Άρθρα: πολιτικη θεολογία

Ιούλ 13
15

Snap 2013-07-15 at 21.25.48

 

Νικ. Ψαρουδάκη

π. Γκαστόν Πιέτρι

Τον Αύγουστο γίναμε μάρτυρες ενός μεγάλου αριθμού συναντήσεων νέων χριστιανών σε όλη την χώρα, με αντικείμενο την πολιτική στράτευση. Πώς να μην χαρούμε για κάτι τέτοιο; Σήμερα δεν χρειάζεται πια να υπενθυμίζουμε στους νέους χριστιανούς αυτό που ήταν απαραίτητο να το κάνουμε την δεκαετία του ’70, πως δηλαδή το κοινό καλό απαιτεί από τους χριστιανούς να ασχοληθούν με την πολιτική διάσταση των προβλημάτων αλλά -όπως επισημαίναμε τότε- η πολιτική δεν είναι το άπαν. Ήταν τότε η εποχή που η πολιτικοποίηση ήταν της μόδας. Σήμερα το βασικό δεν είναι να συνειδητοποιήσουμε πως η πολιτική δεν είναι το παν, αλλά πως εξακολουθεί να είναι σημαντική. Οι ανθρωπιστικές δράσεις και η φιλανθρωπία χρειάζονται πράγματι απελπισμένα και επειγόντως νέες στρατεύσεις, στο βαθμό που επεκτείνεται η φτώχεια και η θέαση των καταστροφικών της επιπτώσεων. Αλλά η ίδια η λογική της φιλανθρωπίας ή της ανθρωπιστικής δράσης οδηγούν κάποια στιγμή, εμμέσως ή εμμέσως, σε πολιτικές αντιλήψεις. Διότι χωρίς συνολική πολιτική αντίληψη για την κοινωνία, καμία δομική αλλαγή δεν είναι δυνατή. Η πολιτική συγκαταλέγεται έτσι στις οδούς εκείνες στις οποίες είναι δυνατόν να γίνει αισθητή η «πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη» και το μεγαλείο της πολιτικής, πέραν των στείρων πλευρών της. Οι νέοι χριστιανοί έχουν συνείδηση πως αποτελούν μειοψηφία. Γνωρίζουν εξ εμπειρίας την δύναμη που τους προσφέρει η συσπείρωση. Θα ήταν λάθος εμείς, οι εκπρόσωποι των παλιότερων γενεών, να τους αποτρέψουμε, ως ζήτημα αρχής δήθεν, από το να συσπειρώνονται. Θα αδικούσαμε κατάφορα τους νέους εκείνους που αυθορμήτως θεωρούν πως η υπεράσπιση του ευαγγελίου τους επιτάσσει να συσφίξουν τους δεσμούς μεταξύ τους. Εξίσου λάθος όμως θα ήταν να ξεχάσουμε πως οι χριστιανοί είναι εξορισμού προορισμένοι να ζουν στη «διασπορά». Είναι ανάγκη να ξαναανακαλύψουμε σήμερα αυτό που μάθαμε οι χριστιανοί την δεκαετία του 1960 από τον μεγάλο θεολόγο Καρλ Ράχνερ (Karl Rahner), που επισήμανε τον κίνδυνο της «γκετοποίησης» και υπερασπιζόταν την «διασπορά». Και να θυμηθούμε πως τότε επρόκειτο για το «γκέτο» μιας εκκλησίας που ήταν ακόμα κοινωνικά ισχυρή. Σήμερα, παρά την αίσθηση μαζικοποίησης που προσφέρουν διάφορες εκδηλώσεις του τύπου «παγκόσμιες ημέρες νεότητας», οι νεανικές ομάδες των χριστιανών έχουν αντιθέτως την αίσθηση πως είναι εξαιρετικά ολιγομελείς σε σύγκριση με το αδιάφορο πλήθος, του συχνά εντελώς αποξενωμένου από τις χριστιανικές συνήθειες. Νιώθουν να αντιμετωπίζονται συχνά με την αμηχανία που επιδείκνυαν άλλοτε οι Ευρωπαίοι άποικοι προς τα ήθη και τα έθιμα κάποιας… αφρικανικής φυλής. Πώς να βαρύνουμε λοιπόν στις εξελίξεις; Ποιες πρωτοβουλίες να αναλάβουμε και ποιες δράσεις, ως χριστιανοί; Στην προσπάθεια να απαντηθούν παρόμοια ερωτήματα εμφανίζονται εξαιρετικά προβληματικές εκφράσεις όπως αυτή του «λόμπινγκ», ενώ ορισμένοι δεν διστάζουν να προβάλλουν την έννοιας της «αντικουλτούρας». Αλλά κατά πόσο αντιλαμβανόμαστε, πέραν της καλής προαίρεσης των μεν και των δε, τις επιπτώσεις τέτοιων προτάσεων; Η συσπείρωση των χριστιανών είναι ασφαλώς σημαντική, στο βαθμό που γίνεται γύρω από αξίες που οι χριστιανοί δεν δυσκολεύονται να διαπιστώσουν πως εκπορεύονται από το σχέδιο του Θεού για την ανθρωπότητα. Από την άλλη, οφείλουμε να προσέξουμε να μην υποκύψουμε στον πειρασμό υπερβολικά επιλεκτικών αντιλήψεων της κοινωνίας. Πράγμα που συμβαίνει πολύ συχνά, εν πολλοίς διότι εμπεριέχει σημαντικό βαθμό ευκολίας. Όταν πάντως πρόκειται περί πολιτικής, οι αξίες δεν έχουν καμία σημασία αν δεν καταλήγουν σε πολιτικούς στόχους. Και να ‘μαστε έξαφνα εμπρός σε μια σειρά από πολιτικά προγράμματα εκ των οποίων κανένα δεν πρέπει να έχει την υπεροψία να αυτοχαρακτηρίζεται ως «χριστιανικό». Πόσο μάλλον που, παρά τον θρυμματισμό που βιώνουμε, δεν παύει να υπάρχουν κοινές αξίες που ενώνουν χριστιανούς και μη. Το ερώτημα είναι: μπορούμε να τις βρούμε και να τις αναδείξουμε; Αν δεν παραδεχόμαστε πως κάτι τέτοιο συμβαίνει, θα ήταν σαν να παραδεχόμαστε πως έχουμε χάσει την πίστη μας στην ανθρώπινη λογική όπως την θέλησε ο Θεός, και την ικανότητά της να διακρίνει τι είναι ανθρώπινο και τι λιγότερο ανθρώπινο -ή πόσο μάλλον απάνθρωπο. Η εμπιστοσύνη μας όμως προς αυτήν την ικανότητα, ακόμα και στους μη χριστιανούς, είναι έκφραση της εμπιστοσύνης μας στον άνθρωπο -και τον Θεό. Αξίζει άρα τον κόπο να αναζητούμε τρόπους γόνιμης συνύπαρξης πιστών και μη. Είναι αλήθεια πως αυτή την εποχή βρισκόμαστε εμπρός σε επιλογές που αφορούν την φύση της οικογένειας, τον γάμο μεταξύ ομοφυλοφίλων και πολλές ακόμα όψεις της κοινωνίας σε τομείς όπως η βιοηθική, στις οποίες αντιλαμβανόμαστε πως η εκκλησία χρειάζεται να κάνει την φωνή της να ακουστεί ως τέτοια στον δημόσιο χώρο, ευελπιστώντας πως θα εκφράσει εκεί ορισμένες κοινές αξίες. Το να θέλουν ορισμένοι να στερήσουν αυτό το δικαίωμα από τους χριστιανούς θα ήταν μια φοβική αντίδραση, εντελώς άσχετη με την υγιή αντίληψη περί εκκοσμίκευσης. Από την μεριά της, η εκκλησία θα χρειαστεί να αποδείξει πως η συλλογική έκφραση της γνώμης της δεν θα εκφυλιστεί σε κάποια μορφή «λόμπινγκ». Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι αξίες. Αλλά υπάρχουν και άλλες αξίες, που το περίγραμμά τους ίσως να είναι κάπως πιο θολό, που αξίζει να εγείρουν τις συνειδήσεις μας: ο ρόλος των χρηματαγορών, η ευρωπαϊκή οικοδόμηση, το σταμάτημα της καλπάζουσας αύξησης της ανεργίας, οι στρατηγικές επιλογές στην ενέργεια: ιδού μια σειρά από ζητήματα όπου οι πολιτικοί στόχοι δεν μπορούν να συνταχθούν με μια μονοκοντυλιά, ούτε είναι δυνατό να υπάρξουν άξια λόγου πολιτικά προγράμματα χωρίς διαφωνίες. Ας προσπαθήσουμε όμως οι χριστιανοί που δεν μπορούμε να ομονοήσουμε σε ένα κοινό πολιτικό πρόγραμμα να συζητήσουμε τις διαφωνίες μας, και να το κάνουμε αυτό έχοντας ως κοινή αφετηρία την χριστιανική ανθρωπολογία: ιδού ένα απαιτητικό καθήκον! Αλλά ένα καθήκον που θα αποδειχθεί κατά πάσα πιθανότητα γόνιμο, στο βαθμό που θα συνδέεται με το άνοιγμα των χριστιανών προς όλους όσοι δρουν καθημερινά στον δημόσιο χώρο χωρίς να μοιράζονται μαζί μας την ίδια πίστη. Αυτή είναι η Λυδία λίθος της επιτυχημένης χριστιανικά διαβίωσης σε συνθήκες «διασποράς». Ο ευαγγελισμός, που καλούμαστε να ξαναζήσουμε υπό νέες συνθήκες, περνάει από μια τέτοια στάση. Αν δεν είναι αυτό, ο ευαγγελισμός θα καταντήσει μια άσκηση επίδειξης (της εναπομένουσας) «δύναμης» των χριστιανών στην σημερινή κοινωνία. Αλλά δεν είναι καθόλου αυτή η αποστολή του ευαγγελίου που μας χάρισε ο Χριστός.

Ο π. Gaston Piétri είναι δημοσιογράφος και ρωμαιοκαθολικός ιερέας στην Κορσική

Αγαπητοί συνάδελφοι/αξιότιμοι καθηγητές

Και φέτος ο κ. Heinrich Holze Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας του
Παν/μίου Rostock θα μιλήσει στη Σχολή μας με τα εξής θέματα

The nordic churches in the 1930s I: Peace and war – the case of Finland
and Sweden;

(Οι Σκανδιναβικές Εκκλησίες τη δεκαετία του 30: Α. Ειρήνη και Πόλεμος – οι
περιπτώσεις της Φιλανδίας και Σουηδίας)


Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012,

12.30 μ.μ. κτήριο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, Αίθουσα Οπτικοακουστικών

και

Τhe nordic churches in the 1930s II: Occupation and resistance – the case
of Danmark and Norway

(Οι Σκανδιναβικές Εκκλησίες τη δεκαετία του 30: Β. Κατοχή και αντίσταση –
οι περιπτώσεις της Δανίας και Νορβηγίας)

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012, 1.00 μ.μ.
κτήριο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, Αίθουσα Οπτικοακουστικών

στο πλαίσιο του προγράμματος ακαδημαϊκών ανταλλαγών Erasmus

Ουσιαστικά πρόκειται για τη συνέχεια των περσινών του διαλέξεων για τη σχέση των Γερμανών Λουθηρανών με το Ναζισμό. Φέτος διερευνώνται οι διαφορετικές στάσεις των κατά τόπους Λουθηρανικών Εκκλησιών στις σκανδιναβικές χώρες απέναντι στον επερχόμενο ναζιστικό επεκτατισμό.
Και στις δύο διαλέξεις και φέτος  θα ακολουθήσει συζήτηση για τη σχέση Εθνικοσοσιαλισμού και χριστιανικών Εκκλησιών στην Ευρώπη

Ο υπεύθυνος ανταλλαγής
Δημήτριος Ν. Μόσχος,
Επίκουρος Καθηγητής Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας Τμήματος Θεολογίας ΕΚΠΑ

IΣTIANIKH ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Και φιλεύαν ο ένας τον άλλο τους ψωμί και αλάτι,

βγαλμένο από τις αλυκές που σχημάτιζε ο λαός με το δάκρυ του.

Και τα δισκοπότηρα που μεταλαβαίναν,

αντί κρασί είχαν μέσα τους το πόνο του Έθνους.

(Ν. Βρεττάκος)

Συναδέλφισσες και συνάδελφοι

«Η εκπαίδευση πρέπει να είναι χαρά και η διδασκαλία πανηγύρι» συμφωνούν τα παιδαγωγικά συγγράμματα. Όμως χρειάζεται μεγάλη ψυχική δύναμη για να στηθεί ένα τέτοιο πανηγύρι ειδικά σήμερα εξαιτίας του φόβου και της θλίψης που έχει καταλάβει την ελληνική κοινωνία, ως άμεση συνέπεια της κοινωνικοοικονομικής κρίσης.

Η πατρίδα μας έγινε το θέατρο ενός ακήρυκτου παγκόσμιου οικονομικού πολέμου. Ολόκληρα κράτη καταστρέφονται, ο οικονομικός και κοινωνικός τους ιστός διαλύεται ενώ υπονομεύονται ή αναστέλλονται οι θεσμοί που συγκροτούν μια ελεύθερη πολιτεία όπως η δημοκρατία, η ισονομία, τα εργατικά και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Στη χώρα μας κάθε μέρα οι ξένοι τοποτηρητές με τους ντόπιους συνεργάτες τους χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του Προκρούστη,   περικόπτουν κατακτήσεις των εργαζομένων   και αναγορεύουν τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις   σε «σωτήρια» μέτρα. Με διαγγέλματα που σπέρνουν το φόβο, καλλιεργούν την απαισιοδοξία και θυματοποιούν ψυχικά και σωματικά το λαό μας.

