους. Ο Χριστός προσέλαβε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και το ανασυνέθεσε στην οργανική του ενότητα. Η ενότητα αυτή δεν είναι στατική και μονοδιάστατη. Έχει δυναμική ποικιλία, γιατί η ενότητα επιτυγχάνεται με την κοινωνία των προσώπων, κατά το πρότυπο της ενότητας των τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος.
Ο Κύριος μας, ως «βασιλεύς δικαιοσύνης» (Εβρ. 7,2), απεκήρυξε τόν «αγαπώντα την αδικίαν» ως «μισούντα την εαυτού ψυχήν» (Ψαλμ. 10,5) και διεκήρυξε ότι στη βασιλεία Του δεν θα υπάρχει τόπος για έχθρα και μισαλλοδοξία, καθώς «συμβοσκηθήσεται λύκος μετ᾿ αρνός, και πάρδαλις συναναπαύσεται ερίφω, και μοσχάριον και ταύρος και λέων άμα βοσκηθήσονται» (Ησ. 11,6).
Προσευχόμεθα λοιπόν σήμερα να επανέλθει ο κόσμος στο αρχικό του κάλλος, καθώς ο Θεός «εποίησε εξ ενὸς αίματος παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επὶ παν το πρόσωπον της γης» (Πράξ. 17,26). Προσευχόμεθα σήμερα να εκλείψει η αυθαίρετη αξιολογική διαφορά μεταξύ των ανθρώπων ως παράγων διαβαθμίσεως των δικαιωμάτων τους. Προσευχόμεθα η ενότητα να παγιωθεί επί της αξιωματικής αποδοχής του δικαιώματος της διαφορετικότητος των ανθρώπων. Προσευχόμεθα να κατακρημνισθεί ο μεσότοιχος της προκαταλήψεως, που πρώτος ο Κύριός μας έριξε απαντώντας στο ερώτημα «και τις εστίν μου πλησίον» (Λουκ. 10,29) διά της αφοπλιστικής παραβολής του καλού Σαμαρείτη.
Προσευχόμεθα να ριζώσει, να ανθίσει και να καρπίσει το δένδρο της ειρήνης επί του εδάφους που λιπαίνει η ομολογία ότι κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής, εθνικότητας, θρησκείας, γλώσσας, είναι φορέας ισότιμος της εικόνας του Θεού. Προσευχόμεθα η ζωή στον κόσμο μας να γίνει ειρηνική, έχοντας κατά νου ότι ζωή σημαίνει πρώτα και πάνω από όλα συμβίωση, σχέση με τον άλλο, τον διαφορετικό, πλην καθολικώς προσληφθέντα από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Αμήν!
Πατριάρχης Αλεξανδείας Θεόδωρος Β΄

Και φέτος θα εορτασθεί στην Κωνσταντινούπολη, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Ημέρα του Περιβάλλοντος, η οποία έχει καθιερωθεί από το Σεπτό Κέντρο την 1η Σεπτεμβρίου, Αρχή της Ινδίκτου.

