Άρθρα: μνημη 3 ιεραρχων

Ιαν 15
18
Κάτω από (μνημη 3 ιεραρχων) από στις 18-01-2015 και με ετικέτα

Νόνη Σταματέλου, Ιωάννινα,

Ιανουάριος 2009

Παράτολμο το εγχείρημα ν’ αρθρώσεις λόγο κοσμικό για τους Αγίους μας, σ’ αυτό το χώρο, σ’ αυτό το χρόνο και μ’ αυτήν την ιδιότητα. Το να σε αποκαλούν «θεολόγο» είναι ευλογία και προνόμιο. Μα ένα προνόμιο βαρύ, ένας Σταυρός προς το Γολγοθά, που φορές – φορές σε γονατίζει και φορές σε λυτρώνει…

Η Εκκλησία μας γιορτάζει σήμερα τους Τρεις Ιεράρχες και Οικουμενικούς Διδασκάλους του 4ου αιώνα: Βασίλειο τον Μέγα, Γρηγόριο τον θεολόγο και Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Ενός αιώνα πολυτάραχου, μα που υπήρξε σταθμός για τα εκκλησιαστικά μας γράμματα.

Η χριστιανική γιορτή στην παράδοσή μας είναι μέρα χαράς. Για τη ζώσα Εκκλησία που θριαμβεύει. Και όλοι εμείς, στο μέτρο που ο καθένας μας ζει και αναπνέει μέσα στην Εκκλησία ή έξω απ’ αυτήν, είμαστε μέτοχοι ή τραγικοί θεατές σ’ αυτή τη γιορτή και σε κάθε γιορτή.

Καλούνται σήμερα στο κοινό τραπέζι μαζί με τους δασκάλους, οι άρχοντες και προϋπόθεση να μετάσχουν ως «συνεπιτελούντες» και όχι «παρακολουθούντες» είναι να αφουγκραστούν το λόγο του Χρυσοστόμου που λέει: «ο άρχοντας δεν πρέπει να υπερέχει απ’ τους αρχόμενους στις τιμές αλλά στις αρετές…»

Σπουδαστές ακόμα και οι τρεις φαίνεται να μην μπορούν να συμβιβαστούν με μετριότητες. Αποκτούν μόρφωση πλατιά κοντά σε σοφούς δασκάλους. Στοχάζονται, αναλύουν και αγωνίζονται για μία καθολική αλλαγή των ανθρωπίνων πραγμάτων με προοπτική το ευαγγελικό ιδανικό. Πριν γίνουν εξωτερικά μάρτυρες της αλήθειας αγωνίστηκαν εσωτερικά. Πέρασαν περίοδο ασκητικής ετοιμασίας για την απελευθέρωσή τους από την δύναμη των ανθρώπινων παθών, για την «καλήν αλλοίωσιν» ώστε αργότερα να μπορούν να ζήσουν και να δράσουν με εσωτερική ελευθερία.

Και μεστώνει γρήγορα το πνεύμα, κι ετοιμάζει τις μεγάλες εξορμήσεις για το γκρέμισμα των γηρασμένων ιδεών, για την καταπολέμηση των αιρέσεων. Κι ατσαλώνονται οι ψυχές για να βαστάξουν τον αβάσταχτο κατατρεγμό που τους προσμένει μα και να πετύχουν μια αρμονική σύνθεση αρχαιοελληνικής οικουμενικής σκέψης και χριστιανικού πνεύματος, να διασώσουν το ελληνικό στοιχείο σμιλεύοντάς το με την χριστιανική πίστη, ώστε να θεωρούνται προστάτες της Ελληνικής Παιδείας και των γραμμάτων.

Από κάθε φρόνιμο άνθρωπο ομολογείται, γράφει ο Ναζιανζηνός, που η υψηλή ποιητική του έμπνευση συναγωνίζεται τη φιλοσοφική βαθύνοιά του, ότι πρώτο και μεγάλο αγαθό είναι η παιδεία. Αντιμετωπίζει και την θύραθεν παιδεία με σεβασμό μα και με κριτικό νου. « Των εθνικών σοφών αποδεχόμαστε την έρευνα και θεωρία, απορρίπτουμε μόνο ό,τι οδηγεί στο πονηρό.» Και ο Μέγας Βασίλειος συνθέτει λόγο «προς τους νέους» όπου τους επισημαίνει τις ωφέλειες που αποκομίζει κανείς απ’ την ελληνική σοφία, αρκεί όπως οι μέλισσες να κάνει επιλογή του καλού υλικού. Πολύτιμα τα διδάγματά τους σε θέματα παιδαγωγικής, που τίποτα δεν ήρθαν να προσθέσουν οι νεότεροι. Τους απασχολεί ο σκοπός της αγωγής, η προσωπικότητα του δασκάλου. Σημειώνουν ότι ο δάσκαλος οφείλει να έχει επιστημονικό οπλισμό και ηθική ακεραιότητα. Κι η διδασκαλία του να κατεβαίνει στην ψυχή του παιδιού σαν σιγαλή βροχή και να γλιστράει ως τα βάθη, εξασφαλίζοντας καρποφορία.

Μα δε μένουν στη συγγραφή και τη διατύπωση κανόνων. Σπεύδουν να στρατευτούν οπουδήποτε για τις ανάγκες του λαού. Τους γοητεύει όμως και η ζωή των ασκητών, μια φωνή τους καλεί σε δρόμους δύσκολους, δρόμους πνευματικούς. Μια ευγενική ταλάντευση χαρακτηρίζει ολόκληρη τη ζωή τους και της δίνει ένα τόνο δραματικό! Τελικά πραγματοποιούν μια ωραία σύνθεση θεωρίας και πράξης, στοχασμού και δράσης, αναχωρητισμού και δυναμικής παρουσίας στον κόσμο.

