Άρθρα: πιλοτικά σχολεία

  
Τα θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο : Ο διάλογος και η κριτική για το νέο πρόγραμμα σπουδών στα θρησκευτικά δημοτικού και γυμνασίου / Συλλογικό έργο • επιμέλεια Σταύρος Γιαγκάζογλου, Αθανάσιος Νευροκοπλής, Γεώργιος Στριλιγκάς. – 1η έκδ. – Αθήνα : Αρμός, 2013. – 516σ. • 25×17εκ.
Κριτική Παρουσίαση : Γ.Δ. Καπετανάκης 
στο περ. Σύναξη τχ. 128 σελ. 95-97

 Τεύχος 128 Σύναξης:

 

Η νέα εκδοτική προσπάθεια του Αρμού, είναι μια απόπειρα καταγραφής του δημόσιου διάλογου για το χαρακτήρα του ΜτΘ και τη θέση του στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την επιμέλεια τριών θεολόγων της πράξης: ο Σ. Γιαγκάζογλου, μέχρι πρότινος πάρεδρος του Π.Ι. και διδάσκων στο ΕΑΠ, ο Γ. Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Κρήτης και ο Θ. Νευροκοπλής, καθηγητής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, συγκέντρωσαν τα κείμενα αυτά που ακολούθησαν τη δημοσίευση του νέου Προγράμματος Σπουδών για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο.  Τα νέα ΠΠΣ αποτέλεσαν την αφορμή για  δημόσιο διάλογο για το χαρακτήρα  του ΜτΘ στο σύγχρονο σχολείο και ουσιαστικά να λειτουργήσουν ως βότσαλο στα λιμνάζοντα νερά της Θρησκευτικής Αγωγής στο ελληνικό σχολείο.
Καταγράφονται  σε αυτό τον τόμο οι  κοινωνικές τάσεις για το ΜτΘ  αφού τοποθετήθηκαν στον παραγόμενο διάλογο:
ü  Θεσμικά όργανα όπως οι δύο Θεολογικές Σχολές (2013: 391-442), η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος (2013:165, 183-186), η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση των ΠΠΣ (2013: 37-100, 166-174, 205-209), ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος  ΚΑΙΡΟΣ (2013:222-224, 292-300), ο Παγκρήτιος Σύνδεσμος Θεολόγων (2013:155-157) και η Ομάδα Πρωτοβουλίας Πανεπιστημιακών Καθηγητών(2013:488).
ü  Μητροπολίτες της Ελλαδικής εκκλησίας, όπως οι Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος (2013:158-164) Μεσσηνίας Χρυσόστομος, Ναυπάκτου Ιερόθεος, Δημητριάδος Ιγνάτιος  και ο μακαριστός Πρεβέζης Μελέτιος (2013: 315-338)
ü  Πολλοί θεολόγοι και παιδαγωγοί από τους οποίους ενδεικτικά αναφέρω τους καθηγητές του ΕΚΠΑ κ.κ. Δεληκωσταντής Κ., Περσελής Εμμ., Μόσχος Δ. και Λιάγκης-Κουκουνάρας Μ. καθώς και του ΑΠΘ  κ. Γιάγκου Θ. Οι Σχολικοί Σύμβουλοι Βαλλιανάτος Άγ. και Συργιάννη Μ. Πολλοί θεολόγοι όπως Καλαιτζίδης Π., Παπαθανασίου Θ., Παπαδόπoυλος Γ., Ζορμπάς Κ., Μάλφας Γ. , Μπάρλος Α. , Καζλάρη Π., Γριζοπούλου Όλ. και πλήθος άλλων που δημοσίευσαν κείμενά τους στα εκκλησιαστικά sites συμβάλλοντας στον τριετή αυτό διάλογο καθώς και οι τρεις επιμελητές του τόμου τούτου που παραθέτουν  και  κείμενά τους.
Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων συγκροτήθηκε ύστερα από προκήρυξη ανοιχτού διεθνούς διαγωνισμού που εντασσόταν στα   προγράμματα ΕΣΠΑ 2007-2013   για όλα τα μαθήματα του Δημοτικού και του Γυμνασίου στο πλαίσιο του «Νέου Σχολείου»  η οποία  ήταν αναρτημένη στη ΔΙΑΥΓΕΙΑ. Ο διαγωνισμός και το παραγόμενο υλικό για το ΜτΘ κυκλοφόρησε το 2011 σε δυο τόμους: ΟΔΗΓΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ και ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ για ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ – ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ.
Τα Νέα (Πιλοτικά) Προγράμματα Σπουδών εμπεριείχαν πολλές αλλαγές σε σχέση με τα μέχρι τώρα ΠΣ  με κυριότερες την υιοθέτηση του μοντέλου διαδικασίας ως προς το παιδαγωγικό σκέλος και την κατάργηση της ευθύγραμμης φαινομενολογικής παρουσίασης του χριστιανισμού  ( ΠΔ για την Α΄ , ΚΔ για τη Β΄ και εκκλησιαστική ιστορία για τη Γ΄ γυμνασίου) ως προς το θεολογικό μέρος. Οι αλλαγές αυτές, διαφοροποιημένης μεθοδολογικής προσέγγισης αλλά και με ειδοποιούς παρουσιάσεις του όλου περιεχομένου του μαθήματος, βοηθούν τους μαθητές:
Α. να αναπτύξουν την κριτική τους σκέψη, συγκρίνοντας τα θρησκευτικά φαινόμενα σε ευρωπαϊκό αλλά  και παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ τους, παραμερίζοντας έτσι το μέχρι τώρα μονοπολιτισμικό μοντέλο εκπαίδευσης
Β. να αναπτύξουν τη δημιουργική τους σκέψη, αναζητώντας τρόπους συνύπαρξης των διαφορετικών πολιτισμικών υποβάθρων και καταδεικνύοντας με φαινομενολογικό και συνκειμενικό τρόπο παρουσίασης τις ομοιότητες και διαφορές των θρησκευτικών εκφάνσεων, αποφεύγοντας έτσι το συγκρητισμό και
 Γ. να διαμορφώσουν τη θρησκειακή τους ταυτότητα μέσα σε ένα πολύ-πολιτισμικό περιβάλλον με κύριο χαρακτηριστικό την ανεκτικότητα, τη συνύπαρξη και τη δημοκρατικότητα.
Συγκεκριμένα, τα Νέα Πιλοτικά Προγράμματα Σπουδών για τη Θρησκειακή Αγωγή, σεβόμενα τις συνταγματικές επιταγές για ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των ελληνοπαίδων, προσπαθούν με τις νέες μεθόδους/τεχνικές διδασκαλίας να προσεγγίσουν την ευρωπαϊκή ταυτότητα αλλά και αυτήν του παγκόσμιου γίγνεσθαι, γεγονός που οδηγεί τους μαθητές, μέσα από την αλληλεπίδραση να προσεγγίσουν νέες πτυχές του θρησκεύειν. Βασιζόμενα στο μοντέλο διαδικασίας, προσπαθούν να οδηγήσουν τους μαθητές/ριες μέσα από την αυτενέργεια στη σχολική τάξη, στη διαμόρφωση της νέας ταυτότητας του πολίτη του κόσμου. Μέσα από το σεβασμό προς την ετερότητα, οι μαθητές με τη συνκειμενική  προσέγγιση των  θρησκειών οδηγούνται στην ανεκτικότητα και η θεολογία της συνάφειας τους καθιστά υπεύθυνους πολίτες του παγκόσμιου χωριού μέσα από τη συνύπαρξη, εξασφαλίζοντας τη δημοκρατική λειτουργία των κοινωνικών θεσμών.
Οι σχεδιαστές των νέων Πιλοτικών  Προγραμμάτων  Σπουδών για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο υιοθετούν τις θεωρίες για ένα δημοκρατικό σχολείο ανοικτό στην κοινωνία και προσπαθούν να προσφέρουν μια εναλλακτική προσέγγιση στους μαθητές αλλά και στους διδάσκοντες τη ΘΑ, αφού είναι πιο ανοικτά και ευέλικτα και αντιμετωπίζουν τα ΑΠ ως πράξη κι όχι ως προϊόν. Από τη διδακτική του αντικειμένου εστιάζουν στα δρώντα υποκείμενα  που παράγουν νέα γνώση μέσα από τις σχέσεις τους.  Αυτό  επιτυγχάνεται τόσο σε παιδαγωγικό και  όσο και σε θεολογικό επίπεδο.
Σε παιδαγωγικό επίπεδο, στα νέα ΠΠΣ για τη ΘΑ υιοθετούνται μαθητοκεντρικές μέθοδοι διδασκαλίας ( π.χ. η δραματοποίηση και το παιχνίδι ρόλων, debate, bloging) φέρνοντας τους μαθητές, το διδάσκοντα και το γνωστικό αντικείμενο, τη θρησκευτική έκφανση εν προκειμένω, σε αλληλεπίδραση. Διαφορετικά πολιτισμικά υπόβαθρα ή/και θρησκευτικές καταβολές (Καλαιτζίδης, 2013: 367-388) βρίσκονται σε διάλογο και καλούνται να συνυπάρξουν για να εξελιχθεί η μαθησιακή διαδικασία. Η ανεκτικότητα είναι προαπαιτούμενο και η ανάπτυξη κριτικής σκέψης αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των εμπλεκομένων. Η δημοκρατική συνύπαρξη ως απόρροια αυτής της παιδαγωγικής σύμπραξης βάζει τα θεμέλια της κοινωνικοποίησης των μαθητών του ελληνικού σχολείου και ο σεβασμός της ετερότητας τους καθιστά μέτοχους του ευρωπαϊκού (Περσελής, 2013:415-428) και παγκόσμιου ιστού των θρησκειών.
Αλλάζοντας τις εκπαιδευτικές τεχνικές αλλάζει αλυσιδωτά και όλη η μαθησιακή πρακτική και η ΘΑ λειτουργώντας συστημικά,  αγγίζει όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις των μαθησιακών υποκειμένων.  Οι νέες στρατηγικές διδασκαλίας που απαιτούν συμμετοχή, αλληλεπίδραση, εξατομίκευση και συνεργασία καθιστούν τους μαθητές ερευνητές και δημιουργούς γνώσης, ενώ ταυτόχρονα διαπλέκουν τις γνώσεις τους και σε άλλα γνωστικά αντικείμενα εξασφαλίζοντας έτσι τον ολιστικό χαρακτήρα της  δημόσιας προσφερόμενης παιδείας αλλά και το δικό τους αυτοπροσδιορισμό απέναντι σε αυτό το πλέγμα. Οι προσδοκώμενοι παιδαγωγικοί στόχοι σε επίπεδο γνώσεων, δεξιοτήτων / ικανοτήτων και στάσεων όπως η κατανόηση κι ο σεβασμός του άλλου, η ανεκτικότητα, η δικαιοσύνη και η ευρύτητα των οριζόντων εξυπηρετούνται από το μοντέλο διαδικασίας και είναι πλέον επιλογή η επίτευξή τους ή όχι.
Σε θεολογικό επίπεδο στα νέα ΠΠΣ για τη ΘΑ υιοθετείται η  διαλεκτική και η συνκειμενική προσέγγιση, ώστε να αποφευχθούν ο κατηχητισμός και ο δογματικός διαποτισμός. Το παρεχόμενο εκπαιδευτικό υλικό ξεκινά από το γνωστό, το οικείο, το μερικό και ανοίγεται προς το διαφορετικό και το γενικό· από το τοπικό στο παγκόσμιο. Κάθε προσπάθεια ποσοτικής καταμέτρησης και ιεράρχησης του υλικού είναι ανέφικτη αφού στην πραγματικότητα αυτό διαμορφώνεται στην καθημερινή διδακτική πράξη, δίνοντας στους θεολόγους τη δυνατότητα αυτενέργειας. Το «κρυφό» ΑΠ που εφάρμοζαν ως τώρα για να αντιμετωπίσουν τις μαθητικές ιδιορρυθμίες, αποκτά πρωτεύουσα θέση και  τίθεται σε δημόσια κριτική και αξιολόγηση.
Οι διδάσκοντες θεολόγοι και δάσκαλοι έχουν την ευκαιρία να καινοτομήσουν και να δημιουργήσουν το δικό τους ΑΠ επιλέγοντας από τις θεματικές ενότητες τα θέματα που είναι οικειότερα στο μαθητικό πληθυσμό του σχολείου τους αλλά και του τμήματος ακόμη. Σεβόμενοι οι ίδιοι τις  αναζητήσεις και το θρησκευτικό και πολιτισμικό υπόβαθρο των μαθητών τους, μεταδίδουν το σεβασμό της ετερότητας και της διαφορετικότητας (Γιαγκάζογλου,  2013: 351-367). Θέτουν τις βάσεις του διαλόγου μεταξύ των μαθητών και διδάσκοντας παράλληλα θρησκειακά φαινόμενα εξετάζουν τη συνάφεια των θρησκειών, τις ομοιότητες και τις διαφορές τους, αναζητούν τελικά ατραπούς συνύπαρξης. Ενθαρρύνουν έτσι τους μαθητές τους να ερμηνεύουν τα θρησκευτικά και κοινωνικά φαινόμενα του πολιτισμού εντός του οποίου ζουν και να αναζητούν τη σχετικότητα τους.
Οι μαθητές ως δρώντα υποκείμενα, παράγουν γνώση, περνούν από την κριτική στη δημιουργική σκέψη  αξιολογώντας το πανανθρώπινο αγαθό /φαινόμενο της θρησκείας. Μαθαίνουν να «μην ταυτίζουν τις θρησκείες με ακραίες φονταμενταλιστικές και συντηρητικές πρακτικές  αλλά να αναζητούν τα στοιχεία εκείνα που θα οδηγήσουν στην παγκόσμια ειρήνη» (Δεληκωσταντής, 2013:406). Ο αυτοκαθορισμός τους, ως αποτέλεσμα της αυτενέργειάς τους  καθιστά τους μαθητές ελεύθερα όντα  στο παγκόσμιο θρησκευτικό γίγνεσθαι. Τους καθιστά υπεύθυνους πολίτες μιας παγκόσμιας  δημοκρατίας και τελικά τους κάνει μέτοχους της οικουμενικότητας βγάζοντάς τους από τα στενά πλαίσια του εθνοφυλετισμού.
Ο θεολόγος και δάσκαλος, καλείται να βοηθήσει τους μαθητές του στην αυτοπραγμάτωσή τους, αφήνοντας τις ως τώρα αγκυλώσεις του δασκαλοκεντρικού εκπαιδευτικού συστήματος που τον ήθελε σε ρόλο αυθεντίας και διαχειριστή της γνώσης  και να λειτουργήσει ως εμψυχωτής στην ομάδα παραγωγής γνώσης. Να χρησιμοποιήσει τις νέες τεχνικές διδασκαλίας και να εμπλουτίσει την καθημερινή διδακτική πρακτική με πολλές μορφές διάδρασης, συντονίζοντας τις δραστηριότητες αυτές και διαμεσολαβώντας  ανάμεσα  στους μαθητές και τους αξιακούς τους παράγοντες. Να προσφέρει δυνατότητες αναστοχασμού μέσα από συμβουλευτικές  και παιδαγωγικές  πρακτικές και να ανοίγει  οδούς για τον αυτοπροσδιορισμό των μαθητών.
Τα νέα ΠΠΣ προάγουν τελικά την ενότητα και όχι το διαχωρισμό. Καθιστούν, μέσα από το θρησκειακό εγγραμματισμό, τη ΘΑ αναγκαία προϋπόθεση της εκπαιδευτικής διαδικασίας που θα καταδεικνύει το σύγχρονο δημοκρατικό σχολείο όχι ως παράγοντα αναπαραγωγής ανισοτήτων και διαφορών, αλλά ως ανοικτό εργαστήριο αξιών όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο σεβασμός του περιβάλλοντος με κύριο στόχο τη συνύπαρξη.  Η  θεολογία, αντί να  λειτουργεί ως οπισθέλκουσα δύναμη και αδράνεια, καλείται σήμερα να καταγράψει τις δυο επικρατούσες  έννοιες: την παγκοσμιοποίηση και τη μετανεωτερικότητα και να καταδείξει σύγχρονους τρόπους πορείας προς τη θρησκευτική γνώση. Ο συγκερασμός της παγκοσμιότητας και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων (glocal) είναι επιβεβλημένος και η θρησκευτική γνώση και άρα και αγωγή πρέπει να εστιάσει σε αυτή την προοπτική. Το ΜτΘ στην ελληνική δημόσια εκπαίδευση, βασισμένο στη διαθεματικότητα και διεπιστημονικότητα, μόνο θετικά μπορεί να λειτουργήσει στην κοινωνικοποίηση των μαθητών και οφείλει να πρωτοπορήσει στη διαμόρφωση της ταυτότητας των νέων και τελικά της ταυτότητας των νέων κοινωνιών βγάζοντάς μας από τη θρησκειακή απομόνωση.
Γ.Δ.Καπετανάκης, Θεολόγος ΠΠΓΕΣΣ
(Δρ. ΕΚΠΑ,ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ, ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ)

http://gkapetanakis.blogspot.gr/2013/06/blog-post_27.html

Snap 2013-06-27 at 20.46.51
Αθήνα 25 Ιουνίου 2013
Με αφορμή την επιστολή που κατέθεσε ο Προϊστάμενος του Α΄ Γραφείου Έρευνας, Σχεδιασμού και Εφαρμογών κ. Σταύρος  Γιαγκάζογλου  για τις προβαλλόμενες αμοιβές των συμμετεχόντων στις επιτροπές για τα Προγράμματα Σπουδών και την εξώδικη επιστολή κατά μελών της επιτροπής εμπειρογνωμόνων για το Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά, την οποία κοινοποίησε και στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής ο καθηγητής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Ηρακλής Ρεράκης , το Δ.Σ. του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής διευκρινίζει  τα ακόλουθα:
Θεωρεί ανακριβείς και αναληθείς τους ισχυρισμούς για δήθεν υπέρογκες οικονομικές αμοιβές των εμπειρογνωμόνων μελών της επιτροπής για την εκπόνηση του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά στο πλαίσιο του έργου του Νέου Σχολείου.
Τα εγγεγραμμένα ποσά του έργου για το Νέο Σχολείο δεν διανέμονται κάθετα προς κάθε ομάδα εμπειρογνωμόνων του Νέου Σχολείου, αλλά αφορούν τη συνολική χρηματοδότηση του έργου για το «Νέο σχολείο» στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ και αναφέρονται σε διάφορες φάσεις υλοποίησης και σε δυνατότητες εξέλιξης του έργου ή και σε άλλες δράσεις, οι οποίες μπορεί να πραγματοποιούνται με την εμπλοκή άλλων εμπειρογνωμόνων και συμβασιούχων. Σε κάθε περίπτωση, η  αμοιβή που προβλέπεται για το σύνολο του έργου και για κάθε μέλος  της επιτροπής εκπόνησης του Προγράμματος Σπουδών σε κάθε αντικείμενο, συνεπώς και στα Θρησκευτικά, ανέρχεται στο ποσό των 5.000 ευρώ μικτά. Επίσης προβλέπονται  2.000 ευρώ μικτά για κάθε μέλος της επιτροπής εκπόνησης του Οδηγού για τον Εκπαιδευτικό.
Για τους συμβούλους του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου που συμμετέχουν στο έργο δεν προβλεπόταν αμοιβή, καθώς η ανωτέρω δραστηριότητά τους αποτελούσε μία εκ των βασικών αρμοδιοτήτων τους.

 

Τέλος, επισημαίνεται ότι τα νέα Προγράμματα Σπουδών, όπως και τα Αναλυτικά Προγράμματα και τα διδακτικά βιβλία μετά το 1994, συντάχθηκαν και εκδόθηκαν στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων ευρωπαϊκών προγραμμάτων.