220px-Patriarch_Bartholomew_Archbishop_Jovan_Liturgy
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος χοροστάτησε στην Ακολουθία του Μ. Εσπερινού της εορτής στην Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Ζωοδόχου Πηγής Βαλουκλή, σήμερα Σάββατο 31 Αυγούστου στις 6 το απόγευμα.
Αύριο Κυριακή 1η Σεπτεμβρίου, ο Πατριάρχης θα χοροστατήσει στην Θεία Λειτουργία που θα τελεσθεί στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, συγχοροστατούντων, κατά την τάξιν, Συνοδικών και Ενδημούντων Αρχιερέων της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Στον Πατριαρχικό Ναό αυτή την ημέρα εορτάζεται και η Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου της Παμμακαρίστου, γι’ αυτό και η Ιερά Εικών της Παναγίας θα είναι εκτεθειμένη, κατά το έθος, στο σωλέα, προς προσκύνησιν υπό των πιστών.
Κατά την Θ. Λειτουργία θα αναγνωσθεί και το ακόλουθον
Σεπτόν Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἡμέρᾳ προσευχῆς ὑπέρ τῆς Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος (01/09/2013)
+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΤΟΥ
ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *
 Ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Ἔφθασεν ἡ πρώτη Σεπτεμβρίου, ἡ πρώτη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, τήν ὁποίαν πρό ἐτῶν τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί ἐν συνεχείᾳ σύνολος ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία ὡρίσαμεν ὡς ἡμέραν προσευχῆς διά τό περιβάλλον. Ἔκτοτε, λόγῳ καί τῆς ἡμετέρας πρωτοβουλίας ταύτης, ἔχει γενικευθῆ τό ἐνδιαφέρον διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί πολλά λαμβάνονται μέτρα ἐν προκειμένῳ διά τήν ἀειφορίαν καί τήν ἰσορροπίαν τῶν οἰκοσυστημάτων ἀλλά καί διά πᾶν σχετικόν πρός αὐτάς πρόβλημα.
Καθώς μάλιστα τυγχάνει γνωστόν καί ἐπιμεμαρτυρημένον ὅτι «οὐ λύονται οἱ νόμοι τῆς φύσεως, οὐδέ σαλεύονται, ἀλλά μένουσιν ἀκίνητοι» (πρβλ. Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τόν πτωχόν Λάζαρον ΣΤ΄, P.G. 48, 1042), ὀφείλομεν σήμερον νά ἐπικεντρώσωμεν τήν προσοχήν μας εἰς τάς ἀφανεῖς ἐπεμβάσεις τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν ἰσορροπίαν τοῦ περιβάλλοντος, ἡ ὁποία διασαλεύεται ὄχι μόνον δι᾿ ἐμφανῶν καταστρεπτικῶν ἐνεργειῶν, ὡς αἱ ἐκριζώσεις τῶν δασῶν, ἡ ὑπεράντλησις τῶν ὑδάτων, ἡ ἐν γένει ὑπερεκμετάλλευσις τῶν φυσικῶν καί ἐνεργειακῶν πόρων καί ἡ μέσῳ διαρροῆς καί ἀποθέσεως τοξικῶν καί χημικῶν οὐσιῶν μόλυνσις μεγάλων χερσαίων καί ὑδατίνων περιοχῶν, ἀλλά καί δι᾿ ἀφανῶν διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ πράξεων. Καί τοιαῦται τυγχάνουν αἱ ἐπεμβάσεις εἰς τά γονιδιώματα τῶν ἐμβίων ὄντων καί ἡ δημιουργία κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπον μετηλλαγμένων εἰδῶν ἀγνώστου ἐν συνεχείᾳ μετεξελίξεως, ὡς καί ἡ ἀνεύρεσις τρόπων ἀποδεσμεύσεως τεραστίων δυνάμεων, τῶν ἀτομικῶν καί πυρηνικῶν, τῶν ὁποίων ἡ μή ὀρθή χρῆσις δύναται νά ἐξαφανίσῃ πᾶν ἴχνος ζωῆς καί πολιτισμοῦ εἰς τόν πλανήτην μας. Εἰς τάς περιπτώσεις ταύτας δέν εἶναι ἡ πλεονεξία καί ἡ ἐπιθυμία τῆς ὑπερισχύσεως τά μόνα κίνητρα τῶν ἐπιδιωκόντων νά ἐπέμβουν καί νά μεταλλάξουν τά ἔμβια ὄντα, τά ὁποῖα ὁ Θεός ἐδημιούργησεν ὡς «καλά λίαν», ἀλλά καί ἡ ὑπεροψία ὡρισμένων ὅπως ἀντιπαραταχθοῦν εἰς τήν Σοφίαν τοῦ Θεοῦ καί ἀποδείξουν ἑαυτούς ἱκανούς νά βελτιώσουν τό ἔργον Αὐτοῦ. Ἡ ψυχική στάσις αὕτη χαρακτηρίζεται ὑπό τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ὡς «ὕβρις», δηλαδή ὑπεροπτική αὐθάδεια τοῦ ἔχοντος περιωρισμένον νοῦν ἔναντι τοῦ Πανσόφου καί Παντοδυνάμου Δημιουργοῦ.
Ἀσφαλῶς δέν ἀντιτασσόμεθα πρός τήν ἐπιστημονικήν ἔρευναν, ἐάν καί ἐφ᾿ ὅσον παρέχῃ ἐπωφελεῖς ὑπηρεσίας εἰς τόν ἄνθρωπον καί τό περιβάλλον. Τοιουτοτρόπως, ἡ χρησιμοποίησις τῶν πορισμάτων αὐτῆς διά τήν θεραπείαν, παραδείγματος χάριν, ἀσθενειῶν εἶναι ἀσφαλῶς θεμιτή, ἀλλά ἡ βεβιασμένη ἐμπορική ἐκμετάλλευσις προϊόντων τῆς συγχρόνου χημικῆς καί βιολογικῆς τεχνολογίας πρό τῆς τετελεσμένης διαπιστώσεως ὅτι εἶναι διά τόν ἄνθρωπον ἀβλαβῆ, εἶναι ἀσφαλῶς κατακριτέα, καθώς ἐπανειλημμένως ὡδήγησεν εἰς τραγικάς συνεπείας αὐτόν καί τό περιβάλλον.
Ἡ ἐπιστήμη, καλῶς πράττουσα, διαρκῶς ἐρευνᾷ καί προσπαθεῖ νά ἑρμηνεύσῃ τήν φυσικήν νομοτέλειαν καί τάξιν. Ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ πρός τούς πρωτοπλάστους «κατακυριεύσατε τῆς γῆς»(Γεν. θ΄ 1) παρέχει τήν ἄδειαν τῆς ἐρεύνης καί γνώσεως τῶν φυσικῶν καί βιολογικῶν μηχανισμῶν οἱ ὁποῖοι δροῦν εἰς αὐτήν, διά νά εἶναι σύνολον τό φυσικόν περιβάλλον παραδείσιον. Ἀρκεῖ ἡ ἐπιδίωξις τῆς γνώσεως καί ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῆς νά μή στοχεύῃ μόνον εἰς τό κέρδος καί νά μή εἶναι ἀλαζονική προσπάθεια οἰκοδομήσεως ἑνός νέου πύργου τῆς Βαβέλ, διά τοῦ ὁποίου τό δημιούργημα θά προσπαθήσῃ νά φθάσῃ καί ἴσως, κατά τήν ἔπαρσιν ὡρισμένων, νά ὑπερβῇ καί Αὐτόν τόν Δημιουργόν. Δυστυχῶς λησμονεῖ ἐνίοτε ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ τοῦ «κάλλους γενεσιάρχης ἔκτισεν αὐτά» (Σοφ. Σολ. ιγ΄, 3) καί χείρ Κυρίου «ἐθεμελίωσε τήν γῆν, καί ἡ δεξιά Αὐτοῦ ἐστερέωσε τόν οὐρανόν» (πρβλ. Ἡσ. μη΄, 13).
Καθῆκον, λοιπόν, ἡμῶν τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἀνθρώπων τοῦ πνεύματος καί τῆς ἐπιστήμης, ἀλλά καί πάντων τῶν εὐλαβῶν χριστιανῶν, εἶναι νά ἐργαζώμεθα τό ἀγαθόν καί κυρίως νά προσευχώμεθα ὅπως ὁ Δημιουργός τοῦ παντός Θεός φωτίζῃ τούς εἰδικῶς μέ τά ἀνωτέρα θέματα ἀσχολουμένους ἐπιστήμονας ἵνα ἐν ταπεινώσει ἔναντι Αὐτοῦ καί ἐν σεβασμῷ πρός τήν φυσικήν νομοτέλειαν καί τάξιν εἰσέρχωνται εἰς τά ἐνδότερα αὐτῆς καί ἀποφεύγουν τήν διά λόγους οἰκονομικῆς ἐκμεταλλεύσεως ἤ ἄλλους, ὡς ἀνεφέρομεν, βεβιασμένην χρησιμοποίησιν τῶν πορισμάτων τῆς ἐρεύνης των. Χρειάζεται μακρά πεῖρα διά νά βεβαιωθῇ ὅτι αἱ διαπιστωθεῖσαι εὐεργετικαί ἐπιρροαί ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων γνώσεων δέν συνεπάγονται παραπλεύρως ἐπιβλαβεῖς παρενεργείας εἰς τό περιβάλλον καί βεβαίως εἰς αὐτόν τοῦτον τόν ἄνθρωπον.
Κατά τήν δημιουργίαν τοῦ κόσμου ἡ τότε φωνή καί τό πρῶτον πρόσταγμα τοῦ Κυρίου «οἷον νόμος τις ἐγένετο φύσεως, καί ἐναπέμεινε τῇ γῇ, τήν τοῦ γεννᾶν αὐτῇ καί καρποφορεῖν δύναμιν εἰς τό ἑξῆς παρεχόμενος…» (Μεγάλου Βασιλείου, εἰς τήν ἑξαήμερον Θ΄, P.G. 29, 96A), ἐξασφαλίζουσα τήν ἀειφορίαν αὐτῆς. Καί ἡ γῆ θά συνεχίσῃ νά γεννᾷ καί νά καρποφορῇ ἐφ᾿ ὅσον ἀφεθῇ εἰς τήν φυσικήν αὐτῆς τάξιν καί ἐφ᾿ ὅσον ἡμεῖς οἱ πάροικοι ἐπ᾿ αὐτῆς πορευθῶμεν κατά τά προστάγματα καί τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ καί φυλάττωμεν καί ποιῶμεν αὐτάς. Τότε Ἐκεῖνος μόνον «δώσει τόν ὑετόν ἡμῖν ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καί ἡ γῆ δώσει τά γενήματα αὐτῆς, καί τά ξύλα τῶν πεδίων ἀποδώσει τόν καρπόν αὐτῶν […] καί φαγώμεθα τόν ἄρτον ἡμῶν εἰς πλησμονήν καί κατοικήσωμεν μετά ἀσφαλείας ἐπί τῆς γῆς ἡμῶν. Καί πόλεμος οὐ διελεύσεται διά τῆς γῆς ἡμῶν[…]» (πρβλ. Λευιτ. 26, 4-5).
Προσευχόμενοι ἐπί τῇ εὐσήμῳ ταύτῃ ἡμέρᾳ καί τῇ εἰσόδῳ τοῦ ἐνιαυτοῦ μετά Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, Συμεών τοῦ ἰσαγγέλου καί τῶν ἐν Ἐφέσῳ ἑπταρίθμων παίδων καί μετά τοῦ ἱεροῦ Ψαλμῳδοῦ Δαυίδ πρός τόν Κύριον ὅπως ἐξαποστείλῃ τό πνεῦμα Αὐτοῦ καί ἀνακαινίσῃ τό πρόσωπον τῆς γῆς (πρβλ. Ψαλμ. 103, 30), εὐλογῶν τά ἔργα τῶν χειρῶν Αὐτοῦ καί καταξιῶν ἡμᾶς λυσιτελῶς περαιῶσαι τήν τοῦ χρόνου περίοδον, ἐπικαλούμεθα ὑπέρ τῶν ἐρευνώντων τάς δυνάμεις τῆς φύσεως τόν φωτισμόν, τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.
͵βιγ΄ Σεπτεμβρίου α΄
+Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος
Ἀγαπητός ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης
«Ὁ χρόνος αὔξησις συμπαθείας, καί προσθήκη φίλτρου, οὐχί ἀφορμή κόρου τοῖς πειραθεῖσιν ἐγγίνεται», διακηρύττει ὁ σήμερον τιμώμενος Μέγας Βασίλειος (Ἐπιστολή 28, τῇ Ἐκκλησίᾳ Νεοκαισαρείας παραμυθητική, P.G.32,308A.2)