Μπροστά στα ιερατικά αξιώματα στέκονται με δέος και ευθύνη. Ο Βασίλειος, επίσκοπος στην Καισάρεια, ο Γρηγόριος στη Ναζιανζό και την Κωνσταντινούπολη κι ο ιερός Χρυσόστομος μετά την θητεία του ως πρεσβύτερος στην Αντιόχεια αναλαμβάνει με δέος τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κων/πολης κι ο καθένας δίνει αγώνα θαρραλέο κατά του πνεύματος της εκκοσμίκευσης της Εκκλησίας.

Υπέρμαχος της Ορθοδοξίας ο Βασίλειος πολέμησε τις κακοδοξίες των αιρετικών και περιφρόνησε τις απειλές του αυτοκράτορα που ήθελε να τον ελκύσει στο αρειανό δόγμα. Είναι γνωστή η περήφανη απάντησή του προς τον απεσταλμένο του Ουάλεντα Μόδεστο: «Δεν με πτοούν οι απειλές σας. Τη δήμευση της περιουσίας δεν τη φοβάμαι, γιατί δεν έχω τίποτ’ άλλο παρεκτός απ’ το τριμμένο μου ράσο. Στον καιρό του φοβερού λοιμού ιδρύει το περίφημο πτωχοκομείο και νοσοκομείο στην Καισάρεια, ολάκερο συγκρότημα από οικοδομές μέσα στην πόλη όπου οι κατατρεγμένοι του κόσμου έβρισκαν στέγη, τροφή, περίθαλψη, παρηγοριά. Ο θεσμός της κοινωνικής πρόνοιας που σήμερα αποτελεί αφορμή για καύχηση των πολιτισμένων χωρών, είχε με τον Μέγα Βασίλειο το πρώτο επίσημο φανέρωμα του στον κόσμο.

Κι ο Ιερός Χρυσόστομος στη Βασιλεύουσα γίνεται αληθινός πατέρας για το ποίμνιό του. Επιβάλλει αυστηρή οικονομία στα έξοδα της αρχιεπισκοπής για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις ανάγκες των φτωχών. Πνεύμα ασκητικό ο ίδιος, στηλιτεύει άφοβα τους βαλαντιοσκόπους, τους αυλοκόλακες και τους εμπόρους των οσίων και των ιερών με τον καυστικό του λόγο: «…εκκαθαρίσατε την Εκκλησίαν από αναξίους κληρικούς…». Και βλέποντας το πνεύμα μάταιης επίδειξης πλούτου να έχει εισχωρήσει και μέσα στην Εκκλησία κραυγάζει: «χρυσοχοείο και αργυροκοπείο είναι η Εκκλησία ή εργαστήριο αγιότητας;» Γι αυτό συνασπίστηκαν εναντίον του όλοι όσων άνομα συμφέροντα εβλάπτονταν.

Αξιοσημείωτη είναι και η στάση του ειρηνοποιού Γρηγορίου, όταν ορισμένοι επίσκοποι αμφισβήτησαν την εκλογή του στον Οικουμενικό θρόνο. «Αν, είπε στους συνοδικούς επισκόπους, εγώ είμαι η αιτία των μεταξύ σας διαφωνιών, ρίξτε με στη θάλασσα και θα πάψει η τρικυμία των ταραχών. Δέχομαι να πάθω ο,τιδήποτε θελήσετε, αν και αθώος, για τη δική σας ομόνοια…»

Ο λόγος τους γίνεται πύρινος όταν αγγίζουν τα θέματα της πλεονεξίας και της κοινωνικής αδικίας που δεσπόζουν στην εποχή τους και μάλιστα καταξιωμένα από ήθη, νόμους και νοοτροπία. Ο Μ. Βασίλειος ανεπιφύλακτα καθορίζει την αρχή ότι ο πλούτος είναι αντιστρόφως ανάλογος της αγάπης «οσον ουν πλεονάζεις τω πλούτω, τοσούτον ελλείπεις τη αγάπη» Αποκαλεί «λωποδύτην» όχι μόνον αυτόν που απογυμνώνει κάποιον αλλά κι αυτόν που ενώ μπορεί να του προσφέρει ενδύματα , δεν το πράττει. « Ώστε τοσούτους αδικείς , όσοις παρέχειν ηδύνασο» Το «εμόν και το σον» χαρακτηρίζεται από το Χρυσόστομο «ψυχρόν ρήμα και μυρίους πολέμους εισαγαγόν». Οι τρεις Ιεράρχες δεν περιορίζονται να στηλιτεύουν μόνο την αδικία, θεωρούν παράβαση και το «ακοινώνητον», την παράλειψη της προσφοράς στους έχοντες ανάγκη.

Μοιάζει συχνά να περνάει απαρατήρητη κι από την ίδια την Εκκλησία η επιμονή των Πατέρων στην ισότητα των ανθρώπων, την «ομοτιμία» και την «ισοτιμία» τους. Τις κλασσικές αντιθέσεις που χωρίζουν τους ανθρώπους «δουλεία-ελευθερία», «πενία-πλούτο», ο Γρηγόριος ονομάζει «αρρωστήματα», «επινοήματα κακίας», που «εισήλθε τω γένει των ανθρώπων». Θεωρεί δε άνισον και «ανώμαλον» τον νόμο που είναι επιεικής στις συζυγικές παρεκτροπές των ανδρών, ενώ γίνεται αυστηρότερος σε αυτές των γυναικών. « Ου δέχομαι ταύτην την νομοθεσίαν, ουκ επαινώ την συνήθειαν. Άνδρες ήσαν οι νομοθετούντες δια τούτο κατά γυναικών η νομοθεσία» και ανατρέχοντας στους θησαυρούς του Ευαγγελίου επισφραγίζει «εις ποιητής ανδρός και γυναικός, εις χους αμφότεροι, εικών μία, νόμος εις, Ανάστασις μία».