Σταύρου Γιαγκάζογλου*

Συμβούλου

του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων,

Πολιτισμού και Αθλητισμού

Κατά το σχολικό έτος 2010-2011, στο πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας για το Νέο Σχολείο, εκπονήθηκαν νέα Προγράμματα Σπουδών (ΠΣ) σε όλα τα μαθήματα της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, Δημοτικό και Γυμνάσιο. Βασικό χαρακτηριστικό της νέας αυτής παρέμβασης είναι ο παιδαγωγικός αναπροσανατολισμός της διδακτικής πράξης στην κατεύθυνση της διερευνητικής, βιωματικής και συνεργατικής μάθησης. Η αλλαγή αυτή κρίθηκε αναγκαία, με βάση τις σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής αλλά και το αίτημα υπέρβασης χρόνιων αγκυλώσεων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Στο πλαίσιο της ευρύτερης αλλαγής του σχολείου, εκπονήθηκε νέο Πρόγραμμα Σπουδών και στο μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ). Η επιτροπή που συγκροτήθηκε για το σκοπό αυτό εργάστηκε συνεργατικά και συνθετικά, με πλήρη συνείδηση – επιστημονική, παιδαγωγική και θεολογική – του υψηλού χρέους, χωρίς «άνωθεν» οδηγίες και δεσμεύσεις. Κατεβλήθησαν φιλότιμα όλες οι ανθρωπίνως δυνατές προσπάθειες για όσο γίνεται καλύτερο αποτέλεσμα. Κατά την ολοκλήρωση του έργου της, η Επιτροπή υπέβαλε δύο παραδοτέα: α) «Πρόγραμμα Σπουδών για τα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου», και β) «Οδηγό του Εκπαιδευτικού για τα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου». Τα συγκεκριμένα κείμενα, ήδη, έχουν δημοσιευθεί στον διαδικτυακό κόμβο του «Ψηφιακού Σχολείου» του Υπουργείου Παιδείας. Τα δύο αυτά κείμενα είναι παιδαγωγικά και διδακτικά εργαλεία αποκλειστικά για τον εκπαιδευτικό και, επομένως, το νέο ΠΣ δεν είναι διδακτικό εγχειρίδιο για τους μαθητές, όπως εσφαλμένα θεωρήθηκε από διάφορους σχολιαστές του, που μάλλον βιαστικά έκριναν το όλο έργο. Τα περιεχόμενα του ΠΣ καθώς και τα κύρια κεφάλαια του Οδηγού του Εκπαιδευτικού αναφέρονται στις βασικές ανάγκες του εκπαιδευτικού, προκειμένου να σχεδιάσει και να επιτελέσει το έργο του. Η χρησιμοποιούμενη παιδαγωγική και διδακτική ορολογία είναι η καθιερωμένη στον ευρύτερο χώρο της Εκπαίδευσης, που υπερβαίνει τα ειδικά όρια του ΜτΘ, ενώ λαμβάνεται υπόψη ότι το ΠΣ θα διαβαστεί όχι μόνο από θεολόγους. Οπωσδήποτε, για την κατανόηση της φιλοσοφίας του ΠΣ και πολύ περισσότερο για την εφαρμογή του δεν είναι αρκετή μια απλή ανάγνωσή του, αλλά απαιτείται αναλυτική ενημέρωση και συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Τελικά, το ΠΣ δεν είναι κατάλογος διδακτικών ενοτήτων ή λίστα περιεχομένων της διδακτέας ύλης. Είναι ένα πλήρες, μεθοδικό και άρτια οργανωμένο πλαίσιο εκπαιδευτικών αρχών, προσανατολισμών και διδακτικών προτάσεων που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του σχεδιασμού της διδασκαλίας από τον εκπαιδευτικό. Αυτή είναι και η κύρια μορφολογική διαφορά ως προς τα λεγόμενα Αναλυτικά Προγράμματα του παρελθόντος. Το νέο ΠΣ για πρώτη φορά στα εκπαιδευτικά μας πράγματα εφαρμόζεται πιλοτικά και πειραματικά, ώστε να διαπιστωθούν στην πράξη πιθανά προβλήματα, ατέλειες, ελλείψεις και να επιχειρηθούν οι απαραίτητες βελτιώσεις, τροποποιήσεις και αλλαγές, προκειμένου να εφαρμοστεί κατόπιν σε όλα τα σχολεία. Προς την κατεύθυνση αυτή, είναι ευπρόσδεκτη οποιαδήποτε εποικοδομητική κριτική με συγκεκριμένες παρατηρήσεις και προτάσεις. Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του ΠΣ ήδη συλλέγει και επεξεργάζεται τα στοιχεία αυτά και θα συνεχίσει να το πράττει μέχρι να ολοκληρωθεί ένας πρώτος κύκλος αξιολόγησής του. Ακολούθως, θα καταθέσει εκ νέου το ΠΣ με αλλαγές και βελτιώσεις, όπου αυτές κριθούν απαραίτητες.

Στο πλαίσιο τη ευρύτερης συζήτησης μεταξύ των υπευθύνων φορέων για το περιεχόμενο και τους στόχους του νέου ΠΣ Θρησκευτικών Δημοτικού-Γυμνασίου και με στόχο την διευκόλυνση όλων για την ορθή ανάγνωσή του, θεωρούμε απαραίτητη την υπεύθυνη ενημέρωση αλλά και την κατάθεση της γνώμης μας για την μέχρι τώρα πορεία και εξέλιξη του νέου ΠΣ καθώς και για την ασκηθείσα κριτική. Στην κρίσιμη αυτή καμπή της ελληνικής κοινωνίας, ο διάλογος για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα προϋποθέτει νηφάλια αλλά και με επιστημονικά κριτήρια αντιμετώπιση όλων των παραμέτρων του, καθώς μόνο με αυτό τον τρόπο οδηγούμαστε σε ασφαλέστερα συμπεράσματα, πλησιέστερα στην πραγματικότητα και μακριά από πολώσεις και ιδεοληψίες.

1. Προκαταρτική φάση

Αύγουστος-Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2010

Κατάθεση υποψηφιοτήτων στο ηλεκτρονικό Μητρώο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (ΠΙ) και επιλογή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση Προγραμμάτων Σπουδών (ΠΣ) σε όλα τα μαθήματα του Δημοτικού και Γυμνασίου. Επιλογή με επιστημονικά και παιδαγωγικά κριτήρια της ομάδας των εμπειρογνωμόνων στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου. Την ομάδα αποτελούν μέλη ΔΕΠ, Σχολικοί Σύμβουλοι και Θεολόγοι εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Δεκέμβριος 2010

Στο γενικότερο πλαίσιο ενημερωτικών συναντήσεων και ανταλλαγής απόψεων του ΠΙ με τις ενώσεις και τους συλλόγους πανελλήνιας εμβέλειας των εκπαιδευτικών, εν όψει της εκπόνησης νέων ΠΣ, το ΠΙ κάλεσε για το μάθημα των Θρησκευτικών την «Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων» (ΠΕΘ) και τον «Πανελλήνιο Θεολογικό Σύνδεσμο «ΚΑΙΡΟΣ» για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης».

Η ΠΕΘ κατά τη συνάντηση αυτή αλλά και με επιστολές προς την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας υποστήριξε ότι ο χαρακτήρας της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών πρέπει να είναι ορθόδοξος χριστιανικός θεολογικός, δηλαδή απόλυτα ομολογιακός. Μολονότι  είχε λήξει η προθεσμία  υποβολής αιτήσεων στο ηλεκτρονικό Μητρώο των υποψηφίων εμπειρογνωμόνων για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών και είχε συσταθεί από τα θεσμικά όργανα του ΠΙ η επιτροπή εκπόνησης του ΠΣ στα Θρησκευτικά, η ΠΕΘ απαίτησε την ανασυγκρότηση της επιτροπής και με δικά της μέλη, εκλαμβάνοντας την όλη διαδικασία με συντεχνιακά και όχι με παιδαγωγικά και επιστημονικά κριτήρια.

Οι εκπρόσωποι του «ΚΑΙΡΟΥ», από την πλευρά τους, ενημέρωσαν την ηγεσία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου για το από μηνών συντελούμενο στους κόλπους του Συνδέσμου έργο για την ανάδειξη τόσο των προβλημάτων στη διδασκαλία του μαθήματος όσο και των προτεραιοτήτων και προϋποθέσεων για τη σύνταξη νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων με στόχο την ουσιαστική αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο ελληνικό σχολείο. Στη συνέχεια, ανέπτυξαν τις θέσεις του «ΚΑΙΡΟΥ» σχετικά με την υποχρεωτικότητα του μαθήματος για όλους τους μαθητές και στις δυο σχολικές βαθμίδες εκπαίδευσης, την αποδέσμευσή του από κατηχητικές πρακτικές και τη μετάβασή του από ένα στενά ομολογιακό-μονοφωνικό σε ένα πιο ανοικτό-πολυφωνικό μάθημα. Τονίστηκε ότι η θέση αυτή δεν μπορεί αλλά και δεν πρέπει να έχει απλώς συντεχνιακό χαρακτήρα αλλά χρειάζεται να συνδέεται με ένα σύγχρονο και δημιουργικό/αποτελεσματικό σχολείο. Η διεξαχθείσα συζήτηση ανέδειξε τη βούληση και τη διάθεση όλων να προχωρήσουν στην οικοδόμηση μιας τακτικότερης συνεργασίας σε ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, προς όφελος της σχεδιαζόμενης αλλαγής στη φιλοσοφία και στο περιεχόμενο της διδακτικής πράξης και για το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως τίθεται από τα υπό διαμόρφωση νέα Προγράμματα Σπουδών για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Ωστόσο, ο «ΚΑΙΡΟΣ» δια των εκπροσώπων του διατύπωσε τις επιφυλάξεις του για την υπό διαμόρφωση νέα κατάσταση στο επίπεδο των Προγραμμάτων Σπουδών, καθώς επισημάνθηκε τόσο η περιορισμένη χρονική προθεσμία για την περάτωση του έργου όσο και οι εγγενείς δυσκολίες στο χώρο της εκπαίδευσης για την αποτελεσματική εφαρμογή του (έλλειψη επαρκούς επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, χρήση νέων τεχνολογιών).

2. Η εκπόνηση του Προγράμματος Σπουδών και η πιλοτική εφαρμογή του

Οκτώβριος 2010

Έναρξη εργασιών της επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση «Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου». Η επιτροπή θα περατώσει το έργο της τον Σεπτέμβριο του 2011, παραδίδοντας τον Ιούνιο του 2011 το «Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου», αποτελούμενο από 104 σελίδες και τον Αύγουστο του 2011 τον «Οδηγό για τον Εκπαιδευτικό στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου», αποτελούμενο από 277 σελίδες.

Το νέο ΠΣ για πρώτη φορά στα εκπαιδευτικά μας πράγματα εφαρμόζεται πιλοτικά και πειραματικά, για δύο σχολικά έτη (2011-2012 και 2012-2013), ώστε να διαπιστωθούν στην πράξη πιθανά προβλήματα, ατέλειες, ελλείψεις και να επιχειρηθούν οι απαραίτητες βελτιώσεις, τροποποιήσεις και αλλαγές, προκειμένου να εφαρμοστεί κατόπιν σε όλα τα σχολεία. Προς την κατεύθυνση αυτή, είναι ευπρόσδεκτη οποιαδήποτε εποικοδομητική κριτική με συγκεκριμένες παρατηρήσεις και προτάσεις. Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του ΠΣ συλλέγει και επεξεργάζεται τα στοιχεία αυτά. Ακολούθως, θα καταθέσει εκ νέου το ΠΣ με αλλαγές και βελτιώσεις, όπου αυτές κριθούν απαραίτητες.

3. Η επικριτική αρθρογραφία

Σεπτέμβριος 2011

Με την ολοκλήρωση και δημοσίευση του ΠΣ και του Οδηγού για τον Εκπαιδευτικό στην ιστοσελίδα του «ψηφιακού σχολείου», άρχισαν σταδιακά να αναρτώνται στο διαδίκτυο ορισμένες αρνητικές κριτικές, οι οποίες προέρχονταν κυρίως από μέλη ή παραρτήματα της ΠΕΘ. Οι κριτικές αυτές, αρκετές από τις οποίες δεν είχαν επιστημονικό υπόβαθρο, ήταν προκατειλημμένες ή χαρακτηρίζονταν από ελλιπή κατανόηση του ΠΣ,  εστίαζαν την αρνητική τους τοποθέτηση κυρίως στο γεγονός ότι το νέο ΠΣ περιείχε θρησκειολογικά στοιχεία στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, ενώ μέχρι τώρα τα θρησκειολογικά θέματα περιορίζονταν αποκλειστικά στη Β΄ Λυκείου. Ως εκ τούτου, χαρακτήριζαν το νέο ΠΣ θρησκειολογικό. Αρκετοί μάλιστα είτε απομόνωσαν επιμέρους θρησκειολογικές αναφορές είτε συνέλεξαν όλα τα θρησκειολογικά στοιχεία του νέου ΠΣ και τα ενοποίησαν σκόπιμα για να φανεί ότι δήθεν το νέο Πρόγραμμα είναι σαφέστατα ή αμιγώς θρησκειολογικό. Μάλιστα, ορισμένες κριτικές έφθασαν στο σημείο να χαρακτηρίσουν το προτεινόμενο ΠΣ ως πανθρησκεία, προϊόν της νέας τάξης και της παγκοσμιοποίησης και γενικά ως ένα πρόγραμμα από το οποίο απουσιάζει ή αποδομείται η Ορθοδοξία και η θεολογία της Εκκλησίας.

4. Η ενημερωτική συνάντηση και διαβούλευση στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο

Φεβρουάριος 2012

Μετά το πέρας ειδικού επιμορφωτικού σεμιναρίου για τους Σχολικούς Συμβούλους με αντικείμενο το νέο ΠΣ, ο Σύμβουλος του ΠΙ, μέλη της επιτροπής εκπόνησης του ΠΣ και οι Θεολόγοι Σχολικοί Σύμβουλοι επισκέφθηκαν εθιμοτυπικά τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος και είχαν μια πρώτη ενημερωτική συνάντηση με θέμα το νέο ΠΣ και άλλα ζητήματα που αφορούν το μάθημα των Θρησκευτικών. Στη συνάντηση αυτή ο Αρχιεπίσκοπος ζήτησε από τον υπεύθυνο της επιτροπής εκπόνησης του νέου ΠΣ ένα ειδικό ενημερωτικό υπόμνημα.

Μάρτιος 2012

Η επιτροπή εκπόνησης του νέου ΠΣ παραδίδει το σχετικό υπόμνημά της για το πλαίσιο αρχών, τις παιδαγωγικές προϋποθέσεις, τους στόχους και τα περιεχόμενα του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου προς τον Αρχιεπίσκοπο και τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΔΙΣ). Ταυτόχρονα, αποστέλλει το υπόμνημα αυτό και προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τις Ιερές Μητροπόλεις ανά την Ελλάδα, τις Θεολογικές Σχολές, τις Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, τους Θεολόγους Σχολικούς Συμβούλους και τις επιστημονικές ενώσεις των Θεολόγων.

Μάιος 2012

Στις αρχές Μαΐου πραγματοποιείται ενημερωτική κοινή διαβούλευση με τη ΔΙΣ στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου γίνεται ανταλλαγή απόψεων με τη συμμετοχή του Αρχιεπισκόπου και των Συνοδικών Μητροπολιτών, αντιπροσωπείας της επιτροπής εκπόνησης του νέου ΠΣ, σχεδόν όλων των Θεολόγων Σχολικών Συμβούλων και ορισμένων μελών του ΔΣ της ΠΕΘ. Προηγουμένως, κατά την κύρια εισήγησή του στη ΔΙΣ ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος πραγματοποίησε θετική εισήγηση για το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά, τονίζοντας ότι «το Πρόγραμμα Σπουδών, όπως το περιγράφουν οι συντάκτες του και τα περιεχόμενά του, επιδιώκει να αναδείξει την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση σε όλες τις πτυχές της. Σε όλα τα μαθήματα υπάρχει αφθονία θεμάτων και διδακτικών δραστηριοτήτων που αφορούν στην Αγία Γραφή, στα πατερικά κείμενα, στη λατρεία και στην τέχνη της Εκκλησίας. Σε κάποιες αυτόνομες ενότητες παραθέτει συμπληρωματικά, με τη μορφή διάσπαρτων στοιχείων και θρησκειολογικά θέματα. Σε όλες τις ενότητες, ειδικά στο Γυμνάσιο, είναι εμφανής ο διάλογος με τις ανησυχίες και τις εμπειρίες των μικρών παιδιών και των εφήβων αλλά και με τα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα. Επειδή είναι εκπαιδευτικό εργαλείο, σ’ αυτά τα ζητήματα χρησιμοποιεί γλώσσα και ορολογία επίκαιρη, που κάποτε υπερβαίνει τη γνώριμη σε μας και οικεία θεολογική ορολογία. Βεβαίως, αποκλίσεις από τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, δεν υπάρχουν».

Οκτώβριος 2012

Η επιτροπή εκπόνησης του νέου ΠΣ δημοσιοποιεί το δεύτερο υπόμνημά της με τίτλο «Απόκριση στις Επικρίσεις Σχετικά με το νέο Πρόγραμμα Σπουδών», απαντώντας στις συντονισμένες προσπάθειες διάφορων επώνυμων αλλά και ανώνυμων που χωρίς την αίσθηση της δέουσας ευθύνης αγωνίζονται με κάθε μέσο -και κυρίως με επικοινωνιακούς όρους και όχι με πραγματικά θεολογικά και παιδαγωγικά κριτήρια- να δημιουργήσουν κλίμα καχυποψίας ή ακόμη και χαοτικού διχασμού. Πράγματι, «η επιτροπή δέχθηκε ανάρμοστες λεκτικές επιθέσεις και απρεπείς χαρακτηρισμούς, που αποκαλύπτουν προκατάληψη, φανατισμό και παντελή έλλειψη πνεύματος διαλόγου. Η προφανής αδυναμία παρουσίασης πειστικών αντεπιχειρημάτων και η απροθυμία για έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από το θεολογικό περιεχόμενο του νέου ΠΣ και τις παιδαγωγικές αρχές που το διέπουν, οδήγησε αρκετούς επικριτές να επιδοθούν σε μια συστηματική, άκομψη και ανοίκεια προς το χριστιανικό ήθος προσωπική επίθεση εναντίον των μελών της συντακτικής Επιτροπής. Η επίθεση αυτή επεδίωκε τη συκοφάντηση των κινήτρων τους, τη σπίλωση της ακαδημαϊκής και επιστημονικής τους υπόληψης και την αμφισβήτηση της ίδιας της εκκλησιαστικής ταυτότητας και του Ορθόδοξου φρονήματός τους».

Νοέμβριος 2012

Στις 5 Νοεμβρίου η Διαρκής Ιερά Σύνοδος ασχολήθηκε και πάλι με το μάθημα των Θρησκευτικών και το νέο ΠΣ. Σχετική εισήγηση παρουσίασε ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας αναφέροντας συμπερασματικά ότι: «Το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να διατηρεί τον γνωστικόν και παιδαγωγικόν του χαρακτήρα. Θα εκφράζεται μέσα από μίαν ενιαίαν δομήν, με τρόπον επαγωγικόν, συμφώνως και με τα σύγχρονα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά της ηλικίας και των μορφωτικών αναγκών. Δεν είναι δυνατόν να αποτελεί απλήν συσσώρευσιν γνώσεων, ούτε να επιδιώκεί προβολή μεταφυσικών και ιδεολογικών προεκτάσεων, ερμηνευτικών προσεγγίσεων η ακροβατισμών αλλά δια της διδασκαλίας θα επιδιώκεται η προβολή και αι συνέπειαι διαμορφώσεως ενός προτύπου ζωής, δηλαδή του πολιτισμού και της κοινωνίας. Επί τη βάσει των συντεταγμένων αυτών θα πρέπει να διαμορφωθεί εν πρόγραμμα, το οποίον θα ξεκινά και θα έχει ως επίκεντρον την ελληνορθόδοξον παράδοσιν του τόπου, επί τη βάσει του οποίου εξεφράσθη ως ήθος, και διεμορφώθη ως ζωή, και ως αύτη η παράδοσις απετυπώθη εις τα μνημεία του πολιτισμού μας. Έκαστος μαθητής η μαθήτρια, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής του ιδιοπροσωπείας, είναι απαραίτητον και πολύτιμον να γνωρίζει την θρησκευτικήν παράδοσιν του τόπου, ως πίστιν, λατρείαν, ζωήν, τέχνην και πολιτισμόν. Τούτος θα πρέπει να είναι ο πρώτος και βασικός κύκλος του μαθήματος. Ο δεύτερος κύκλος θα αφορά τας μεγάλας χριστιανικάς παραδόσεις εκτός της Ορθοδοξίας, αι οποίαι συναντώνται εις τον ελλαδικόν χώρον και γενικώτερον εις τον κόσμον, όπως στοιχεία του Ρωμαιοκαθολικισμού και του Προτεσταντισμού. Ο τρίτος κύκλος θα πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία από τα μεγάλα Θρησκεύματα και ιδίως όσα ενδιαφέρουν την ελληνικήν κοινωνίαν περισσότερον, δηλαδή, τας μονοθεϊστικάς παραδόσεις του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ, τον Ινδουϊσμόν και τον Βουδισμόν, προκειμένου εις επίπεδον γνωσιακόν οι διδασκόμενοι να αποκτήσουν «πείραν»».

Ακολούθως η ΔΙΣ αποφάσισε:

«1. Να ζητήσει να της αποσταλεί το υπό διαμόρφωση νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών.
2. Να ζητήσει το μάθημα να εξακολουθήσει να ονομάζεται «Μάθημα Θρησκευτικών» και να είναι υποχρεωτικό.