Ἡ σημερινή ἑορτή τῆς κατά σάρκα περιτομῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς μνήμης τοῦ οὐρανοφάντορος Μεγάλου Βασιλείου, συμπίπτουσα πρός τήν ἔναρξιν τοῦ νέου ἡμερολογιακοῦ ἔτους, ἀποτελεῖ ἀφορμήν ὑπομνήσεως τῶν εὐεργεσιῶν τάς ὁποίας ἐχαρίσατο εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός κατά τόν μόλις παρελθόντα ἐνιαυτόν, ἀλλά καί ἀναθεωρήσεως τῆς ἀναστροφῆς ἡμῶν καί περισκέψεως διά τήν πορείαν μας κατά τό μόλις ἀρξάμενον ἔτος, ὁμοῦ δέ καί, ὡς ὄντων πάντων ἡμῶν τέκνων τοῦ Ἀδάμ, περισκέψεως διά τό μέλλον τοῦ ἀψύχου κόσμου καί τῆς διά ζώσης πνοῆς τιμηθείσης ἀνθρωπότητος ὁλοκλήρου.

«Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας», (Ἑβρ. ιγ΄,8-9) εἶναι τό διαχρονικόν μήνυμα, τό ὁποῖον κομίζει εἰς τόν ἀποπροσανατολιζόμενον καί τεταραγμένον κόσμον ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς.

Τοῦ Κυρίου μας τήν μέχρι πλήρους κενώσεως «ἀλληλεγγύην» πρός τόν ἄνθρωπον μιμουμένη ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκήρυξε τόν ἀνατείλαντα ἐνιαυτόν «Ἔτος πανανθρωπίνης ἀλληλεγγύης», ἐπιθυμοῦσα νά διαδηλώσῃ ὅτι μόνον ὁ Θεός ἠμπορεῖ νά δώσῃ εἰς τόν ἄνθρωπον τήν σωτηρίαν καί τήν λύτρωσιν, μόνον Αὐτός ἠμπορεῖ νά δώσῃ εἰς τόν κόσμον τόν προσανατολισμόν καί τήν αἰτίαν τῆς ὑπάρξεώς του· μόνον Αὐτός ἠμπορεῖ νά ἐξαγάγῃ τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί λαούς ἀπό τῶν ἀδιεξόδων καί τοῦ σκότους. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὁ τά πάντα πρός τό ἀληθές συμφέρον οἰκονομῶν, εἶναι ἡ μόνη ἐλπίς ἡμῶν. Μή καυχάσθω, λοιπόν, ὁ σοφός ἐν τῇ σοφίᾳ αὐτοῦ, «καί μή καυχάσθω ὁ δυνατός ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ, καί μή καυχάσθω ὁ πλούσιος ἐν τῷ πλούτῳ αὐτοῦ» (Α´ Βασιλ. β΄,9), καθότι «Κύριος θανατοῖ καί ζωογονεῖ, κατάγει εἰς ᾅδου καί ἀνάγει· Κύριος πτωχίζει καί πλουτίζει, ταπεινοῖ καί ἀνυψοῖ» (Α´ Βασιλ. β΄,6-7), ἀναλόγως πρός τήν προαίρεσιν καί τήν καθαρότητα τοῦ νοός τῶν ἀνθρώπων.