Όμως τα διαφαινόμενα σχέδια τους να καταστήσουν δούλους τους εργαζόμενους στις επιχειρήσεις τους, στις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες, θα πρέπει να απαντηθούν από το λαό μας.  Από την απελπισία και τη μαζική αυτοκτονία εμείς, οι πολίτες αυτού του τόπου, ας επιλέξουμε την ενεργό αντίσταση, την επ-ΑνάστασηΟ Χριστός τούτες τις μέρες στο τόπο μας αδιάκοπα σταυρώνεται στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας. Ας γνωρίζουν όμως οι «καλοί» μας εταίροι, ότι όσο και να μας προσφέρουν ασταμάτητα τη χολή της Μεγάλης Παρασκευής, ο Χριστός μας αδιάκοπα Ανασταίνεται!

Συναδέλφισσες και συνάδελφοι

Μέσα στη γενικότερη αυτή κατάσταση είναι πλέον φανερό ότι πλήττεται με σφοδρότητα και ο πολύπαθος χώρος της Παιδείας στη χώρα μας.  Οι χρόνιες στρεβλώσεις στα  εκπαιδευτικά μας πράγματα τώρα στην εποχή των μνημονίων αναδύονται με ιδιαίτερη ένταση και επιμονή.

Η  δημόσια παιδεία μας λοιπόν έχει χάσει το μορφωτικό και διαμορφωτικό – παιδαγωγικό της χαρακτήρα και υπηρετεί τυφλά μια χρησιμοθηρική, γνωσιοθηρική λειτουργιστική λογική που υπακούει στο αίτημα σύνδεσης του εκπαιδευτικού μας συστήματος με τις ανάγκες της παραγωγής και της αγοράς. Η ύστερη νεωτερικότητα ή πρώιμη μετανεωτερικότητα κατ΄ άλλους, απαιτεί το τέλος των «μεγάλων αφηγήσεων», των διαφωτιστικών οραμάτων, το «θάνατο» των κάθε λογής «ηρώων» και αντ’ αυτών προβάλλει και προωθεί ως πρότυπα αναλώσιμες «διασημότητες», ευτελείς και εφήμερες, ως προϊόντα μιας χρήσης.

Παιδεία είναι η συσσώρευση πνευματικών αγαθών προσανατολισμένων σ’ ένα σχέδιο ζωής για την ολόπλευρη καλλιέργεια του ανθρώπινου προσώπου και απαιτεί χρόνο και μόχθο, παιδαγωγού και παιδαγωγούμενου. Σήμερα όμως αντί η μάθηση να είναι η αναζήτηση του νοήματος του κόσμου και της ζωής, ο μαθητής εκπαιδεύεται για να συμμετέχει απλά στα παιχνίδι του εφήμερου της ζωής, της καθημερινής πράξης, της καταναλωτικής χρησιμοθηρίας και σταδιακά μετατρέπεται σε εχθρό της σοφίας και του στοχασμού.  Η εκπαιδευτική διαδικασία παραδίδεται σταδιακά στην αλαζονική υπερτροφία της διδακτικής μέσω των φαντασμαγορικών Νέων Τεχνολογιών. Ως άμεση συνέπεια έρχεται η μετεξέλιξη του παιδαγωγού σε τεχνικό της διδακτικής πράξης, όπου το πάθος του, ο ιδρώτας του, ο πόνος για το μαθητή, το παιδαγωγικό του χάδι και η αμεσότητα της επικοινωνίας των προσώπων να θεωρούνται γραφικά ή ρομαντικά καθώς τα αντικαθιστούν άψυχες εικόνες που σαν άλλες σειρήνες σαγηνεύουν από την οθόνη του Η/Υ, των DVD και των mp 3&4.

Το πολυδιαφημισμένο Νέο Σχολείο με προσδιοριστικά τους όρους  «πρόοδος», «αξιολόγηση», «νέα δεδομένα», «εξορθολογισμός», «αναπόφευκτες αλλαγές», «συγχρονισμός με Ευρώπη και Αμερική», δεν φαίνεται να δείχνει ιδιαίτερη ανησυχία για τη διδασκαλία των ιδεολογιών, των θρησκειών, των επιστημονικών ρευμάτων, γιατί με περίτεχνο τρόπο αναγάγει μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα τη νεοφιλελεύθερη οικονομία ως την ύστατη θρησκευτικότητα του ανεπτυγμένου κόσμου όπως φαίνεται και από μια ανάγνωση της λεγόμενης Λευκής Βίβλου για την εκπαίδευση. Τελικά η υιοθέτηση της ίδιας της ιδεολογίας που διέπει τις παγκοσμιοποιημένες αγορές, είναι η αρχή της πλήρους αποδόμησης του δημόσιου σχολείου.

Κι ενώ αυτά συμβαίνουν δεν πρέπει να αγνοούμε ότι μερίδιο ευθύνης, έστω και σε ποσοστό ενός κλάσματος, αναλογεί σε όλους μας.

Έχουμε σκεφτεί τι πραγματικά συμβαίνει στα σχολεία μας;

  • Συνάδελφοι απομακρύνονται από τη μαχόμενη εκπαίδευση αφού οι  επιμορφώσεις, τα μεταπτυχιακά και οι εξειδικεύσεις αποτελούν πρόκριμα για τη διεκδίκηση θέσεων έξω από την τάξη.
  • Εκπονούνται προγράμματα στην τάξη με στόχο την εξωτερική τους παρουσίαση, για το φαίνεσθαι,  χωρίς πιθανότατα να απηχούν τις πραγματικές ανάγκες των μαθητών μας που είναι η συμμετοχή, η δημιουργία, η χαρά, η αυτενέργεια και η μάθηση με εναλλακτικό τρόπο.
  • Εκκολάπτονται σχέδια για την αξιολόγηση από το Υπουργείο Παιδείας, όπου ο διευθυντής, ο προϊστάμενος, ο σύμβουλος μετατρέπονται σε όργανα ενός συστήματος που λειτουργεί μάλλον με τους νόμους της αγοράς παρά με έγκυρες και κατοχυρωμένες παιδαγωγικές αρχές, με αποτέλεσμα να διακυβεύεται  η παιδαγωγική ελευθερία στο σχολείο και η εκπαιδευτική αυτενέργεια να αντικατασταθεί τελικά μόνο με τη διοικητική υποταγή σε καθορισμένα πλαίσια.
  • Στοχοποιούνται εκπαιδευτικοί από το Υπουργείο Παιδείας που αγωνίζονται μέσα και έξω από την τάξη και επιβραβεύονται εκπαιδευτικοί ανταγωνιστικοί, πειθήνιοι και διαχειρίσιμοι, χωρίς αίσθημα συλλογικότητας καθώς στοχεύουν συνήθως στην αναρρίχησή τους σε θώκους και έδρες.
  • Κυριαρχεί η νοοτροπία σε όλο και περισσότερους εκπαιδευτικούς της συλλήβδην καταδίκης του συνδικαλισμού που τελικά οδηγεί στην ήττα και την ιδιώτευση.

« Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από

παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι

πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά

Οδ. Ελύτης «Μικρά έψιλον»

Ας αναλογιστούμε πόσα μπορούμε να επιτύχουμε, ως εκπαιδευτική κοινότητα, αν απαξιώσουμε στην πράξη όλες αυτές τις στρεβλώσεις.

Πρώτα-πρώτα αν σε πείσμα της κρίσης και του βάρους που αισθανόμαστε ασήκωτο ως εκπαιδευτικοί για τις επαναλαμβανόμενες αδικίες που βιώνουμε (μισθολογικά, φορολογικά, ασφαλιστικά κ. ά.), συνεχίσουμε να υπηρετούμε τις πολλαπλές ανάγκες των μαθητών μας κοιτώντας τους ίσια στα μάτια και με ψηλά το κεφάλι δίνοντάς τους έτσι έμπρακτα πρότυπο στάσης ζωής αγωνιστικότητας και αλληλεγγύης και όχι φοβίας και ανασφάλειας που οδηγεί στη «γοητεία» του νεοναζισμού, αυτή τη ντροπή για το λαό μας.

Αν διεκδικήσουμε αποζημίωση, ηθική και υλική, τέτοια που δεν θα χρειάζεται κάποιος να επιζητεί ανώτερες θέσεις αλλά να παραμείνει στην τάξη.

Αν ο μαχόμενος εκπαιδευτικός της τάξης γίνει το Α και το Ω στην σχολική μας πραγματικότητα.

Αν όλα τα σχολεία έχουν ουσιαστική γραμματειακή υποστήριξη για την απαλλαγή τους από τα δεσμά της γραφειοκρατίας.

Αν όλα τα στελέχη της εκπαίδευσης έχουν δικαίωμα δύο θητειών το πολύ στις θέσεις ευθύνης και μετά, υποχρεωτικά, επιστρέφουν στην τάξη. Έτσι θα υπάρχει η δυνατότητα, με την εναλλαγή προσώπων, να δοκιμάζονται και άλλοι εξίσου ικανοί συνάδελφοι.

Αν ο διευθυντής, στην εκλογή του οποίου να έχουν λόγο και οι συνάδελφοι του σχολείου, τεθεί επικεφαλής της σχολικής μονάδας με παιδαγωγικά καθήκοντα απαλλαγμένος δηλαδή από γραφειοκρατικές υποχρεώσεις.

Αν τα μέλη κάθε Συλλόγου Διδασκόντων αντιληφθούν τη δυνατότητα που έχουν να διαδραματίσουν αληθινό ρόλο στη λειτουργία του σχολείου, σε σύνδεση και αλληλοϋποστήριξη με την τοπική κοινωνία αλλά όχι με διορισμό και μισθοδοσία του από αυτήν (τοπική αυτοδιοίκηση) που παραπέμπει στις παλαιότερες εποχές, όπου κυριαρχούσε η υποτέλεια και η συναλλαγή.

Αν τα σχολεία  ή έστω ομάδες σχολείων έχουν την υποστήριξη σχολικών ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, για την αντιμετώπιση τόσο των προβληματικών περιπτώσεων που εμφανίζονται με αυξανόμενη συχνότητα όσο και γενικότερα τη  διευκόλυνση του εκπαιδευτικού έργου.

Αν η Ειδική Αγωγή δεν «φυτοζωεί»,  παραπεταμένη για τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού.

Εμείς στη Χριστιανική Εναλλακτική Κίνηση πιστεύουμε ότι υπάρχουν ιδέες και προτάσεις που οφείλουμε να τις θέσουμε στη συζήτηση για την αποτελμάτωση της κατάστασης στον εκπαιδευτικό αλλά και στον  κοινωνικό χώρο.

Η συνεισφορά μας στην κατεύθυνση αυτή αντλεί από την ορθόδοξη χριστιανική αντίληψη και την εμπειρία της Εκκλησίας μας για την Παιδεία, την Οικονομία και ό,τι αφορά το ανθρώπινο πρόσωπο. Ό,τι αυτονομείται και δεν υπηρετεί τον άνθρωπο τελικά τον καταδυναστεύει και λειτουργεί εναντίον του. Έτσι η Οικονομία που είναι η διαχείριση με αυτάρκεια και δικαιοσύνη των πλουτοπαραγωγικών αγαθών μιας χώρας για όλους τους πολίτες της μετατρέπεται σε απρόσωπες αγορές του χρήματος που οδηγούν σε κρίση ολόκληρους λαούς για να ευδοκιμήσουν οι τράπεζες και το κεφαλαιοκρατικό Σύστημα. Η Παιδεία αντί να λειτουργεί ως δρόμος για σχέση, προσωπική άσκηση,  κοινός αγώνας και πάλη του ανθρώπου ενάντια σε κάθε αδικία και κακό από όπου κι αν προέρχεται προσωπικό ή κοινωνικό μετατρέπεται σε άχρωμο υπηρέτη του απρόσωπου συστήματος της καταναλωτικής κοινωνίας, του εύκολου πλουτισμού, της ισοπέδωσης των αξιών και της νεοταξικής παγκοσμιοποίησης. Η διατήρηση της ιδιοπροσωπίας κάθε τοπικής κοινότητας αλλά και η δυνατότητα ένταξής της στο παγκόσμιο ιδεολογικό γίγνεσθαι είναι το στοίχημα που πρέπει να κερδίσει η δημόσια παιδεία μας.

Σε ό,τι αφορά τις εκλογές αιρετών για τη Χριστιανική Εναλλακτική Κίνηση πάγια θέση αποτελεί όχι μόνο η εναλλαγή θητείας αλλά και η ανανέωση με πρόσωπα που δεν έχουν θητεύσει ξανά σε όλες τις αιρετές θέσεις των κλάδων(ΠΥΣΠΕ, ΠΥΣΔΕΑΠΥΣΠΕ, ΑΠΥΣΔΕΚΥΣΠΕ, ΚΥΣΔΕ), καθώς και τις αντίστοιχες της Ειδικής Αγωγής (ΥΣΕΕΠ – ΠΥΣΕΕΠ), ώστε όσον είναι δυνατόν να αποφεύγονται οι προσωποληψίες και οι «πονηρές» διασυνδέσεις μεταξύ των αιρετών μας και των προϊσταμένων διοικητικών αρχών αλλά και να δοκιμάζονται νέοι συνάδελφοι που διεκδικούν με αίσθημα ευθύνης την διακονία των προβλημάτων του χώρου μας και των προσώπων που υπηρετούν σ’αυτόν.

Επειδή οι μέρες που έρχονται είναι ακόμα πιο «δύσκολες» για την πολύπαθη Παιδεία στον τόπο

μας, ΚΑΛΟΥΜΕ τους εκπαιδευτικούς  όλης της χώρας να ενισχύσουν τους συνδυασμούς μας

στις εκλογές για το ΚΥΣΠΕ και το ΚΥΣΔΕ, ώστε να κάνουμε εντονότερα διακριτή την παρουσία

μας στο χώρο της εκπαίδευσης και να αρθρώσουμε το λόγο που απουσιάζει πολύ σήμερα από το

χώρο του Σχολείου. Ενάντια στην ιδιώτευση, τον τεχνοκρατισμό, την έλλειψη αξιών και την

ισοπέδωση που προσπαθούν να κυριαρχήσουν στα σχολεία μας σήμερα, προτείνουμε το λόγο του

προσωπικού και κοινωνικού ήθους, της αξιοπρέπειας και της συλλογικής ευθύνης στη διαχείριση

της σχολικής μας κοινότητας.