Ιδιαίτερη επίσης είναι η ευαισθησία τους προς τον κόσμο της δημιουργίας. Έβλεπαν τη φύση σαν ανάκτορο της σοφίας του Θεού, στον άγριο συναγωνισμό των στοιχείων , στο ήρεμο ξετύλιγμα της ζωής, έβλεπαν να αποκαλύπτεται το θεϊκό μεγαλείο. Και σαν απάντηση στην απολυτοποίηση της ανθρώπινης γνώσης και την περιφρόνηση της Βίβλου εν ονόματι μίας κούφιας επιστημοσύνης ο Βασίλειος λέει στην Εξαήμερο πως « Δεν μειώνεται ο θαυμασμός μας για το έργα του Θεού, αν βρεθεί ο τρόπος με τον οποίο έγινε ένα από τα θαυμαστά έργα. Παρέλειψε η Γραφή να μας το πει για να γυμνάσει το μυαλό μας.»

Άνθρωποι θεόπνευστοι, βαθυστόχαστοι οραματιστές μίας ωραίας και πλούσιας χριστιανικής ζωής, οι τρείς ιεράρχες υπήρξαν παράδειγμα εφηρμοσμένου Χριστιανισμού. Οι οικουμενικοί διδάσκαλοι, οι γνήσιοι εκφραστές του πνεύματος της αρχαίας ενωμένης Εκκλησίας που ο ιερέας ήταν ο « πατέρας». Δραματικά επίκαιρη η αναφορά των Πατέρων στη ζωή μας. Είναι πολύ κουρασμένος ο σημερινός άνθρωπος, σχεδόν απελπισμένος. Περίσσεψε η αυστηρή κριτική για τα αμαρτήματά του, χρειάζεται την αγκαλιά της Εκκλησίας, το γλυκό της λόγο.

Αλήθεια, ποια μέσα μαζικής ενημέρωσης θα προβάλουν σήμερα, ημέρα γιορτής των Ιεραρχών, κάτι για τη ζωή τους, τη σημασία της παρουσίας τους στην ιστορία των ανθρώπων; Ποια κοινωνία θ’ απασχολήσουν, με ποια παιδεία;

Γι’ αυτό κλείνουμε αυτή τη μέρα τα σχολειά και τα πανεπιστήμια και ψελλίζουμε αμήχανα πως γιορτάζει η Παιδεία, ενώ όλοι ξέρουμε πως αιμορραγεί. Τα παιδιά μας βγαίνουν στους δρόμους, γράφουν συνθήματα, γιατί αρνούνται να κτίζουν πύργους σε κινούμενη άμμο…Σαν δάσκαλοι εκπέμπουμε ένα σήμα. Όχι βέβαια προς το κράτος-όταν αυτό αρνείται πεισματικά την παράδοσή του-με ηγέτες που για το Χριστιανισμό ίσως γνωρίζουν μόνο όσα έμαθαν στα σχολικά τους εγχειρίδια και κάτω απ’ τον παραμορφωτικό φακό του Προτεσταντισμού, μα προς την Εκκλησία.Την Εκκλησία που βάλλεται από παντού, την Εκκλησία που συχνά παρουσιάζει τον Χριστιανισμό ως νομοκανονική υπόθεση, που αποστολή έχει να πορεύεται στον κόσμο για να τον εκκλησιοποιεί, την Εκκλησία των σκανδάλων και των Αγίων…

Καιρός πια να δούμε την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία όχι σαν μουσειακό είδος ,Και να τιμούμε τους μεγάλους Ορθόδοξους πατέρες όχι εκθέτοντας μακροσκελείς βιογραφίες, αλλά τονίζοντας ότι η θεολογία τους είναι τρόπος ζωής, είναι πνευματικές αρχές κι όχι καθηκοντολογία.

Σήμερα η ορθόδοξη παράδοσή μας αποτελεί την πιο ασφαλή πηγή ανεφοδιασμού μας. Καθώς έχουμε να παλέψουμε σαν έθνος ανάμεσα στις αντικρουόμενες πολιτικοοικονομικές θεωρίες Ανατολής και Δύσης και σαν εκκλησία ανάμεσα στην προπαγάνδα των ετεροδόξων και την πολεμική των υλιστών. Είναι ανάγκη η ανθρώπινη κοινωνία να αναβαπτισθεί στο πνεύμα του ορθόδοξου Κοινοτισμού που τον αντάλλαξε μέσα στην τραγική της πορεία με μηδενιστικά συστήματα, να ξαναβρεί το θεανθρώπινο ανθρωπολογικό πρότυπο της για να μπορεί να δημιουργεί ανθρώπους που θα χρησιμοποιούν τον τεχνολογικό πολιτισμό για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους κι όχι για την καταστροφή του.

Ο Πατερικός λόγος για το σύγχρονο σκεπτόμενο άνθρωπο είναι πρόκληση. Οι τρεις Ιεράρχες δεν είναι παρελθόν. Εξακολουθούν να μετέχουν στη ζωή της Εκκλησίας. Εκφράζουν σταθερά το φρόνημά της.

« Οι Χριστιανοί και μάλιστα οι Ορθόδοξοι, δεν αισθανόμαστε αμηχανία ούτε αιφνιδιαζόμαστε από τη διαδικασία της παγκοσμιοποιήσεως» γράφει ο στοχαστής ιεράρχης και αγωνιστής επίσκοπος Τιράνων και Αλβανίας και συνεχίζει « Η Οικουμενικότητα υπήρξε ο αυτονόητος πνευματικός μας χώρος. Η διάσταση της παγκοσμιότητος αποτελεί βασικό συστατικό της Ορθοδοξίας» (Γιαννουλάτος, σελ 262).