Δέν εἶναι δυνατόν ἀσφαλῶς κατά τήν εὔσημον ταύτην ἡμέραν δι᾿ ὅλον τόν κόσμον νά μή ἐνθυμηθῶμεν, ὅπως πολλάκις κατά τό παρελθόν ἔτος, καί νά μή στρέψωμεν τά ὄμματα ἡμῶν εἰς τούς ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, ἀλλά καί εἰδικῶς ἐν Συρίᾳ χειμαζομένους ὑπό σκληρᾶς δοκιμασίας ἀδελφούς ἡμῶν, ἀνεξαρτήτως θρησκείας καί πολιτικῆς τοποθετήσεως. Ἰδιαιτέρως δέ εἰς τούς ἐκεῖσε δοκιμαζομένους χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι, παρά τόν εἰρηνικόν καί φιλήσυχον βίον των, ὑφίστανται τάς θλιβεράς συνεπείας τῆς ἀδελφοκτόνου αἱματοχυσίας. Εὐχόμεθα διαπύρως ὁ Θεός νά συντομεύσῃ τόν χρόνον τῆς δοκιμασίας καί νά δίδῃ δύναμιν καί ἐνίσχυσιν καί ὑπομονήν, ἡ ὁποία οὐδέποτε καταισχύνει, εἰς τόν βαρύν τοῦτον σταυρόν, ὥστε νά παραμείνουν εἰς τάς ἑστίας των καί εἰς τούς τόπους αὐτούς τῆς θεοφανείας καί θείας ἐπισκέψεως, ἔνθα ἐβάδισαν οἱ πόδες τοῦ Κυρίου καί τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Ἀδελφοί, Πατέρες καί Τέκνα,

Ἤχθημεν, ὡς γνωστόν, εἰς τήν ἀπόφασιν ὅπως παραλλήλως ἀφιερώσωμεν τό παρόν ἔτος, τόν χρόνον τοῦτον τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρωπείων καί τῆς συνωδινούσης εἰς ἀεί μετά τοῦ πλάσματος κτίσεως, εἰς τήν θρησκευτικήν ἐλευθερίαν, καί συγκεκριμένως εἰς τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων, διά τοῦ ὁποίου ὁ ἁγιώτατος Βασιλεύς καί ἱδρυτής τῆς πόλεως ταύτης Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας ἔπαυσε τούς διωγμούς κατά τῶν χριστιανῶν καί ἔθεσε τά θεμέλια, ὥστε ἡ μέν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ νά συνεχίζῃ εἰρηνικῶς, κατά τό ἀνθρωπίνως δυνατόν, τήν πορείαν αὐτῆς, ἡ δέ κοινωνία τοῦ κράτους νά μεταβληθῇ εἰς κοινωνίαν χριστιανικήν, ἐρειδομένην εἰς τάς ἀρχάς τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, εἰς τήν ὁποίαν ἐπετρέπετο καί ἡ ἐλευθέρα ἔκφρασις ἑκάστης θρησκευτικῆς πεποιθήσεως.

Οὕτω, λοιπόν, ἐπ᾿ ἀφορμῇ τῆς 1700ῆς ἐπετείου ἀπό τῆς ἐκδόσεως τοῦ ἐν λόγῳ Διατάγματος κρίνομεν ἀπό τοῦ Ἱεροῦ τούτου Κέντρου τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ συλλαμβάνοντος καί ἀξιολογοῦντος τά σημεῖα τῶν καιρῶν, ὅτι τό ἔτος 2013, πέραν τοῦ ὅτι δέον ὅπως βιωθῇ ὑπό πάντων ὡς ἔτος πανανθρωπίνης ἀλληλεγγύης, πρέπει νά ἀποτελέσῃ καί ἔτος μνήμης τοῦ κεφαλαιώδους διά τήν Ἐκκλησίαν καί τόν σύμπαντα κόσμον γεγονότος τούτου τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, διά τήν ὁποίαν ἡ ἀνθρωπότης πάντοτε ἐργάζεται καί κηρύττει καί προσπαθεῖ, χωρίς ὅμως καί μέχρι τῶν ἡμερῶν μας νά τήν πραγματοποιῇ ἐμπειρικῶς καί ἀληθῶς.