Υποψήφιοι αιρετοί εκπρόσωποι
για το ΚΥΣΔΕ

1. Ανανιάδης Παναγιώτης
2. Αποστολίδης Πρόδρομος
3. Γιαννέλος Αθανάσιος
4. Δασκαλάκης Μάρκος
5. Καπετανάκης Γεώργιος
6. Κουσινίδης Χαρίλαος
7. Μελισσίδης Ιωάννης
8. Μηλίγγος Χρήστος
9. Μοράτος Ανδρέας
10. Μουστάκας Πέτρος
11. Παπαδόπουλος Γεώργιος
12. Χατζής Γεώργιος

Monkey.gif

Παναγιώτης I. Kαραφωτιάς
Kαθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Iνδιανάπολης τέως Διευθύνων Σύμβουλος του Γραφείου O.H.E. για Eλλάδα, Kύπρο και Iσραήλ

Ένα αμερικανικό επιστημονικό περιοδικό αναφέρει την εξής ιστορία που σχετίζεται με τον εθισμό [condioning]: Tη δεκαετία του ’50, ομάδα Aμερικανών επιστημόνων πήγε στη ζούγκλα της Aφρικής, παγίδευσε έναν νέο πίθηκο και τον μετέφερε σε ζωολογικό κήπο στη Nέα Yόρκη, όπου τον κράτησε για περίπου δέκα χρόνια. Μετά τον μετέφερε πάλι στην πατρίδα του, ακριβώς στο μέρος από όπου τον είχαν πάρει. Άφησαν την πόρτα του κλουβιού ανοιχτή και απομακρύνθηκαν, παρακολουθώντας από μακριά τις αντιδράσεις του πειραματόζωου. O πίθηκος αντελήφθη την αλλαγή, άρχισε να στριφογυρίζει αμήχανος, είδε την πόρτα ξεκλείδωτη, την άνοιξε δειλά-δειλά, βγήκε έξω δοκιμαστικά, ξαναμπήκε, την άνοιξε πάλι, βγήκε πιο αποφασιστικά, προχώρησε μερικά βήματα προς τις συστάδες των δέντρων και θάμνων, αναγνώρισε την ιδιαίτερη πατρίδα του, και άρχισε να χοροπηδάει, να σκαρφαλώνει στα δέντρα, να γρυλλίζει και να «ξεφαντώνει», απολαμβάνοντας την «ελευθερία» του. H «παράσταση» αυτή κράτησε μερικές ώρες, και ξαφνικά, οι παρατηρητές βλέπουν τον πίθηκο να ξαναγυρίζει δειλά-δειλά, όπως και όταν βγήκε, να ξαναμπαίνει στο κλουβί, να στρογγυλοκάθεται μελαγχολικά και να μην ξαναβγαίνει! O εθισμός, η έμμεση «πλύση εγκεφάλου», είχε συντελεσθεί πλήρως. Tο πείραμα πέτυχε και απέδειξε την πασίγνωστη θεωρία περί εθισμού του Pavlov αλλά και άλλων.

Aυτό ακριβώς συνέβη με το «πειραματόζωο» Eλλάδα. Από αρχαιοτάτων χρόνων, εξ αιτίας γεωγραφικών, θρησκευτικών, πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών ιδιαιτεροτήτων, και της αποτυχίας των ηγετών της να ξεπεράσουν τα πάθη, κυρίως της αρχομανίας, ιδιοτέλειας και της αλαζονείας της εξουσίας, υπήρξε αφετηρία αλλά και στόχος ποικίλων δραματικών και τραγικών εξελίξεων. Αποτέλεσμα όλων αυτών από «αυτοκρατορία» να υποδουλωθεί και τελικά, μετά από τρομερές θυσίες του λαού αλλά με γνήσιες πατριωτικές και χαρισματικές ηγεσίες, να ανασυσταθεί και να συγκροτηθεί σε ένα μικρό κράτος, που παραπαίει μεταξύ αποικιοκρατικής μορφής διακυβέρνησης και σχετικής αυτοδιάθεσης και ανεξαρτησίας, δίχως να μπορεί να απελευθερωθεί και να βγει μόνιμα από το «κλουβί» των «γνωστών-άγνωστων» οργανωμένων γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων και σκοπιμοτήτων, που καθορίζουν την πορεία της χώρας αλλά και άλλων χωρών της ευρύτερης περιοχής.

Kαι δυστυχώς, παρά τις τεράστιες ανθρωποθυσίες τις οποίες οι «άρχοντες των δακτυλιδιών», των κατά τον Δημοσθένη «παρ’ αξίαν ευτυχούντων», έχουν αναγάγει σε υπερ-επιστήμη (διεθνώς) και σε αυτές επενδύουν τα προνόμιά τους, η χώρα εξακολουθεί να ταλαιπωρείται από αδιαφανή εξωτερικά και εσωτερικά κέντρα και παράκεντρα εξουσίας. Αυτά, μέσω εθελόδουλων ηγετικών κυκλωμάτων αλλά και τμημάτων λαού, οδήγησαν την πατρίδα στην τραγική σημερινή κατάσταση, όπου συντελείται έγκλημα κοινωνικής «γενοκτονίας», με περίπου 30% άνεργους γενικά και 50% νέους, εκ των οποίων δεκάδες χιλιάδες αναζητούν τύχη σε ξένες χώρες· όπου η αφαίμαξη εγκεφάλων έχει αναχθεί σε υψηλή τέχνη και επιστήμη, με δραματική δημογραφική συρρίκνωση, με περίπου 40% αύξηση των αυτοκτονιών σε μια διετία, με πρωτοφανή κοινωνικό κατακερματισμό, με κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας, των ναρκωτικών και άλλων δραματικών προβλημάτων, που έχουν σοβαρά διαρρήξει τον κοινωνικό ιστό. Kαι δυστυχώς, ακόμη και η ελπίδα έχει εισαχθεί στο χρηματιστήριο της κερδοσκοπικής φαυλότητας. Από την άλλη, τα κομματικά έως τώρα ηγετικά κυκλώματα, υπό την υψηλή κηδεμονία διεθνών παραγόντων, αντί να έχουν συνειδητοποιήσει την τραγικότητα της κατάστασης και να έχουν αγωνιστεί, για να δημιουργήσουν -επιτέλους!- στέρεες υποδομές κοινωνικής συνοχής και κράτους δικαίου για το ξεπέρασμα της κρίσης και για αειφόρο ανάπτυξη, ακολουθούν τις πολύ γνωστές μεθόδους αποπροσανατολισμού και εξαπάτησης του λαού, οι οποίες θυμίζουν τρεις πασίγνωστες στην Eλλάδα ιστορίες. H μία αφορά ένα ελεύθερο άλογο στον κάμπο, το οποίο προσπαθούσε κάποιος να δαμάσει, αλλά του ξέφευγε. Ώσπου ένα δειλινό, ακούστηκε κάποιος λύκος, το άλογο φοβήθηκε και ο άνθρωπος, εκμεταλλευόμενος την περίσταση, του πρότεινε να το σώσει, οδηγώντας το στο σπίτι του, με την υπόσχεση ότι την άλλη ημέρα, θα το άφηνε ελεύθερο. Tο άλογο, μην έχοντας άλλη επιλογή, δέχθηκε, ο άνθρωπος τού φόρεσε τα χαλινάρια και πήγαν σπίτι, αλλά την άλλη ημέρα, όταν το άλογο του θύμισε την υπόσχεσή του, ο πονηρός φώναξε: «Λύκος-λύκος», και αυτό συνεχίστηκε, έως ότου το άλογο «εθίστηκε»! H άλλη ιστορία αφορά έναν καπετάνιο, που μετέφερε άλογα από την Πόλη στην Kρήτη και είχε ξεμείνει από τρόφιμα. Τα άλογα άρχισαν να χλιμιντρούν πεινασμένα και να κινούνται απειλητικά, οπότε διέταξε τον σαλπιγκτή να σημάνει συσσίτιο, γιατί γνώριζε -και γνώριζαν και τα άλογα- ότι το σάλπισμα σήμαινε συσσίτιο για όλους. Είχαν εθισθεί στη διαδικασία αυτή και τα άλογα ηρέμησαν, αλλά κάθε φορά που αντιδρούσαν, ο καπετάνιος διέταζε τον σαλπιγκτή να σημάνει συσσίτιο, έως ότου έφθασαν στον προορισμό τους, αλλά πεινασμένα!

H τρίτη ιστορία αφορά έναν φτωχό, αλλά τίμιο και εργατικό μπαλωματή, που τον είχαν ταράξει στους φόρους. Με δεκαμελή οικογένεια να μένει σε ένα δωμάτιο, πήγε στον Xότζα να ζητήσει δικαιοσύνη, παρακαλώντας να τον βοηθήσει να πάρει ένα μεγαλύτερο σπίτι. O Xότζας τον ρώτησε πόσα ζώα είχε στο υπόγειο, και ο μπαλωματής του απάντησε: «Έναν γάιδαρο, ένα γουρούνι, μια κατσίκα και δέκα κότες». Kαι ο Xότζας τον διέταξε να τα πάρει και να τα βάνει στο δωμάτιο που έμεναν, και την άλλη ημέρα να του πει το αποτέλεσμα. Και ο φουκαράς ο μπαλωματής, ξάγρυπνος και αποκαμωμένος, πήγε στον Xότζα και ζήτησε έλεος. Και ο Xότζας τού είπε να βγάνει το γαϊδούρι και να του πει πάλι το αποτέλεσμα. Και ο μπαλωματής του είπε ότι ήταν κάπως καλύτερα. Την άλλη ημέρα, του είπε να βγάνει την κατσίκα κ.ο.κ. και στο τέλος, επανήλθε στα ίδια, χωρίς καμμία βελτίωση!

Aκριβώς οι παραπάνω τρεις ιστορίες αντικατοπτρίζουν την ιστορία της Eλλάδας. Όμως, υπάρχει και η τέταρτη, η σύγχρονη, άγνωστη στους πολλούς ιστορία, η οποία αποτελεί το πιο μεθοδευμένο τέχνασμα, που οι επιτήδειοι κερδοσκόποι χρησιμοποιούν διεθνώς, για να εξασφαλίσουν τα προνόμιά τους: ο τεχνητός «κατακλυσμός» (στρατιωτικός, οικονομικός κ.λπ.), που προκαλεί φοβίες, και οι άνθρωποι πανικοβάλλονται και αγωνίζονται με κάθε μέσο να μπουν σε κάποια «κιβωτό» σωτηρίας! H θεωρία περί της «πυρκαγιάς σε θέατρο» είναι σχετική. Tα ίδια τεχνάσματα οι «πατριώτες» ηγέτες, όσοι τα «έφαγαν μαζί», χρησιμοποιούν και στην περίπτωση του ελληνικού λαού, ένα μεγάλο τμήμα του οποίου έχει εθισθεί ακόμη και στην εθελοδουλεία, ενώ οι ηγεσίες, η μεν πολιτική με τα επαγγελματικά ανταγωνιστικά κομματικά «μαγαζάκια» ψηφοθηρίας και εκμετάλλευσης της πλειοψηφίας, η δε θρησκευτική με την τυπολατρική ορθοδοξία, αλλά όχι πάντα ορθοπραξία, καθώς και οι υπόλοιποι ταγοί -εκτός εξαιρέσεων- ιδιαίτερα των M.M.E., εκμαυλισμένοι από το στυγνό ανταγωνιστικό, ατομικιστικό, υλιστικό σύστημα κοινωνικού αποκλεισμού, έχουν συμβάλλει στο γενικότερο κλίμα ηθικής και κοινωνικής υποδούλωσης, όπου ισχύει του Παλαμά το: «Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ’ τη Xώρα», καθώς και του Bάρναλη το: «Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα».

Eίναι, συνεπώς, υψίστη ώρα και η τελευταία ίσως ευκαιρία, η νέα διακυβέρνηση -με τη συναίνεση και της Αντιπολίτευσης στα εθνικά θέματα- εκμεταλλευόμενη το βελτιωμένο εθνικά κλίμα στο εξωτερικό μετά τις επισκέψεις του Πρωθυπουργού και την αξιοποίηση άφθαρτων, αδιάφθορων και διεθνούς κύρους προσωπικοτήτων με την απαραίτητη τεχνογνωσία στον τομέα τους, να αποδείξει στο λαό και στους εταίρους, ότι έχει μάθει από τα παθήματα και έχει την πατριωτική ευαισθησία και πολιτική βούληση, χωρίς συμπλέγματα ηττοπάθειας, εθελοτυφλισμού και εθελοδουλείας, να τολμήσει να οδηγήσει τους υπεύθυνους της διαφθοράς στη Δικαιοσύνη, για να πεισθούν όλοι ότι -επιτέλους!- υπάρχει κράτος δικαίου στην Eλλάδα· να ανα-διαπραγματευθεί τους όρους του Mνημονίου, προβάλλοντας σαν σημαία το άρθρο I, §α, του Καταστατικού του Δ.N.T., που αναφέρει επί λέξει: «Σκοπός του Tαμείου είναι να δημιουργεί εμπιστοσύνη στα μέλη του, διαθέτοντάς τους προσωρινά τους γενικούς πόρους του Tαμείου υπό επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να τους δίνει την ευκαιρία να διορθώσουν ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών τους, χωρίς να καταφεύγουν σε μέτρα που είναι καταστροφικά για την εθνική ή διεθνή ευημερία» [αν το είχε επικαλεσθεί από την αρχή η τότε Κυβέρνηση, η Διοίκηση του Δ.N.T. θα είχε επιδείξει άλλο πνεύμα συνεργασίας…, αλλά δεν είναι αργά], και να διεκδικήσει τα ελληνικά δίκαια, όσον αφορά τα εθνικά θέματα, για να σηκώσει την Eλλάδα «λίγο ψηλότερα»!