Η αποστολή μας λοιπόν ως έθνους σήμερα είναι αυτονόητη, αφού είμαστε κάτοχοι μιας πολύτιμης κληρονομιάς. Μια τέτοια αποστολή χρειάζεται το ψυχικό απόθεμα των Μαρτύρων και των Πατέρων. Κι αυτό είναι η Ορθοδοξία. Που σώζει την Ελληνικότητα στα υψηλότερα επιτεύγματά της σαν φιλαλήθεια, φιλοκαλία, φιλανθρωπία. Ο αποξενωμένος από αυτήν την παράδοση Γραικός, δεν έχει τίποτε να δώσει στην Ευρώπη, αλλά θα θέλει μόνο να πάρει, αρκούμενος μόνο στα ψιχία τα πίπτοντα από της τραπέζης» των πλουσίων εταίρων μας. Ο Ρωμηός έχει να δώσει αυτό που πραγματικά στερείται η Ευρώπη, την Ορθοδοξία! Γιατί Ορθοδοξία είναι να πιστεύει κανείς εκεί που όλα φαίνονται χωρίς ελπίδα.

Η κινδυνολογία περί σύγκρουσης των πολιτισμών με την παγκοσμιοποίηση δεν πλήττει την Ορθοδοξία που σκοπό έχει: να προσφέρει νόημα στη ζωή των ανθρώπων και υπέρβαση της αγωνίας του θανάτου.

Ο Χριστιανισμός πρέπει να γίνει συναγερμός! Και μάλλον ο συναγερμός πρέπει ν’ αρχίσει απ’ την εκπαίδευση.

Ο λεγόμενος «εκδημοκρατισμός» της παιδείας ταυτίστηκε με την αξιωματική αρχή ότι στα παιδιά

«όλα επιτρέπονται».Το σχολειό δεν είναι στίβος άσκησης που ετοιμάζει τη νεολαία να αναλάβει με την ενηλικίωσή της τις ευθύνες του πολίτη, όχι.Το σχολειό παραμυθιάζει τον ανήλικο ότι έχει κιόλας όλα τα δικαιώματα του πολίτη, χωρίς την παραμικρή υποχρέωση αντιπροσφοράς, χωρίς εχέγγυα υπευθυνότητας. Δεν του μίλησε ποτέ η πολιτεία για τη χαρά της ασκητικής που προϋποθέτει η μετοχή, η άμιλλα, το άθλημα των σχέσεων κοινωνίας. Γι’ αυτό, Δημοκρατία για πολλούς νέους στην Ελλάδα σημαίνει το χαβαλέ της «αποχής», του αποκλεισμού των κεντρικών δρόμων για να παραλύσει η κυκλοφορία, σημαίνει να ηδονίζεσαι από τη μέθη της ισχύος, όταν μπορείς να βασανίζεις πολλούς.

Οφείλουμε να μείνουμε πολλές νύχτες ξάγρυπνοι όσοι εμπλεκόμαστε στο θέμα της παιδείας, αν τα παιδιά μας συχνά ανιχνεύουν την ποιότητα όχι στους θεσμούς, μα στο περιθώριο. Αναρωτιέμαι, πότε θα μπούμε στον κόπο να αποκωδικοποιήσουμε τα μηνύματά τους, αναρωτιέμαι, πόσο καιρό ακόμα θα κλείνουμε τ’ αυτιά στις κραυγές που απευθύνουν στους γονείς και τους δασκάλους τους και συχνά αποτυπώνουν σε στίχους αγαπημένου τους τραγουδιστή σαν κι’ αυτούς :«δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή και μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο…»

Αλήθεια, ποιος τολμά πια να θίξει το θέμα της γλώσσας, εκείνης που η κατάργησή της στην εκπαίδευση έχει αποκλείσει τα παιδιά μας απ’ τον γλυκασμό της εκκλησιαστικής μας ποίησης; Στα Λύκεια τα παιδιά δεν κατανοούν πια ούτε τον Παπαδιαμάντη και με δυσκολία παρακολουθούν κείμενο του Μακρυγιάννη ή του Κοσμά του Αιτωλού. Κι’ όμως, τη γλώσσα του πατροκοσμά την καταλάβαιναν οι αναλφάβητοι Έλληνες της Τουρκοκρατίας. Ποιος τολμά να φωνάξει πως στο βωμό της ευκολίας, κόβουμε τις φλέβες του Ελληνισμού, πιθηκίζοντας άλλα πρότυπα και άλλα μοντέλα παιδείας, ξένα με την ιδιοσυγκρασία μας;

«Θεός είναι να μη μπορείς να κοιμηθείς» γράφει ο ποιητής κι’ έχω την άποψη ότι η αγωνία μας πια δεν πρέπει να εξαντλείται σε μνημόσυνα ή λόγους από άμβωνος, μα είναι θέμα βαθειάς, μέχρι δακρύων περισυλλογής…

Ανδρέας Αργυρόπουλος:…….