Ὅμως, ἡ προσπάθεια συνεχίζεται, καί δέον νά ἐντείνεται καθημερινῶς ἐν χρόνῳ καί ἀχρόνως. Ὁ χρόνος ἔχει ἀρχήν καί ὁ ἄχρονος εἶναι ὁ μόνιμος, ὁ ἀληθινός. Ὅθεν, εἰς μνήμην, ἀλλά καί εἰς ἀφύπνισιν καί ἐργασίαν καί συμβολήν εἰς τήν θρησκευτικήν ἐλευθερίαν, ἀπεφασίσαμεν μετά τῆς περί ἡμᾶς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου ὅπως ὀργανώσωμεν οὐχί ἑορταστικάς, ἀλλά ἐπετειακάς ἐκδηλώσεις μνήμης, ἀξιολογήσεως τοῦ παρελθόντος, διαπιστώσεως τοῦ ἐνεστῶτος, καί προβλεπτικῆς μελέτης τοῦ ἀχρόνου μέλλοντος ὅσον ἀφορᾷ εἰς τήν θρησκευτικήν ἐλευθερίαν. Αἱ ἐκδηλώσεις αὗται προγραμματίζονται διά τήν Ἀναστάσιμον περίοδον, διά τῆς προσκλήσεως πρός συμμετοχήν ἐκπροσώπων τῶν κατά τόπους ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί συλλειτουργίας μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῇ καθ᾿ ἡμᾶς Ἱερᾷ Πατριαρχικῇ καί Σταυροπηγιακῇ Μονῇ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς Βαλουκλῆ, τῇ Κυριακῇ τῶν Μυροφόρων, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἱστορικῇ καί περιπύστῳ Μονῇ ἀνά τούς αἰῶνας ρέει τό ὕδωρ τό ζῶν τοῦ θαύματος καί τῆς ἀνακουφίσεως καί τῆς ἐλευθερίας, ἥτις μεταλαμβάνεται διά τοῦ ζωοδόχου ὕδατος καί μεταποιεῖ τόν μεταλαμβάνοντα εἰς εἰρηνικόν, εἰς ἐλεύθερον, εἰς πλήρη ἀγάπης καί εὐδοκίας, καί τόν ἀναβιβάζει ὑπέρ τά μάταια καί τά γήϊνα. Ἀπό τοῦ ἱστορικοῦ, λοιπόν, καί ἱεροῦ τούτου χώρου τοῦ θαύματος καί τῆς μαρτυρίας θά ἐξαγγείλωμεν διά Πατριαρχικοῦ ἡμῶν καὶ Συνοδικοῦ Μηνύματος τό ἄχρονον τοῦ Μυστηρίου, καί θά ἀναπέμψωμεν μίαν ἐκτενῆ, μίαν ἀναφοράν, προσευχῆς καί μνήμης, καί ἱκετευτικήν ἀξιολόγησιν τῶν νοητῶν εἰς τόν πεπερασμένον ἀνθρώπινον νοῦν καί τῶν ἀ(στερητικόν α)-νοήτων (τῶν μή νοουμένων), τῶν ὁποίων κύριος καί ρυθμιστής καί κυβερνήτης εἶναι ὁ «δι᾿ ἡμᾶς καθ᾿ ἡμᾶς γενόμενος ἄνθρωπος» Κύριος Ἰησοῦς. Ἐν τῷ πλαισίῳ τούτῳ τοῦ ἑορτασμοῦ παγκοσμίως τῆς ἐπετείου ταύτης ἔχει προγραμματισθῆ καί ἐπίσκεψις τῆς ἡμετέρας Μετριότητος εἰς τόν τόπον τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος, ἐν Μεδιολάνοις τῆς Ἰταλίας, εἰς τήν ἱστορικήν ἕδραν τοῦ Ἁγιωτάτου Ἐπισκόπου Ἀμβροσίου.

Συγχρόνως ὅμως, πρός τῇ ἀφιερώσει τοῦ ἀρξαμένου ἐνιαυτοῦ εἰς τά δύο κορυφαῖα ταῦτα γεγονότα, τῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, τιμῶμεν καί τήν μνήμην ὅλων τῶν ἐνδόξων ἁγίων Μαρτύρων, ὁσίων καί δικαίων, οἱ ὁποῖοι ἄχρι τῆς δοθείσης ὑπό τοῦ θεοστέπτου Βασιλέως Κωνσταντίνου θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ἐξέχεαν τό αἷμα των καί ἔδωκαν τήν μαρτυρίαν των διά τόν τά «πάντα περιέχοντα δρακί» Χριστόν, καί ἐτίμησαν τό «ὑπέρ ἡμῶν καί πολλῶν ἐκχυθέν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» Αἷμα τοῦ Κυρίου διά τοῦ ἰδίου αὐτῶν αἵματος. Διά τοῦτο αἰσθανόμεθα ἐσωτέραν τήν ἀνάγκην νά ὑπενθυμίσωμεν καί κατά τήν ἱεράν ταύτην στιγμήν, ὅτι ἡ ἐπέτειος, ἄλλως, τῆς ἀνεξιθρησκείας δέν εἶναι μόνον ἐπέτειος χαρμόσυνος καί τροπαιοφόρος, τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του. Ταυτοχρόνως ὑπενθυμίζει εἰς ἡμᾶς ὅτι, πρό τοῦ θριάμβου τῆς χριστιανικῆς πίστεως, προηγήθη καί προηγεῖται πάντοτε τό μαρτύριον. Πρό τῆς Ἀναστάσεως ἡ ἀνάβασις τοῦ Γολγοθᾶ. Ἀποτελεῖ ἀληθῶς χρέος ὀφειλετικόν τῆς Ἐκκλησίας νά εὐαγγελίζεται πᾶσι τά μαρτύρια τῶν πρώτων χριστιανῶν, «ἅ ἤκουσε καί ἑώρακε καί ἐψηλάφισεν», ὥστε νά ἀναμιμνησκώμεθα οἱ πάντες δόξης Θεοῦ, καί οἱ νῦν δι᾿ ἀκοῆς ἀκούοντες, κοινωνίαν ἔχωμεν μετά τῶν ἁγίων μαρτύρων καί δι᾿ αὐτῶν μετά τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, «τοῦ πιστοῦ καί ἀληθοῦς μάρτυρος καί πρωτοτόκου τῶν νεκρῶν καί ἀρχηγοῦ τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ» ὅπως λέγει τό (Μαρτύριον τῶν ἐν Λουγδούνῳ τελειωθέντων, τά μαρτύρια τῶν ἀρχαίων χριστιανῶν, ΕΠΕ 30, σελ. 220). Διά τά «μαρτύρια» ταῦτα λίαν προσφυῶς μαρτυρεῖ ὁ Ἁγιορείτης μοναχός Καισάριος Δαπόντες, ὅτι κατέλιπον ἡμῖν ταῦτα οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ὡς «ἀρραβῶνας πώς ἔχομεν νά σμίξωμεν μετ᾿ αὐτῶν εἰς τούς χρυσοῦς αἰῶνας. Εἰς τήν πατρίδα μας ἐκεῖ, εἰς τόν Παράδεισόν μας (ἐφ᾿ ὅσον τόν ἀξιωθῶμεν λόγῳ τῆς ἀνθρωπίνης ματαιοδοξίας καί δοξομανίας μας), ἐκεῖνοι μέ τό αἷμά των, ἡμεῖς μέ τόν σταυρόν μας» (Μαρτύριον νεομάρτυρος Χρήστου, “῾Η αὐτόγραφη νεομαρτυρολογική συλλογή τοῦ μοναχοῦ Καισαρίου Δαπόντες (1713-1784), ἔκδ. Μυγδονία, σελ. 303).