Οκτ 12
18

Από τόν πάντα επίκαιρο λόγο τού Μεγάλου Βασιλείου

(Εκδ. Μερετάκη, Επιμέλεια Παναγ. Χρήστου, Μετάφραση :Ψευτογκάς)

Επειδή ο προφήτης ήθελε νά περιγράψη μέ τόν λόγο του, εκείνον πού πρόκειται νά βαδίση τήν σταθερή ζωή, απαρίθμησε μεταξύ τών κατορθωμάτων καί τό εξής: «Νά μή δανείζη τά χρήματά του μέ τόκο». Σέ πολλά μέρη τής Γραφής κατηγορείται η αμαρτία αυτή. Καί ο Ιεζεκιήλ τοποθετεί μεταξύ τών μεγάλων κακών τό νά παίρνη κανείς τόκο καί πλεόνασμα, καί ο νόμος απαγορεύει κατηγορηματικά: «Ουκ εκτοκιείς τώ αδελφώ σου καί τώ πλησίον σου». Καί πάλι λέγει: «Δόλος επί δόλω, καί τόκος επί τόκω». Αλλά καί γιά τήν πόλη πού είναι πλούσια σέ πλήθος αμαρτιών τί λέει ο Ψαλμός; «Ουκ εξέλιπεν εκ τών πλατειών αυτής τόκος καί δόλος». Καί τώρα ως χαρακτηριστικό τής τελείωσης τού ανθρώπου ο προφήτης θεώρησε αυτό τό ίδιο λέγοντας: «Τό αργύριον αυτού ουκ έδωκεν επί τόκω». Πράγματι κρύβει υπερβολική απανθρωπιά, ο μέν ένας νά στερήται καί τά απαραίτητα γιά τήν ζωή καί νά ζητάη δάνειο γιά νά παρηγορηθή στήν ζωή του, ο δέ άλλος νά μήν αρκήται στό κεφάλαιο, αλλά νά επινοή νέα κέρδη γιά τόν εαυτό του από τίς συμφορές τού φτωχού καί νά συνάγη πλούτο. Ο Κύριος, λοιπόν, σαφέστατα μάς διατάσσει λέγοντας: «Καί τόν θέλοντα από σού δανείσασθαι, μή αποστραφής». Ο φιλάργυρος όμως ενώ βλέπει κάποιον άνδρα νά λυγίζη από τήν ανάγκη, νά τόν ικετεύη μπροστά στά πόδια του, νά κάνη κάθε τι ταπεινό, νά λέγη τό πάν, δέν τόν ελεεί παρ’ όλον ότι κάνει πράξεις αναξιοπρεπείς δέν σκέπτεται τήν φύση του, δέν υποχωρεί στίς ικεσίες, αλλά παραμένει άκαμπτος καί αμείλικτος, δέν υποχωρεί στίς παρακλήσεις, δέν λυγίζει στά δάκρυα, επιμένει στήν άρνηση καί ορκίζεται καί καταριέται τόν εαυτό του ότι βρίσκεται σέ παντελή έλλειψη χρημάτων καί ψάχνει καί αυτός, δήθεν, μήπως βρή κάποιον από τούς δανειστές καί βεβαιώνει μέ όρκους τό ψέμα του, αποκτώντας ως πρόσθετο κακό εμπόρευμα τής απανθρωπιάς τήν επιορκία. Όταν όμως εκείνος πού ζητάει τό δάνειο υπενθυμίση τούς τόκους πού θά πληρώση καί μιλήση γιά υποθήκες, τότε ο δανειστήςκατεβάζει τά φρύδια του καί χαμογελάει καί ίσως τότε νά θυμηθή κάποια πατρική φιλία καί νά αποκαλέση τόν έχοντα τήν ανάγκη γνώριμο καί φίλο. «Θά δούμε, λέει, εάν έχω κάπου φυλαγμένα χρήματα. Υπάρχει κάποια παρακαταθήκη ενός φίλου μου άνδρα, ο οποίος μού τήν παρέδωσε γιά νά τήν τοκίσω. Αλλά εκείνος, βέβαια, όρισε βαρείς τόκους γι’ αυτό εγώ όμως θά τούς ελαττώσω κατά τι καί θά σού τά δώσω μέ χαμηλότερο τόκο». Μέ τέτοια φτιαχτά λόγια καί μέ τέτοιες κολακείες ξεγελά τόν ταλαίπωρο, δεσμεύοντάς τον μέ γραμμάτια, καί εκτός από τήν φτώχεια πού τόν κατατυραννεί, αφού αφαιρέσει επί πλέον καί τήν ελευθερία τού ανδρός, φεύγει. Διότι εκείνος πού κατέστησε τόν εαυτό του υπεύθυνο σέ τόκους τούς οποίους δέν είναι σέ θέση νά πληρώση, έγινε δούλος μέ τήν θέλησή του σέ όλη του τήν ζωή. Πές μου, χρήματα καί κέρδη ζητάς από τόν φτωχό; Αλλά, εάν μπορούσε νά σέ κάνη πλουσιότερο, γιά ποιό λόγο νά ζητά νά έρθη στήν θύρα σου; Ήρθε γιά νά βρή σύμμαχο καί βρήκε εχθρό. Ζητούσε αντίδοτο καί πέτυχε δηλητήριο. Αφού δέ ο πτωχός λάβη τά δανεικά χρήματα, τήν πρώτη μέρα είναι λαμπρός καί χαρούμενος, καί επιχρισμένος μέ ξένο μέταλλο φανερώνει τήν αλλαγή τής ζωής του. Διότι τό τραπέζι είναι γεμάτο, τό ένδυμα πολυτελέστερο, οι δούλοι μέ αλλαγμένη τήν εμφάνιση πρός τό λαμπρότερο, κόλακες, συμποσιαστές, αμέτρητοι κηφήνες στά σπίτια. Όμως καί τά χρήματα σιγά-σιγά φεύγουν, καί ο χρόνος προχωρεί καί αυξάνει συγχρόνως τούς τόκους. Τότε δέν τόν αναπαύουν πλέον ούτε οι νύκτες, ούτε η λαμπρή ημέρα, ούτε ο ευχάριστος ήλιος, αλλά δυσανασχετεί γιά τήν ζωή, μισεί τίς ημέρες, διότι τόν οδηγούν πρός τήν προθεσμία, φοβάται τούς μήνες, διότι είναι πατέρες τών τόκων. Καί όταν ακόμη κοιμάται, βλέπει στόν ύπνο του τόν δανειστή νά στέκη πάνω από τό κεφάλι του σάν κακό όνειρο. «Πίνε ύδατα από τών σών αγγείων», δηλαδή, τίς δικές σου αφορμές νά εξετάζης, νά μή βαδίζης σέ ξένες πηγές, αλλά από τά δικά σου λιβάδια νά παρηγορής τόν εαυτό σου στήν ζωή. Έχεις εργαλεία, ένδυμα, ζώον, σκεύη παντός είδους; Αυτά νά αποδώσης γιά νά ξεχρεώσης όλα νά προτιμήσης νά τά χάσης, εκτός από τήν ελευθερία σου. Αλλά, λέει, ντρέπομαι νά τά βγάλω σέ δημοπρασία. Τί, λοιπόν, θά κάνης, όταν ύστερα από λίγο άλλος θά τά μεταφέρη καί θά τά ξεγράψη από σένα καί μπρός στά μάτια σου θά τά πουλήση σέ φθηνή τιμή; Μήν βαδίζης σέ ξένες θύρες. Διότι πραγματικά «φρέαρ στενόν τό αλλότριον». Είναι καλύτερο νά παρηγορή κανείς τήν ανάγκη του λίγο λίγο μέ διάφορες επινοήσεις, παρά αφού υψωθή διά μιάς μέ ξένα, ύστερα νά απογυμνωθή από όλα τά υπάρχοντά του. Εάν, λοιπόν, έχης γιά νά τάεπιστρέψης, γιατί τότε δέν ικανοποιείς τήν παρούσα ανάγκη μέ αυτά πού έχεις; Εάν όμως δέν έχης πόρους γιά νά πληρώσης τό χρέος σου, θεραπεύεις τό κακό μέ τό κακό. Νά μήν καταδεχθής νά σέ πολιορκή δανειστής. Νά μήν ανεχθής νά σέ αναζητούν καί νά ψάχνουν τά ίχνη σου σάν κάποιο άλλο θήραμα. Τό δάνειο είναι αρχή ψεύδους. Είναι αφορμή αχαριστίας, αγνωμοσύνης, επιορκίας. Άλλα λέει ο δανειζόμενος καί άλλα ο δανειστής. Εάν, λοιπόν, είναι φίλος ο δανειστής, μή βλάψης τήν φιλία εάν είναι εχθρός, μήν πέσης στά χέρια τού εχθρού. Αφού χαρής λίγο μέ τά ξένα, ύστερα θά χάσης καί τά πατρικά. Φτωχός είσαι τώρα, αλλά ελεύθερος. Μέ τό νά δανεισθής όχι μόνο δέν γίνεσαι πλούσιος, αλλά χάνεις καί τήν ελευθερία σου. Δούλος τού δανειστή είναι ο δανειζόμενος καί μάλιστα δούλος μισθωτός πού φέρνει σέ πέρας κατ’ ανάγκην τήν υπηρεσία του. Διότι τό δάνειο δέν σέ απαλλάσσει εντελώς, αλλά δίνει μικρή αναβολή στήν αμηχανία σου. Άς υποφέρουμε σήμερα τίς δυσκολίες τής στέρησης καί μήν τίς φορτώσουμε στό αύριο. Εάν δέν δανεισθής θά είσαι τό ίδιο φτωχός καί σήμερα καί στό μέλλον εάν όμως δανεισθής θά βασανίζεσαι σκληρότερα, διότι ο τόκος θά σού αυξήση τήν φτώχεια. Καί τώρα μέν κανείς δέν σέ κατηγορεί πού είσαι φτωχός, διότι τό κακό ήρθε χωρίς τήν θέλησή σου εάν όμως καταστής υπεύθυνος γιά τόκους, δέν υπάρχει κανείς πού δέν θά σέ κατηγορήση γιά τήν απερισκεψία σου. Δέν προξενεί καμμιά ντροπή η φτώχεια. Γιατί, λοιπόν, νά προσθέτουμε στούς εαυτούς μας τούς ονειδισμούς εξ αιτίας τού χρέους; Κανείς δέν θεραπεύει τά τραύματα μέ τραύμα, ούτε γιατρεύει τό κακό μέ τό κακό, ούτε επανορθώνει τήν φτώχεια μέ τούς τόκους. Πλούσιος είσαι; Μήν δανείζεσαι. Φτωχός είσαι; Μήν δανείζεσαι. Διότι, εάν είσαι ευκατάστατος, δέν έχεις ανάγκη από τό δάνειο εάν τίποτε δέν έχης, δέν θά εξοφλήσης τό δάνειο. Μήν σκέπτεσαι γιά τήν ζωή μέ υστεροβουλία, μήπως τότε μακαρίσης τίς πρίν τό δάνειο ημέρες. Σέ ένα πράγμα διαφέρουμε οι φτωχοί από τούς πλούσιους, στήν ξεγνοιασιά. Καί τούς κοροϊδεύουμε, όταν ξαγρυπνούν, ενώ οι ίδιοι κοιμόμαστε. Καί όταν αυτοί πιέζονται πάντοτε από μέριμνες καί φροντίδες, εμείς είμαστε αμέριμνοι καί ήσυχοι. Διότι εκείνος πού χρωστάει καί φτωχός είναι καί πολλές φροντίδες έχει άυπνος είναι τήν νύχτα, άυπνος τήν ημέρα, πάντοτε σκεπτικός. Εάν κτυπήσης τήν θύρα, ο χρεοφειλέτης κρύβεται κάτω από τό κρεββάτι. Μπήκε κάποιος ξαφνικά; Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Γαυγίζει ο σκύλος; Περιλούζεται από τόν ιδρώτα καί καταλαμβάνεται από αγωνία καί κοιτάζει από πού νά φύγη. Όταν πλησιάζη ηπροθεσμία, σκέπτεται τί ψέμα νά πή, μέ ποιά πλαστή πρόφαση νά αποφύγη τόν δανειστή. Διότι, όπως παρουσιάζεται ο πόνος σέ εκείνη πού πρόκειται νά γεννήση, έτσι παρουσιάζεται καί η προθεσμία στόν χρεοφειλέτη. Τόκος επάνω στόν τόκο είναι πονηρό γέννημα πονηρών γονέων. Αυτά νά λές γεννήματα εχιδνών, τά γεννήματα τών τόκων. Ελεύθερος βλέπεις τόν ήλιο. Γιατί φθονείς τήν παρρησία τής ζωής σου; Κανένας πυγμάχος δέν αποφεύγει τόσο τά κτυπήματα τού αντιπάλου του όσο ο χρεοφειλέτης τίς συναντήσεις τού δανειστή, κρύβοντας τήν κεφαλή στήν σκιά τών κιόνων καί τών τοίχων. Πώς, λοιπόν, λέγει, θά συντηρηθώ; Έχεις χέρια, έχεις τέχνη, δούλευε επί μισθώ, νά διακονής. Πολλά μπορείς νά επινοήσης στήν ζωή, πολλές ευκαιρίες υπάρχουν. Δέν μπορείς νά εργασθής; Ζητιάνευε από εκείνους πού έχουν. Αλλά είναι ντροπή νά ζητιανεύης; Αλλά είναι περισσότερο ντροπή νά μήν επιστρέφης τό δανεικό. Πάντως αυτά τά λέω χωρίς νά έχουν κύρος νόμου, αλλά υποδεικνύω ότι όλα είναι πιό υποφερτά από τό δάνειο. Καί όμως δανείζονται όχι εκείνοι πού στερούνται τά αναγκαία (διότι δέν τούς έχουν εμπιστοσύνη), αλλά δανείζονται άνθρωποι, οι οποίοι επιδίδονται σέ άσωτες δαπάνες καί ανωφελείς πολυτέλειες, οι οποίοι έγιναν δούλοι τών γυναικείων απαιτήσεων. Εγώ, λέει, θέλω ένδυμα πολυτελές καί χρυσαφικά, τά παιδιά στολισμένα ενδύματα όπως πρέπει σέ αυτά, αλλά καί οι δούλοι μέ λαμπρές καί ποικίλες στολές, τό τραπέζι μας πλούσιο. Αυτός πού υπηρετεί τέτοιες απαιτήσεις τής γυναίκας έρχεται στόν τραπεζίτη καί προτού χρησιμοποιήση αυτά πού πήρε, αλλάζει τόν έναν δεσπότη κατόπιν τού άλλου, καί αλλάζοντας πάντοτε τούς δανειστές μέ τήν συνέχιση τού κακού αποφεύγει τόν έλεγχο τής φτώχειας. Ώ, πόσους κατέστρεψαν τά ξένα αγαθά; Πόσοι αφού πλούτισαν στό όνειρο, απόλαυσαν σέ υπερβολικό βαθμό τήν δυστυχία; Αλλά, λέει, ότι πολλοί πλούτισαν από τά δάνεια. Νομίζω όμως ότι οι περισσότεροι κρεμάσθηκαν. Εσύ βλέπεις μέν εκείνους πού πλούτισαν, δέν μετράς όμως εκείνους πού αυτοκτόνησαν, οι οποίοι, επειδή δέν υπέφεραν τήν ντροπή νά τούς ζητούν τά χρέη, προτίμησαν τόν δι’ αγχόνης θάνατο από μιά ζωή ντροπής. Εγώ είδα αξιοθρήνητο θέαμα, παιδιά ελεύθερα νά σύρονται γιά νά πουληθούν πρός εξόφληση τών πατρικών χρεών. Δέν έχεις χρήματα γιά νά αφήσης στά παιδιά σου; Μήν τούς αφαιρής τήν ευγένεια. Ένα τουλάχιστον κράτησε γιά αυτούς τό κτήμα τής ελευθερίας, τήν παρακαταθήκη πού παρέλαβες από τούς γονείς σου. Κανείς δέν κλήθηκε σέ δικαστήριο γιά τήν φτώχεια τού πατέρα του χρέος όμως