Με απλά λόγια οι Τρεις Ιεράρχες υποστηρίζουν πως η Παιδεία πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι του συστήματος, όπως δυστυχώς έχει καταντήσει στις μέρες μας. Σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο η Παιδεία είναι κατευθυνόμενη, γι’ αυτό και αποτυχημένη. Οι νέοι-ες κατευθύνονται σύμφωνα με τις ανάγκες του συστήματος κάθε χώρας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία ότι μόνο ένας στους πέντε νέους κατάφερε να εισαχθεί στη σχολή των ονείρων του την προηγούμενη χρονιά. Το ζητούμενο, δυστυχώς στις μέρες μας δεν είναι να φτιάξουμε ελεύθερους ανθρώπους, με συγκροτημένη προσωπικότητα, υπεύθυνους, έτοιμους να σταθούν κριτικά σε ό,τι αλλοιώνει την ομορφιά της ζωής, αλλά εξαρτήματα για να λειτουργήσει καλά η μηχανή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. (Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας και ο γιος μου ανταλλακτικό). Οι περισσότεροι νέοι δεν προχωρούν στις σπουδές τους σε ότι αυτοί ονειρεύονταν και επέλεξαν, δε σπουδάζουν για να ξεδιψάσουν τις ψυχές τους, για να ζήσουν, αλλά για να ενταχθούν εκεί που το απαιτούν οι ανάγκες του συστήματος με απώτερο σκοπό να βοηθήσουν στην ανάκαμψη των «δεικτών της παραγωγικότητας». Η παιδεία όμως δεν πρέπει να αποβλέπει ούτε στην παραγωγικότητα, ούτε στις όποιες ανάγκες του κράτους, οφείλει να οδηγεί τους νέους στην ανακάλυψη του μυστηρίου της ζωής, στην κατάκτηση της ελευθερίας, στα μονοπάτια της αναζήτησης της αλήθειας, στη μύησή τους στην παράδοση του τόπου τους και στον πολιτισμό, στη μεταμόρφωσή τους. Άραγε πόσοι από τους μαθητές, για παράδειγμα, της Λέσβου, ακόμη κι απ’ αυτούς που έχουν πετύχει στις καλύτερες πανεπιστημιακές και πολυτεχνικές σχολές έχουν μυηθεί στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη; Όπως ωραία λέει ο Χρήστος Γιανναράς, όσοι κάνουν τους σχεδιασμούς για την παιδεία δείχνουν πως δεν τους ενδιαφέρει « η κατά κεφαλήν καλλιέργεια αλλά το κατά κεφαλήν εισόδημα». Συνεχίζουμε να εγκληματούμε σε βάρος των νέων ανθρώπων. Ξεκόψαμε τη γνώση από τη ζωή, τον έρωτα, την ομορφιά. Υποτάξαμε την αγάπη στην αναγκαιότητα και γι’ αυτό αποτύχαμε. Για όποιον αμφιβάλει γι’ αυτή την αποτυχία, παραπέμπω στην πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για τους νέους όπου τα συμπεράσματά της μας αποκαλύπτουν ότι το 20% των Ελλήνων μαθητών ηλικίας 15 ως 18 ετών υποφέρει από κατάθλιψη, στις κοπέλες μάλιστα το ποσοστό φτάνει στο 30%. Στις μέρες μας η παιδεία έχει δώσει τη θέση της σε μια μονοδιάστατη, γι’ αυτό και άρρωστη εκπαίδευση. Για να επιτευχθούν οι στόχοι της, όλοι (γονείς, μαθητές, εκπαιδευτικοί) μπαίνουν σε καλούπια από νωρίς. Μια άλλη έρευνα έδειξε ότι το 97% των γονέων που έχουν παιδιά στο δημοτικό σχολείο απαιτούν πρώτιστα από αυτά την άριστη βαθμολογία. Το δόγμα παιδείας ειδικά στα Λύκεια, δηλαδή την εποχή που η ψυχή του νέου πάει να ανθίσει, είναι «να βγει η ύλη». Όλα θυσιάζονται εκεί. Η πίεση αφόρητη στους εκπαιδευτικούς που ζουν την τραγικότητα της μετατροπής τους, από φορείς γνώσης και ζωής σε απλούς διεκπεραιωτές ύλης ενώ τα παιδιά μας στην ηλικία που διψάνε για ζωή και αλήθεια περιορίζονται στο να μετατραπούν σε ζωντανά λυσάρια φυσικής, χημείας, μαθηματικών, αρχαίων, κλπ. Στη σημερινή εκπαίδευση της ισοπέδωσης, φτάσαμε ακόμη και η έκθεση ιδεών, το μάθημα που ο μαθητής υποτίθεται ελεύθερα καταθέτει τις ιδέες του, να ταυτίζεται με ένα φροντιστηριακό δίωρο. Ο μαθητής αφού πληρώσει αδρά ζει την τραγωδία του να μαθαίνει «τι πιστεύει» και πως «πρέπει να το εκθέσει» ούτως ώστε να «πετύχει». Ζητάμε δηλαδή από τον νέο άνθρωπο να αρνηθεί την προσωπικότητά του, να γίνει κάτι «άλλο» για να κατορθώσει να θεωρηθεί επιτυχημένος. Σε μια κοινωνία πνιγμένη στον ατομικισμό, στις αξίες του εύκολου κέρδους, σε μια κοινωνία που προοδεύει όποιος διακρίνεται όχι για τις γνώσεις του αλλά για την ευλυγισία της μέσης του, τις γνωριμίες του, τα «κονέ» του που λένε οι νέοι, σε μια κοινωνία, στην οποία οι αξίες που προτείνονται στη νέα γενιά είναι ο καριερισμός, η βαθμοθηρία και αργότερα το μικροαστικό βόλεμα τι μπορούμε να περιμένουμε; Εμείς οι μεγαλύτεροι πνιγμένοι στις ανασφάλειές μας θέλουμε γενιές βολικών και βολεμένων, ανθρώπους που δεν είναι έτοιμοι να ρισκάρουν, ούτε να θυσιαστούν για τίποτα. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έλεγε: «αυτός που δεν είναι έτοιμος να πεθάνει για κάτι, δεν αξίζει να ζει». Προτείνουμε στους νέους την κοινωνία του «φαίνεσθαι», του «πρεστίζ». Το παν, είναι το προσωπείο. Η εικόνα μας προ τα έξω. Ξεχάσαμε ότι η αξία δεν βρίσκεται στο προσωπείο, αλλά στο πρόσωπο. Έτσι οι νέοι άρχισαν να μαζεύουν προσωπεία. Πώς να επιβιώσεις διαφορετικά. Στο βάθος ακούγεται η κραυγή αυτών που παλεύουν και διψάνε για ζωή. «Φανέρωσέ μας τη μάσκα που κρύβεις κάτω από τη μάσκα που φοράς», λέει το τραγούδι. Θέλει δρόμο για να φτάσεις στο πρόσωπο, στην επικοινωνία, στη συνάντηση. Θέλει ψυχή. Η αγάπη, λέει ένας άγιος της Εκκλησίας μας, είναι πιο γλυκιά και από τη ζωή. Προσφέρουμε σήμερα παιδεία αγάπης; Όχι. Τότε πως θέλουμε παιδεία ζωής; Η παιδεία για να είναι πετυχημένη πρέπει να μιλά στις ψυχές, να τις κάνει να χαίρονται, να ονειρεύονται, να δημιουργούν. Να είναι όπως προτείνουν οι Τρεις Ιεράρχες «δρόμος απελευθέρωσης και όχι διαδικασία εξαναγκασμού και ανελευθερίας». Αν θέλουμε να τιμήσουμε τους Τρεις Ιεράρχες δε χρειάζεται να το κάνουμε μέσα από ακίνδυνες τυπικές γιορτές. Απαιτείται μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους, αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης ζωής τους.