3. Στις τάξεις της Β´ και Γ´ Λυκείου να υπάρχει δίωρη διδασκαλία του μαθήματος.
4. Για τον διορισμό των Καθηγητών του μαθήματος των Θρησκευτικών στην Εκπαίδευση, να προϋποθέτει και την «Συμμαρτυρία» του Επισκόπου της τοπικής Εκκλησίας».

5. Άλλες επικριτικές προσεγγίσεις

Μάιος 2012

Η «Εστία Πατερικών Μελετών», ένας θρησκευτικός σύλλογος που πρωτοστατεί σε διαμαρτυρίες κατά των ηλεκτρονικών ταυτοτήτων, του ΑΜΚΑ, της μετάφρασης των λειτουργικών κειμένων κ.λπ., οργάνωσε ημερίδα στο Πολεμικό Μουσείο με κεντρικό θέμα το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου και τίτλο: «Θρησκευτικά: Ορθόδοξη Παιδεία ή Πανθρησκειακή προπαγάνδα;». Δύο εκ των ομιλητών επικεντρώθηκαν στο νέο ΠΣ. Η κριτική που ασκήθηκε στο ΠΣ αφορούσε κυρίως στον χαρακτήρα του μαθήματος. Κατά τους οργανωτές και ομιλητές της ημερίδας, με το νέο ΠΣ το ορθόδοξο ομολογιακό μάθημα μεταλλάσσεται σε πολυθρησκευτικό, αποδομώντας την ορθόδοξη θρησκευτική παιδεία.

Ιούνιος 2012

Με ορισμένες διαφοροποιήσεις, την κριτική αυτή θα επαναλάβει και η ΠΕΘ επισήμως, ζητώντας την ακύρωση του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά τόσο σε σχετική ανακοίνωσή της όσο και σε ιδιαίτερη συνάντηση που είχε με τον Αρχιεπίσκοπο. Μάλιστα, η ΠΕΘ προκάλεσε συνάντηση εργασίας με ορισμένους θεολόγους εκπαιδευτικούς στα σχολεία όπου το νέο ΠΣ εφαρμοζόταν σε πιλοτικό πρόγραμμα.

Την αρνητική αυτή στάση με ομιλίες, παρεμβάσεις στο διαδίκτυο, επιστολές και υπομνήματα προς την εκκλησιαστική Ιεραρχία και το Υπουργείο Παιδείας κ.ά. αποδέκτες, εξέφρασε συντονισμένα και ο καθηγητής στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Ηρακλής Ρεράκης, ζητώντας με σχετικό υπόμνημά του την ακύρωση του ΠΣ και τη συγγραφή ενός άλλου. Και εδώ το πρόβλημα είναι κυρίως τα θρησκειολογικά στοιχεία που ενσωματώθηκαν στο νέο ΠΣ.

Σεπτέμβριος 2012

Από το τοπικό Παράρτημα της ΠΕΘ Μυτιλήνης εκδίδεται τόμος με συλλογή 315 επικριτικών άρθρων και αναφορών στο νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου και αποστέλλεται κυρίως προς τους ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο τόμος αυτός δεν περιέχει απλώς επικριτικά άρθρα αλλά και κάθε αρνητική αναφορά που δημοσιεύθηκε απλώς στο διαδίκτυο κατά του νέου ΠΣ.

Νοέμβριος 2012

Στις 5 Νοεμβρίου, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, η ΠΕΘ με τα κατά τόπους Παραρτήματά της και ο Σύνδεσμος Θεολόγων Μακεδονίας-Θράκης επέδωσαν Ψήφισμα προς τα Μέλη της ΔΙΣ, με το οποίο εκφράζουν την ριζική διαφωνία τους προς το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά, γιατί, όπως υποστηρίζουν στο εν λόγω Ψήφισμα, το νέο ΠΣ απεμπολεί την ταυτότητα του ορθόδοξου χριστιανισμού, γιατί στο νέο ΠΣ δεν καλύπτεται η συνταγματική επιταγή για καλλιέργεια και ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, γιατί καταστρατηγεί βασικές αρχές της παιδοψυχολογίας, γιατί υποτιμά τον Χριστό ως απλό διδάσκαλο μιας θρησκείας μεταξύ των άλλων, γιατί δεν ζητήθηκε η γνώμη της Εκκλησίας, των Θεολογικών Σχολών και των θεολογικών ενώσεων στην εκπόνηση του νέου ΠΣ. Η ΠΕΘ, τέλος, διερωτάται γιατί η Εκκλησία της Ελλάδος δεν εξέφρασε ακόμη την αυτονόητη αντίθεσή της και κλείνει με αναφορά σε ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη προς επίρρωση των θέσεων της ΠΕΘ για τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών, απαιτώντας με το ζήτημα αυτό να ασχοληθεί η επόμενη Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας.

Νοέμβριος 2012

O «Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ» για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης» σε ειδική ανακοίνωσή του λαμβάνει θέση για το νέο ΠΣ θεωρώντας ως ένα πολύ θετικό βήμα το αποτέλεσμα της εργασίας των εμπειρογνωμόνων, μολονότι δεν προέκυψε με την απαραίτητη χρονική άνεση και δεν στηρίχθηκε σε ευρήματα αξιολόγησης των προηγούμενων ΔΕΠΠΣ και ΑΠΣ. Ιδιαίτερα σημαντικό κρίνεται ότι το νέο ΠΣ απευθύνεται και αφορά την θρησκευτική αγωγή όλων των μαθητών ανεξαιρέτως. Η προσπάθεια του νέου ΠΣ κρίνεται ως μία σύγχρονη και τεκμηριωμένη πρόταση, επειδή υιοθετεί το πρόγραμμα διαδικασίας και παρέχει ελευθερία κινήσεων στον εκπαιδευτικό. Η ανακοίνωση του «Καιρού» επισημαίνει ότι, παρόλο που στο νέο ΠΣ ασκείται δριμεία κριτική για υιοθέτηση του θρησκειολογικού χαρακτήρα, εντούτοις αυτό επιδεικνύει πλήρη σεβασμό στη Χριστιανική πίστη και ζωή, με έμφαση στην Ορθόδοξη Παράδοση, δίχως να αποτελεί κατήχηση ή μύηση αλλά σπουδή στα ουσιώδη του βίου της, ενώ παράλληλα συνομιλεί με τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις και με ορισμένα από τα μεγάλα παγκόσμια θρησκεύματα.

6. Απόψεις των Σχολικών Συμβούλων και των εκπαιδευτικών των πιλοτικών σχολείων

Ιανουάριος 2012

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής νέων Σχολικών Συμβούλων, πραγματοποιήθηκε σε ειδικό σεμινάριο η επιμόρφωσή τους στα νέα ΠΣ, προκειμένου να λάβουν ενεργό μέρος στην πιλοτική διαδικασία εφαρμογής τους. Πλην των επιφυλάξεων ενός Σχολικού Συμβούλου, η συντριπτική πλειοψηφία των Θεολόγων Σχολικών Συμβούλων  τάσσεται υπέρ του νέου ΠΣ και ενεργοποιείται στην πιλοτική εφαρμογή αλλά και στην ενημέρωση των Θεολόγων εκπαιδευτικών για το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά.

Ιούνιος 2012

Με βάση τις συγκεντρωτικές «Εκθέσεις παρακολούθησης και αξιολόγησης» που συνέταξε ο Σχολικός Σύμβουλος Άγγελος Βαλλιανάτος, υπεύθυνος για την πιλοτική εφαρμογή του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, η πιλοτική εφαρμογή του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά με δεδομένες τις δυσχερείς συνθήκες, τις τεχνικές δυσκολίες, τις καθυστερήσεις και τις ασάφειες στο ξεκίνημά της, λειτούργησε θετικά. Στα Δημοτικά, λόγω της ελλιπούς επιμόρφωσης και ενημέρωσης, η εφαρμογή του ΠΣ στα Θρησκευτικά έγινε μεμονωμένα. Αντίθετα, στα Γυμνάσια, ελάχιστος ήταν ο αριθμός των Θεολόγων στα πιλοτικά σχολεία που αξιωματικά αρνήθηκε να προσεγγίσει τα νέα Προγράμματα Σπουδών και τον Οδηγό για τον εκπαιδευτικό.

Με βάση τις ιδιαίτερες εκθέσεις των δεκαοκτώ (18) επιμορφωτών και των δέκα  (10) συμβούλων προώθησης, ορισμένοι εκ των οποίων ήσαν και Σχολικοί Σύμβουλοι, οι διδακτικές δραστηριότητες που προτείνει το νέο ΠΣ αλλάζουν δραστικά τον τρόπο που μαθαίνουν οι μαθητές, αφού αλλάζει ο ρόλος του διδάσκοντος και διαφοροποιείται ο ρόλος των μαθητών. Ο εκπαιδευτικός από μεταφορέας πληροφορίας και γνώσης γίνεται συντονιστής και καθοδηγητής στην ανακάλυψή της. Οι μαθητές γίνονται ενεργοί στην ανακάλυψη της γνώσης και στη συσχέτισή της με τις δικές τους εμπειρίες. Όσα μαθαίνουν, γίνονται κτήμα τους. Συγκεκριμένα για το μάθημα των Θρησκευτικών, οι μαθητές ασκούν τη δυνατότητά τους να αποκτήσουν γνώσεις για την Ορθόδοξη Εκκλησία, τον Χριστιανισμό και βασικά θρησκεύματα, με τρόπους που τους ελκύουν να προσεγγίσουν το θρησκευτικό φαινόμενο σε πολλές και πλούσιες εκφράσεις. Με το εργαλείο της κριτικής σκέψης οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν τη θρησκευτική πολλαπλότητα, καλλιεργώντας παράλληλα την ηθική και κοινωνική ευαισθησία τους. Οι ενεργητικές τεχνικές εκπαίδευσης καθιστούν τους μαθητές δρώντα υποκείμενα, ώστε ελεύθερα και υπεύθυνα να εκφράζονται και να αυτοπροσδιορίζονται ως προς το «θρησκεύειν» αλλά και να μάθουν να συνυπάρχουν και να ανέχονται τη θρησκευτική ετερότητα.

Κάποιοι εκπαιδευτικοί, που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις επιμορφωτικές συναντήσεις, δήλωσαν πως δεν είχαν διαβάσει το ΠΣ και τον Οδηγό για τον εκπαιδευτικό, δεν ξέρουν τι περιέχει, πώς είναι διαρθρωμένο και ποιοι είναι οι στόχοι της εκπαίδευσης και του μαθήματος των Θρησκευτικών ειδικότερα. Δεν γνώριζαν τίποτα, παρά μόνο ό,τι άκουσαν από άλλους. Παρέμειναν στις απόψεις τους, με μόνη ενημέρωσή τους από την αρθρογραφία περί του ΠΣ, κυρίως στο διαδίκτυο, διατηρώντας αντιρρήσεις επί της αρχής και του γενικού στόχου του μαθήματος, που θεωρούν πως γίνεται θρησκειολογικό, όπως περιγράφεται ότι είναι στην ως άνω αρθρογραφία. Σε άλλο σχολείο οι εκπαιδευτικοί δεν ήταν αρκετά εξοικειωμένοι με τους στόχους του νέου ΠΣ, επειδή  δεν συμμετείχαν επαρκώς στην Α΄ Φάση επιμόρφωσης. Ωστόσο, το ενδιαφέρον τους για τα νέα ΠΣ και η συνεχής επαφή με τον Σχολικό Σύμβουλο συνέβαλε στη βελτίωσή τους. Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί ήρθαν σε επαφή ή μελέτησαν το νέο ΠΣ και δηλώνουν πως αισθάνονται εξοικειωμένοι με τους στόχους του. Δυσκολεύτηκαν να ξεκινήσουν την εφαρμογή του, αλλά το αποφάσισαν κυρίως μετά την πρώτη επιμορφωτική συνάντηση.

Ενώ οι περισσότεροι από τους εκπαιδευτικούς δηλώνουν πως είναι εξοικειωμένοι με τους στόχους του ΠΣ και δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα, αν εξαιρέσουμε εκείνους που αρνήθηκαν να το αγγίξουν, λίγοι είναι εκείνοι που αισθάνονται πως κάποια από τα θέματα που διαπραγματεύεται είναι δύσκολα για την ηλικία που προβλέπεται να διδαχθούν, ο χρόνος που προτείνεται είναι λίγος για τέτοια ζητήματα και κάποιοι από τους στόχους δεν αντιστοιχούν επαρκώς με την ανάπτυξή τους στις αντίστοιχες στήλες. Απορίες και παρανοήσεις σχετικές με την προσέγγιση και την υλοποίηση των στόχων -π.χ. αν θα πρέπει να αναπτυχθούν όλοι οι στόχοι που περιγράφονται στα προσδοκώμενα- λύθηκαν είτε στη διάρκεια των επιμορφωτικών συναντήσεων είτε κατά τις επισκέψεις των Συμβούλων Προώθησης.

Ως προς την αναγκαιότητα αλλαγής των ΠΣ και εδώ οι γνώμες ποικίλλουν. Στις εκθέσεις των Συμβούλων Προώθησης αναφέρεται ότι υπάρχουν εκπαιδευτικοί που θεωρούν πως δεν χρειαζόταν καμία αλλαγή, οπότε δεν ασχολήθηκαν με το νέο ΠΣ, ή ότι ήταν αναγκαία η αλλαγή του μαθήματος, αλλά στην κατεύθυνση του τονισμού της ελληνικής ταυτότητας και του παρηγορητικού ρόλου του μαθήματος των Θρησκευτικών. Πέρα όμως από τα άκρα, οι περισσότεροι από τους θεολόγους που συνεργάστηκαν με τους Συμβούλους Προώθησης, κρίνουν πως ήταν αναγκαία η αλλαγή του ΠΣ στα Θρησκευτικά, ώστε να ανταποκριθεί το μάθημα στις σημερινές εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών, να προσαρμοστεί στις  σύγχρονες συνθήκες λειτουργίας του σχολείου, να γίνει επίκαιρο και να αποκτήσει λόγο ύπαρξης στην τάξη, να πάψει να αγνοεί την ετερότητα, να λάβει υπόψη τις προσλαμβάνουσες και τις θρησκευτικές αναζητήσεις των μαθητών. Τέλος, κάποιοι από τους εκπαιδευτικούς εξέφρασαν ενθουσιασμό για το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά και τον Οδηγό που το συνοδεύει και προτείνουν τον Οδηγό ως εργαλείο και σε άλλα μαθήματα.

7. Κριτική θεώρηση των αντιδράσεων στο νέο ΠΣ

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι κύκλοι που σήμερα ασκούν κριτική στο ΠΣ άσκησαν την ίδια περίπου κριτική και κατά το πρόσφατο παρελθόν (2003-2006), όταν εξέφρασαν τις θέσεις τους για τα νεο-εκδοθέντα τότε διδακτικά βιβλία των Θρησκευτικών. Τόσο η ΠΕΘ όσο και ο καθηγητής Ρεράκης, ο οποίος μάλιστα ήταν και κριτής-αξιολογητής του ΠΙ για το  βιβλίο της Ε΄ τάξης του Δημοτικού, αποφάνθηκαν σε ανακοινώσεις και σε ημερίδες για τον προβληματικό και κατά τη γνώμη τους μη ακραιφνώς ορθόδοξο χαρακτήρα των βιβλίων αυτών, τα οποία, σημειωτέον, είναι σε ισχύ μέχρι σήμερα. Η στάση αυτή των παραπάνω κύκλων  οδήγησε προφανώς την τότε ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος να αποστείλει αρχικά, πριν τη συγγραφή των βιβλίων, επιστολή στο ΠΙ με την οποία ζητούσε τη συμμετοχή της Εκκλησίας στη συγγραφή των βιβλίων των Θρησκευτικών και, κατόπιν, αρνητικό υπόμνημα για τα περατωθέντα διδακτικά βιβλία, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις των εν λόγω κύκλων.

Από την κριτική αυτή δεν έλειψαν και λίαν προσβλητικές και υποτιμητικές εκφράσεις και υπονοούμενα για τα μέλη της επιτροπής εκπόνησης του νέου ΠΣ, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν ως «κατ’ επίφασιν και κατ’ ευφημισμόν εμπειρογνώμονες» ή ότι συνέπραξαν στο νέο ΠΣ για λόγους οικονομικούς, μιας και τα δήθεν υπέρογκα ποσά του προγράμματος αυτού προέρχονται από το ΕΣΠΑ. Επί της ουσίας, η κριτική που δέχθηκε το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά χαρακτηρίζεται, σε πολλές περιπτώσεις, από ελλιπείς κατανοήσεις, αποσπασματικές αναγνώσεις, αλλά και πολύ συχνά κατάφωρες διαστρεβλώσεις των περιεχομένων του. Αφοριστικές διατυπώσεις της μορφής «το μάθημα μετατρέπεται σε πανθρησκεία», «από το νέο ΠΣ απουσιάζει το πρόσωπο της Θεοτόκου», «ο Ιησούς Χριστός εξισώνεται με τους ιδρυτές άλλων θρησκειών», «ο μαθητής καλείται να μάθει για όλες τις θρησκείες και να επιλέξει» κ.ά. δεν έχουν καμιά σχέση με τα περιεχόμενα του ΠΣ. Σε αρκετές από αυτές τις μάλλον προκατειλημμένες προσεγγίσεις απάντησε ήδη η Επιτροπή που εκπόνησε το ΠΣ με το πολυσέλιδο Υπόμνημά της, παρά το γεγονός ότι οι σκοποί, τα περιεχόμενα και οι διδακτικές δραστηριότητες του ΠΣ είναι σαφείς και δεν αφήνουν περιθώρια για τέτοιες παρανοήσεις. Ασφαλώς, η δυνατότητα διατύπωσης επαναλαμβανόμενων επικρίσεων, που προέρχονται πάντοτε από τους ίδιους κύκλους, ευνοήθηκε σημαντικά από την παρατεταμένη πιλοτική εφαρμογή, που πραγματοποιείται για πρώτη φορά στο ελληνικό σχολείο. Από την άλλη πλευρά, είδαν το φως της δημοσιότητας και αρκετές άλλες προσεγγίσεις από ενεργούς εκπαιδευτικούς και θεολογικές ενώσεις, που χαιρέτισαν τον προσανατολισμό του νέου ΠΣ και τις καινοτομίες που αυτό κομίζει, ειδικά στον τομέα της ανακαλυπτικής, διερευνητικής, συνεργατικής και βιωματικής διδασκαλίας και μάθησης.

Η συντονισμένη δράση της ΠΕΘ και του καθ. Ηρ. Ρεράκη προς τα εκκλησιαστικά και μοναστικά περιβάλλοντα, ακόμη και προς ορισμένες θρησκευτικές αδελφότητες (π.χ. «Ο Σωτήρ»), με αιχμή του δόρατος τον κίνδυνο της απώλειας του ορθόδοξου χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, οδήγησε ορισμένους ιεράρχες να υιοθετήσουν αβασάνιστα τις θέσεις τους, όπως πρόσφατα και τον ηγούμενο της Ι. Μονής Γρηγορίου του Αγίου Όρους.  Παρόμοια και ο π. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος της Ι. Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους, μολονότι ενημερώθηκε μονοσήμαντα από το ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού Κοινωνία της ΠΕΘ για το νέο ΠΣ και κατόπιν από τον ηγούμενο της Ι. Μονής Γρηγορίου και φυσικά από τον καθ. Ηρ. Ρεράκη, χαρακτήρισε «αντιπαιδαγωγικό και απάνθρωπο» το νέο ΠΣ. Οι κύκλοι αυτοί των επικριτών του νέου ΠΣ συστηματικά επιχειρούν να θέσουν θέμα «Θρησκευτικών» και στη Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκειμένου να εντείνουν τις πιέσεις τους για την ακύρωσή του.

Ωστόσο, οι ανωτέρω κύκλοι αποσιωπούν ή απλώς δεν λαμβάνουν σαφώς υπόψη τους μια μεγάλη συζήτηση εδώ και δεκαετίες γύρω από τον «ομολογιακό» χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών στην Ελλάδα. Στη συζήτηση αυτή, πέρα από τους υποστηρικτές του ομολογιακού μαθήματος, υπάρχουν και οι επικριτές του, που είναι μέλη της επιστημονικής κοινότητας, συνταγματολόγοι, εκπαιδευτικοί ή απλώς διανοούμενοι που καταθέτουν την άποψή τους. Επιπλέον, ιδιάζουσα σημασία έχουν οι θέσεις θεσμοθετημένων οργάνων και αρχών της Πολιτείας,  όπως το Συμβούλιο της Επικρατείας, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και ο Συνήγορος του Πολίτη.  Κατά τον τελευταίο μάλιστα, το πρόβλημα του μαθήματος των Θρησκευτικών και το δικαίωμα απαλλαγής από αυτό κάθε μαθητή που απλώς το επιθυμεί απορρέει από τον «δεδομένο “κατηχητικό” και, συνεπώς, μονόπλευρο χαρακτήρα του μαθήματος αυτού» και μάλιστα ασχέτως προς το ότι ο χαρακτήρας αυτός θεωρείται «σύμφωνος προς το Σύνταγμα».