προθεσμία,  σκέπτεται τί ψέμα νά πή,  μέ ποιά πλαστή πρόφαση νά
αποφύγη τόν δανειστή. Διότι, όπως παρουσιάζεται ο πόνος σέ εκείνη
πού πρόκειται νά γεννήση, έτσι παρουσιάζεται καί η προθεσμία στόν
χρεοφειλέτη.
Τόκος επάνω στόν τόκο είναι πονηρό γέννημα πονηρών γονέων.
Αυτά νά λές γεννήματα εχιδνών, τά γεννήματα τών τόκων.
Ελεύθερος βλέπεις τόν ήλιο.  Γιατί φθονείς τήν παρρησία τής ζωής
σου;  Κανένας πυγμάχος δέν αποφεύγει τόσο τά κτυπήματα τού
αντιπάλου του όσο ο χρεοφειλέτης τίς συναντήσεις τού δανειστή,
κρύβοντας τήν κεφαλή στήν σκιά τών κιόνων καί τών τοίχων.
Πώς,  λοιπόν,  λέγει,  θά συντηρηθώ;  Έχεις χέρια,  έχεις τέχνη,
δούλευε επί μισθώ, νά διακονής. Πολλά μπορείς νά επινοήσης στήν
ζωή,  πολλές ευκαιρίες υπάρχουν.  Δέν μπορείς νά εργασθής;
Ζητιάνευε από εκείνους πού έχουν.  Αλλά είναι ντροπή νά
ζητιανεύης;  Αλλά είναι περισσότερο ντροπή νά μήν επιστρέφης τό
δανεικό.  Πάντως αυτά τά λέω χωρίς νά έχουν κύρος νόμου,  αλλά
υποδεικνύω ότι όλα είναι πιό υποφερτά από τό δάνειο.
Καί όμως δανείζονται όχι εκείνοι πού στερούνται τά αναγκαία  (διότι
δέν τούς έχουν εμπιστοσύνη), αλλά δανείζονται άνθρωποι, οι οποίοι
επιδίδονται σέ άσωτες δαπάνες καί ανωφελείς πολυτέλειες, οι οποίοι
έγιναν δούλοι τών γυναικείων απαιτήσεων. Εγώ, λέει, θέλω ένδυμα
πολυτελές καί χρυσαφικά,  τά παιδιά στολισμένα ενδύματα όπως
πρέπει σέ αυτά, αλλά καί οι δούλοι μέ λαμπρές καί ποικίλες στολές,
τό τραπέζι μας πλούσιο. Αυτός πού υπηρετεί τέτοιες απαιτήσεις τής
γυναίκας έρχεται στόν τραπεζίτη καί προτού χρησιμοποιήση αυτά
πού πήρε,  αλλάζει τόν έναν δεσπότη κατόπιν τού άλλου,  καί
αλλάζοντας πάντοτε τούς δανειστές μέ τήν συνέχιση τού κακού
αποφεύγει τόν έλεγχο τής φτώχειας.
Ώ, πόσους κατέστρεψαν τά ξένα αγαθά; Πόσοι αφού πλούτισαν στό
όνειρο, απόλαυσαν σέ υπερβολικό βαθμό τήν δυστυχία; Αλλά, λέει,
ότι πολλοί πλούτισαν από τά δάνεια.  Νομίζω όμως ότι οι
περισσότεροι κρεμάσθηκαν.  Εσύ βλέπεις μέν εκείνους πού
πλούτισαν, δέν μετράς όμως εκείνους πού αυτοκτόνησαν, οι οποίοι,
επειδή δέν υπέφεραν τήν ντροπή νά τούς ζητούν τά χρέη,
προτίμησαν τόν δι’ αγχόνης θάνατο από μιά ζωή ντροπής.
Εγώ είδα αξιοθρήνητο θέαμα,  παιδιά ελεύθερα νά σύρονται γιά νά
πουληθούν πρός εξόφληση τών πατρικών χρεών. Δέν έχεις χρήματα
γιά νά αφήσης στά παιδιά σου; Μήν τούς αφαιρής τήν ευγένεια. Ένα
τουλάχιστον κράτησε γιά αυτούς τό κτήμα τής ελευθερίας,  τήν
παρακαταθήκη πού παρέλαβες από τούς γονείς σου.  Κανείς δέν
κλήθηκε σέ δικαστήριο γιά τήν φτώχεια τού πατέρα του χρέος όμως

προθεσμία,  σκέπτεται τί ψέμα νά πή,  μέ ποιά πλαστή πρόφαση νάαποφύγη τόν δανειστή. Διότι, όπως παρουσιάζεται ο πόνος σέ εκείνηπού πρόκειται νά γεννήση, έτσι παρουσιάζεται καί η προθεσμία στόνχρεοφειλέτη. Τόκος επάνω στόν τόκο είναι πονηρό γέννημα πονηρών γονέων. Αυτά νά λές γεννήματα εχιδνών, τά γεννήματα τών τόκων.  Ελεύθερος βλέπεις τόν ήλιο.  Γιατί φθονείς τήν παρρησία τής ζωήςσου;  Κανένας πυγμάχος δέν αποφεύγει τόσο τά κτυπήματα τούαντιπάλου του όσο ο χρεοφειλέτης τίς συναντήσεις τού δανειστή, κρύβοντας τήν κεφαλή στήν σκιά τών κιόνων καί τών τοίχων.  Πώς,  λοιπόν,  λέγει,  θά συντηρηθώ;  Έχεις χέρια,  έχεις τέχνη, δούλευε επί μισθώ, νά διακονής. Πολλά μπορείς νά επινοήσης στήνζωή,  πολλές ευκαιρίες υπάρχουν.  Δέν μπορείς νά εργασθής; Ζητιάνευε από εκείνους πού έχουν.  Αλλά είναι ντροπή νάζητιανεύης;  Αλλά είναι περισσότερο ντροπή νά μήν επιστρέφης τόδανεικό.  Πάντως αυτά τά λέω χωρίς νά έχουν κύρος νόμου,  αλλάυποδεικνύω ότι όλα είναι πιό υποφερτά από τό δάνειο.  Καί όμως δανείζονται όχι εκείνοι πού στερούνται τά αναγκαία  (διότιδέν τούς έχουν εμπιστοσύνη), αλλά δανείζονται άνθρωποι, οι οποίοιεπιδίδονται σέ άσωτες δαπάνες καί ανωφελείς πολυτέλειες, οι οποίοιέγιναν δούλοι τών γυναικείων απαιτήσεων. Εγώ, λέει, θέλω ένδυμαπολυτελές καί χρυσαφικά,  τά παιδιά στολισμένα ενδύματα όπωςπρέπει σέ αυτά, αλλά καί οι δούλοι μέ λαμπρές καί ποικίλες στολές, τό τραπέζι μας πλούσιο. Αυτός πού υπηρετεί τέτοιες απαιτήσεις τήςγυναίκας έρχεται στόν τραπεζίτη καί προτού χρησιμοποιήση αυτάπού πήρε,  αλλάζει τόν έναν δεσπότη κατόπιν τού άλλου,  καίαλλάζοντας πάντοτε τούς δανειστές μέ τήν συνέχιση τού κακούαποφεύγει τόν έλεγχο τής φτώχειας.  Ώ, πόσους κατέστρεψαν τά ξένα αγαθά; Πόσοι αφού πλούτισαν στόόνειρο, απόλαυσαν σέ υπερβολικό βαθμό τήν δυστυχία; Αλλά, λέει, ότι πολλοί πλούτισαν από τά δάνεια.  Νομίζω όμως ότι οιπερισσότεροι κρεμάσθηκαν.  Εσύ βλέπεις μέν εκείνους πούπλούτισαν, δέν μετράς όμως εκείνους πού αυτοκτόνησαν, οι οποίοι, επειδή δέν υπέφεραν τήν ντροπή νά τούς ζητούν τά χρέη, προτίμησαν τόν δι’ αγχόνης θάνατο από μιά ζωή ντροπής.  Εγώ είδα αξιοθρήνητο θέαμα,  παιδιά ελεύθερα νά σύρονται γιά νάπουληθούν πρός εξόφληση τών πατρικών χρεών. Δέν έχεις χρήματαγιά νά αφήσης στά παιδιά σου; Μήν τούς αφαιρής τήν ευγένεια. Ένατουλάχιστον κράτησε γιά αυτούς τό κτήμα τής ελευθερίας,  τήνπαρακαταθήκη πού παρέλαβες από τούς γονείς σου.  Κανείς δένκλήθηκε σέ δικαστήριο γιά τήν φτώχεια τού πατέρα του χρέος όμως πατρικό οδηγεί σέ φυλακή. Μήν αφήσης γραμμάτιο τό οποίο ως κατάρα πατρική φτάνει μέχρι τά παιδιά καί τά εγγόνια. Εάν όμως υπακούατε στόν Κύριο, ποιά η ανάγκη τών λόγων αυτών; Ποιά είναι, λοιπόν, η συμβουλή τού Δεσπότου; «Δανείζετε παρ’ ών ουκ ελπίζετε απολαβείν». Καί τί δάνειο, λέει, είναι αυτό, μέ τό οποίο δέν συνδέεται η ελπίδα τής επιστροφής; Κατανόησε τήν σημασία τού ρητού καί θά θαυμάσης τήν φιλανθρωπία τού νομοθέτη. Όταν πρόκειται νά δώσης χρήματα στόν φτωχό σύμφωνα μέ τήν εντολή τού Κυρίου, αυτό είναι συγχρόνως καί δώρο καί δάνειο. Δώρο μέν διότι δέν ελπίζεις στήν επιστροφή, δάνειο δέ διότι η μεγαλοδωρεά τού Δεσπότη θά πληρώση τό χρέος αντί εκείνου αυτός, ενώ έλαβε λίγα διά μέσου τού φτωχού, θά σού αποδώση πολλά αντί τών λίγων. Διότι, «ο ελεών πτωχόν, δανείζει Θεώ». Δέν θέλεις νά έχης γιά τόν εαυτό σου υπόλογο τόν Δεσπότη τών πάντων γιά τήν εξόφληση; Ή γιατί, εάν κάποιος από τούς πλούσιους τής πόλης σού εγγυηθή τήν εξόφληση γιά άλλους, δέχεσαι τήν εγγύησή του; Τόν Θεό όμως, πού πληρώνει μέ τό παραπάνω γιά τούς φτωχούς, δέν τόν δέχεσαι εγγυητή. Δώσε τό χρήμα σου πού κάθεται άχρηστο, χωρίς νά τό επιβαρύνης μέ τούς τόκους καί θά είναι ωφέλιμο καί γιά τούς δύο.

Του Ι. Ταχού

Δεκάδες είναι τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας κατά του τόκου και του δανεισμού.

Έτσι ο Μέγας Βασίλειος γράφει (Κατά τοκιζόντων, 2): «Ψεύδους αρχή το δανείζεσθαι˙ αχαριστίας αφορμή, αγνωμοσύνης, επιορκίας», και (Κατά τοκιζόντων, 3) «Πλούσιος είσαι; Μη δανείζεσαι. Φτωχός είσαι; Μη δανείζεσαι», και «μην αποκτήσεις πείρα του αλλόκοτου αυτού θηρίου, του τόκου» και (Κατά τοκιζόντων, 5): «Εκατοστολόγοι και δεκατοστολόγοι λέγονται μερικοί, φρικτά και να ακούγονται ονόματα, μηνιαίοι απαιτητητές, σαν τους επιληπτικούς κατά τις περιόδους της Σελήνης επιτίθενται στους φτωχούς, για την πονηρή δόση τους» και (PG 95, 1372B) «σκίσε, άνθρωπε, το άδικο γραμμάτιο, ώστε να λυθεί η αμαρτία. Εξάλειψε την ομολογία των βαρύτατων τόκων». Για τον Μέγα Βασίλειο το να έχουμε κάτι δικό μας στην αδελφότητα «είναι αντίθετο προς την μαρτυρία των Πράξεων περί των πιστευσάντων, όπου αναφέρεται ότι «ουδείς έλεγε ότι είναι εαυτού κάτι εκ των υπαρχόντων αυτού» (Πράξεις 4, 32). Εκείνος λοιπόν που λέγει ότι κάτι είναι ιδικόν του, κατέστησε τον εαυτόν του ξένον από την Εκκλησία του Θεού και από την αγάπη του Κυρίου (Όροι κατ’ επιτομήν, 85).