Ανδρέα Χ.Αργυρόπουλου,Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών,Αθήνα 2009

Γιώργος Μάλφας

Βασίλειος ο Μέγας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος ο Θεολόγος: συμπιέζουμε την αγιότητα σε βιβλία και ομιλίες, σε αργίες και επετείους. Πάντα μας διαφεύγει… Τους «Προστάτες της Παιδείας και των Γραμμάτων» τιμά ράθυμα και υποκριτικά η δημόσια εκπαίδευση, σε μια συγκυρία φέτος για την πατρίδα καταθλιπτική. Η απειλή της επιτήρησης, η παύση πληρωμών, ο εφιάλτης της χρεοκοπίας… Μια κοινωνία που καλόμαθε να καταναλώνει σαν παράσιτο γίνεται τώρα «πεδίο βολής φτηνό» για τους πειραματισμούς των κερδοσκόπων του χρήματος. «Η πλουτοκρατία ήταν, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής αντίχριστος» που θα ’λεγε και ο Παπαδιαμάντης. Συνθλίβει μικρούς και αδύνατους. Αποθρασύνει μεγάλους και ισχυρούς. Μα πίσω από την κρίση των αριθμών, των δεικτών, και των ελλειμμάτων αποκαλύπτεται μια κρίση βαθιά πνευματική. Γιατί αν «ο αγώνας για το ψωμί μου είναι ζήτημα υλικό, ο αγώνας για το ψωμί του διπλανού μου είναι ζήτημα πνευματικό». Αυτό δεν θα σου το μάθουν βέβαια οι οικονομολόγοι που διαχειρίζονται τις κρίσεις του συστήματος, που καταρτίζουν «προγράμματα σταθερότητας». Θα σου το μάθουν δάσκαλοι ψυχωμένοι που μορφώνουν τα παιδιά μας. Ποιος, αλήθεια, γιορτάζει και γιατί σήμερα; Ποια πρόταση ζωής εμπνέει το μαθητή, το δάσκαλο και το γονιό; Ποιον άνθρωπο διαπλάθουμε στο σχολείο σήμερα; Τι σχέση μπορεί να έχει η άσκηση στην αλήθεια της ζωής που μας υπέδειξαν οι τιμώμενοι Ιεράρχες, με την καθημερινότητα του σχολείου που βιώνουμε; Από την αγωγή στην παιδεία και την εκπαίδευση, από την εκπαίδευση στην εξειδίκευση και μετά στην …ευέλικτη απασχόληση. Φαύλος κύκλος, ανακυκλώνει αδιάκοπα τη ζωή σαν επιβίωση. Αγαπημένη μου μαθήτρια, αγαπημένε μου μαθητή Τούτα τα χρόνια της σχολικής σου διαδρομής συμμετέχεις σ’ έναν αγώνα ανελέητο. Σ’ έναν πρωταθλητισμό ακραίων επιδόσεων. Δυνατότερα, ψηλότερα, γρηγορότερα! Ενοχλητικά μονότονα και εκβιαστικά επαναλαμβάνεται η προτροπή των γονιών, των συγγενών και των δασκάλων σου: «Τώρα κρίνεται το μέλλον σου, πρόσεξε!». Άδικο δεν είναι; Να κρίνεται το όλον της ζωής σε κάποιες εξετάσεις στα δεκαεπτά σου χρόνια; Να «κλειδώνεται» το μέλλον με «έξυπνες» επαγγελματικές επιλογές της οικογένειας στα δεκατέσσερά σου χρόνια; Η δοκιμασία σου επώδυνη. Οι απαιτήσεις δυσβάσταχτες. Μαραζώνει η ψυχή και το κορμί σου, στα πιο ευαίσθητα, στα πιο όμορφα χρόνια, αυτά της εφηβείας. Ο πιο σκληρά εργαζόμενος είσαι, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις. Ξεκινάς τη μέρα σου με ανιαρό επτάωρο σε κάποια σχολική αίθουσα, συνεχίζεις με ένα απαιτητικό απόγευμα στο φροντιστήριο. Καταλήγεις εξουθενωμένος αργά το βράδυ στο σπίτι για το διάβασμα της επόμενης ημέρας. Οι γονείς αυτά τα χρόνια στο πλευρό σου. Σε ρόλο σπόνσορα, ποντάρουν πάνω σου απωθημένα όνειρα, ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Ο μύθος της «δωρεάν παιδείας» άτρωτος στο χρόνο, πληρώνεται με τίμημα ιδιαιτέρως υψηλό. «Τόσα δίνω, πόσα θες», στα … “ιδιαίτερα” πουλάν αυτό που θες. Να πληρώσει ο πατέρας και η μάνα απ’ το υστέρημα. Τώρα ή ποτέ! Σφύζουν από ζωή τα φροντιστήρια. Άψογες τεχνικές επίλυσης ασκήσεων που προπονούν εργαλειακά τον υποψήφιο. Να περάσει τον πήχη, να πιάσει την επιθυμητή βάση μορίων, να επιτύχει… Η αγωγή στα αζήτητα, η σπουδή αποσπασματικά κομματιασμένη σε κουτάκια για τις ανάγκες των εξετάσεων. Θυμάμαι πρόπερσι, που συμμετείχες στην κατάληψη του σχολείου σου ενώ το φροντιστήριο συνέχιζε απρόσκοπτα. Χωρίς ενοχές για τις χαμένες ώρες που με βόλεψαν ανέλπιστα, σε ρώτησα τότε γιατί δεν έκανες κατάληψη και στο φροντιστήριο. «Στο φροντιστήριο δάσκαλε πληρώνω!» μου απάντησες. Και όλη η αλήθεια των λόγων σου εξαντλούνταν με τρόπο κυνικό