Ἐάν, λοιπόν, ἄρωμεν καί κατά τό ἔτος τοῦτο μεθ᾿ ὑπομονῆς καί ἀγάπης καί ἀνεξικακίας, «συγχωροῦντες ἑαυτούς καί ἀλλήλους» ἐν ἀνωτερότητι, τόν σταυρόν μας, εἶναι βέβαιον ὅτι θά νικήσωμεν καί θά συγκαταριθμηθῶμεν μέ αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τό αἷμά των διά τόν Χριστόν. Εἰς πάντας ὁ Κύριος δίδει ἕνα σταυρόν, ὁ ὁποῖος εἶναι αἱ διάφοροι σωματικαί, ψυχικαί καί πνευματικαί ἀσθένειαι· εἶναι ἡ μή συνειδητοποίησις τῆς ματαιότητος· ἡ ἀδυναμία βιώσεως τῆς ἀγάπης «καθώς ἐστι»· ἡ μανία καί τάσις πρός τό κακόν, πρός τήν ἐκδίκησιν· καί, τέλος, ἡ ἔφεσις καί προαίρεσις τοῦ ἀνθρώπου νά εἶναι προσκολημμένος εἰς τήν «γηΐνην δυσωδίαν» καί νά ἀποφεύγῃ τήν «μελέτην τοῦ θανάτου»∙ ἀξιολογοῦμεν πάντοτε οἱ ἄνθρωποι τόν χρόνον ὡς «παίγνιον ἐπί τῆς γῆς» ὡς «φύσημα μή κρατούμενον», ὡς «πτῆσιν ὀρνέου παρερχομένου», ὡς «ναῦν ἐπί θαλάσσης ἴχνος οὐκ ἔχουσαν».

Αὐτόν τόν σταυρόν δέν πρέπει νά τόν ἀρνούμεθα καί νά ἐπιδιώκωμεν νά φύγῃ ἀφ᾿ ἡμῶν, ἀλλά νά τόν αἴρωμεν μέ χαράν «ὡς ἀρετῆς περιουσίαν»· τοιουτοτρόπως θά προκόπτωμεν εἰς τόν ἀγῶνα μας. Ὅλη ἡ ζωή μας θά γίνεται μία γέφυρα, μετάγουσα ἡμᾶς ὄχι εἰς τήν ἀνθρωπίνην δῆθεν ἐπιτυχίαν καί δόξαν, τήν ὁποίαν ματαίως ἐπιδιώκομεν, ἀλλ᾿ εἰς τόν οὐρανόν.

Οὐδέποτε ὅμως, ἐξ ἑτέρου, λημονοῦμεν ἐν τῇ Πόλει ταύτῃ ὅτι τόν μεγαλύτερον σταυρόν τόν ἐσήκωσαν, μετά τόν Θεάνθρωπον Κύριον καί τήν Παναγίαν Μητέρα Του, οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, μέ πρῶτον τόν Πρωτομάρτυρα καί Ἀρχιδιάκονον Στέφανον καί τούς Ἁγίους Ἀποστόλους, τόν Πρωτόκλητον Ἀνδρέαν, ἀλλά καί οἱ πατέρες καί οἱ προπάτορες ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι «ἐταπεινώθησαν ἕως θανάτου» διά νά ζῶμεν ἐλευθέρως κατά τό ἐφικτόν ἡμεῖς οἱ ἐπιγενόμενοι.

Ἀδελφοί καί τέκνα,

Ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ νά διέλθωμεν τό ἔτος τοῦτο 2013 εἰρηνικῶς, «ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν», «συνιέντες τί τό θέλημα τοῦ Κυρίου» (Ἐφεσ. ε΄,16-18). Ἄς μή καταλίπωμεν διά τῆς πολιτείας καί τῆς ἀπανθρώπου πολλάκις καί ἐκδικητικῆς συμπεριφορᾶς μας στάσιν καί πόλεμον τοῖς ἀδελφοῖς, ἀλλά χαράν καί εἰρήνην καί ὁμόνοιαν καί ἀγάπην, προχωροῦντες κατά πάντα νικηφόροι πρός τόν Θεόν, μέ τήν βεβαιότητα ὅτι «οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. η΄,18-19). Οἱ ποιμένες καί λειτουργοί τοῦ Ἁγίου Θυσιαστηρίου καί οἱ ἐκκλησιαστικοί διάκονοι ἄς πορευθῶμεν «ἄμεμπτοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καί δικαιώμασι τοῦ Κυρίου, καί πάσῃ τῇ πρός τόν πλησίον λειτουργίᾳ, ἄοκνοι, ζῆλον Θεοῦ πολύν ἔχοντες καί ζέοντες τῷ πνεύματι» (Μαρτύριον τῶν ἐν Λουγδούνῳ τελειωθέντων, σελ. 194).

Ἄς ἀγωνισθῶμεν μέ ὅλας τάς δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί τοῦ νοός μας νά ἀρέσωμεν εἰς τόν Θεόν, μετερχόμενοι πᾶσαν πρακτικήν ἀρετήν, νηστείαν, ἐγκράτειαν, προσευχήν, πτωχείαν, χωρίς νά ἀπορροφώμεθα τελείως ὑπό τῆς φροντίδος τῶν γηΐνων καί σωματικῶν ἀναγκῶν, ἐπιδιώκοντες «ἐπίπλαστον δόξαν», ἀλλά ἡδόμενοι καί ἐνασχολούμενοι μέ τά θεῖα νοήματα, ἐντρυφῶντες εἰς τά κάλλη καί τήν δόξαν καί τό φῶς τοῦ Κυρίου, καί διανύοντες τήν ζωήν μας ἐν ὁσιότητι, δικαιοσύνῃ καί ἀσκήσει.

Δοξάζομεν ἀπό καρδίας τόν Κύριον δι᾿ ὅσα ἀγαθά ἐχαρίσατο ἡμῖν κατά τόν παρελθόντα ἐνιαυτόν. Μετ᾿ εὐγνωμοσύνης ἐνθυμούμεθα, μεταξύ ἄλλων, τόν καθαγιασμόν τοῦ Ἁγίου Μύρου, τήν τέλεσιν ὑπό τῆς ἡμετέρας Μετριότητος τῶν ἐγκαινίων τῶν Καθολικῶν δύο γυναικείων Ἱερῶν Μονῶν, τῆς Παναγίας Χρυσοπηγῆς Χανίων καί τοῦ Τιμίου Προδρόμου Ἀκριτοχωρίου Σερρῶν, καί ἄλλων μικρῶν καί μεγάλων γεγονότων, ἁπάντων κρινομένων κατά τά ἀνεξιχνίαστα κρίματα ὑπό τοῦ μοναρχοῦντος καί κατευθύνοντος τήν ἱστορίαν καί τά ἀνθρώπεια Κυρίου.