Για τον άγιο Γρηγόριο Ναζιανζηνό ο τόκος μιαίνει τη γη (Λόγος ιστ’, 18): «Ο δε τόκος και πλεονασμοίς την γην εμίανε». Κατακρίνονται οι «σιτοκάπηλοι» και γενικά όσοι έμποροι καραδοκούν για οικονομικά δύσκολες εποχές, ώστε να αισχροκερδίσουν (Λόγος ιστ΄, 19): «Τι προς ταύτα ερούμεν, οι σιτώναι και σιτοκάπηλοι, οι τηρούντες τας των καιρών δυσκολίας, ίνα εμπορήσωμεν, και ταις αλλοτρίαις συμφοραίς εντρυφήσωμεν».

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης ισχυρίζεται ότι η τοκογλυφία είναι μια μορφή ληστείας και φόνου (Εις τον Εκκλησιαστήν, 3), παρα φύσιν πράγμα που δημιουργήθηκε από τους φιλοχρήματους: «Της πονηράς επινοίας τον τόκων, ην άλλην τις ληστείαν και μιαιφονίαν ονομάσας, ουκ αν αμάρτοι του δέοντος. Ή τι γαρ διαφέρει λαθραίοως εκ τοιχωρυχίας αλλότρια ληισάμενον έχειν, και τω φόνω του παροδεύοντος, δεσπότην εαυτόν των εκείνου ποιείν, ή δια της των τόκων ανάγκης κτάσθαι τα μη προσήκοντα; Ω κακής προσηγορίας! Τόκος όνομα της ληστείας γίνεται. Ω πονηράς συζυγίας, ην η φύσις μεν ουκ εγνώρισεν, η δε των φιλοχρηματούντων νόσος εν τοις αψύχοις εκαινοτόμησεν!» Ο Γρηγόριος προειδοποιεί όσους σκοπεύουν να δανειστούν ότι αρραβωνιάζονται με την πενία με πρόσχημα της ευεργεσίας (Κατά τοκιζόντων, 3): «Ο γαρ έντοκον χρυσόν υποδεχόμενος, αρραβώνα πενίας λαμβάνει εν προσχήματι ευεργεσίας, όλεθρον επεισάγων τη  οικία» και υποστηρίζει ότι ο τοκογλύφος εμπιστεύεται περισσότερο τους ανθρώπους από το Θεό, τον οποίο καθυβρίζει (Κατά τοκιζόντων, 4) καθώς και ότι αν δεν υπήρχε το πλήθος των τοκιστών, δε θα υπήρχε το πλήθος των φτωχών (Κατά τοκιζόντων, 4). Γι’ αυτό προτείνει μόνο τη δωρεά ή το δάνειο δίχως τόκο (Κατά τοκιζόντων, 11): «Εγώ πρώτον μεν το δωρείσθαι κηρύσσω και παραγγέλλω. Έπειτα και το δανείζειν παρακαλώ. Ποιείν δε τούτο μη μετά τόκων μηδέ πλεονασμών. Ομοίως γαρ ένοχος τιμωρία, και ο μη διδούς δάνεισμα, και ο μετά τόκων διδούς».

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεάς υπενθυμίζει (Στρωματείς, 2, 18): «Ο νόμος απαγορεύει αδελφώ δανείζειν˙ (αδελφόν ονομάζων ου μόνον τον εκ των αυτών φύντα γονέων, αλλά και ος αν ομόφυλος ή ομογνώμων τε και του αυτού λόγου κεκοινωνηκώς), ου δικαιών εκλέγειν τόκους επί χρήμασιν».

Ο όσιος αββάς Παμβώ λέει ότι το ιμάτιο του μοναχού πρέπει να είναι τέτοιας αξίας, ώστε κι αν το αφήσει έξω απ’ το κελί του για τρεις μέρες, να μην το πάρει κανείς (Αποφθέγματα, 6)

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (325 μ.Χ.) ορίζει (κανών ΙΖ’) ότι αν κανείς κληρικός λαμβάνει τόκους, πρέπει να καθαιρεθεί και «αλλότριος του κανόνος έσται».

Η Σύνοδος της Αντιοχείας (341 μ.Χ.) ορίζει κανόνα (25ος) που προβλέπει πειθαρχικές ποινές για όσους επίσκοπους χρησιμοποιεί την τοπική εκκλησιαστική περιουσία ως δική του, πέρα από τα απαραίτητα για την συντήρησή του.

Ο Μέγας Αντώνιος (Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Συγγραφέων, τ. 40, 36, 23) προτρέπει στο δανεισμό δίχως τόκο.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, ενώ κηρύσσουν την κοινοκτημοσύνη και την ακτημοσύνη, βρίσκονται μακριά από κάθε αλλοπρόσαλλο μίσος κατά του κόσμου, της ύλης και του χρήματος. Ο πλούτος είναι ένα εργαλείο, ένα μέσο. Αν χρησιμοποιηθεί καλά, κι όχι ως αυτοσκοπός, τότε υπάρχει όφελος για τους ανθρώπους. Αν όχι, φταίει η κακή χρήση του. «Δεν είναι ο πλούτος, και το χρυσάφι και ο άργυρος του διαβόλου, καθώς νομίζουν μερικοί. Και φανερά δια του προφήτου λέγει ο Θεός «δικό μου είναι το χρυσάφι και ο άργυρος» (Αγγαίος, β΄, 9)» (άγιου Κύριλλου Ιεροσολύμων, Κατηχήσεις, 8, 6), ενώ ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος γράφει: «Ο πλούτος δεν είναι κακό, αν χρησιμοποιείται όπως πρέπει» (Ομιλία Εις τας Πράξεις των Αποστόλων, 1) και ο Μέγας Βασίλειος (PG 95, 1465A): «Ο πλούτος δεν είναι ζηλευτός για τον πλούτο. Ούτε το αξίωμα για το ίδιο το αξίωμα. Αλλά είναι και τα δύο όργανα για την αρετή, για αυτούς που τα χρησιμοποιούν καλά. Δεν έχουν από μόνα τους κάτι το καλό. Αυτός, λοιπόν, που χρησιμοποιεί λανθασμένα τον πλούτο, είναι ελεεινός, και μοιάζει με κάποιον στρατιώτη που ενώ του δόθηκε το ξίφος για την άμυνα στον πόλεμο, αυτός τραυματίστηκε εκούσια με αυτό. Εάν όμως χρησιμοποιηθεί ο πλούτος καλά, σύμφωνα με τον ορθό λόγο, επαινείται και αγαπάται ο χρήστης του και δίκαιος είναι για τον κοινωνικό και φιλάδελφο τρόπο συμπεριφοράς του».

Οι Νεοπαγανιστές προκειμένου να πείσουν ότι ο Χριστιανισμός εδραιώνει τον καπιταλισμό ισχυρίζονται ότι η παραβολή των ταλάντων (Κατά Μάρκον, 25, 14-30)  δείχνει τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού. Θα ήταν παράλογο να ισχυριστεί οποιοσδήποτε ότι οι Νεοπαγανιστές γνωρίζουν καλύτερα από τους Χριστιανούς την ερμηνεία των παραβολών των Ευαγγελίων. Οι παραβολές αφορούν τον Χριστό και κανέναν άλλο και είναι συμβολικές. Στη συγκεκριμένη παραβολή τα τάλαντα συμβολίζουν τα χαρίσματα που έχει κανείς από τον Θεό. Σύμφωνα με  την παραβολή (24-30), ο δούλος που έκρυψε το τάλαντο στη γη, τιμωρείται και αυτό του αφαιρείται. Το κρύψιμο του ταλάντου στη γη είναι η πλήρης αχρησία του από τον κάτοχό του. Δηλαδή, αυτός που ενώ του δόθηκε ένα χάρισμα, δεν το καλλιέργησε (προς όφελος των συνανθρώπων του, πάντα) αλλά το άφησε ανεκμετάλλευτο, τιμωρείται. Γιατί το να μην κάνεις καλό ενώ θα μπορούσες (μέσω του «ταλάντου») ισοδυναμεί με το να κάνεις κακό. Αυτό είναι πολύ λογικό, όπως το να μη βοηθάς κάποιον που κινδυνεύει με πνιγμό και να προσπερνάς αδιάφορος ισοδυναμεί με το να τον πνίγεις εσύ, να γίνεσαι συνυπαίτιος. Όταν ο Χριστός λέει του δούλου (στίχ. 27) ότι θα μπορούσε τουλάχιστον να βάλει το τάλαντο στην τράπεζα, εννοεί ότι θα μπορούσε να το καλλιεργήσει έστω και ελάχιστα.

Θεωρούν οι «ερμηνευτές» Παγανιστές, ότι η απόφαση του άρχοντα να δώσει το αφαιρεθέν τάλαντο σ’ αυτόν που είχε κερδίσει τα πιο πολλά συνιστά υπόδειξη του «τρόπου λειτουργίας του καπιταλισμού». Πάλι κάνουν λάθος. Τα «τάλαντα» είχαν δοθεί στον καθένα δίχως αυτός να τα αξίζει ή να τα δικαιούται. Επομένως ήταν ο κύριος των ταλάντων, που είχε το δικαίωμα να διαλέξει σε ποιον θα δώσει αρχικά 5, και σε ποιον 2. Δηλαδή είναι ο Θεός που διαλέγει σε ποιον θα δώσει τα πολλά χαρίσματα. Κι αυτός είναι ο πλέον κατάλληλος, οπότε πρέπει να τιμηθεί αντίστοιχα περισσότερο από τους άλλους (που κι αυτοί τιμώνται ανάλογα με την καλλιέργεια όσων χαρισμάτων έλαβαν). Η παραβολή είναι καθαρά συμβολική. Η επιστροφή του ιδιοκτήτη έπειτα «από πολύ χρόνο» (στ. 19) συμβολίζει τη Δευτέρα Παρουσία και την Κρίση. Αν κάποιοι αυτήν την παραβολή επιθυμούν να την ερμηνεύουν αλλιώς, δικαίωμά τους, αλλά οφείλουν να γνωρίζουν ότι η ερμηνεία τους ούτε είναι η ερμηνεία του Χριστιανισμού (πολύ θα το ‘θελαν αυτό) ούτε και η σωστή, διότι απλούστατα πρώτον τότε δεν υπήρχε κανένα καπιταλιστικό σύστημα και δεύτερον, διότι ο πολιτισμός της Ρωμανίας (Βυζαντίου) και το οικονομικό της σύστημα μόνο καπιταλισμό δεν θυμίζουν. Το αντίθετο μάλιστα, θα έλεγε κανείς πως το οικονομικό σύστημα της Ορθόδοξης Ρωμανίας θυμίζει σοσιαλισμό.

Το οικονομικό σύστημα του Ορθόδοξου Βυζαντίου

Ο μεγαλύτερος βυζαντινολόγος του 20ού αιώνα, ο Ράνσιμαν, παρουσιάζει τις πτυχές της οικονομικής οργάνωσης στην Ρωμανία (η οποία, σύμφωνα με τους αλλοπρόσαλλους «ερμηνευτές» του Κατά Μάρκον 25, 14-30, θα έπρεπε να έχει καπιταλιστικό σύστημα, ερμηνεύοντας όπως οι Νεοπαγανιστές την παραβολή). Ας δούμε τι λέει (Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας):

«Το Βυζάντιο κατηγορήθηκε ότι ήταν ο παράδεισος των μονοπωλιακών προνομίων και του παρεμβατισμού. Η κατηγορία δεν είναι τελείως ανακριβής. Ο παρεμβατισμός ήταν, χωρίς αμφιβολία, το βυζαντινό ιδεώδες» (Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, σ. 195).

«Κάθε βιομηχανία είχε τη δική της συντεχνία και κανένας δεν μπορούσε να ανήκει σε δύο συντεχνίες συγχρόνως. Η συντεχνία όριζε τον πρόεδρό της, και το διορισμό του έπρεπε πιθανόν να τον εγκρίνει ο έπαρχος. Η συντεχνία αγόραζε συλλογικά τις πρώτες ύλες που χρειάζονταν για τη βιομηχανία της και τις μοίραζε στα μέλη της, που πουλούσαν τα είδη που έφτιαχναν σε ορισμένο δημόσιο χώρο και με κέρδη καθορισμένα από το γραφείο του επάρχου. Καθορισμένες επίσης ήταν οι ώρες εργασίας, καθώς και οι μισθοί των εργατών. Απαγορευόταν αυστηρά να αγοράζει κανείς μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων και να τις πουλάει λιανικώς στην στιγμή που τον εσύμφερε. Τους αρτοποιούς και τους κρεοπώλες, που από την αποδοτικότητά τους εξαρτιόταν ο επισιτισμός της Πόλης, τους επιβλέπανε με εξαιρετικά μεγάλη αυστηρότητα και τις τιμές των τροφίμων τις κρατούσαν με τη βία χαμηλά ακόμη και σε εποχές λιμού». (Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, σ. 196-197).

«Ανεργία δεν υπήρχε. Οι εργάτες δεν ήταν δυνατόν να απολυθούν παρά με πολύ μεγάλες δυσκολίες» (Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, σ. 197).

«Το σιτάρι το 960 είχε την ίδια τιμή που είχε και το 1014 (1, 85 χρυσά φράγκα ο μόδιος), όλα όμως τα άλλα είδη ήταν πιθανώς πέντε ή έξι φορές φθηνότερα. Ο Νικηφόρος Α΄ προσπάθησε να κρατήσει χαμηλά τις τιμές, περιορίζοντας την ποσότητα του νομίσματος που κυκλοφορούσε» (Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, σ. 199).

«Από τον Κωνσταντίνο Α΄ ως τον Νικηφόρο Βοτανειάτη, περισσότερο από έξι αιώνες, το νόμισμα διατήρησε αμείωτη την αξία του» (Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, σ. 198).