μπροστά στο ταμείο την ώρα της καταβολής των διδάκτρων. Σε βλέπω τα βράδια να γυρνάς αποκαμωμένος στους δρόμους της πόλης με την τσάντα στον ώμο, να περιμένεις στη στάση του λεωφορείου, χαζεύοντας αφηρημένα στο κενό της προσμονής, και μετά να διασκεδάζεις την πλήξη σου -χαριτωμένα ομολογώ- με αστεϊσμούς και χειρονομίες σε βάρος ανυποψίαστων επιβατών. Θα ανταμώσουμε το άλλο πρωί στο σχολείο όταν θα μπω στην τάξη για μάθημα. Θα ’σαι κουρασμένος, θα βαριέσαι, δεν θα ’χεις όρεξη για τίποτα. Θα σε προκαλώ αμήχανα σε θεολογική κουβέντα για τα μικρά και τα μεγάλα: για τον πλούτο και τη φτώχια, για την ειρήνη και τον πόλεμο, για τα διλήμματα της βιοηθικής, για τον έρωτα, τη σεξουαλικότητα και τον γάμο, για το νόημα της ζωής και του θανάτου. Αλλά εσύ θα είσαι αλλού… Κι εγώ θα πασχίζω απογοητευμένος να ανταποκριθώ στα ελάχιστα της παιδαγωγικής μου υποχρέωσης. Μου απομένει, ευτυχώς, να διαβάζω με κλεφτές ματιές ευαίσθητα στιχάκια γραμμένα πάνω στο θρανίο σου. Να χαίρομαι τούτη την έκπληξη και να απορώ! Από πού να ξεμύτισε, άραγε, τόση τρυφερότητα στο ζοφερό σκηνικό μιας τόσο άχαρης διαδικασίας; Αγαπημένε μου μαθητή, αγαπημένη μου μαθήτρια Συγχώρα με για τη στενάχωρη κριτική που προηγήθηκε. Προσπάθησα μόνο να σου πω, ότι οι Τρεις Ιεράρχες που σήμερα τιμάμε δεν χωρούν στις τελετές μας. Οι βάσεις των μορίων, οι περιζήτητες σχολές, τα επαγγέλματα υψηλής απορρόφησης, οι πρώτοι των πρώτων στις Πανελλαδικές…, όλα αυτά βρίσκονται στον αντίποδα του κόσμου των Ιεραρχών μας. Εκτός ύλης δηλαδή. Ανέραστη κοινωνία, ανέραστα σχολεία…Δεν πιστεύουμε, δεν ελπίζουμε, δεν αγαπάμε… Και πασχίζουμε να καλύψουμε το κενό στις δομές και στο περιεχόμενο ενός σχολείου που διδάσκει την ατομική επιβίωση, το «εγώ ελπίζω να τη βολέψω!». Που ζυγιάζει την αξία των παιδιών μας με μέτρα και σταθμά που κονταίνουν το μεγαλείο του προσώπου τους. Τρανό παράδειγμα «αποτυχίας» η πορεία ζωής των Τριών Ιεραρχών! Και εξηγούμαι… Ήταν και οι τρεις γόνοι ευκατάστατων κοινωνικά, οικονομικά και μορφωτικά οικογενειών. Κάτοχοι αξιοζήλευτης παιδείας και καλλιέργειας που εκπλήσσει ακόμη και σήμερα. Στις καλύτερες σχολές και δίπλα στους αρίστους των δασκάλων της εποχής τους σπουδάζουν τα πάντα: ρητορική, φιλοσοφία, θεολογία, αστρονομία, γεωμετρία, ιατρική. Και στο απόγειο αυτό εγκαταλείπουν τα πάντα πίσω τους: τιμητικά καθηγητικά καθήκοντα, προσοδοφόρα δικηγορία και ρητορική, περίφημα εκκλησιαστικά αξιώματα. Αρνούνται τον κόσμο του πλούτου, της δόξας και της εξουσίας. Πλούσιοι που με τη θέλησή τους γίνηκαν φτωχοί, όχι φτωχοί που ονειρεύτηκαν να γίνουν πλούσιοι! Αποσύρονται στην έρημο επιλέγοντας τη σκληρή άσκηση, μορφώνουν εκεί τον έσω άνθρωπο. Δοκιμάζουν τις αντοχές της σχέσης τους με το Θεό, σπουδάζουν με αίμα και δάκρυα τη ζωή του Πνεύματος. Και επιστρέφουν κατόπιν στον κόσμο αδειάζοντας την αγάπη που με πολύ κόπο μάζεψαν. Μοιράζουν την περιουσία τους στη φτωχολογιά και γίνονται : Όχι δάσκαλοι, αλλά μαθητές, που μαθητεύουν με ταπείνωση στον πόνο και την ανέχεια, τη θλίψη και τη στέρηση, τον πειρασμό και τα πάθη των ανθρώπων. Όχι δεσπότες, αλλά επίσκοποι – πατέρες, που διακονούν το μυστήριο του όλου ανθρώπου, όλων των παιδιών τους. Ακατανόητη η ζωή των Τριών Ιεραρχών σήμερα… Πάντοτε όμως το ίδιο συνέβαινε! Από τη μια, η αυτάρκεια της «επιτυχίας» που δεν αγαπά, δεν πονά, δεν μοιράζεται τίποτε και με κανέναν. Από την άλλη, η «αποτυχία» που έχει δώσει τα πάντα και ψάχνεται να δώσει κι άλλα. Ευχή και προσμονή: η οικονομική κρίση να γίνει κρίση συνειδήσεων μέσα στα σχολειά μας. Ολοκαύτωμα! Για το ψωμί και την ψυχή των μαθητών μας. «Σταυρωμένη πατρίδα μες στα μάτια σου είδα της ανάστασης φως. Τα παιδιά στην κερκίδα είναι η μόνη σου ελπίδα, ελπίδα πρωινός ουρανός» (Ν. Πορτοκάλογλου, Τα καράβια μου καίω) Χρόνια μας πολλά ! .