Το θρησκευτικό μάθημα στη δημόσια εκπαίδευση σε μια σειρά από επιστημονικές μονογραφίες και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και εφημερίδες εγκαλείται ότι είναι μονοφωνικό, κατηχητικό και μονόπλευρο, μονολιθικό και σκοταδιστικό, «ακραία περίπτωση κατηχητισμού και θρησκευτικής ενδογμάτισης στο πλαίσιο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κ.ά. Οι θέσεις αυτές, και κυρίως οι πιέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, οδήγησαν το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας το 2008 να εκδώσει εγκυκλίους, βάσει των οποίων οι μαθητές που δεν επιθυμούν την παρακολούθηση των Θρησκευτικών, μπορούν με μια απλή δήλωσή τους, «χωρίς να προβαίνουν σε καμία περαιτέρω διευκρίνιση», δίχως, δηλαδή, να προσδιορίζουν τον λόγο ή το ιδιαίτερο θρήσκευμά τους, να απαλλάσσονται νομίμως. Η έκδοση συμπληρωματικής εγκυκλίου που ορίζει πώς θα απασχολούνται «οι μη Ορθόδοξοι μαθητές δηλ. οι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι, οι οποίοι… απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών για λόγους συνείδησης» δεν έλυσε ικανοποιητικά το ζήτημα. Τόσο η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Απόφαση 3356/95) όσο και ο Συνήγορος του Πολίτη (Πόρισμα 19905.04.2.1/15-11-2004 & Δελτίου Τύπου 31-7-2008), υπερβαίνουν παλαιότερη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, προκειμένου να δοθεί η απαλλαγή στα Θρησκευτικά, απαιτούσε οι γονείς ή οι μαθητές να «δηλώσουν καθ’ οιονδήποτε τρόπον, ότι για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, ήτοι διότι είναι ετερόδοξοι, ετερόθρησκοι ή άθεοι, δεν επιθυμούν να παρακολουθήσουν την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών» (Απόφαση 3356/95).

Οι επικριτές του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου έχουν μάλλον ξεχάσει πλήρως την πρόσφατη δημόσια συζήτηση, η οποία διεξήχθη στην ελληνική κοινωνία με αφορμή τις εγκυκλίους που εξέδωσε το Υπουργείο Παιδείας το 2008 για την απαλλαγή από τα Θρησκευτικά. Οι τρεις εκείνες εγκύκλιοι, αλλά και η καταστρατήγηση ή η πλημμελής εφαρμογή του μέτρου, μετέτρεψαν άτυπα τα Θρησκευτικά σε προαιρετικό μάθημα, όπως επισημάνθηκε και από πολλές ενώσεις θεολόγων που διαμαρτυρήθηκαν, αφού άνοιξαν τον δρόμο, ώστε κάθε μαθητής να μπορεί να διεκδικήσει απαλλαγή, ακόμη και εάν δεν δικαιούται.  Η παρουσίαση του θέματος αυτού από τον Τύπο και τα λοιπά ΜΜΕ, οι θέσεις και οι δηλώσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, των κομμάτων, της ΟΛΜΕ και των εκπαιδευτικών παρατάξεων, οι θέσεις διαφόρων εκπαιδευτικών κύκλων και διανοουμένων, οι επίσημες παρεμβάσεις των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, των θεολογικών ενώσεων και πολλών εκπαιδευτικών έδωσαν το στίγμα ενός δημόσιου διαλόγου γύρω από τον χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία των Θρησκευτικών. Το προβληματικό σημείο για τους επικριτές του μαθήματος αποτελούσε ο έντονα ομολογιακός και κατηχητικός χαρακτήρας των Θρησκευτικών. Από την άλλη πλευρά, όχι μόνο οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί αλλά και οι Θεολογικές Σχολές έκαναν λόγο για το αναγκαίο άνοιγμα προς τη θρησκευτική ετερότητα με την εισαγωγή θρησκειολογικών αναφορών σε ένα νέο και ανοικτό ΠΣ, «ώστε να αναβαθμιστεί ακόμη περισσότερο το μάθημα των Θρησκευτικών, να εμπλουτιστούν τα αναλυτικά σχολικά προγράμματα με μαθήματα κοινωνικής ηθικής ή ιστορίας των θρησκευμάτων, τα οποία θα μπορούν να παρακολουθούν οι μαθητές στο σύνολό τους ανεξαρτήτως θρησκείας ή ομολογίας» (Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ, 9-9-2008). Προς την ίδια κατεύθυνση, το σύγχρονο περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών «ούτε αποκλειστικά ομολογιακό προσανατολισμό μπορεί να έχει ούτε όμως και αποκλειστικά θρησκειολογικό. Και οι δύο προσανατολισμοί πρέπει να υπάρχουν αναλογικά και σε συνδυασμό, ώστε, εκτός των άλλων, από τη μια μεριά να αποφεύγεται ο θρησκευτικός αναλφαβητισμός, ενώ από την άλλη να καλλιεργείται στους μαθητές μια συνείδηση αποδοχής, σεβασμού και ειρηνικής συνύπαρξης με το «διαφορετικό» (Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ, 8-9-2008). Η επιτροπή εκπόνησης δεν έκανε τίποτε άλλο παρά έλαβε σοβαρά υπόψη τον δημόσιο αυτό διάλογο.

Εξάλλου, στο ευρωπαϊκό περιβάλλον υφίστανται πολλά και ποικίλα πρότυπα οργάνωσης της θρησκευτικής αγωγής. Άλλα συγκροτούνται με βάση το ομολογιακό ή το πολυομολογιακό πρότυπο, άλλα με βάση το θρησκειολογικό και άλλα είναι απλώς μικτά και επιλεκτικά, ενσωματώνοντας δημιουργικά τη διαπολιτισμική διάσταση του θρησκευτικού φαινομένου. Πριν από λίγα χρόνια, η Κοινοβουλευτική Συνδιάσκεψη του Συμβουλίου της Ευρώπης (47 χώρες) με τη Σύσταση 1720 έκανε λόγο για την ανάγκη εισαγωγής στην εκπαίδευση της διδασκαλίας των θρησκειών. Ακολούθως, πρότεινε τον θρησκειολογικό προσανατολισμό της διδασκαλίας είτε έναντι του ουδετερόθρησκου είτε έναντι του ομολογιακού ή πολυομολογιακού περιεχομένου του μαθήματος των Θρησκευτικών στα διάφορα εκπαιδευτικά συστήματα, για να διασφαλίσει έτσι την αμεροληψία και αντικειμενικότητα στην παρουσίασή τους. Ωστόσο, η ανακάλυψη των διαφόρων θρησκειών και κυρίως των θρησκειών γειτονικών χωρών από τους μαθητές, θα γίνεται παράλληλα με τη γνωριμία της δικής τους θρησκείας. Πέρα από φανατισμούς, «ο σκοπός αυτής της εκπαίδευσης θα πρέπει να κάνει τους μαθητές… να αντιληφθούν ότι καθένας έχει το ίδιο δικαίωμα με όλους να πιστεύει ότι η δική του θρησκεία είναι η “η αληθινή πίστη” και ότι η διαφορετική θρησκεία ή η αθεΐα δεν διαφοροποιεί αξιολογικά τους ανθρώπους».

Η επιτροπή εκπόνησης, λαμβάνοντας υπόψη της όλα τα παραπάνω, ως όφειλε, επεξεργάσθηκε μια εναλλακτική πρόταση ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου. Η πρόταση του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά παρουσιάζει ένα μάθημα ανοικτό και πλουραλιστικό, που διατηρεί μεν τον γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα που είχε ως τώρα, αλλά επιπλέον λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις των καιρών, τις μορφωτικές ανάγκες των σύγχρονων μαθητών και εμπλουτίζεται με περισσότερα στοιχεία για τις χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και για ορισμένες από τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου. Οι «συντεταγμένες» αυτές διαμορφώνουν ένα πρόγραμμα θρησκευτικού μαθήματος το οποίο ξεκινά από και έχει επίκεντρο την ελληνορθόδοξη παράδοση του τόπου, την παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, όπως αυτή σαρκώθηκε στη ζωή και αποτυπώθηκε στα μνημεία του πολιτισμού του. Κάθε μαθητής ή μαθήτρια, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής του ιδιοπροσωπίας, είναι απαραίτητο και πολύτιμο να γνωρίζει τη θρησκευτική παράδοση του τόπου, ως πίστη, λατρεία, ζωή, τέχνη και πολιτισμό. Αυτός είναι ο πρώτος και βασικός κύκλος του μαθήματος. Ο δεύτερος κύκλος είναι οι μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις που συναντώνται στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο, εκτός της Ορθοδοξίας, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός στις κύριες και βασικές του ομολογίες. Ο τρίτος κύκλος περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία από τα μεγάλα θρησκεύματα και ιδίως όσα ενδιαφέρουν την ελληνική κοινωνία περισσότερο, δηλαδή, τις μονοθεϊστικές παραδόσεις του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ και δύο απωανατολικές θρησκείες, τον Ινδουισμό και τον Βουδισμό. Οπωσδήποτε, τα στοιχεία αυτά δίνονται σύμφωνα με τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά, την ηλικία και τις μορφωτικές ανάγκες των παιδιών. Επιπλέον, δεν αποτελούν διδακτέα ύλη αλλά διαθέσιμα διδακτικά μέσα και υλικά για τον εκπαιδευτικό, ο οποίος καλείται να σχεδιάσει τη διδασκαλία του με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες και το «οικοσύστημα» της τάξης του.

Επισημαίνεται, πάντως, ότι το νέο ΠΣ αφορά τη θρησκευτική αγωγή στη δημόσια εκπαίδευση και όχι την εκκλησιαστική κατήχηση. Το ΜτΘ βεβαίως και έχει ως κέντρο, αφετηρία και πρωταρχικό μέλημα την Ορθόδοξη πίστη και ζωή, αλλά οφείλει και πρέπει να έχει ορίζοντα αναφοράς και διαλόγου και με τις άλλες χριστιανικές κατανοήσεις, τις άλλες θρησκευτικές παραδόσεις και τις σύγχρονες φιλοσοφικές ή άλλες μορφές πνευματικότητας. Ένας ουσιαστικός διάλογος, ανάμεσα στο κέντρο και στον ορίζοντα, που θα αναπτυχθεί στο πλαίσιο του ΜτΘ θεμελιωμένος πάνω στην ορθή προσέγγιση και κριτική κατανόηση των διαφορετικών αφηγήσεων, δεν στοιχειοθετεί απομάκρυνση από την Ορθοδοξία ή μια μορφή θρησκευτικού συγκρητισμού· απεναντίας, συνιστά κυρίως και κατεξοχήν την πεμπτουσία της χριστιανικής μαρτυρίας στον σύγχρονο και ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο μας.

Στην πράξη το νέο ΠΣ ουσιαστικά δεν απομακρύνεται από τους ειδικούς σκοπούς του μαθήματος, όπως αυτοί ορίζονται στα Αναλυτικά Προγράμματα του 2003 (ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ). Τα Προγράμματα εκείνα, πέρα από την ενημέρωση για την υφή του θρησκευτικού φαινομένου, την ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης και την απόκτηση γνώσεων γύρω από τη Χριστιανική πίστη και την Ορθόδοξη Χριστιανική Παράδοση, την καλλιέργεια του ήθους και της προσωπικότητας, με την αξιοποίηση των μορφωτικών αγαθών της Αγίας Γραφής, των Πατέρων και της Παράδοσης της Εκκλησίας, εστίαζαν επιπλέον στην κριτική επεξεργασία των θρησκευτικών παραδοχών, αξιών και στάσεων, στην διερεύνηση του ρόλου που έπαιξε και παίζει ο Χριστιανισμός στον πολιτισμό και την ιστορία της Ελλάδας και της Ευρώπης, στην επίγνωση της ύπαρξης διαφορετικών εκφράσεων της θρησκευτικότητας, στην ανάπτυξη ανεξάρτητης σκέψης και ελεύθερης έκφρασης, στην αντίληψη ότι το αυθεντικό χριστιανικό μήνυμα είναι υπερφυλετικό, υπερεθνικό και οικουμενικό, στην κατανόηση της πολυπολιτισμικής, πολυφυλετικής και πολυθρησκευτικής δομής των σύγχρονων κοινωνιών και στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για διαχριστιανική και διαθρησκειακή επικοινωνία και αλληλογνωριμία. Συνεπώς, το νέο ΠΣ κινείται πάνω στις ίδιες βασικές αρχές τις οποίες εμπλουτίζει και αναπτύσσει περισσότερο.


* Ο Σταύρος Γιαγκάζογλου είναι Σύμβουλος Α΄ του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και επιστημονικός υπεύθυνος της επιτροπής εκπόνησης του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου. Διετέλεσε Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου επί δεκαετία, μέχρι την κατάργησή του.

Σταύρου Γιαγκάζογλου*

Συμβούλου

του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού

Κατά το σχολικό έτος 2010-2011, στο πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας για το Νέο Σχολείο, εκπονήθηκαν νέα Προγράμματα Σπουδών (ΠΣ) σε όλα τα μαθήματα της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, Δημοτικό και Γυμνάσιο. Βασικό χαρακτηριστικό της νέας αυτής παρέμβασης είναι ο παιδαγωγικός αναπροσανατολισμός της διδακτικής πράξης στην κατεύθυνση της διερευνητικής, βιωματικής και συνεργατικής μάθησης. Η αλλαγή αυτή κρίθηκε αναγκαία, με βάση τις σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής αλλά και το αίτημα υπέρβασης χρόνιων αγκυλώσεων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Στο πλαίσιο της ευρύτερης αλλαγής του σχολείου, εκπονήθηκε νέο Πρόγραμμα Σπουδών και στο μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ). Η επιτροπή που συγκροτήθηκε για το σκοπό αυτό εργάστηκε συνεργατικά και συνθετικά, με πλήρη συνείδηση – επιστημονική, παιδαγωγική και θεολογική – του υψηλού χρέους, χωρίς «άνωθεν» οδηγίες και δεσμεύσεις. Κατεβλήθησαν φιλότιμα όλες οι ανθρωπίνως δυνατές προσπάθειες για όσο γίνεται καλύτερο αποτέλεσμα. Κατά την ολοκλήρωση του έργου της, η Επιτροπή υπέβαλε δύο παραδοτέα: α) «Πρόγραμμα Σπουδών για τα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου», και β) «Οδηγό του Εκπαιδευτικού για τα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου». Τα συγκεκριμένα κείμενα, ήδη, έχουν δημοσιευθεί στον διαδικτυακό κόμβο του «Ψηφιακού Σχολείου» του Υπουργείου Παιδείας. Τα δύο αυτά κείμενα είναι παιδαγωγικά και διδακτικά εργαλεία αποκλειστικά για τον εκπαιδευτικό και, επομένως, το νέο ΠΣ δεν είναι διδακτικό εγχειρίδιο για τους μαθητές, όπως εσφαλμένα θεωρήθηκε από διάφορους σχολιαστές του, που μάλλον βιαστικά έκριναν το όλο έργο. Τα περιεχόμενα του ΠΣ καθώς και τα κύρια κεφάλαια του Οδηγού του Εκπαιδευτικού αναφέρονται στις βασικές ανάγκες του εκπαιδευτικού, προκειμένου να σχεδιάσει και να επιτελέσει το έργο του. Η χρησιμοποιούμενη παιδαγωγική και διδακτική ορολογία είναι η καθιερωμένη στον ευρύτερο χώρο της Εκπαίδευσης, που υπερβαίνει τα ειδικά όρια του ΜτΘ, ενώ λαμβάνεται υπόψη ότι το ΠΣ θα διαβαστεί όχι μόνο από θεολόγους. Οπωσδήποτε, για την κατανόηση της φιλοσοφίας του ΠΣ και πολύ περισσότερο για την εφαρμογή του δεν είναι αρκετή μια απλή ανάγνωσή του, αλλά απαιτείται αναλυτική ενημέρωση και συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Τελικά, το ΠΣ δεν είναι κατάλογος διδακτικών ενοτήτων ή λίστα περιεχομένων της διδακτέας ύλης. Είναι ένα πλήρες, μεθοδικό και άρτια οργανωμένο πλαίσιο εκπαιδευτικών αρχών, προσανατολισμών και διδακτικών προτάσεων που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του σχεδιασμού της διδασκαλίας από τον εκπαιδευτικό. Αυτή είναι και η κύρια μορφολογική διαφορά ως προς τα λεγόμενα Αναλυτικά Προγράμματα του παρελθόντος. Το νέο ΠΣ για πρώτη φορά στα εκπαιδευτικά μας πράγματα εφαρμόζεται πιλοτικά και πειραματικά, ώστε να διαπιστωθούν στην πράξη πιθανά προβλήματα, ατέλειες, ελλείψεις και να επιχειρηθούν οι απαραίτητες βελτιώσεις, τροποποιήσεις και αλλαγές, προκειμένου να εφαρμοστεί κατόπιν σε όλα τα σχολεία. Προς την κατεύθυνση αυτή, είναι ευπρόσδεκτη οποιαδήποτε εποικοδομητική κριτική με συγκεκριμένες παρατηρήσεις και προτάσεις. Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του ΠΣ ήδη συλλέγει και επεξεργάζεται τα στοιχεία αυτά και θα συνεχίσει να το πράττει μέχρι να ολοκληρωθεί ένας πρώτος κύκλος αξιολόγησής του. Ακολούθως, θα καταθέσει εκ νέου το ΠΣ με αλλαγές και βελτιώσεις, όπου αυτές κριθούν απαραίτητες.

Στο πλαίσιο τη ευρύτερης συζήτησης μεταξύ των υπευθύνων φορέων για το περιεχόμενο και τους στόχους του νέου ΠΣ Θρησκευτικών Δημοτικού-Γυμνασίου και με στόχο την διευκόλυνση όλων για την ορθή ανάγνωσή του, θεωρούμε απαραίτητη την υπεύθυνη ενημέρωση αλλά και την κατάθεση της γνώμης μας για την μέχρι τώρα πορεία και εξέλιξη του νέου ΠΣ καθώς και για την ασκηθείσα κριτική. Στην κρίσιμη αυτή καμπή της ελληνικής κοινωνίας, ο διάλογος για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα προϋποθέτει νηφάλια αλλά και με επιστημονικά κριτήρια αντιμετώπιση όλων των παραμέτρων του, καθώς μόνο με αυτό τον τρόπο οδηγούμαστε σε ασφαλέστερα συμπεράσματα, πλησιέστερα στην πραγματικότητα και μακριά από πολώσεις και ιδεοληψίες.

1. Προκαταρτική φάση

Αύγουστος-Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2010

Κατάθεση υποψηφιοτήτων στο ηλεκτρονικό Μητρώο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (ΠΙ) και επιλογή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση Προγραμμάτων Σπουδών (ΠΣ) σε όλα τα μαθήματα του Δημοτικού και Γυμνασίου. Επιλογή με επιστημονικά και παιδαγωγικά κριτήρια της ομάδας των εμπειρογνωμόνων στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου. Την ομάδα αποτελούν μέλη ΔΕΠ, Σχολικοί Σύμβουλοι και Θεολόγοι εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Δεκέμβριος 2010

Στο γενικότερο πλαίσιο ενημερωτικών συναντήσεων και ανταλλαγής απόψεων του ΠΙ με τις ενώσεις και τους συλλόγους πανελλήνιας εμβέλειας των εκπαιδευτικών, εν όψει της εκπόνησης νέων ΠΣ, το ΠΙ κάλεσε για το μάθημα των Θρησκευτικών την «Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων» (ΠΕΘ) και τον «Πανελλήνιο Θεολογικό Σύνδεσμο «ΚΑΙΡΟΣ» για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης».

Η ΠΕΘ κατά τη συνάντηση αυτή αλλά και με επιστολές προς την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας υποστήριξε ότι ο χαρακτήρας της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών πρέπει να είναι ορθόδοξος χριστιανικός θεολογικός, δηλαδή απόλυτα ομολογιακός. Μολονότι  είχε λήξει η προθεσμία  υποβολής αιτήσεων στο ηλεκτρονικό Μητρώο των υποψηφίων εμπειρογνωμόνων για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών και είχε συσταθεί από τα θεσμικά όργανα του ΠΙ η επιτροπή εκπόνησης του ΠΣ στα Θρησκευτικά, η ΠΕΘ απαίτησε την ανασυγκρότηση της επιτροπής και με δικά της μέλη, εκλαμβάνοντας την όλη διαδικασία με συντεχνιακά και όχι με παιδαγωγικά και επιστημονικά κριτήρια.