«Το σύστημα αυτό διατηρήθηκε όσον καιρό υπήρχε η Αυτοκρατορία. Εξασφάλιζε τα συμφέροντα των καταναλωτών και άφηνε και ένα σχετικό κέρδος στους εμπόρους, χωρίς ωστόσο να τους επιτρέπει ποτέ να κάνουν περιουσία, κι αυτό δεν ήταν ενθαρρυντικό για τις επιχειρήσεις» (Βυζαντινός πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας, σ. 199).

Αυτός ήταν ο καπιταλισμός, του οποίου δεκανίκι είναι ο Χριστιανισμός, δηλαδή η Ορθοδοξία. Ένα σύστημα των Ορθόδοξων Ρωμηών, που αποτρέπει την συσσώρευση πλούτου και κατακρίνει αυστηρότατα τον τοκισμό. Αξίζει να θυμίσουμε ότι όσους αιώνες η Ρωμανία ήταν ισχυρή, αυτό το όφειλε στους ελεύθερους γεωργούς, οι οποίοι αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του στρατού της. Πράγματι, οι νομοθεσίες των Ισαύρων και των Μακεδόνων Αυτοκρατόρων μας, απέτρεπαν τη συσσώρευση γης από τους Δυνατούς, έδιναν φορολογικές ελαφρύνσεις στους ελεύθερους γεωργούς. Είναι αλήθεια ότι προς το τέλος (λίγο πριν το 1204) υπήρξε εμφάνιση του φεουδαλισμού και στη Ρωμανία. Αλλά αυτό έγινε κυρίως υπό την επίδραση της Δύσης και του κυρίαρχου σ’ αυτήν τότε οικονομικού μοντέλου. Ως και την εποχή της απελευθέρωσης της Πόλης (1261) η δυναστεία του Λάσκαρη ευνοούσε τους μικροκαλλιεργητές.

Το βυζαντινό πρότυπο, όπως και να ‘χει, ήταν αυτό των συντεχνιών, και της ύπαρξης ελεύθερων γεωργών. Κανέναν «καπιταλισμό» δεν δημιούργησε η Ορθοδοξία, το αντίθετο, το φιλάνθρωπο πνεύμα της δημιούργησε έναν πολιτισμό που απέτρεπε την πλεονεξία των εμπόρων, των δυνατών και ακόμη σε εποχές λιμού κρατούσε τις τιμές χαμηλές. Να τονίσουμε ότι η αστική τάξη της Γαλλίας, το 1791, με νόμο του τέκτονα Λε Σαπελιέ, διέλυσε τις συντεχνίες και απαγόρευε κάθε συνδικαλιστική δραστηριότητα. Βλέπουμε ποιοι και πώς δημιούργησαν τον καπιταλισμό. Οι αιρετικοί Προτεστάντες και οι Διαφωτιστές αστοί. Ωστόστο για τους Νεοέλληνες αντιεξουσιαστές της δεκάρας, η Ορθοδοξία/Χριστιανισμός είναι τα δεκανίκια του οικονομικού συστήματος.

Αλλά και αργότερα, κατά την Τουρκοκρατία, ο Ρωμαίικος Ορθόδοξος πολιτισμός προσέφερε άλλο ένα παράδειγμα δίκαιης οικονομικής οργάνωσης. Στο περίφημο έργο του για τα Αμπελάκια ο F. Boulanger σημειώνει: «Η ιδέα της συντροφίας είναι βαθειά ριζωμένη στο πνεύμα των Ελλήνων οι οποίοι είναι ο πλέον προχωρημένος λαός στον τομέα της οργάνωσης της εργασίας˙ μιας οργάνωσης η οποία αποβλέπει να απελευθερώσει τους εργαζόμενους από την μισθωτή εξάρτηση, προστατεύοντας συγχρόνως τα νόμιμα δικαιώματα του κεφαλαίου».

Καμιά κοινωνία δεν είναι τέλεια. Ωστόσο από τη στοχοθεσία του πολιτισμού της μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως μόνο τον καπιταλισμό δεν προώθησε ή γέννησε.

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ ΚΓ΄, 23: «Ουκ εκτοκιείς τω αδελφώ σου τόκον αργυρίου και τόκον βρωμάτων και τόκον παντός πράγματος, ου εάν εκδανείσης.» (=Δε θα δώσεις στον αδελφόν σου δάνειο χρημάτων με τόκο, ούτε θα ζητήσεις τόκο για τα τρόφιμα ή για οτιδήποτε άλλο πράγμα που δάνεισες σ’ αυτόν).

Πράξεις Αποστόλων, 4, 32: «Του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ εις τι των υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ην αυτοίς άπαντα κοινά». (= Και όσοι είχαν πιστέψει ήσαν ομόφρονες και ομόψυχοι και κανείς δεν έλεγε ότι κάτι από τα υπάρχοντά του είναι δικό του, αλλά ήσαν εις αυτούς όλα κοινά).

Φεβ 12
21


Ενα κλασσικό πλεον βιβλίο συγχρονης Πολιτικής Θεολογίας

Ο Ζιζεκ συνομιλεί με τον ιδρυτη του ρεύματος Radical Orthodoxy για θέματα Πολιτικής Φιλοσοφίας Πιστης, Επανάστασης κλπ

Το ρεύμα Radical Orthodoxy συνδιάζει την θεολογική ανησυχία με την Κριτική Θεωρία,τις Μαρξιστικές Σπουδές, την Αποδόμηση. Μάλλον καταλαμβάνει τον χώρο που η κοιμωμένη στις αγκάλες του Ελληνικού Ψευδοκράτους επισημη Ορθοδοξη Θεολογία θα μπορουσε να έχει στην παγκόσμια ιδεοκίνηση.Αλλωστε ο όρος Orthodoxy δεν είναι τυχαίος.

Bernhard-Rypalla

Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Νικολάου Λουδοβίκου

Πρόθυμα θὰ συμφωνούσα με πὼς ἐπείγει τὰ μέγιστα νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἂν εἴμαστε θύματα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ. Ἀπὸ τὸ Μεσαίωνα μέχρι τὸν Beaudelaire, ἀλλὰ καὶ τὸν Edgar Morin καὶ ἄλλους συγχρόνους, ὁ Μοντερνισμός – μὲ «βεβαιότητα καὶ ἀλαζονεία», ὅπως ἔλεγε ὁ Henri Lefevre – ἀνασυνθέτει τὴ δυτικὴ μνήμη κατ’ εἰκόνα του: τί ἄλλο ὑπῆρξαν οἱ Ἀρχαῖοι στὸν καιρό τους, μᾶς λέει, παρὰ νεωτεριστές; Ὁ νεωτερισμὸς εἶναι λοιπὸν τὸ κλειδὶ τῆς Ἱστορίας, δη-λαδὴ αὐτῆς ποὺ ἀποκαλεῖται «νε- ώτερη Ἱστορία», γιὰ χάρη τῆς ὁποίας ὑπῆρξε ἄλλωστε, ἐννο- εῖται, ἡ Ἀναγέννηση, τῆς ὁποίας δημιούργημα εἶναι, μὲ τὴ σειρά της, ἡ ἔννοια τοῦ Μεσαίωνα. Κατόπιν τούτων ἡ Δύση προβαίνει, ex officio, ὡς διεκδικητὴς τοῦ ἐσχάτου νοήμα- τος τῆς Ἱστορίας – εἶναι τυχαῖο ἄραγε πὼς γιὰ ὅλους τοὺς μὴ δυτικοὺς λα- οὺς ὁ ἐκσυγχρονισμὸς ὑπῆρξε ἀνέ- καθεν, ὅπως τὸ παρατηρεῖ ὁ Jacques Le Goff, ἀπολύτως ταυτόσημος μὲ τὸν ἐκδυτικισμό; […] Γεγονὸς εἶναι ὡστόσο πὼς ὁ ἐκσυγχρονισμός / ἐκδυτικισμὸς τῶν ὑπολοίπων χωρῶν δὲν ἐξελίσσεται μὲ τὴν ἴδια αὐτονόητη διαλεκτική. Εἶναι, νομίζω, ἀρκετὰ διαφωτιστικὲς ἐπ’ αὐτοῦ οἱ διακρίσεις ποὺ ἐπιχει- ρεῖ ὁ J. Le Goff μεταξὺ τριῶν τύπων ἐκσυγχρονισμοῦ / ἐκμοντερνισμοῦ / ἐκδυτικισμοῦ. Πρόκειται: α) γιὰ τὸν ἰσορροπημένο ἐκμοντερνισμό, ὅπου ἡ ἐπιτυχὴς διείσδυση τοῦ νεώτερου δὲν κατέστρεψε τὶς ἀξίες τοῦ ἀρχαί- ου ἢ τοῦ παλαιοῦ, ὅπως γιὰ παρά- δειγμα συνέβη στὴν Ἰαπωνία ἢ τὸ Ἰσραήλ, β) τὸν συγκρουσιακὸ ἐκμο- ντερνισμό, ὅπου ἡ τάση πρὸς τὸ νε- ώτερο, ἂν καὶ προσβάλλει μόνο ἕνα τμῆμα τῆς κοινωνίας, δημιουργεῖ σοβαρὲς συγκρούσεις μὲ τὶς παλαιὲς παραδόσεις, ὅπως συνέβη λόγου χάρη στὶς χῶρες τοῦ μουσουλμανι- κοῦ κόσμου, καὶ γ) τὸν διστακτικὸ ἐκμοντερνισμό, ὁ ὁποῖος κάτω ἀπὸ διάφορες μορφὲς ἐπιχειρεῖ μιὰ πρό- χειρη συμφιλίωση νεώτερου καὶ πα- λαιοῦ, μέσῳ ἐπιμέρους ἐπιλογῶν, χωρὶς δυνατότητα ὡστόσο ἐπίτευξης νέων κραταιῶν ἰσορροπιῶν, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει στὸν κόσμο τῆς μαύρης Ἀφρικῆς σήμερα. […] Θεωρῶ τὸν Στέλιο Ράμφο ὡς ἐπικεφαλῆς τὴ στιγμὴ αὐτὴ (2003) στὴν Ἑλλάδα τῆς ἰδεολογίας τοῦ συγκρουσιακοῦ ἐ κ σ υ γ χ ρ ο ν ι – σμοῦ. Ὁ Καημὸς τοῦ Ἑνὸς εἶναι πράγματι ἕνας κῆπος ἐπιλεγμέ- νων καταφορῶν, σ υ γ κ ρ ο ύ σ ε ων καὶ βεβιασμένων ἑρμηνειῶν ποὺ ἀποσκοπεῖ, μα- νιχαϊστικὰ σχε- δόν, στὴν ἄμεση κ α τ α τ ρ ό π ω σ η (πλὴν ὀλίγων στοιχειωδῶν ἐπι- βιωμάτων) τοῦ… ἀρχαίου κακοῦ τῆς Ὀρθόδοξης παράδοσης, ἀπὸ τὸ ἐκσυγχρονι- σμένο καὶ ἀποτε- λεσματικὸ ἀγαθὸ τῆς δυτικῆς θεω- ρίας καὶ πράξης. Ὁ θεολογικὰ πε- παιδευμένος ἀναγνώστης δυσφορεῖ κατὰ συρροὴν παρακολουθώντας τὸν συγγραφέα νὰ ἀνασκολοπίζει μία πρὸς μία θεμελιώδεις θέσεις τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας, ἀδιαφορώ- ντας αὐτονοήτως γιὰ τὸν πνευματικό τους λόγο καὶ βάθος. Ἡ κατασυκο- φάντηση τῆς θείας Εὐχαριστίας ὡς νευρωτικῆς «δοξολογικῆς ἀγκύ- λωσης» (σ. 116) καὶ τῆς θεολογίας τῆς νοερᾶς προσευχῆς ὡς «ἁπλῆς λεκτικῆς ἀναφορᾶς στὸ Θεό» (σ. 235) καθὼς καὶ σύνολης τῆς Ὀρθό- δοξης ἀσκητικῆς (σσ. 245 κ.ἑ.) ὡς ἄρνησης τοῦ πλήρως ἀνθρώπινου ἑαυτοῦ, ἢ τῆς ἐξομολόγησης ὡς Οἱ ἐκδοχὲς τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Νικολάου Λουδοβίκου Π11 «ψυχοθεραπείας τοῦ ὁμαδικοῦ καὶ μὴ ἐξατομικευμένου ἀνθρώπου» (σ. 286), συμπορεύονται ἁρμονικὰ μὲ τὴν καταδίκη τῆς Ὀρθόδοξης Χρι- στολογίας (σ. 106) καὶ Τριαδολογί- ας. Ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια ἔχουν ἐπισημανθεῖ οὕτως ἢ ἄλλως ἀπὸ κριτικοὺς τοῦ βιβλίου, ὅπως καὶ τὰ μεγαλυνάριά του πρὸς Ἀκινάτη καὶ Λούθηρο, διότι αὐτοὶ μετὰ τὸν Αὐγουστίνο προετοίμασαν καὶ θε- μελίωσαν τὴν δυτικὴ μεγάλη ἔξοδο πρὸς τὸ αὐτοσυνείδητο ἄτομο καὶ τὸν ἄκρως δημιουργικὸ κόσμο του, ἐνάντια στὶς παντοειδεῖς θρησκευτι- κο-ἐκκλησιαστικὲς καθηλώσεις. Ἡ Ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης θεολο- γίας στὸ Ράμφο εἶναι σχηματικὴ καὶ δὲν ἀξίζει τὸν κόπο νὰ ληφθεῖ στὰ σοβαρά, ἀφοῦ ὁ συγγραφέας ἔχει προαποφασίσει τὰ κρι- τήριά του καὶ δὲν φαί- νεται νὰ ἐνδιαφέρεται ν’ ἀπομονώσει τὴν παθολογία ἑνὸς πνευ- ματικοῦ μορφώματος ἀπὸ τὸ Εἶναι του. Ἂν ὑπάρχει σήμερα παρ’ ἡμῖν διάχυτος σπιρι- τουαλισμὸς ἢ μονο- φυσιτικὲς μερικεύσεις τοῦ ἀνθρώπινου προ- σώπου αὐτὸ ὀφείλεται ἐν πολλοῖς (καὶ μαζὶ μὲ τὴν ἑλληνικὴ πλατωνί- ζουσα – ὡριγενίζουσα γραμμή) στὴν ἀθρόα εἰσαγωγὴ κριτηρίων, τὰ ὁποῖα αὐτούσια συναντᾶ κανεὶς στὴ Δύση, ἀπὸ τὸν Αὐγου- στίνο καὶ τὸ δυτικὸ Μυστικισμὸ μέχρι τοὺς μεγάλους δυτι- κοὺς θεολόγους τοῦ 20οῦ αἰώνα – πάντως δὲν ἀποτελεῖ ἐγγενὲς χαρακτηριστικὸ τῆς ἑλληνικῆς πατερικῆς γραμματείας. (Αὐτὸ φυσικὰ διόλου δὲν σημαίνει πὼς ἡ δυτικὴ θεολογία εἶναι – ἐξάλ- λου – συλλήβδην καὶ ἐξολοκλήρου κακή. Ἀντιθέτως διαθέτει βαθειὰ καὶ γνήσια ἀναζήτηση τῶν οὐσιωδῶν καὶ ἀξιοζήλευτη συχνὰ ἐπιστημοσύ- νη, καθὼς καὶ ὑπαρξιακὴ συνέπεια – ἄλλωστε οἱ δρόμοι τῆς αὐτοσυ- νειδησίας της διέρχονται ἀφεύκτως πλέον σήμερα καὶ ἀπ’ τὴν Ὀρθό- δοξη παράδοση.) Ἡ ἀπίστευτη ἐπι- πλέον μονομέρεια τῆς ἀνάγνωσης τῆς δυτικῆς θεολογικῆς παράδοσης, στὴν ὁποία ὁ Ράμφος χαρίζει ὁλοθύ- μως ὁλόκληρη τὴν εὔνοιά του, δὲν δημιουργεῖ δυστυχῶς προϋποθέσεις ἀληθινῆς ἐπιστημονικῆς συζήτησης ἐπ’ αὐτῆς. Ὁ συγκρουσιακὸς ἐκσυγ- χρονισμὸς εἶναι πάντοτε ἐπιθετικός· στόχο του ἔχει μᾶλλον τὴ σάρωση τοῦ ἀντιπάλου παρὰ τὴ συζήτηση τῆς ἀλήθειας. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς δὲν ἀξί- ζει τὸν κόπο νὰ ἐμμείνουμε στὴν κα- τάδειξη λαθῶν καὶ διαστρεβλώσεων στὸν Καημὸ τοῦ Ἑνὸς – στόχος τοῦ βιβλίου δὲν εἶναι τόσο ἡ ἀλήθεια ὅσο ἡ ἀνατροπή. Ἂν ἔχει κάτι ση- μασία, θὰ ἦταν ἡ κατάδειξη τῆς ἀτέ- λειας τῶν μέσων ποὺ ὁ συγγραφέας χρησιμοποιεῖ γιὰ τὴν πάσῃ θυσίᾳ ἀνατροπὴ αὐτή, κοντολογίς, τὴν ἀτέ- λεια τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Ράμφου ποὺ προκύπτει λόγῳ τῆς ἐπιλεκτικῆς γνώσης τῆς ἴδιας τῆς μοντερνικότη- τας τὴν ὁποία εὐαγγελίζεται. […] Ἀντιλαμβανόμενος προνεωτε- ρικὰ τὴ δυτικὴ κοινωνία χωρὶς Συμ- βολικὸ καὶ τὸ ἀνθρώπινο Ὑποκεί- μενο χωρὶς Ἀσυνείδητο, ὁ Ράμφος σκηνοθετεῖ, μ’ ἀπροσδόκητη αἰσι- οδοξία, στὴν πραγματικότητα, τὴν ἐλαφρότητα τοῦ ἀμερικανικοῦ ὀνεί- ρου. Ὀνειρεύεται ἕνα ὑποκείμενο σχεδὸν χωρὶς παρελθὸν καὶ χωρὶς βάρος πραγματικῶν σχέσεων, ἕνα ἀβάσταχτα ἐλαφρό, ὑπερβουλητικὸ καὶ ὑπερναρκισσικὸ Εἶναι, μέσα σὲ μιὰ κοινωνία αὐτονόητων ἄμεσων ἀνταποκρίσεων πρὸς τὴν συνοφρυ- ωμένη φαντασιωτική του ἐσώστρο- φη αὐτοπεποίθηση. Ἕνα ὑποκείμενο πού, ἀκριβῶς λόγῳ κενότητας, ἀνα- λαμβάνει διευθυντικὰ τὸ ἄγνωστό του βάρος τῆς Ἱστορίας, κατευθύ- νοντας (στανικῶς) τοὺς πραγματι- κοὺς ἄλλους πρὸς τὸν μόνο θεῖο ἢ ἀνθρώπινο παράδεισο, αὐτὸν τῆς δικῆς του Σημασίας (ποὺ φυσικά, ἐντελῶς ἀθῶα συμπίπτει μακρο- πρόθεσμα μὲ τὸν ἴδιο τὸν Σκοπὸ τῆς Ἱστορίας…). […] Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται ὁ μέ- γας κίνδυνος! Ἡ ἴδια ἡ ὑπόθεση τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ στὴν Ἑλλάδα κιν- δυνεύει νὰ ναυαγήσει, ἂν παρουσι- ασθεῖ μὲ τέτοιου εἴδους (προνεωτε- ρικὰ ἂν ὄχι ὁλοκληρωτικά) θεωρη- τικὰ ἐργαλεῖα. Ἡ παράδοση – Ἑλλη- νικὴ καὶ Χριστιανική – αὐτοῦ τοῦ λαοῦ εἶναι τόσο βαθυσήμαντη καὶ ἄλκιμη, ὥστε εἶναι ἀδύνατο νὰ κα- ταβληθεῖ ἀπὸ ἕναν συγκρουσιακοῦ τύ- που ἐκσυγχρονισμό – ἀντιθέτως τὸ χάσμα μεταξὺ ἐκσυγχρο- νιστῶν καὶ «παραδο- σιακῶν» θὰ βαθαίνει ὅλο καὶ περισσότερο, δυστυχῶς, μέχρι πα- ρανοίας… Ἡ ἑλληνικὴ κοι- νωνία χρειάζεται πράγματι ἐκσυγχρο- νισμό, καὶ μάλιστα θεσμικὸ καὶ γενναῖο – πλὴν ἰσορροπημέ- νο – ἐκσυγχρονισμό. Ὄχι ὅμως διότι ἡ πα- ράδοσή της νοσεῖ, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ ἴδια ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία νοσεῖ, καὶ μάλιστα βαρέως, ὡς πρὸς τὴν σχέση της μὲ τὴν παράδοσή της – ὡς πρὸς τὴν ἐλεύθερη κριτικὴ ἀποδοχὴ καὶ τὴ δημιουργικὴ ἀναχώνευσή της, σὲ βαθὺ διάλογο πρὸς τὰ πραγ- ματικὰ προβλήματα τοῦ σύγχρονου ἄνθρωπου καὶ τὶς γνωστὲς ἀπόπει- ρες ἀντιμετώπισής τους, ὅπου γῆς σήμερα. g Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ὀρθοδοξία καὶ ἐκσυγχρονισμός, ἐκδ. Ἁρμός.