Ἐν τῷ πλαισίῳ τούτῳ τῆς μαρτυρίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «ἐκτός τῶν τειχῶν» προγραμματίζομεν καί ἐφέτος ἱεράς ἀποδημίας, μέ πρώτην τήν ἐντός τῶν ἡμερῶν πρός τήν Ἁγιωτάτην Ἐκκλησίαν τῆς Γεωργίας, διά νά τιμήσωμεν τήν 80ήν ἐπέτειον ζωῆς καί τήν 35ην Πατριαρχικήν τοῦ προσφιλοῦς ἀδελφοῦ Μακαριωτάτου Πατριάρχου καί Καθολικοῦ πάσης Γεωργίας κυρίου Ἠλία.

Ταῦτα πάντα καί ἑαυτούς καί ἀλλήλους ἐναποθέμενοι εἰς τόν Θεόν, τόν «κυριεύοντα πάσης κτίσεως», ἱκεσίαν ἐκτενῆ ἀναπέμπομεν πρός Αὐτόν ὅπως εὐοδώσῃ πάσας τάς πρωτοβουλίας τῆς Μητρός Ἐκκλησίας διά τό ἐνταῦθα «μικρόν λῆμμα» καί διά τό εὐρύτερον ἀνά τήν οἰκουμένην, καί ἐπικαλούμεθα τήν παραμυθίαν, τήν βοήθειαν καί τάς πρεσβείας τῆς Κυρίας Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων Του, ἰδιαιτέρως δέ τοῦ ἑορτάζοντος Μεγάλου Βασιλείου τοῦ Καππαδόκου, τῶν Θεοστέπτων βασιλέων καί Ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης, καί τῶν μαρτύρων τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων καί μέχρι σήμερον, εὐχόμενοι καρποφόρον καί εἰρηνικόν τόν νέον ἐνιαυτόν διά πάντας, ἀδελφοί καί τέκνα.

Καί κατακλείομεν καί πάλιν μετά τοῦ Φωστῆρος τῆς Καππαδοκίας ἑορταζομένου καί τιμωμένου Μεγάλου Βασιλείου, ἐπιλέγοντος ὡς πρός τήν σημασίαν, τό περιεχόμενον καί τήν χρῆσιν τοῦ δωρουμένου ὑπό τοῦ Κυρίου εἰς τόν καθένα μας χρόνου: “Χρόνος δέ ἐστι τό συμπαρεκτεινόμενον τῇ συστάσει τοῦ κόσμου διάστημα· ᾧ πᾶσα παραμετρεῖται κίνησις, εἴτε ἀστέρων, εἴτε ζώων, εἴτε οὐτινοσοῦν τῶν κινουμένων. Καθό λέγομεν ταχύτερον ἤ βραδύτερον ἕτερον ἑτέρου· ταχύτερον μέν τό ἐν ἐλάττονι χρόνῳ πλεῖον διάστημα μεταβαῖνον· βραδύτερον δέ, τό ἔλαττον ἐν πλείονι χρόνῳ κινούμενον» (P.G. 32,560 Β-C) «ὡς οὐκ ἔστι ρεῦμα ποταμοῦ στῆσαι, εἰ μή τις, κατά τήν πρώτην ἔντευξιν καί προσβολήν ἀνελόμενος, εἰς δέον τῷ ὕδατι χρήσαιτο˙ οὕτως, οὐδέ τόν χρόνον ταῖς ἀναγκαστικαῖς περιόδοις ἐλαυνόμενον ἐπισχεῖν, οὐδέ παρελθόντα ἀναλῦσαι εἰς τό κατόπιν, εἰ μή τις προσάγοντος λάβοιτο”. (Μεγάλου Βασιλείου, Περί Ἁγίου Πνεύματος καί Ἐν λιμῷ καί αὐχμῷ, (P.G. 31,324 B).

Ἡ δέ Χάρις καί τό πλούσιον Ἔλεος τοῦ σαρκωθέντος καί Ἐπιφανέντος τῷ κόσμῳ Λόγου τοῦ Θεοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, «τοῦ καιρούς καί χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θεμένου» καί «ἐν ᾯ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν», ἄς εἶναι μαζί μέ ὅλους, «κατευθύνων τάς σκέψεις, τάς ἐνεργείας, τάς πράξεις, τά διανοήματα, τάς εἰσόδους καί τά ἐξόδους ἡμῶν». Ἀμήν.

Χρόνια πολλά!

Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος
Ὁμιλία
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὴν Παρουσίασιν τοῦ Βιβλίου
τῆς κ. Αἰκατερίνης Κορρέ-Ζωγράφου
(5 Νοεμβρίου 2012)

Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Ἐντιμότατε κύριε Γενικὲ Πρόξενε τῆς Ἑλλάδος ἐνταῦθα,
Ἐλλογιμώτατοι ἐκπαιδευτικοί,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ἡ μελέτη τῆς ἱστορίας στηρίζεται, ὡς γνωστόν, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν μελέτην τῶν γραπτῶν πηγῶν καὶ τῶν ἱστορικῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα διέσωσεν ἡ φιλοπονία ἀνωνύμων τινῶν γραφέων καὶ βιβλιοφίλων, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν μελέτην καὶ ἑρμηνείαν τῶν ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων, τῶν μνημείων τῆς τέχνης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀψευδεστάτους μάρτυρας τοῦ παρελθόντος καὶ πολύτιμα τεκμήρια τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας καὶ τῶν γεγονότων, ὡς συμπληροῦντα τὴν ἐκ τῶν κειμένων γνῶσιν ἡμῶν, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὰς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐν κώδιξι καὶ βιβλίοις ἀποτεθησαυρισμένη ἱστορία σιωπᾷ.
Τὸ εὐσεβὲς ἡμῶν Γένος ηὐτύχησε νὰ ἔχῃ ἱστορίαν λαμπρὰν καὶ περίδοξον, ἱστορίαν καταγεγραμμένην ἐν ταῖς δέλτοις τῆς μακρᾶς αὐτοῦ ἱστοριογραφικῆς παραδόσεως, ἀρχομένης ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῆς Ἱστορίας, Ἡροδότου τοῦ Ἁλικαρνασσέως, ἕως τῶν νεωτέρων, ὡς ὁ Δωρόθεος Μονεμβασίας καὶ ὁ Μελέτιος ὁ ἐξ Ἰωαννίνων. Ηὐτύχησεν ὅμως νὰ ἔχῃ καὶ μνημεῖα πλεῖστα καὶ περικαλλῆ ἀφηγούμενα τὴν ἱστορίαν τῶν ἐμπνευστῶν, χορηγῶν καὶ δημιουργῶν των, ἅμα δὲ καὶ τῆς ἐποχῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἐτεχνουργήθησαν, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἐὰν ἀκόμη αἱ γραπταὶ πηγαὶ ἤθελον ἀπολεσθῆ, θὰ ἠδύναντο καὶ αὐτοὶ οἱ λίθοι νὰ ἀποκαλύψουν τὴν ἱστορίαν τοῦ Γένους μας.
Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναχράντου τῆς περιλαλήτου νήσου Ἄνδρου,ἡ ὁποία σεμνύνεται διὰ τὴν μακρὰν καὶ λαμπρὰν αὐτῆς ἱστορικὴν διαδρομήν, ἡ ἀρχὴ τῆς ὁποίας ἀνάγεται εἰς τὸν δέκατον αἰῶνα ἢ καὶ ἔτι παλαιότερον, ὅτε δύο ἀσκηταί, ἐντυπωσιασθέντες ἐκ τοῦ φωτὸς τὸ ὁποῖον ἐφώτιζε καθ᾽ ἑκάστην νύκτα τὸν ἔναντι τοῦ ἀσκητηρίου αὐτῶν βράχον, ἀνεζήτησαν τὴν αἰτίαν καὶ εὗρον τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Παναχράντου. Εἰς τὸν τόπον τῆς θαυμαστῆς ἀνευρέσεως ἀνήγειραν ναόν, εἰς τὸν ὁποῖον προσευχηθεὶς ὁ αὐτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκᾶς πρὸ τῆς ἐκστρατείας αὐτοῦ εἰς τὴν Κρήτην καὶ νικήσας, παρέσχεν εἰς τοὺς μοναχοὺς τὰ ἀναγκαῖα χρήματα καὶ μέσα πρὸς ἀνίδρυσιν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Παναγίας Παναχράντου.

Ὅλως ἰδιαιτέραν αἴγλην καὶ ἀκμὴν ἐγνώρισεν ἡ Μονὴ εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 17ου αἰῶνος, ὁπότε ἀνεκαινίσθη τὸ καθολικὸν αὐτῆς, ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν αὐτῇ μοναζόντων καὶ τῶν κτημάτων, ἐπλουτίσθη ἡ Μονὴ διὰ πολλῶν κειμηλίων καὶ ἱερῶν λειψάνων, ἀπέκτησε πλῆθος μετοχίων εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, τὴν Σμύρνην, τὴν Χίον, τὴν Μυτιλήνην καὶ ἀλλαχοῦ, ἔλαβε δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1683 παρὰ τοῦ προκατόχου ἡμῶν Πατριάρχου Διονυσίου τοῦ Δ´καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ Σταυροπηγίου, συνδεθεῖσα δι᾽ αὐτοῦ ἀρρήκτως μετὰ τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας.
Τὴν ἐποχὴν αὐτὴν τῆς μεγίστης ἀκμῆς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναχράντου τῆς Ἄνδρου, ἡ ὁποία οὐδόλως ἔπαυσε μέχρι τῆς σήμερον νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸ εὐσεβὲς ἡμῶν Γένος προσφορὰν ἀγάπης καὶ ἔργων ἀγαθῶν, μελετᾷ καὶ ἐξετάζει τὸ παρουσιαζόμενον κατὰ τὴν παροῦσαν ἑσπέραν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ ἱστορικοῦ τούτου ἐκπαιδευτικοῦ καθιδρύματος τῆς πόλεώς μας, πόνημα τῆς ἐλλογιμωτάτης καθηγητρίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κυρίας Αἰκατερίνης Κορρέ-Ζωγράφου, μὲ θέμα «Τὰ İznik τῆς Μονῆς Παναγίας Παναχράντου τῆς Ἄνδρου», τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν ἔγκριτον ἐρευνήτριαν, ἀποτελοῦν καρπὸν τῆς δραστηριότητος τοῦ ἐξ Ἄνδρου ὁρμωμένου καὶ ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τῆς Παναχράντου ἐγκαταβιώσαντος, ὕστερον δὲ εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον ἀνελθόντος οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Διονυσίου Γ´ τοῦ Βαρδαλῆ (1662-1665), καὶ ὑποδηλώνουν σαφῶς τὰς ἀναπτυχθείσας πολιτισμικὰς ἀνταλλαγὰς μεταξὺ Ἄνδρου καὶ Κωνσταντινουπόλεως.
Χαίρομεν ἰδιαιτέρως διότι τὸ ἐπιστημονικὸν τοῦτο ἔργον, καρπὸς πολυετοῦς μελέτης καὶ ἐρεύνης τῆς κυρίας Κορρέ Ζωγράφου, παρουσιάζεται εἰς τὴν Πόλιν μας, συνδεομένην, ὡς ἐλέχθη, πολλαπλῶς μετὰ τῆς ἐν Ἄνδρῳ Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Παναχράντου, καί, ἐπὶ πλέον, διότι τὸ περιεχόμενόν του καὶ ἡ ἐν αὐτῷ συσσωρευμένη γνῶσις καθίστανται προσιτὰ καὶ εἰς τὸ μὴ ἑλληνόφωνον ἀναγνωστικὸν κοινὸν διὰ τῆς μεταφράσεως τοῦ ἔργου εἰς τὴν ἀγγλικὴν γλῶσσαν.
Διὰ τοῦτο συγχαίρομεν τὴν ἐλλογιμωτάτην συγγραφέα ἀφ᾽ ἑνὸς διὰ τὸ λαμπρὸν ἔργον της, ἀφ᾽ ἑτέρου διὰ τὴν πρωτοβουλίαν της νὰ τὸ παρουσιάσῃ καὶ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ τῆς εὐχόμεθα ἐπιτυχῆ καὶ πολύκαρπον συνέχισιν τῶν ἐπιστημονικῶν αὐτῆς ἐρευνῶν.