Οι εκπρόσωποι του «ΚΑΙΡΟΥ», από την πλευρά τους, ενημέρωσαν την ηγεσία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου για το από μηνών συντελούμενο στους κόλπους του Συνδέσμου έργο για την ανάδειξη τόσο των προβλημάτων στη διδασκαλία του μαθήματος όσο και των προτεραιοτήτων και προϋποθέσεων για τη σύνταξη νέων Αναλυτικών Προγραμμάτων με στόχο την ουσιαστική αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο ελληνικό σχολείο. Στη συνέχεια, ανέπτυξαν τις θέσεις του «ΚΑΙΡΟΥ» σχετικά με την υποχρεωτικότητα του μαθήματος για όλους τους μαθητές και στις δυο σχολικές βαθμίδες εκπαίδευσης, την αποδέσμευσή του από κατηχητικές πρακτικές και τη μετάβασή του από ένα στενά ομολογιακό-μονοφωνικό σε ένα πιο ανοικτό-πολυφωνικό μάθημα. Τονίστηκε ότι η θέση αυτή δεν μπορεί αλλά και δεν πρέπει να έχει απλώς συντεχνιακό χαρακτήρα αλλά χρειάζεται να συνδέεται με ένα σύγχρονο και δημιουργικό/αποτελεσματικό σχολείο. Η διεξαχθείσα συζήτηση ανέδειξε τη βούληση και τη διάθεση όλων να προχωρήσουν στην οικοδόμηση μιας τακτικότερης συνεργασίας σε ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, προς όφελος της σχεδιαζόμενης αλλαγής στη φιλοσοφία και στο περιεχόμενο της διδακτικής πράξης και για το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως τίθεται από τα υπό διαμόρφωση νέα Προγράμματα Σπουδών για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Ωστόσο, ο «ΚΑΙΡΟΣ» δια των εκπροσώπων του διατύπωσε τις επιφυλάξεις του για την υπό διαμόρφωση νέα κατάσταση στο επίπεδο των Προγραμμάτων Σπουδών, καθώς επισημάνθηκε τόσο η περιορισμένη χρονική προθεσμία για την περάτωση του έργου όσο και οι εγγενείς δυσκολίες στο χώρο της εκπαίδευσης για την αποτελεσματική εφαρμογή του (έλλειψη επαρκούς επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, χρήση νέων τεχνολογιών).

2. Η εκπόνηση του Προγράμματος Σπουδών και η πιλοτική εφαρμογή του

Οκτώβριος 2010

Έναρξη εργασιών της επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση «Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου». Η επιτροπή θα περατώσει το έργο της τον Σεπτέμβριο του 2011, παραδίδοντας τον Ιούνιο του 2011 το «Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου», αποτελούμενο από 104 σελίδες και τον Αύγουστο του 2011 τον «Οδηγό για τον Εκπαιδευτικό στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου», αποτελούμενο από 277 σελίδες.

Το νέο ΠΣ για πρώτη φορά στα εκπαιδευτικά μας πράγματα εφαρμόζεται πιλοτικά και πειραματικά, για δύο σχολικά έτη (2011-2012 και 2012-2013), ώστε να διαπιστωθούν στην πράξη πιθανά προβλήματα, ατέλειες, ελλείψεις και να επιχειρηθούν οι απαραίτητες βελτιώσεις, τροποποιήσεις και αλλαγές, προκειμένου να εφαρμοστεί κατόπιν σε όλα τα σχολεία. Προς την κατεύθυνση αυτή, είναι ευπρόσδεκτη οποιαδήποτε εποικοδομητική κριτική με συγκεκριμένες παρατηρήσεις και προτάσεις. Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του ΠΣ συλλέγει και επεξεργάζεται τα στοιχεία αυτά. Ακολούθως, θα καταθέσει εκ νέου το ΠΣ με αλλαγές και βελτιώσεις, όπου αυτές κριθούν απαραίτητες.

3. Η επικριτική αρθρογραφία

Σεπτέμβριος 2011

Με την ολοκλήρωση και δημοσίευση του ΠΣ και του Οδηγού για τον Εκπαιδευτικό στην ιστοσελίδα του «ψηφιακού σχολείου», άρχισαν σταδιακά να αναρτώνται στο διαδίκτυο ορισμένες αρνητικές κριτικές, οι οποίες προέρχονταν κυρίως από μέλη ή παραρτήματα της ΠΕΘ. Οι κριτικές αυτές, αρκετές από τις οποίες δεν είχαν επιστημονικό υπόβαθρο, ήταν προκατειλημμένες ή χαρακτηρίζονταν από ελλιπή κατανόηση του ΠΣ,  εστίαζαν την αρνητική τους τοποθέτηση κυρίως στο γεγονός ότι το νέο ΠΣ περιείχε θρησκειολογικά στοιχεία στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, ενώ μέχρι τώρα τα θρησκειολογικά θέματα περιορίζονταν αποκλειστικά στη Β΄ Λυκείου. Ως εκ τούτου, χαρακτήριζαν το νέο ΠΣ θρησκειολογικό. Αρκετοί μάλιστα είτε απομόνωσαν επιμέρους θρησκειολογικές αναφορές είτε συνέλεξαν όλα τα θρησκειολογικά στοιχεία του νέου ΠΣ και τα ενοποίησαν σκόπιμα για να φανεί ότι δήθεν το νέο Πρόγραμμα είναι σαφέστατα ή αμιγώς θρησκειολογικό. Μάλιστα, ορισμένες κριτικές έφθασαν στο σημείο να χαρακτηρίσουν το προτεινόμενο ΠΣ ως πανθρησκεία, προϊόν της νέας τάξης και της παγκοσμιοποίησης και γενικά ως ένα πρόγραμμα από το οποίο απουσιάζει ή αποδομείται η Ορθοδοξία και η θεολογία της Εκκλησίας.

4. Η ενημερωτική συνάντηση και διαβούλευση στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο

Φεβρουάριος 2012

Μετά το πέρας ειδικού επιμορφωτικού σεμιναρίου για τους Σχολικούς Συμβούλους με αντικείμενο το νέο ΠΣ, ο Σύμβουλος του ΠΙ, μέλη της επιτροπής εκπόνησης του ΠΣ και οι Θεολόγοι Σχολικοί Σύμβουλοι επισκέφθηκαν εθιμοτυπικά τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος και είχαν μια πρώτη ενημερωτική συνάντηση με θέμα το νέο ΠΣ και άλλα ζητήματα που αφορούν το μάθημα των Θρησκευτικών. Στη συνάντηση αυτή ο Αρχιεπίσκοπος ζήτησε από τον υπεύθυνο της επιτροπής εκπόνησης του νέου ΠΣ ένα ειδικό ενημερωτικό υπόμνημα.

Μάρτιος 2012

Η επιτροπή εκπόνησης του νέου ΠΣ παραδίδει το σχετικό υπόμνημά της για το πλαίσιο αρχών, τις παιδαγωγικές προϋποθέσεις, τους στόχους και τα περιεχόμενα του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου προς τον Αρχιεπίσκοπο και τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΔΙΣ). Ταυτόχρονα, αποστέλλει το υπόμνημα αυτό και προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τις Ιερές Μητροπόλεις ανά την Ελλάδα, τις Θεολογικές Σχολές, τις Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, τους Θεολόγους Σχολικούς Συμβούλους και τις επιστημονικές ενώσεις των Θεολόγων.

Μάιος 2012

Στις αρχές Μαΐου πραγματοποιείται ενημερωτική κοινή διαβούλευση με τη ΔΙΣ στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου γίνεται ανταλλαγή απόψεων με τη συμμετοχή του Αρχιεπισκόπου και των Συνοδικών Μητροπολιτών, αντιπροσωπείας της επιτροπής εκπόνησης του νέου ΠΣ, σχεδόν όλων των Θεολόγων Σχολικών Συμβούλων και ορισμένων μελών του ΔΣ της ΠΕΘ. Προηγουμένως, κατά την κύρια εισήγησή του στη ΔΙΣ ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος πραγματοποίησε θετική εισήγηση για το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά, τονίζοντας ότι «το Πρόγραμμα Σπουδών, όπως το περιγράφουν οι συντάκτες του και τα περιεχόμενά του, επιδιώκει να αναδείξει την Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση σε όλες τις πτυχές της. Σε όλα τα μαθήματα υπάρχει αφθονία θεμάτων και διδακτικών δραστηριοτήτων που αφορούν στην Αγία Γραφή, στα πατερικά κείμενα, στη λατρεία και στην τέχνη της Εκκλησίας. Σε κάποιες αυτόνομες ενότητες παραθέτει συμπληρωματικά, με τη μορφή διάσπαρτων στοιχείων και θρησκειολογικά θέματα. Σε όλες τις ενότητες, ειδικά στο Γυμνάσιο, είναι εμφανής ο διάλογος με τις ανησυχίες και τις εμπειρίες των μικρών παιδιών και των εφήβων αλλά και με τα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα. Επειδή είναι εκπαιδευτικό εργαλείο, σ’ αυτά τα ζητήματα χρησιμοποιεί γλώσσα και ορολογία επίκαιρη, που κάποτε υπερβαίνει τη γνώριμη σε μας και οικεία θεολογική ορολογία. Βεβαίως, αποκλίσεις από τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, δεν υπάρχουν».

Οκτώβριος 2012

Η επιτροπή εκπόνησης του νέου ΠΣ δημοσιοποιεί το δεύτερο υπόμνημά της με τίτλο «Απόκριση στις Επικρίσεις Σχετικά με το νέο Πρόγραμμα Σπουδών», απαντώντας στις συντονισμένες προσπάθειες διάφορων επώνυμων αλλά και ανώνυμων που χωρίς την αίσθηση της δέουσας ευθύνης αγωνίζονται με κάθε μέσο -και κυρίως με επικοινωνιακούς όρους και όχι με πραγματικά θεολογικά και παιδαγωγικά κριτήρια- να δημιουργήσουν κλίμα καχυποψίας ή ακόμη και χαοτικού διχασμού. Πράγματι, «η επιτροπή δέχθηκε ανάρμοστες λεκτικές επιθέσεις και απρεπείς χαρακτηρισμούς, που αποκαλύπτουν προκατάληψη, φανατισμό και παντελή έλλειψη πνεύματος διαλόγου. Η προφανής αδυναμία παρουσίασης πειστικών αντεπιχειρημάτων και η απροθυμία για έναν ουσιαστικό διάλογο γύρω από το θεολογικό περιεχόμενο του νέου ΠΣ και τις παιδαγωγικές αρχές που το διέπουν, οδήγησε αρκετούς επικριτές να επιδοθούν σε μια συστηματική, άκομψη και ανοίκεια προς το χριστιανικό ήθος προσωπική επίθεση εναντίον των μελών της συντακτικής Επιτροπής. Η επίθεση αυτή επεδίωκε τη συκοφάντηση των κινήτρων τους, τη σπίλωση της ακαδημαϊκής και επιστημονικής τους υπόληψης και την αμφισβήτηση της ίδιας της εκκλησιαστικής ταυτότητας και του Ορθόδοξου φρονήματός τους».

Νοέμβριος 2012

Στις 5 Νοεμβρίου η Διαρκής Ιερά Σύνοδος ασχολήθηκε και πάλι με το μάθημα των Θρησκευτικών και το νέο ΠΣ. Σχετική εισήγηση παρουσίασε ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας αναφέροντας συμπερασματικά ότι: «Το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να διατηρεί τον γνωστικόν και παιδαγωγικόν του χαρακτήρα. Θα εκφράζεται μέσα από μίαν ενιαίαν δομήν, με τρόπον επαγωγικόν, συμφώνως και με τα σύγχρονα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά της ηλικίας και των μορφωτικών αναγκών. Δεν είναι δυνατόν να αποτελεί απλήν συσσώρευσιν γνώσεων, ούτε να επιδιώκεί προβολή μεταφυσικών και ιδεολογικών προεκτάσεων, ερμηνευτικών προσεγγίσεων η ακροβατισμών αλλά δια της διδασκαλίας θα επιδιώκεται η προβολή και αι συνέπειαι διαμορφώσεως ενός προτύπου ζωής, δηλαδή του πολιτισμού και της κοινωνίας. Επί τη βάσει των συντεταγμένων αυτών θα πρέπει να διαμορφωθεί εν πρόγραμμα, το οποίον θα ξεκινά και θα έχει ως επίκεντρον την ελληνορθόδοξον παράδοσιν του τόπου, επί τη βάσει του οποίου εξεφράσθη ως ήθος, και διεμορφώθη ως ζωή, και ως αύτη η παράδοσις απετυπώθη εις τα μνημεία του πολιτισμού μας. Έκαστος μαθητής η μαθήτρια, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής του ιδιοπροσωπείας, είναι απαραίτητον και πολύτιμον να γνωρίζει την θρησκευτικήν παράδοσιν του τόπου, ως πίστιν, λατρείαν, ζωήν, τέχνην και πολιτισμόν. Τούτος θα πρέπει να είναι ο πρώτος και βασικός κύκλος του μαθήματος. Ο δεύτερος κύκλος θα αφορά τας μεγάλας χριστιανικάς παραδόσεις εκτός της Ορθοδοξίας, αι οποίαι συναντώνται εις τον ελλαδικόν χώρον και γενικώτερον εις τον κόσμον, όπως στοιχεία του Ρωμαιοκαθολικισμού και του Προτεσταντισμού. Ο τρίτος κύκλος θα πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία από τα μεγάλα Θρησκεύματα και ιδίως όσα ενδιαφέρουν την ελληνικήν κοινωνίαν περισσότερον, δηλαδή, τας μονοθεϊστικάς παραδόσεις του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ, τον Ινδουϊσμόν και τον Βουδισμόν, προκειμένου εις επίπεδον γνωσιακόν οι διδασκόμενοι να αποκτήσουν «πείραν»».

Ακολούθως η ΔΙΣ αποφάσισε:

«1. Να ζητήσει να της αποσταλεί το υπό διαμόρφωση νέο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών.
2. Να ζητήσει το μάθημα να εξακολουθήσει να ονομάζεται «Μάθημα Θρησκευτικών» και να είναι υποχρεωτικό.

3. Στις τάξεις της Β´ και Γ´ Λυκείου να υπάρχει δίωρη διδασκαλία του μαθήματος.
4. Για τον διορισμό των Καθηγητών του μαθήματος των Θρησκευτικών στην Εκπαίδευση, να προϋποθέτει και την «Συμμαρτυρία» του Επισκόπου της τοπικής Εκκλησίας».

5. Άλλες επικριτικές προσεγγίσεις

Μάιος 2012

Η «Εστία Πατερικών Μελετών», ένας θρησκευτικός σύλλογος που πρωτοστατεί σε διαμαρτυρίες κατά των ηλεκτρονικών ταυτοτήτων, του ΑΜΚΑ, της μετάφρασης των λειτουργικών κειμένων κ.λπ., οργάνωσε ημερίδα στο Πολεμικό Μουσείο με κεντρικό θέμα το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου και τίτλο: «Θρησκευτικά: Ορθόδοξη Παιδεία ή Πανθρησκειακή προπαγάνδα;». Δύο εκ των ομιλητών επικεντρώθηκαν στο νέο ΠΣ. Η κριτική που ασκήθηκε στο ΠΣ αφορούσε κυρίως στον χαρακτήρα του μαθήματος. Κατά τους οργανωτές και ομιλητές της ημερίδας, με το νέο ΠΣ το ορθόδοξο ομολογιακό μάθημα μεταλλάσσεται σε πολυθρησκευτικό, αποδομώντας την ορθόδοξη θρησκευτική παιδεία.

Ιούνιος 2012

Με ορισμένες διαφοροποιήσεις, την κριτική αυτή θα επαναλάβει και η ΠΕΘ επισήμως, ζητώντας την ακύρωση του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά τόσο σε σχετική ανακοίνωσή της όσο και σε ιδιαίτερη συνάντηση που είχε με τον Αρχιεπίσκοπο. Μάλιστα, η ΠΕΘ προκάλεσε συνάντηση εργασίας με ορισμένους θεολόγους εκπαιδευτικούς στα σχολεία όπου το νέο ΠΣ εφαρμοζόταν σε πιλοτικό πρόγραμμα.

Την αρνητική αυτή στάση με ομιλίες, παρεμβάσεις στο διαδίκτυο, επιστολές και υπομνήματα προς την εκκλησιαστική Ιεραρχία και το Υπουργείο Παιδείας κ.ά. αποδέκτες, εξέφρασε συντονισμένα και ο καθηγητής στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Ηρακλής Ρεράκης, ζητώντας με σχετικό υπόμνημά του την ακύρωση του ΠΣ και τη συγγραφή ενός άλλου. Και εδώ το πρόβλημα είναι κυρίως τα θρησκειολογικά στοιχεία που ενσωματώθηκαν στο νέο ΠΣ.

Σεπτέμβριος 2012

Από το τοπικό Παράρτημα της ΠΕΘ Μυτιλήνης εκδίδεται τόμος με συλλογή 315 επικριτικών άρθρων και αναφορών στο νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου και αποστέλλεται κυρίως προς τους ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο τόμος αυτός δεν περιέχει απλώς επικριτικά άρθρα αλλά και κάθε αρνητική αναφορά που δημοσιεύθηκε απλώς στο διαδίκτυο κατά του νέου ΠΣ.

Νοέμβριος 2012

Στις 5 Νοεμβρίου, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, η ΠΕΘ με τα κατά τόπους Παραρτήματά της και ο Σύνδεσμος Θεολόγων Μακεδονίας-Θράκης επέδωσαν Ψήφισμα προς τα Μέλη της ΔΙΣ, με το οποίο εκφράζουν την ριζική διαφωνία τους προς το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά, γιατί, όπως υποστηρίζουν στο εν λόγω Ψήφισμα, το νέο ΠΣ απεμπολεί την ταυτότητα του ορθόδοξου χριστιανισμού, γιατί στο νέο ΠΣ δεν καλύπτεται η συνταγματική επιταγή για καλλιέργεια και ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, γιατί καταστρατηγεί βασικές αρχές της παιδοψυχολογίας, γιατί υποτιμά τον Χριστό ως απλό διδάσκαλο μιας θρησκείας μεταξύ των άλλων, γιατί δεν ζητήθηκε η γνώμη της Εκκλησίας, των Θεολογικών Σχολών και των θεολογικών ενώσεων στην εκπόνηση του νέου ΠΣ. Η ΠΕΘ, τέλος, διερωτάται γιατί η Εκκλησία της Ελλάδος δεν εξέφρασε ακόμη την αυτονόητη αντίθεσή της και κλείνει με αναφορά σε ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη προς επίρρωση των θέσεων της ΠΕΘ για τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών, απαιτώντας με το ζήτημα αυτό να ασχοληθεί η επόμενη Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας.

Νοέμβριος 2012

O «Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ» για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης» σε ειδική ανακοίνωσή του λαμβάνει θέση για το νέο ΠΣ θεωρώντας ως ένα πολύ θετικό βήμα το αποτέλεσμα της εργασίας των εμπειρογνωμόνων, μολονότι δεν προέκυψε με την απαραίτητη χρονική άνεση και δεν στηρίχθηκε σε ευρήματα αξιολόγησης των προηγούμενων ΔΕΠΠΣ και ΑΠΣ. Ιδιαίτερα σημαντικό κρίνεται ότι το νέο ΠΣ απευθύνεται και αφορά την θρησκευτική αγωγή όλων των μαθητών ανεξαιρέτως. Η προσπάθεια του νέου ΠΣ κρίνεται ως μία σύγχρονη και τεκμηριωμένη πρόταση, επειδή υιοθετεί το πρόγραμμα διαδικασίας και παρέχει ελευθερία κινήσεων στον εκπαιδευτικό. Η ανακοίνωση του «Καιρού» επισημαίνει ότι, παρόλο που στο νέο ΠΣ ασκείται δριμεία κριτική για υιοθέτηση του θρησκειολογικού χαρακτήρα, εντούτοις αυτό επιδεικνύει πλήρη σεβασμό στη Χριστιανική πίστη και ζωή, με έμφαση στην Ορθόδοξη Παράδοση, δίχως να αποτελεί κατήχηση ή μύηση αλλά σπουδή στα ουσιώδη του βίου της, ενώ παράλληλα συνομιλεί με τις άλλες χριστιανικές παραδόσεις και με ορισμένα από τα μεγάλα παγκόσμια θρησκεύματα.

6. Απόψεις των Σχολικών Συμβούλων και των εκπαιδευτικών των πιλοτικών σχολείων

Ιανουάριος 2012

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής νέων Σχολικών Συμβούλων, πραγματοποιήθηκε σε ειδικό σεμινάριο η επιμόρφωσή τους στα νέα ΠΣ, προκειμένου να λάβουν ενεργό μέρος στην πιλοτική διαδικασία εφαρμογής τους. Πλην των επιφυλάξεων ενός Σχολικού Συμβούλου, η συντριπτική πλειοψηφία των Θεολόγων Σχολικών Συμβούλων  τάσσεται υπέρ του νέου ΠΣ και ενεργοποιείται στην πιλοτική εφαρμογή αλλά και στην ενημέρωση των Θεολόγων εκπαιδευτικών για το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά.