Trillian Petrova

Νϊκου Ξυδάκη

Mια διχογνωμία διατρέχει τον νεότερο ελληνισμό τους δύο τελευταίους αιώνες, απ’ τον καιρό του Ξεσηκωμού του 1821 ώς τις μέρες μας. Ανατολή ή Δύση; Πίσω από το αδρό αυτό δίλημμα στοιχίζονται πολλά συμφέροντα, ιδεασμοί, προκαταλήψεις. Και φυσικά η διχοστασία δεν είναι γεωγραφική· είναι πολιτική, γεωστρατηγική, οικονομική, ταξική, πολιτιστική, πνευματική, ψυχοϊστορική. Στη διπολική αυτή σύγκρουση κατασταλάζει συχνά η αναζήτηση ταυτότητας, διαρκής, κοπιώδης, αγωνιώδης· με ένταση κυμαινόμενη από την αμπελοφιλοσοφία έως τη βαριά συλλογική νεύρωση, κάποτε με χαρακτήρες εμφύλιας σύρραξης· με ποιότητα κυμαινόμενη, από τα υψηλά επιτεύγματα της τέχνης έως την ανταλλαγή ύβρεων και αφορισμών.

Η σοβούσα κρίση δεν κλονίζει μόνο τα σαθρά θεμέλια της κλεπτοκρατούμενης οικονομίας, και του πολιτικού συστήματος που τη διευθύνει· ταυτοχρόνως συνταράσσει τη συλλογική ψυχή, ξυπνάει πρωτόγνωρους φόβους, φόβους ένδειας, μνήμες υποτέλειας και ταπείνωσης, αισθήματα αυτοϋποτίμησης, αγωνία ταυτότητας εντέλει. Οταν η επίσημη Γερμανία αμφισβητεί τη δυνατότητα της Ελλάδας να κυβερνήσει τον εαυτό της, όταν τα λαϊκά ταμπλόιντ του Βορρά περιγράφουν τους Ελληνες σαν τεμπέληδες πονηρούς και κλέφτες, όταν η τραγωδία ταυτίζεται με την παρούσα κατάσταση των Ελλήνων, τότε οι Ελληνες ευλόγως αναρωτιούνται σε ποια Ευρώπη ανήκουν, τι είναι Ευρωπαίος, και, εκτείνοντας τη βάσανο, τι είναι Ελληνας και ελληνισμός.

Από τη βάσανο στα βάσανα. Η ίδια η αναζήτηση ταυτότητας είναι βάσανο, που χαρακτηρίζει κυρίως τα μικρά έθνη, και περισσότερο λαούς με μακρά ιστορία, βαριά παράδοση, αλλά αδύναμη θέση στο παρόν. Χαρακτηρίζει τους Ιρλανδούς, που αναζήτησαν την κέλτικη ρίζα τους κι έφτιαξαν κράτος υπό τη βαριά σκιά του Αγγλοσάξονα γείτονα και δυνάστη. Χαρακτηρίζει τους Εβραίους, που ξανάπλασαν τη γλώσσα τους και έχτισαν κράτος στον 20ό αιώνα, υπό το βάρος περιπλανήσεων και διωγμών. Χαρακτηρίζει και άλλους ανάδελφους, ξεμοναχιασμένους σε γλώσσες και τόπους, σε άλλοτε άλλο βαθμό, λ.χ. τους Σέρβους ή τους Ούγγρους.

Ο Μίλαν Κούντερα, Τσέχος της καφκικής Πράγας αλλά και παραμυθάς όλης της Ευρώπης, το περιγράφει έτσι: «Τα μικρά έθνη δεν είναι έννοια ποσοτική· δηλώνουν μια κατάσταση, ένα πεπρωμένο· τα μικρά έθνη δεν γνωρίζουν την ευτυχή αίσθηση του να βρίσκονται εδώ από πάντα και για πάντα· […] πάντοτε αντιμέτωπα με την αδαή αλαζονεία των μεγάλων, βλέπουν την ύπαρξή τους διαρκώς να απειλείται ή να αμφισβητείται· διότι η ύπαρξή τους είναι πρόβλημα» (P. Casanova, H παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων, εκδ. Πατάκη).

Την Ελλάδα το πεπρωμένο της την έφερε συχνά στο πεδίο όπου πάλευαν οι μεγάλοι. Ποδοπατήθηκε, χωρίς πάντα να φταίει, και χωρίς να μπορεί να το αποφύγει. Η γεωστρατηγική θέση της συχνά απέβαινε κατάρα, αυτή η θέση στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης, Νότου και Βορρά. Η ίδια η γένεση του νεολληνικού κράτους συντελείται πάνω σε έναν μείζονα μετασχηματισμό: ενόσω η Δύση προβάλλει αιχμηρή και επιθετική πάνω στην τηκόμενη, υποχωρούσα Ανατολή. Το υπερδανεισμένο Πρότυπον Βασίλειον καθρέφτιζε περισσότερο τις προσδοκίες των Προστάτιδων Δυνάμεων και λιγότερο τις αντικρουόμενες προσδοκίες του πολύμορφου ελευθερωμένου ελληνισμού. Η αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα σε φραγκοφορεμένους και φουστανελάδες εγκαθιδρύεται από τις πρώτες στιγμές του αγώνα για ελευθερία και υπονομεύει την ίδια την ελευθερία.

Ελλειψη αλληλοκατανόησης, σύγκρουση συμφερόντων, παραδόσεις που αφίστανται: από τη μια, η καταγωγή του μεσαιωνικού ελληνισμού, με γλωσσική και θρησκευτική ενότητα, από την άλλη, ο νεωτερικός εθνικισμός και ο διαφωτισμός, εντόπιοι διά μετακενώσεως. Αγροτοποιμένες, οργανωμένοι σε οικογένειες και κοινότητες· αστοί και έμποροι οργανωμένοι σε συντεχνίες και εταιρείες. Ολοι μαζί συγκρότησαν έθνος· δίγλωσσο, δίβουλο, διχασμένο, που εντούτοις ενώνεται και εκδιπλώνεται συντιθέμενο σε ώρες ανάγκης, και σταδιακά μιλάει την ίδια γλώσσα, αφομοιώνει παλαιότατους Ελληνες πρόσφυγες της Ανατολής, και πλουτίζει απ’ αυτούς, συνθέτει τολμηρά έναν μοντέρνο εαυτό μες στον αιματηρό 20ό αιώνα. Κινούμενοι πάντα αμφίπλευρα: πρόσφυγες εξ Ανατολών, μετανάστες προς Δυσμάς. Μόνο στην 50ετία 1960–2010 παύει η μετανάστευση – αλλά φουντώνει η μετακένωση.

Τώρα; Ο Τζέιμς Τζόις, προικίζει τον ήρωά του Στίβεν Δαίδαλο με τρία όπλα: τη σιωπή, την εξορία και την πονηριά. Τα όπλα και οι κατάρες του Οδυσσέα.