Ιούνιος 2012

Με βάση τις συγκεντρωτικές «Εκθέσεις παρακολούθησης και αξιολόγησης» που συνέταξε ο Σχολικός Σύμβουλος Άγγελος Βαλλιανάτος, υπεύθυνος για την πιλοτική εφαρμογή του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, η πιλοτική εφαρμογή του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά με δεδομένες τις δυσχερείς συνθήκες, τις τεχνικές δυσκολίες, τις καθυστερήσεις και τις ασάφειες στο ξεκίνημά της, λειτούργησε θετικά. Στα Δημοτικά, λόγω της ελλιπούς επιμόρφωσης και ενημέρωσης, η εφαρμογή του ΠΣ στα Θρησκευτικά έγινε μεμονωμένα. Αντίθετα, στα Γυμνάσια, ελάχιστος ήταν ο αριθμός των Θεολόγων στα πιλοτικά σχολεία που αξιωματικά αρνήθηκε να προσεγγίσει τα νέα Προγράμματα Σπουδών και τον Οδηγό για τον εκπαιδευτικό.

Με βάση τις ιδιαίτερες εκθέσεις των δεκαοκτώ (18) επιμορφωτών και των δέκα  (10) συμβούλων προώθησης, ορισμένοι εκ των οποίων ήσαν και Σχολικοί Σύμβουλοι, οι διδακτικές δραστηριότητες που προτείνει το νέο ΠΣ αλλάζουν δραστικά τον τρόπο που μαθαίνουν οι μαθητές, αφού αλλάζει ο ρόλος του διδάσκοντος και διαφοροποιείται ο ρόλος των μαθητών. Ο εκπαιδευτικός από μεταφορέας πληροφορίας και γνώσης γίνεται συντονιστής και καθοδηγητής στην ανακάλυψή της. Οι μαθητές γίνονται ενεργοί στην ανακάλυψη της γνώσης και στη συσχέτισή της με τις δικές τους εμπειρίες. Όσα μαθαίνουν, γίνονται κτήμα τους. Συγκεκριμένα για το μάθημα των Θρησκευτικών, οι μαθητές ασκούν τη δυνατότητά τους να αποκτήσουν γνώσεις για την Ορθόδοξη Εκκλησία, τον Χριστιανισμό και βασικά θρησκεύματα, με τρόπους που τους ελκύουν να προσεγγίσουν το θρησκευτικό φαινόμενο σε πολλές και πλούσιες εκφράσεις. Με το εργαλείο της κριτικής σκέψης οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν τη θρησκευτική πολλαπλότητα, καλλιεργώντας παράλληλα την ηθική και κοινωνική ευαισθησία τους. Οι ενεργητικές τεχνικές εκπαίδευσης καθιστούν τους μαθητές δρώντα υποκείμενα, ώστε ελεύθερα και υπεύθυνα να εκφράζονται και να αυτοπροσδιορίζονται ως προς το «θρησκεύειν» αλλά και να μάθουν να συνυπάρχουν και να ανέχονται τη θρησκευτική ετερότητα.

Κάποιοι εκπαιδευτικοί, που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις επιμορφωτικές συναντήσεις, δήλωσαν πως δεν είχαν διαβάσει το ΠΣ και τον Οδηγό για τον εκπαιδευτικό, δεν ξέρουν τι περιέχει, πώς είναι διαρθρωμένο και ποιοι είναι οι στόχοι της εκπαίδευσης και του μαθήματος των Θρησκευτικών ειδικότερα. Δεν γνώριζαν τίποτα, παρά μόνο ό,τι άκουσαν από άλλους. Παρέμειναν στις απόψεις τους, με μόνη ενημέρωσή τους από την αρθρογραφία περί του ΠΣ, κυρίως στο διαδίκτυο, διατηρώντας αντιρρήσεις επί της αρχής και του γενικού στόχου του μαθήματος, που θεωρούν πως γίνεται θρησκειολογικό, όπως περιγράφεται ότι είναι στην ως άνω αρθρογραφία. Σε άλλο σχολείο οι εκπαιδευτικοί δεν ήταν αρκετά εξοικειωμένοι με τους στόχους του νέου ΠΣ, επειδή  δεν συμμετείχαν επαρκώς στην Α΄ Φάση επιμόρφωσης. Ωστόσο, το ενδιαφέρον τους για τα νέα ΠΣ και η συνεχής επαφή με τον Σχολικό Σύμβουλο συνέβαλε στη βελτίωσή τους. Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί ήρθαν σε επαφή ή μελέτησαν το νέο ΠΣ και δηλώνουν πως αισθάνονται εξοικειωμένοι με τους στόχους του. Δυσκολεύτηκαν να ξεκινήσουν την εφαρμογή του, αλλά το αποφάσισαν κυρίως μετά την πρώτη επιμορφωτική συνάντηση.

Ενώ οι περισσότεροι από τους εκπαιδευτικούς δηλώνουν πως είναι εξοικειωμένοι με τους στόχους του ΠΣ και δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα, αν εξαιρέσουμε εκείνους που αρνήθηκαν να το αγγίξουν, λίγοι είναι εκείνοι που αισθάνονται πως κάποια από τα θέματα που διαπραγματεύεται είναι δύσκολα για την ηλικία που προβλέπεται να διδαχθούν, ο χρόνος που προτείνεται είναι λίγος για τέτοια ζητήματα και κάποιοι από τους στόχους δεν αντιστοιχούν επαρκώς με την ανάπτυξή τους στις αντίστοιχες στήλες. Απορίες και παρανοήσεις σχετικές με την προσέγγιση και την υλοποίηση των στόχων -π.χ. αν θα πρέπει να αναπτυχθούν όλοι οι στόχοι που περιγράφονται στα προσδοκώμενα- λύθηκαν είτε στη διάρκεια των επιμορφωτικών συναντήσεων είτε κατά τις επισκέψεις των Συμβούλων Προώθησης.

Ως προς την αναγκαιότητα αλλαγής των ΠΣ και εδώ οι γνώμες ποικίλλουν. Στις εκθέσεις των Συμβούλων Προώθησης αναφέρεται ότι υπάρχουν εκπαιδευτικοί που θεωρούν πως δεν χρειαζόταν καμία αλλαγή, οπότε δεν ασχολήθηκαν με το νέο ΠΣ, ή ότι ήταν αναγκαία η αλλαγή του μαθήματος, αλλά στην κατεύθυνση του τονισμού της ελληνικής ταυτότητας και του παρηγορητικού ρόλου του μαθήματος των Θρησκευτικών. Πέρα όμως από τα άκρα, οι περισσότεροι από τους θεολόγους που συνεργάστηκαν με τους Συμβούλους Προώθησης, κρίνουν πως ήταν αναγκαία η αλλαγή του ΠΣ στα Θρησκευτικά, ώστε να ανταποκριθεί το μάθημα στις σημερινές εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών, να προσαρμοστεί στις  σύγχρονες συνθήκες λειτουργίας του σχολείου, να γίνει επίκαιρο και να αποκτήσει λόγο ύπαρξης στην τάξη, να πάψει να αγνοεί την ετερότητα, να λάβει υπόψη τις προσλαμβάνουσες και τις θρησκευτικές αναζητήσεις των μαθητών. Τέλος, κάποιοι από τους εκπαιδευτικούς εξέφρασαν ενθουσιασμό για το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά και τον Οδηγό που το συνοδεύει και προτείνουν τον Οδηγό ως εργαλείο και σε άλλα μαθήματα.

7. Κριτική θεώρηση των αντιδράσεων στο νέο ΠΣ

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι κύκλοι που σήμερα ασκούν κριτική στο ΠΣ άσκησαν την ίδια περίπου κριτική και κατά το πρόσφατο παρελθόν (2003-2006), όταν εξέφρασαν τις θέσεις τους για τα νεο-εκδοθέντα τότε διδακτικά βιβλία των Θρησκευτικών. Τόσο η ΠΕΘ όσο και ο καθηγητής Ρεράκης, ο οποίος μάλιστα ήταν και κριτής-αξιολογητής του ΠΙ για το  βιβλίο της Ε΄ τάξης του Δημοτικού, αποφάνθηκαν σε ανακοινώσεις και σε ημερίδες για τον προβληματικό και κατά τη γνώμη τους μη ακραιφνώς ορθόδοξο χαρακτήρα των βιβλίων αυτών, τα οποία, σημειωτέον, είναι σε ισχύ μέχρι σήμερα. Η στάση αυτή των παραπάνω κύκλων  οδήγησε προφανώς την τότε ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος να αποστείλει αρχικά, πριν τη συγγραφή των βιβλίων, επιστολή στο ΠΙ με την οποία ζητούσε τη συμμετοχή της Εκκλησίας στη συγγραφή των βιβλίων των Θρησκευτικών και, κατόπιν, αρνητικό υπόμνημα για τα περατωθέντα διδακτικά βιβλία, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις των εν λόγω κύκλων.

Από την κριτική αυτή δεν έλειψαν και λίαν προσβλητικές και υποτιμητικές εκφράσεις και υπονοούμενα για τα μέλη της επιτροπής εκπόνησης του νέου ΠΣ, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν ως «κατ’ επίφασιν και κατ’ ευφημισμόν εμπειρογνώμονες» ή ότι συνέπραξαν στο νέο ΠΣ για λόγους οικονομικούς, μιας και τα δήθεν υπέρογκα ποσά του προγράμματος αυτού προέρχονται από το ΕΣΠΑ. Επί της ουσίας, η κριτική που δέχθηκε το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά χαρακτηρίζεται, σε πολλές περιπτώσεις, από ελλιπείς κατανοήσεις, αποσπασματικές αναγνώσεις, αλλά και πολύ συχνά κατάφωρες διαστρεβλώσεις των περιεχομένων του. Αφοριστικές διατυπώσεις της μορφής «το μάθημα μετατρέπεται σε πανθρησκεία», «από το νέο ΠΣ απουσιάζει το πρόσωπο της Θεοτόκου», «ο Ιησούς Χριστός εξισώνεται με τους ιδρυτές άλλων θρησκειών», «ο μαθητής καλείται να μάθει για όλες τις θρησκείες και να επιλέξει» κ.ά. δεν έχουν καμιά σχέση με τα περιεχόμενα του ΠΣ. Σε αρκετές από αυτές τις μάλλον προκατειλημμένες προσεγγίσεις απάντησε ήδη η Επιτροπή που εκπόνησε το ΠΣ με το πολυσέλιδο Υπόμνημά της, παρά το γεγονός ότι οι σκοποί, τα περιεχόμενα και οι διδακτικές δραστηριότητες του ΠΣ είναι σαφείς και δεν αφήνουν περιθώρια για τέτοιες παρανοήσεις. Ασφαλώς, η δυνατότητα διατύπωσης επαναλαμβανόμενων επικρίσεων, που προέρχονται πάντοτε από τους ίδιους κύκλους, ευνοήθηκε σημαντικά από την παρατεταμένη πιλοτική εφαρμογή, που πραγματοποιείται για πρώτη φορά στο ελληνικό σχολείο. Από την άλλη πλευρά, είδαν το φως της δημοσιότητας και αρκετές άλλες προσεγγίσεις από ενεργούς εκπαιδευτικούς και θεολογικές ενώσεις, που χαιρέτισαν τον προσανατολισμό του νέου ΠΣ και τις καινοτομίες που αυτό κομίζει, ειδικά στον τομέα της ανακαλυπτικής, διερευνητικής, συνεργατικής και βιωματικής διδασκαλίας και μάθησης.

Η συντονισμένη δράση της ΠΕΘ και του καθ. Ηρ. Ρεράκη προς τα εκκλησιαστικά και μοναστικά περιβάλλοντα, ακόμη και προς ορισμένες θρησκευτικές αδελφότητες (π.χ. «Ο Σωτήρ»), με αιχμή του δόρατος τον κίνδυνο της απώλειας του ορθόδοξου χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, οδήγησε ορισμένους ιεράρχες να υιοθετήσουν αβασάνιστα τις θέσεις τους, όπως πρόσφατα και τον ηγούμενο της Ι. Μονής Γρηγορίου του Αγίου Όρους.  Παρόμοια και ο π. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος της Ι. Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους, μολονότι ενημερώθηκε μονοσήμαντα από το ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού Κοινωνία της ΠΕΘ για το νέο ΠΣ και κατόπιν από τον ηγούμενο της Ι. Μονής Γρηγορίου και φυσικά από τον καθ. Ηρ. Ρεράκη, χαρακτήρισε «αντιπαιδαγωγικό και απάνθρωπο» το νέο ΠΣ. Οι κύκλοι αυτοί των επικριτών του νέου ΠΣ συστηματικά επιχειρούν να θέσουν θέμα «Θρησκευτικών» και στη Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκειμένου να εντείνουν τις πιέσεις τους για την ακύρωσή του.

Ωστόσο, οι ανωτέρω κύκλοι αποσιωπούν ή απλώς δεν λαμβάνουν σαφώς υπόψη τους μια μεγάλη συζήτηση εδώ και δεκαετίες γύρω από τον «ομολογιακό» χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών στην Ελλάδα. Στη συζήτηση αυτή, πέρα από τους υποστηρικτές του ομολογιακού μαθήματος, υπάρχουν και οι επικριτές του, που είναι μέλη της επιστημονικής κοινότητας, συνταγματολόγοι, εκπαιδευτικοί ή απλώς διανοούμενοι που καταθέτουν την άποψή τους. Επιπλέον, ιδιάζουσα σημασία έχουν οι θέσεις θεσμοθετημένων οργάνων και αρχών της Πολιτείας,  όπως το Συμβούλιο της Επικρατείας, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και ο Συνήγορος του Πολίτη.  Κατά τον τελευταίο μάλιστα, το πρόβλημα του μαθήματος των Θρησκευτικών και το δικαίωμα απαλλαγής από αυτό κάθε μαθητή που απλώς το επιθυμεί απορρέει από τον «δεδομένο “κατηχητικό” και, συνεπώς, μονόπλευρο χαρακτήρα του μαθήματος αυτού» και μάλιστα ασχέτως προς το ότι ο χαρακτήρας αυτός θεωρείται «σύμφωνος προς το Σύνταγμα».

Το θρησκευτικό μάθημα στη δημόσια εκπαίδευση σε μια σειρά από επιστημονικές μονογραφίες και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και εφημερίδες εγκαλείται ότι είναι μονοφωνικό, κατηχητικό και μονόπλευρο, μονολιθικό και σκοταδιστικό, «ακραία περίπτωση κατηχητισμού και θρησκευτικής ενδογμάτισης στο πλαίσιο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κ.ά. Οι θέσεις αυτές, και κυρίως οι πιέσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, οδήγησαν το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας το 2008 να εκδώσει εγκυκλίους, βάσει των οποίων οι μαθητές που δεν επιθυμούν την παρακολούθηση των Θρησκευτικών, μπορούν με μια απλή δήλωσή τους, «χωρίς να προβαίνουν σε καμία περαιτέρω διευκρίνιση», δίχως, δηλαδή, να προσδιορίζουν τον λόγο ή το ιδιαίτερο θρήσκευμά τους, να απαλλάσσονται νομίμως. Η έκδοση συμπληρωματικής εγκυκλίου που ορίζει πώς θα απασχολούνται «οι μη Ορθόδοξοι μαθητές δηλ. οι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι, οι οποίοι… απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών για λόγους συνείδησης» δεν έλυσε ικανοποιητικά το ζήτημα. Τόσο η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Απόφαση 3356/95) όσο και ο Συνήγορος του Πολίτη (Πόρισμα 19905.04.2.1/15-11-2004 & Δελτίου Τύπου 31-7-2008), υπερβαίνουν παλαιότερη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, προκειμένου να δοθεί η απαλλαγή στα Θρησκευτικά, απαιτούσε οι γονείς ή οι μαθητές να «δηλώσουν καθ’ οιονδήποτε τρόπον, ότι για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, ήτοι διότι είναι ετερόδοξοι, ετερόθρησκοι ή άθεοι, δεν επιθυμούν να παρακολουθήσουν την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών» (Απόφαση 3356/95).

Οι επικριτές του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου έχουν μάλλον ξεχάσει πλήρως την πρόσφατη δημόσια συζήτηση, η οποία διεξήχθη στην ελληνική κοινωνία με αφορμή τις εγκυκλίους που εξέδωσε το Υπουργείο Παιδείας το 2008 για την απαλλαγή από τα Θρησκευτικά. Οι τρεις εκείνες εγκύκλιοι, αλλά και η καταστρατήγηση ή η πλημμελής εφαρμογή του μέτρου, μετέτρεψαν άτυπα τα Θρησκευτικά σε προαιρετικό μάθημα, όπως επισημάνθηκε και από πολλές ενώσεις θεολόγων που διαμαρτυρήθηκαν, αφού άνοιξαν τον δρόμο, ώστε κάθε μαθητής να μπορεί να διεκδικήσει απαλλαγή, ακόμη και εάν δεν δικαιούται.  Η παρουσίαση του θέματος αυτού από τον Τύπο και τα λοιπά ΜΜΕ, οι θέσεις και οι δηλώσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, των κομμάτων, της ΟΛΜΕ και των εκπαιδευτικών παρατάξεων, οι θέσεις διαφόρων εκπαιδευτικών κύκλων και διανοουμένων, οι επίσημες παρεμβάσεις των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, των θεολογικών ενώσεων και πολλών εκπαιδευτικών έδωσαν το στίγμα ενός δημόσιου διαλόγου γύρω από τον χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία των Θρησκευτικών. Το προβληματικό σημείο για τους επικριτές του μαθήματος αποτελούσε ο έντονα ομολογιακός και κατηχητικός χαρακτήρας των Θρησκευτικών. Από την άλλη πλευρά, όχι μόνο οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί αλλά και οι Θεολογικές Σχολές έκαναν λόγο για το αναγκαίο άνοιγμα προς τη θρησκευτική ετερότητα με την εισαγωγή θρησκειολογικών αναφορών σε ένα νέο και ανοικτό ΠΣ, «ώστε να αναβαθμιστεί ακόμη περισσότερο το μάθημα των Θρησκευτικών, να εμπλουτιστούν τα αναλυτικά σχολικά προγράμματα με μαθήματα κοινωνικής ηθικής ή ιστορίας των θρησκευμάτων, τα οποία θα μπορούν να παρακολουθούν οι μαθητές στο σύνολό τους ανεξαρτήτως θρησκείας ή ομολογίας» (Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ, 9-9-2008). Προς την ίδια κατεύθυνση, το σύγχρονο περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών «ούτε αποκλειστικά ομολογιακό προσανατολισμό μπορεί να έχει ούτε όμως και αποκλειστικά θρησκειολογικό. Και οι δύο προσανατολισμοί πρέπει να υπάρχουν αναλογικά και σε συνδυασμό, ώστε, εκτός των άλλων, από τη μια μεριά να αποφεύγεται ο θρησκευτικός αναλφαβητισμός, ενώ από την άλλη να καλλιεργείται στους μαθητές μια συνείδηση αποδοχής, σεβασμού και ειρηνικής συνύπαρξης με το «διαφορετικό» (Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ, 8-9-2008). Η επιτροπή εκπόνησης δεν έκανε τίποτε άλλο παρά έλαβε σοβαρά υπόψη τον δημόσιο αυτό διάλογο.

Εξάλλου, στο ευρωπαϊκό περιβάλλον υφίστανται πολλά και ποικίλα πρότυπα οργάνωσης της θρησκευτικής αγωγής. Άλλα συγκροτούνται με βάση το ομολογιακό ή το πολυομολογιακό πρότυπο, άλλα με βάση το θρησκειολογικό και άλλα είναι απλώς μικτά και επιλεκτικά, ενσωματώνοντας δημιουργικά τη διαπολιτισμική διάσταση του θρησκευτικού φαινομένου. Πριν από λίγα χρόνια, η Κοινοβουλευτική Συνδιάσκεψη του Συμβουλίου της Ευρώπης (47 χώρες) με τη Σύσταση 1720 έκανε λόγο για την ανάγκη εισαγωγής στην εκπαίδευση της διδασκαλίας των θρησκειών. Ακολούθως, πρότεινε τον θρησκειολογικό προσανατολισμό της διδασκαλίας είτε έναντι του ουδετερόθρησκου είτε έναντι του ομολογιακού ή πολυομολογιακού περιεχομένου του μαθήματος των Θρησκευτικών στα διάφορα εκπαιδευτικά συστήματα, για να διασφαλίσει έτσι την αμεροληψία και αντικειμενικότητα στην παρουσίασή τους. Ωστόσο, η ανακάλυψη των διαφόρων θρησκειών και κυρίως των θρησκειών γειτονικών χωρών από τους μαθητές, θα γίνεται παράλληλα με τη γνωριμία της δικής τους θρησκείας. Πέρα από φανατισμούς, «ο σκοπός αυτής της εκπαίδευσης θα πρέπει να κάνει τους μαθητές… να αντιληφθούν ότι καθένας έχει το ίδιο δικαίωμα με όλους να πιστεύει ότι η δική του θρησκεία είναι η “η αληθινή πίστη” και ότι η διαφορετική θρησκεία ή η αθεΐα δεν διαφοροποιεί αξιολογικά τους ανθρώπους».

Η επιτροπή εκπόνησης, λαμβάνοντας υπόψη της όλα τα παραπάνω, ως όφειλε, επεξεργάσθηκε μια εναλλακτική πρόταση ΠΣ στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου. Η πρόταση του νέου ΠΣ στα Θρησκευτικά παρουσιάζει ένα μάθημα ανοικτό και πλουραλιστικό, που διατηρεί μεν τον γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα που είχε ως τώρα, αλλά επιπλέον λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις των καιρών, τις μορφωτικές ανάγκες των σύγχρονων μαθητών και εμπλουτίζεται με περισσότερα στοιχεία για τις χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και για ορισμένες από τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου. Οι «συντεταγμένες» αυτές διαμορφώνουν ένα πρόγραμμα θρησκευτικού μαθήματος το οποίο ξεκινά από και έχει επίκεντρο την ελληνορθόδοξη παράδοση του τόπου, την παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, όπως αυτή σαρκώθηκε στη ζωή και αποτυπώθηκε στα μνημεία του πολιτισμού του. Κάθε μαθητής ή μαθήτρια, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής του ιδιοπροσωπίας, είναι απαραίτητο και πολύτιμο να γνωρίζει τη θρησκευτική παράδοση του τόπου, ως πίστη, λατρεία, ζωή, τέχνη και πολιτισμό. Αυτός είναι ο πρώτος και βασικός κύκλος του μαθήματος. Ο δεύτερος κύκλος είναι οι μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις που συναντώνται στην Ευρώπη και γενικότερα στον κόσμο, εκτός της Ορθοδοξίας, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός στις κύριες και βασικές του ομολογίες. Ο τρίτος κύκλος περιλαμβάνει ορισμένα στοιχεία από τα μεγάλα θρησκεύματα και ιδίως όσα ενδιαφέρουν την ελληνική κοινωνία περισσότερο, δηλαδή, τις μονοθεϊστικές παραδόσεις του Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ και δύο απωανατολικές θρησκείες, τον Ινδουισμό και τον Βουδισμό. Οπωσδήποτε, τα στοιχεία αυτά δίνονται σύμφωνα με τα παιδαγωγικά χαρακτηριστικά, την ηλικία και τις μορφωτικές ανάγκες των παιδιών. Επιπλέον, δεν αποτελούν διδακτέα ύλη αλλά διαθέσιμα διδακτικά μέσα και υλικά για τον εκπαιδευτικό, ο οποίος καλείται να σχεδιάσει τη διδασκαλία του με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες και το «οικοσύστημα» της τάξης του.

Επισημαίνεται, πάντως, ότι το νέο ΠΣ αφορά τη θρησκευτική αγωγή στη δημόσια εκπαίδευση και όχι την εκκλησιαστική κατήχηση. Το ΜτΘ βεβαίως και έχει ως κέντρο, αφετηρία και πρωταρχικό μέλημα την Ορθόδοξη πίστη και ζωή, αλλά οφείλει και πρέπει να έχει ορίζοντα αναφοράς και διαλόγου και με τις άλλες χριστιανικές κατανοήσεις, τις άλλες θρησκευτικές παραδόσεις και τις σύγχρονες φιλοσοφικές ή άλλες μορφές πνευματικότητας. Ένας ουσιαστικός διάλογος, ανάμεσα στο κέντρο και στον ορίζοντα, που θα αναπτυχθεί στο πλαίσιο του ΜτΘ θεμελιωμένος πάνω στην ορθή προσέγγιση και κριτική κατανόηση των διαφορετικών αφηγήσεων, δεν στοιχειοθετεί απομάκρυνση από την Ορθοδοξία ή μια μορφή θρησκευτικού συγκρητισμού· απεναντίας, συνιστά κυρίως και κατεξοχήν την πεμπτουσία της χριστιανικής μαρτυρίας στον σύγχρονο και ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο μας.

Στην πράξη το νέο ΠΣ ουσιαστικά δεν απομακρύνεται από τους ειδικούς σκοπούς του μαθήματος, όπως αυτοί ορίζονται στα Αναλυτικά Προγράμματα του 2003 (ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ). Τα Προγράμματα εκείνα, πέρα από την ενημέρωση για την υφή του θρησκευτικού φαινομένου, την ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης και την απόκτηση γνώσεων γύρω από τη Χριστιανική πίστη και την Ορθόδοξη Χριστιανική Παράδοση, την καλλιέργεια του ήθους και της προσωπικότητας, με την αξιοποίηση των μορφωτικών αγαθών της Αγίας Γραφής, των Πατέρων και της Παράδοσης της Εκκλησίας, εστίαζαν επιπλέον στην κριτική επεξεργασία των θρησκευτικών παραδοχών, αξιών και στάσεων, στην διερεύνηση του ρόλου που έπαιξε και παίζει ο Χριστιανισμός στον πολιτισμό και την ιστορία της Ελλάδας και της Ευρώπης, στην επίγνωση της ύπαρξης διαφορετικών εκφράσεων της θρησκευτικότητας, στην ανάπτυξη ανεξάρτητης σκέψης και ελεύθερης έκφρασης, στην αντίληψη ότι το αυθεντικό χριστιανικό μήνυμα είναι υπερφυλετικό, υπερεθνικό και οικουμενικό, στην κατανόηση της πολυπολιτισμικής, πολυφυλετικής και πολυθρησκευτικής δομής των σύγχρονων κοινωνιών και στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για διαχριστιανική και διαθρησκειακή επικοινωνία και αλληλογνωριμία. Συνεπώς, το νέο ΠΣ κινείται πάνω στις ίδιες βασικές αρχές τις οποίες εμπλουτίζει και αναπτύσσει περισσότερο.


* Ο Σταύρος Γιαγκάζογλου είναι Σύμβουλος Α΄ του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και επιστημονικός υπεύθυνος της επιτροπής εκπόνησης του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου. Διετέλεσε Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου επί δεκαετία, μέχρι την κατάργησή του.

Παναγιώτης Αρ. Υφαντής, Επ. Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.

Γεώργιος E. Στριλιγκάς, Σχολικοσ Σύμβουλος Θεολόγων

Αθανάσιος Ι. Νευροκοπλής, Θεολόγος Καθηγητής

Μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση

Νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου

Θεσσαλονίκη-Ηράκλειο, 2.11.2012

Προς:

την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος

Ιω. Γενναδίου 14, Αθήνα

Μακαριώτατε,

Σεβασμιώτατοι,

προ ημερών είδε το φως της δημοσιότητας[1] επιστολή, με ημερομηνία 25-9/8-10-2012, την οποία απέστειλε στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ο προηγούμενος της Ι. Μ. Ιβήρων αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης, προκειμένου να εκφράσει την «έντονη αντίδρασή» του απέναντι στο Νέο Πρόγραμμα Σπουδών του Μαθήματος των Θρησκευτικών για την υποχρεωτική εκπαίδευση.

Το περιεχόμενο της επιστολής του αγιορείτη γέροντα μας λύπησε βαθιά και γι’ αυτό μαζί με άλλους συναδέλφους (κληρικούς και λαϊκούς από τη Μέση και την Ανώτατη Εκπαίδευση) επιδιώξαμε προσωπική συνάντηση μαζί του. Πράγματι, ο αρχιμανδρίτης Βασίλειος συνάντησε μέλη της συντακτικής επιτροπής του Νέου Προγράμματος Σπουδών, καταρχάς στο Ηράκλειο Κρήτης (αρχικά με δική του πρωτοβουλία, καθώς επίσης και με την προτροπή του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Ειρηναίου), στις 24, 25, 26, 27 και 28 Οκτωβρίου, και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012. Στις συναντήσεις αυτές παρόντες ήσαν κληρικοί και λαϊκοί θεολόγοι, εκπαιδευτικοί που έχουν διδάξει το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα πιλοτικά σχολεία και σχολικοί σύμβουλοι θεολόγων.

Η συνάντηση στη Θεσσαλονίκη, έγινε στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και ήσαν παρόντες ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης, ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, η Μαρία Συργιάννη, σχολική σύμβουλος θεολόγων, ο Γρηγόρης Μαυροκωστίδης, θεολόγος στη ΜΕ, και δύο εκ των συντακτών του Νέου Προγράμματος (οι υπογράφοντες Παναγιώτης Υφαντής, επίκουρος καθηγητής, και Θανάσης Νευροκοπλής, θεολόγος καθηγητής στο Αρσάκειο Λύκειο Θεσσαλονίκης).

Αφού εκφράσαμε με ειλικρίνεια στον πατέρα Βασίλειο την εύλογη θλίψη μας για το περιεχόμενο της συγκεκριμένης παρέμβασής του, τον ρωτήσαμε ευθέως: α. αν προτού συντάξει την επιστολή είχε διαβάσει το Πρόγραμμα Σπουδών και β. αν συνειδητοποιούσε ότι η συγκεκριμένη του παρέμβαση ήταν μια σαφής αμφισβήτηση των προθέσεων και του ίδιου του εκκλησιαστικού φρονήματος των συντακτών του, εφόσον -όπως ο ίδιος αναφέρει στην επιστολή- ένιωσε ότι «κάτι ιερό και άγιο προδίδεται από το κεφάλαιο της Πίστεώς μας». Ο αρχιμ. Βασίλειος αρχικά απέφυγε να απαντήσει, όμως εντέλει, ο ίδιος ομολόγησε ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο του Προγράμματος Σπουδών. Όπως μας εξήγησε, έτυχε να πέσει στα χέρια του ένα τεύχος του περιοδικού της Π.Ε.Θ. «Κοινωνία», αφιερωμένο στο Νέο Πρόγραμμα Σπουδών (το ίδιο αναφέρει και στην εν λόγω επιστολή), το οποίο περιείχε αποκλειστικά απόψεις ορισμένων επικριτών του Προγράμματος Σπουδών. Στη συνέχεια μας είπε ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον π. Γεώργιο Καψάνη, ηγούμενο της Ι. Μονής Γρηγορίου, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι «ο ενορχηστρωτής του νέου Προγράμματος είναι ο Γιαγκάζογλου, το δεξί χέρι του Αρχιεπισκόπου» (sic), ωσάν και μόνο το όνομα ενός διδάκτορα Θεολογίας, Διευθυντή του περιοδικού «Θεολογία» και Συμβούλου στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο να αποτελεί τεκμήριο ενοχής! Αξίζει να επισημανθεί εν προκειμένω, ότι η αήθης στηλίτευση του προσώπου του κ. Στ. Γιαγκάζογλου αναπαράγεται συστηματικά από διάφορα φονταμεναλιστικά ιστολόγια ζηλωτικής υπεράσπισης της “ορθοδοξίας”, στα οποία καθυβρίζονται μεταξύ άλλων τόσο ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος όσο και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος. Προκαλεί δε απορία το γεγονός, ότι οι δύο αγιορείτες πατέρες φαίνεται να υιοθετούν αδιαμαρτύρητα τη συκοφαντική λάσπη των ποικιλώνυμων ή ανώνυμων φανατικών κύκλων. Στη συνέχεια, ο π. Γεώργιος παρέπεμψε τον π. Βασίλειο για περαιτέρω πληροφορίες στα κείμενα του καθηγητή του Τμήματος Ποιμαντικής στο ΑΠΘ κ. Ηρακλή Ρεράκη. Κατά την μαρτυρία του π. Βασιλείου, ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ίδιο τον καθηγητή για πληρέστερη ενημέρωση. Υπενθυμίζουμε στην πατρική Σας αγάπη ότι ο π. Γεώργιος Καψάνης έχει ήδη παρέμβει στον δημόσιο διάλογο, με μια απορριπτική του Προγράμματος τοποθέτηση, την οποία όμως και αυτός είχε θεμελιώσει πάνω στις διαβολές, την εμπάθεια και την επιστημονικά σαθρή κριτική του προαναφερθέντος καθηγητή.

Στη συνέχεια, εκθέσαμε με νηφαλιότητα το μείζον διακύβευμα για το Μάθημα των Θρησκευτικών και την επιτακτική ανάγκη ανανέωσής του, προκειμένου να αγκαλιάσει όλο το φάσμα του μαθητικού δυναμικού και να αναβαθμισθεί ο ρόλος του στο σύγχρονο εκπαιδευτικό και ευρύτερα κοινωνικό περιβάλλον. Μάλιστα, συμφώνησε με την οπτική μας και δήλωσε ότι νιώθει πιο κοντά μας απ’ όσο στους θιασώτες μιας στενά ομολογιακής ή και κατηχητικής εκδοχής των Θρησκευτικών.

Ωστόσο, η απροθυμία του να αναθεωρήσει τη στάση του με μια νέα επιστολή στην Ιερά Σύνοδο ή, έστω, με μια προφορική παρέμβασή του σε δημόσιο βήμα, οδήγησε αβίαστα στα ακόλουθα ερωτήματα, που με την ίδια ειλικρίνεια του απευθύναμε:

Πώς είναι δυνατόν ένας αγιορείτης γέροντας να κατηγορεί επί «προδοσία της Πίστεως» ανθρώπους, των οποίων το έργο δεν γνωρίζει παρά μόνον μέσω                  -αποδεδειγμένα ατεκμηρίωτων- επικρίσεων;

Πώς είναι δυνατόν ένας πνευματικός πατέρας να καταφεύγει σε μια τέτοια βαρυσήμαντη καταγγελία προς την Ιερά Σύνοδο, προτού καν γνωρίσει τους υποτιθέμενους «προδότες» και συνομιλήσει με αυτούς για τις θέσεις τους;

Πώς είναι δυνατόν ένας έμπειρος πνευματικός να εμπλέκεται -με έναν τόσο πνευματικά ανεύθυνο και ποιμαντικά επικίνδυνο τρόπο- σε έναν δημόσιο διάλογο, συμπαρατασσόμενος με την πλευρά αυτών που υβρίζουν και συκοφαντούν, σπιλώνοντας συνειδήσεις και σκανδαλίζοντας αμέτρητες άλλες;

Εντέλει, πώς είναι δυνατόν ένα ένσαρκο παράδειγμα ισόβιας μετάνοιας, ενώ εμμέσως ομολογεί ότι βιάστηκε να αστοχήσει εξαιτίας ελλιπούς και μονομερούς ενημέρωσης, παρόλα αυτά αρνείται να επανορθώσει;

Ο συνομιλητής μας δεν απάντησε στα παραπάνω ερωτήματα, επιδιδόμενος σε σχοινοτενείς, αντιφατικές και, οιονεί, ρητορικές υπεκφυγές για την αξία της «ελληνορθόδοξης παράδοσης από τον Ηράκλειτο μέχρι την έκρηξη της ορθόδοξης θεολογίας». Η συνάντηση έληξε με την υπόσχεση από μέρους του να βρει και να μελετήσει -έστω και εκ των υστέρων- το κατακριθέν Πρόγραμμα.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι στις συσκέψεις που πραγματοποιήθηκαν με τον π. Βασίλειο στο Ηράκλειο, μάλιστα η τελευταία παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Ειρηναίου, οι συνάδελφοι θεολόγοι, κληρικοί και λαϊκοί -μεταξύ των οποίων και ο υπογράφων Γεώργιος Στριλιγκάς, Σύμβουλος Θεολόγων και μέλος της συντακτικής ομάδας του Νέου Προγράμματος Σπουδών του Μαθήματος- του έθεσαν περίπου τα ίδια ερωτήματα και έλαβαν τις ίδιες απαντήσεις: Πως, δηλαδή, όταν συνέταξε την επίμαχη επιστολή, δεν  είχε διαβάσει το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών και πως σε γενικές γραμμές συμφωνεί με τις θέσεις τους· πλην όμως, και εκεί, αρνήθηκε να επανορθώσει με μια νέα επιστολή.

Επισημαίνεται ότι στις συναντήσεις της Κρήτης, οι παριστάμενοι θεολόγοι -μεταξύ των οποίων και θεολόγοι που έχουν διδάξει το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα πιλοτικά Σχολεία- ομοθυμαδόν επισήμαναν στον π. Βασίλειο πως οι κατηγορίες των επικριτών ότι τάχα «το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών είναι θρησκειολογικό ή πανθρησκειακό ή ότι εστιάζει στη διδασκαλία θρησκευτικών πληροφοριών ερήμην των παιδαγωγικών χαρακτηριστικών των παιδιών», είναι παντελώς ανυπόστατες.

Εκφράζοντας τα αισθήματα και των άλλων συναδέλφων που παρευρέθησαν σε αυτές τις συζητήσεις, Σας εξομολογούμαστε ότι -για όλους εμάς που αναγνωρίζαμε στο  πρόσωπο του αρχιμανδρίτη Βασιλείου έναν εμπνευσμένο θεολόγο και εκφραστή του μοναστικού ήθους- η οδυνηρή επίγευση της πρόσφατης συνάντησης μαζί του μονάχα με όρους πνευματικής παιδοκτονίας μπορεί να περιγραφεί.

Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι,

Θεωρήσαμε σκόπιμο να Σας μεταφέρουμε το περιεχόμενο της συνομιλίας μας με τον π. Βασίλειο, γιατί φρονούμε ότι φωτίζει το πλαίσιο σύνταξης της επίμαχης επιστολής του, με την οποία τόσο άδικα επιχείρησε να απομειώσει/κλονίσει την επιστημονική επάρκεια, την παιδαγωγική ευαισθησία και, κυρίως, το εκκλησιαστικό φρόνημα των συντακτών του αλλά και όσων θεολόγων εκπαιδευτικών εργάζονται καθημερινά για την πιλοτική εφαρμογή του. Ατυχώς με την επιστολή του πατρός Βασιλείου καταγράφηκε, πέρα από την τόσο αβασάνιστη κατάκριση, και μια ανερμήνευτη παραδοξότητα: Να καταγγέλεται στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ένα Πρόγραμμα Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών το οποίο έχει ως καθοδηγητική και οργανωτική αρχή την εκκλησιαστική προτροπή για καταλλαγή και αλληλοπεριχώρηση. Ένα Πρόγραμμα Σπουδών το οποίο -με τα ίδια τα λόγια της επιστολής του πατρός Βασιλείου (!)- «Δεν βλέπει εχθρούς αλλά μόνο φίλους. Δεν αμύνεται για να σωθή. Αλλά θυσιάζεται για να σώση όλους. Θεωρεί φίλους και αυτούς που το σταυρώνουν. Δεν καταργεί εχθρούς γιατί δεν έχει. Καταργεί την έχθρα. (…) Γιατί η αλήθεια της αγάπης δεν χωρίζει, αλλά ενώνει».

Με υιικό σεβασμό και την ελπίδα

να «μετατραπεί ο πειρασμός σε ευλογία»

Παναγιώτης Αρ. Υφαντής, Επ. Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.

Γεώργιος E. Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

Αθανάσιος Ι. Νευροκοπλής, Θεολόγος καθηγητής


[1] Αρχικά σε ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και ιστολόγια του διαδικτύου και ακολούθως σε έντυπα μέσα ενημέρωσης, γεγονός που μας αναγκάζει να ακολουθήσουμε την ίδια οδό.





Είναι πραγματικά οδυνηρό μια εμβληματική μορφή του σύγχρονου αγιορειτικού μοναχισμού, που με τη δράση της στη Ι. Μ. Γρηγορίου σηματοδότησε τη στροφή προς την ορθόδοξη μοναστική πνευματικότητα, να εκφέρει θεολογικές κρίσεις με τόσο αφοριστικό τρόπο σε θέματα διδακτικής μεθοδολογίας που, σημειωτέον, αποτελούν αντικείμενο συζήτησης μεταξύ εξειδικευμένων επιστημόνων, να χαρακτηρίζει το νέο προτεινόμενο ΠΣ για τα Θρησκευτικά ως «αντίχριστη θρησκευτική αγωγή» και «δημόσια μύηση στην επερχόμενη Πανθρησκεία» και να θέτει τους συντάκτες του εκτός «του περιβόλου της Εκκλησίας». Τέτοιο ειδικό θέμα είναι το θέμα του «θρησκευτικού γραμματισμού» το οποίο με απλουστευτικό τρόπο θεωρήθηκε ως εισβολή της λογικής σε θέματα πίστεως ή ως πανθρησκεία. Βεβαίως, ο ίδιος ο π. Γεώργιος δηλώνει ότι η ενημέρωσή του προέρχεται από τον καθηγητή κ. Ηρ. Ρεράκη, άρα από ένα μόνο εκπρόσωπο της ακαδημαϊκής θεολογικής κοινότητας, και επομένως μπορούμε να δεχθούμε ότι η γνώση αυτή είναι αποσπασματική, ώστε να επιχειρήσουμε μια απάντηση με το μέγιστο απόθεμα καλής θέλησης.Ο θρησκευτικός γραμματισμός και γενικότερα το πλαίσιο του νέου ΠΣ Θρησκευτικών είναι μια προσπάθεια να οργανωθεί ένα μάθημα για όλους τους μαθητές κάθε θρησκείας και κοσμοθεωρίας χωρίς φυσικά να μετατρέπεται σε ένα εγκυκλοπαιδικό μάθημα θρησκειολογίας. Ο στόχος είναι να εξοπλιστούν οι μαθητές με τη δυνατότητα ερμηνείας και μεταγραφής στην προσωπική τους πορεία και ζωή του συμβολικού κόσμου της πίστης τους (της δικής τους δηλαδή) μέσα και από την κατανόηση και προσέγγιση πρωτίστως της δικής τους εμπειρίας, αλλά σε κάποιο βαθμό συναντώντας και το διαφορετικό. Η έμφαση, βέβαια, είναι κυρίως στα του Ορθόδοξου Χριστιανισμού, γιατί αυτή είναι και θρησκεία και πολιτιστική κληρονομιά και ιστορία του τόπου μας. Δεν επιδιώκεται σύγκριση μεταξύ των θρησκειών (παρά μόνο σε πολύ ειδικά θέματα και ανάλογα με την ανάπτυξη των παιδιών) και φυσικά δεν διδάσκεται ούτε η εξομοίωση ούτε η μίξη των διαφόρων θρησκευτικών παραδόσεων, αλλά, αντίθετα τονίζονται οι διαφορές τους. Οι διάφορες απόψεις για το αντίθετο έχουν ήδη απαντηθεί αρκετά σε υπομνήματα, που έχουν γραφεί από τους συντάκτες του ΠΣ σε διάφορες ευκαιρίες τους προηγούμενους μήνες. Το ΠΣ βρίσκεται αναρτημένο στο Διαδίκτυο και μπορεί να το δει οποιοσδήποτε, αρκεί να το διαβάσει σωστά, όχι δηλαδή επιλέγοντας αποσπασματικά από τις στήλες στόχων, θεμάτων και δραστηριοτήτων ό,τι του κάνει εντύπωση, αλλά μελετώντας πρώτα τους στόχους και τις επάρκειες στην αρχή και το τέλος κάθε τάξης.Υπάρχει, όμως, κι ένα ευρύτερο ζήτημα. Οι γράφοντες, που υπήρξαν μέλη της επιτροπής εκπόνησης του νέου ΠΣ, είναι άνθρωποι που μαζί με άλλους τράφηκαν πνευματικά τη δεκαετία του 80 από τις επισκέψεις στον Άθωνα και αφουγκράστηκαν τον μεστό λόγο παρηγοριάς και ευαγγελικής αγάπης που έβγαινε από τη δράση και το πνευματικό κλίμα σε πολλά μοναστήρια μεταξύ των οποίων και στην Ι. Μ. Γρηγορίου. Δυσκολευόμαστε αφάνταστα να συσχετίσουμε με το πνευματικό κλίμα εκείνης της εποχής τους τωρινούς βαρείς αφορισμούς του κειμένου για πράγματα που εν πολλοίς  είναι άγνωστα αλλά και την προσπάθεια ρομαντικής  αναδρομής στο Βυζάντιο μέσα από αποσπάσματα του έργου του αείμνηστου Ν. Ματσούκα .Η βυζαντινή παράδοση διακρινόταν από την έντονη συζήτηση για επιστημονικά ή φιλολογικά ζητήματα, χωρίς να στιγματίζονται οι αντίπαλοι ως αιρετικοί. Επιπλέον, εκείνοι που ξεκινούσαν να εγκαλούν τους αντιπάλους τους για αίρεση (όπως ο Βαρλαάμ τους ησυχαστές μοναχούς, μιας και ο Βαρλααμισμός αναφέρεται στο κείμενο) ήταν αυτοί που πολλές φορές αποδείχθηκαν στην πραγματικότητααιρετικοί οι ίδιοι. Οι πατέρες και οι βυζαντινοί θεολόγοι (όπως και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς) χρησιμοποιούσαν επιχειρήματα και γνώσεις τις εποχής τους για να διατυπώσουν το περιεχόμενο της πίστεως (π.χ. τον αριστοτελικό συλλογισμό, γνώσεις από την ιατρική κλπ.) χωρίς να ξεχωρίζουν μια «ορθόδοξη» επιστήμη. Η συζήτηση σήμερα για το θρησκευτικό γραμματισμό, τον κονστρουκτιβισμό, τις απόψεις του Piaget κλπ. και το ρόλο τους στη θρησκευτική εκπαίδευση, σκοπεύει να δημιουργήσει το σωστότερο και πιο σύγχρονο μαθησιακό πλαίσιο για τη επίτευξη των επιθυμητών στόχων. Δεν είναι ούτε ορθόδοξο, ούτε αιρετικό. Ποιοι είναι όμως αυτοί οι στόχοι;Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια ευρύτερη παρεξήγηση. Ο π. Γ. Καψάνης, θεωρεί ότι ένα μεγάλο ποσοστό Νεοελλήνων, πολύ ευρύτερο του τρία τοις εκατό που εκκλησιάζεται, δηλώνει Ορθόδοξο, συμμετέχει στις μεγάλες γιορτές κλπ., θα ζητήσει για τα παιδιά του ένα παραδοσιακό μάθημα, που να συμβιβάζεται «με την προοπτική της θεώσεως», αντίθετα με μια μικρή ομάδα θεολόγων που ζητούν από τον Χριστό «να εξέλθη των ορίων αυτών». Επειδή κι εμείς που βρεθήκαμε στη συνεχή πρόκληση της διακονίας αυτού του μαθήματος μέσα στην τάξη συναντήσαμε, όπως υποθέτω κι ο π. Γεώργιος, αυτούς τους Νεοέλληνες ως γονείς, θα θέλαμε ειλικρινά να ρωτήσουμε τον π. Γεώργιο: πώς αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο Νεοέλληνας «Ορθόδοξος των μεγάλων εορτών», δηλαδή την ανατροφή του παιδιού του με την προοπτική της θεώσεως, αφού δεν εκκλησιάζεται τακτικά και δεν έχει ουσιαστική επαφή με την Εκκλησία, θα το κάνει ο θεολόγος μέσα στο δημόσιο σχολείο; Πάντα οι συνάδελφοι αντιμετώπιζαν το πρόβλημα αυτό μέσα στην τάξη καθώς υποστήριζαν ότι βαθμολογούν το μάθημα, όχι με κριτήριο την πίστη των μαθητών αλλά την αφομοίωση από αυτούς των γνωστικών του στόχων. Αυτό ήδη, πριν ενσκήψει το κύμα των γνωμοδοτήσεων, αποφάσεων Ευρωπαϊκών δικαστηρίων κλπ. που έφεραν τις διαβόητες εγκυκλίους για απαλλαγή και το επακολουθήσαν κύμα των απαλλαγών από παιδιά «Ορθοδόξων των μεγάλων εορτών» που ήθελαν και την ιδιότητα του Ορθόδοξου και την ευκολία στο σχολείο για να πετύχουν τους στόχους τους (που δεν ήταν η θέωση, αλλά η είσοδος σε μια καλή σχολή). Ποιος απομάκρυνε, σεβαστέ π. Γεώργιε, τον Χριστό «από των ορίων αυτών»;Υπάρχουν, συνεπώς, δύο δρόμοι: ή οργάνωση του μαθήματος από την Ορθόδοξη Εκκλησία για τους Ορθόδοξους (και φυσικά από κάθε άλλη θρησκευτική ομάδα για τους δικούς της μέσα στο χώρο του σχολείου) ή ένα μάθημα για όλους τους μαθητές που θα διδάσκει χωρίς να προδίδει και να σχετικοποιεί την πίστη τους, θα τους παρέχει τα εφόδια για να προσεγγίσουν τα της θρησκευτικής τους παράδοσης ώστε να μπορούν ν’ απαντούν στα προσωπικά τους ερωτήματα κι επιπρόσθετα για τους επήλυδες στον τόπο αυτό να μάθουν και να κατανοήσουν την πολιτιστική του ταυτότητα. Από κει και πέρα δεν κωλύεται από τίποτε να οργανώσει η Ορθόδοξη Εκκλησία το κατηχητικό της έργο και να το διεξαγάγει μεθοδικότερα και πιο οργανωμένα κι από τη δημόσια εκπαίδευση. Αν η Πολιτεία επιλέξει την πρώτη λύση (που όμως ενέχει προβλήματα και κινδύνους), ευχαρίστως να δούμε να εκπονείται ένα άλλο ΠΣ με αυτή την προοπτική, κι ευχαρίστως ακόμη να συμβάλουμε κι οι ίδιοι. Αλλά πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι καταλαβαίνουμε ότι είναι το δημόσιο σχολείο και ποιος ο ρόλος του θεολόγου εκεί, προτού τον λιθοβολήσουμε ως Νεοβαρλααμίτη ή δυτικόφερτο, αποδίδοντάς του αντιχριστιανικές ή αντιεκκλησιαστικές προθέσεις. Είναι σαφές ότι ο διδάσκων το μάθημα των θρησκευτικών στο σχολείο, με τους σημερινούς όρους δεν διαφοροποιείται στην αποστολή του από τις λοιπές ειδικότητες. Υπηρετεί μαζί με όλους κοινές αρχές και εργάζεται για την επίτευξη κοινών μαθησιακών στόχων.
Δημήτριος Ν. Μόσχος, επίκ. καθηγητής Τμ. Θεολογίας ΕΚΠΑ,
Γεώργιος Παπαδόπουλος, Θεολόγος-Φιλόλογος, Καθηγητής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης,μέλη της επιτροπής εκπόνησης ΠΣ Θρησκευτικών

πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ

μέρος Α

μέρος Β
Δημητρίου Ν. Μόσχου, επικ. Καθηγητή Τμήματος Θεολογίας Παν/μίου Αθηνών

Επανερχόμενοι στο νέο Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών για την υποχρεωτική εκπαίδευση θα προσπαθήσουμε ν’ απαντήσουμε σε ερωτήματα μεθοδολογικά και διάθεσης της ύλης για να ξεκαθαρισθούν τελείως ασύστατες κατηγορίες και απροκάλυπτες διαστρεβλώσεις που παρουσιάσθηκαν. Η εγκατάλειψη της ιστορικής προσέγγισης Είναι γεγονός ότι οι θεματικές ενότητες του νέου μαθήματος (από 4 έως 5 δίωρα κάθε μία) δεν ακολουθούν την ιστορική και κλασική προσέγγιση της ακαδημαϊκής θεολογίας. Αυτή (ο χωρισμός δηλαδή σε Παλαιά, Καινή Διαθήκη, Εκκλησιαστική Ιστορία και Λειτουργική) είχε ήδη εγκαταλειφθεί στο Δημοτικό από καιρό. Τώρα εγκαταλείπεται και στο Γυμνάσιο. Ασκείται έντονη κριτική ότι έτσι διαλύεται η ιστορική γραμμή που χρησιμεύει ως διήκουσα έννοια στην κατανόηση της πορείας του Χριστιανισμού (όπου η ιστορία παίζει εξέχοντα ρόλο) αλλά και στην οργάνωση της σκέψης των παιδιών. Στο προηγούμενο Πρόγραμμα είχαμε ΠΔ στην Α΄ Γυμνασίου, ΚΔ στη Β΄ και Εκκλησιαστική Ιστορία στη Γ΄. Φεύγοντας η αμιγής διδασκαλία της Καινής Διαθήκης στη Β΄ δημιούργησε και την εντύπωση ότι τα σχετικά με την Παναγία παύουν να διδάσκονται, με αποτέλεσμα να ξεσηκωθεί ένας ανυπόστατος θόρυβος από δημοσιογράφους και… πολιτικούς!Εδώ πρέπει να απαντήσουμε ότι αν η επικράτηση της λεγόμενης ιστορικής γραμμής αποτελεί ένα παιδαγωγικό αίτημα κι όχι θεολογικό γνώρισμα, τότε υπόκειται στην κριτική που διαρκώς ανατροφοδοτεί την παιδαγωγική πράξη. Το νέο ΠΣ οργανώνεται σε μικρότερα «αναλυτικά προγράμματα» και σε κάθε θεματική ενότητα, με αρχή, μέση και τέλος. Εκεί μπορεί ο διδάσκων να επαναλάβει και να τονίσει τόσο την χρονική και ιστορική αλληλουχία γεγονότων της Αποκαλύψεως όσο και να τη συνδέσει με γενικότερες συνάφειες. Το μεγάλο, όμως, πλεονέκτημα που που εμφανίζει το ΠΣ είναι ότι έχει ως άξονά του όχι την θεματική συνέχεια του περιεχομένου αλλά τα ουσιαστικά ενδιαφέροντα των μαθητών (π.χ. στο Γυμνάσιο: «η σημασία της εικόνας», «πώς παίρνουμε αποφάσεις», «θρησκείες της Ανατολής», «το πρόβλημα του κακού») τα οποία ο δάσκαλος έρχεται να επεξεργαστεί ώστε να οδηγήσει τους μαθητές του στις γνωστικές «επάρκειες» κάθε τάξης. Επομένως, ούτε τα περί της Θεοτόκου, ούτε άλλο κεντρικό τμήμα της Ορθόδοξης διδασκαλίας απουσιάζει από το ΠΣ, αλλά αντιθέτως ο εκπαιδευτικός έχει μια μεγάλη ποικιλία ενοτήτων και διδακτικών στρατηγικών για να τα διδάξει με το νέο τρόπο. Είναι π.χ. αδύνατον στη Β΄ Γυμνασίου στη ΘΕ για τον εικονισμό (4 δίωρα) να μην αναφερθεί κανείς στην εικόνα της Θεοτόκου, ή στη ΘΕ για το ποιος είναι ο Θεός των Χριστιανών (4 δίωρα) που φυσικά έχει χριστολογικό γνωστικό περιεχόμενο, να μην αναδείξει κανείς τη θέση και την ιδιότητα της Θεοτόκου κ.ο.κ. Η έμφαση στο σεβασμό προς τον άλλο Το νέο ΠΣ έχει θεματικές ενότητες ιδιαίτερα στο Γυμνάσιο, που αφιερώνουν εκ πρώτης όψεως πολύ διδακτικό χρόνο σε θέματα σεβασμού του άλλου, του διαφορετικού, ανοχής κλπ. Υπάρχει μια ΘΕ στη Β΄ Γυμνασίου με τίτλο «Εμείς και οι ‘άλλοι’» (4 δίωρα), ΘΕ για τη διάσπαση και αντιπαλότητα στις θρησκείες (5 δίωρα) και στη Γ΄ Γυμνασίου ΘΕ για τη βία στο όνομα του Θεού (2 δίωρα). Τα 11 αυτά δίωρα (σε σύνολο 71 του Γυμνασίου) έδωσαν λαβή σε μονομερή κριτική με έντονα στοιχεία διαστρέβλωσης ότι πρόκειται για «νεοταξική», και «αριστερή» διάβρωση του μαθήματος, οδοποίηση (για μια ακόμη φορά) στον πολτό της πανθρησκείας κλπ.Κατ’ αρχήν οι διδακτικοί στόχοι που αφορούν στην αποδοχή του διαφορετικού προσώπου και στο σεβασμό των αντιλήψεών του είναι προϋπόθεση για ένα συμπεριληπτικό ΜτΘ και για όλους τους μαθητές. Είναι λοιπόν επόμενο, να υπάρχουν θεματικές ενότητες ώστε να εξυπηρετούν τους συγκεκριμένους διδακτικούς στόχους. Η σχετική κριτική ότι είναι άχρηστο κάτι τέτοιο, γιατί η ελληνική κοινωνία δεν είχε ποτέ δείξει σημάδια ρατσισμού και προκατάληψης νομίζω ότι τον τελευταίο καιρό εμφανίζεται πλέον δραματικά ξεπερασμένη. Ωστόσο, όταν μπούμε στην προβληματική αυτή από τη σκοπιά της Ορθόδοξης Θεολογίας, κατανοούμε ότι πέρα από την πρακτική παιδαγωγική ανάγκη είναι πρωτίστως ένα αίτημα της ίδιας της Ορθοδοξίας να εξηγήσει πόσο μακριά από τη βία στο όνομα του Θεού βρίσκεται (ή πρέπει να βρίσκεται) και πόσο αυτή η βία είναι ασύμβατη με το λόγο του Ευαγγελίου. Κι αν υπάρχει και αυτοκριτική στο θέμα αυτό, αυτό δεν είναι «αποκαθήλωση» της ιδανικής εικόνας που πρέπει να έχουν τα παιδιά, αλλά εισαγωγή στην κριτική τοποθέτηση που πρέπει να έχουν απέναντι σε όλα τα μεγάλα ζητήματα στα οποία έρχεται να εισάγει το ΜτΘ και αφορούν και στη δική τους θρησκευτική παράδοση και τελικά μόνο καλό μπορεί να κάνει στην ίδια την Ορθοδοξία. Μόνον έτσι θα γίνει κτήμα τους, που είναι και το ζητούμενο. Δεν παραλείπονται, πάντως, και διδακτικές ενότητες που επιδώκουν την επίτευξη τέτοιων διδακτικών στόχων μέσα από τη διδασκαλία για θέματα που αφορούν στο ρόλο της Ορθόδοξης παράδοσης μέσα στη νεώτερη ελληνική ιστορία, την Τουρκοκρατία κλπ. ώστε να έρχεται κάθε μαθητής (κι όχι μόνο ο Έλληνας) σε επαφή με θεμελιώδεις συνιστώσες της νεοελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας. Είναι όλα τέλεια; Θα διερωτηθεί κανείς μετά από την αναλυτική αυτή παρουσίαση: δεν υπάρχει σημείο κριτικής για το νέο ΠΣ; Κάθε άλλο, φυσικά. Σε κάθε προσπάθεια υφίστανται ατέλειες και λάθη και βρισκόμαστε στην ευτυχή στιγμή για πρώτη φορά μια μεγάλη αλλαγή στην Εκπαίδευση να δοκιμάζεται πρώτα μέσα από μια «πιλοτική» φάση διδασκαλίας. Είναι, λοιπόν, ακριβώς αυτή η εποχή που πρέπει να γίνει συζήτηση για όσα τυχόν προβληματικά σημεία του ΠΣ, που η Επιτροπή δεν διέβλεψε έγκαιρα, αλλά και προβλήματα που προκύπτουν από την πιλοτική εφαρμογή και την εμπειρία. Ήδη ο γράφων κατανοεί τώρα π.χ. πόσο δύσκολο είναι για τους συναδέλφους (ειδικά της Πρωτοβάθμιας) να αξιοποιήσουν το διατιθέμενο υλικό ώστε να σχεδιάσουν ένα φάκελο μαθήματος από την αρχή, ενώ θα πρέπει να γίνει μια οργανωμένη δουλειά στο ζήτημα της επιμόρφωσης. Επιμέρους δραστηριότητες, βιβλιογραφία κλπ. πιθανόν πρέπει να διατυπωθούν αναλυτικώτερα κλπ.Δυστυχώς, το πρώτο διαθέσιμο έτος αναλώθηκε ήδη κατά το πλείστον σε μια κακόπιστη πολεμική και απορριπτική στάση που δεν επιδιώκει βελτίωση αλλά μάλλον πλήρη ανατροπή. Υπάρχουν, βεβαίως, και ψύχραιμες φωνές επιμέρους κριτικών παρατηρήσεων, που είναι πολύτιμες ακριβώς γιατί είναι σπάνιες (αναφέρω για παράδειγμα δημοσιευμένο κείμενο της παλαιάς φίλης κας Ελένης Φιλοσόφου), αλλά ο κανόνας χαρακτηρίζεται από λασπολογία και κάθε είδους προχειρότητα. Το πράγμα είναι ιδιαίτερα σοβαρό, όχι απλά γιατί πυροδοτεί μια δίκη προθέσεων και τελικά κύμα «διωγμού» για συναδέλφους πλην συν-εργάτες με τους κρίνοντες στον ίδιο αμπελώνα αλλά, το κυριότερο, γιατί απειλεί να τινάξει στον αέρα μια σοβαρή (και, όπως τόνισα, μάλλον τελευταία) προσπάθεια ώστε το μάθημα των Θρησκευτικών να μην είναι ο «μεγάλος ασθενής» και ο πρώτος υποψήφιος προς έξωση από το σχολικό πρόγραμμα, αλλά μια μαθησιακή δραστηριότητα που υποστηρίζεται από αποτελεσματικές μεθόδους, ως ισότιμο με τα άλλα μαθήματα και αδιαμφισβήτητη θέση στο σύγχρονο σχολείο, συνθήκη που οπωσδήποτε είναι προς όφελος της δράσεως της Εκκλησίας μέσα στην κοινωνία μακροπρόθεσμα.