του Χριστόφορου Γ. Παπασωτηρόπουλου, εκπαιδευτικού θεολόγου

Έπρεπε να μιλήσω για τους Τρεις Ιεράρχες, όμως είχα κουραστεί ν’ ακούω μεγάλες κουβέντες και να μιλώ για ανθρώπους άγιους, πανάκριβους, ανεκτίμητους σαν να διαφημίζω ένα προϊόν στο ραδιόφωνο. Είναι κι η εποχή που πάσχει από πολυλογία, κι έτσι βάλθηκα να περπατώ στα σοκάκια της σημερινής ελληνικής κοινωνίας ,με προσοχή να μη χαθώ και με σκοπό να φτάσω στην πλατεία, στο ξέφωτο της παρουσίας των Αγίων, που και σήμερα τιμά η παιδεία μας- Του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιερού Χρυσοστόμου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου- και να ψηλαφίσω τη σχέση τους με τον σημερινό μας βίο. Προχώρησα κι είδα ένα λαό να έχει κάνει την πίστη του στο Θεό ζήτημα προσωπικού γούστου. Μια θάλασσα από άγνοια, ημιμάθεια ή αδιαφορία, μια που ο λόγος της Εκκλησίας φαίνεται να μην προκαλεί πια κανένα ενδιαφέρον. Φταίει άραγε μόνον η Εκκλησία ή κι η δική μας τρυφηλότητα; Προχώρησα κι είδα ανθρώπους να τρέχουν να προλάβουν τη ζωή τους, να τυραννιούνται από το κυνήγι του χρόνου για να είναι «εντάξει» .Και θυμήθηκα τον Ελύτη: «Δώσε δωρεάν το χρόνο σου αν θέλεις να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια». Είδα τους άρχοντες, εκκλησιαστικούς και μη, να μας μαλώνουν, να μας κουνάνε το δάχτυλο επιτακτικά στο πρόσωπο μπροστά μας, γιατί δεν είμαστε αρκετά υπάκουοι, δεν είμαστε όσο θα έπρεπε υποτακτικοί, γιατί δεν τους σεβόμαστε όσο θα έπρεπε και θυμήθηκα ένα παλιό σύνθημα γραμμένο στον τοίχο: «Αγάπη που’ ναι η εκκλησιά σου; Βαρέθηκα πια στα μετόχια». Είδα ανθρώπους σκυφτούς να κλαίνε, να πεινούν, ν’ απελπίζονται, να μαζεύονται φοβισμένοι, να βράζουν από θυμό και πόνο και να περιμένουν πότε ο πόνος θα γίνει δημιουργία. Είδα παιδιά να με κοιτούν καχύποπτα, σαν προδομένα από εμάς τους μεγαλύτερους, που τους παραδίνουμε αυτόν τον κόσμο , θυμωμένα, που σκοτώνουμε «κατά λάθος» παιδιά στα Εξάρχεια, που σιχαινόμαστε τους «λαθραίους» ανθρώπους που ζητούν καταφύγιο στη χώρα μας κυνηγημένοι, που ξεπουλήσαμε χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε τις αξίες μας για μια περίοπτη θέση σε μια εταιρία, για ένα τζιπ, για μια βίλλα παραπάνω. Είδα δασκάλους να κάνουν αυτό που «πρέπει»,να είναι αρκούντως υπηρεσιακοί-με καθαρά, μεν αλλά άδεια χέρια!- να τρέχουν να προλάβουν την ύλη τους, να οδηγούν με ταχείς ρυθμούς τους μαθητές τους στην κρεατομηχανή της επιτυχίας, στις εξετάσεις. Με την ψυχή αφυδατωμένη, τσακισμένη και την αγάπη και το μεράκι καλά κρυμμένο βαθιά μέσα τους, μη τύχει και κατασπαταληθεί τσάμπα, μια που η καρδιά και το συναίσθημα χρειάζεται κι έξω από τη δουλειά . Και σκέφτηκα τον Μίλτο Κουντουρά: «όποιος αγωνίζεται για τα παιδιά, αγωνίζεται για την ανθρωπότητα». Κι είδα γονείς πιο κάτω, στραμένους στα παιδιά τους να τους μιλούν με φόβο κι αγωνία για το αύριο που έρχεται σαν καταιγίδα καταπάνω τους. Κι όταν αυτά ζητούσαν «μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο»,μια ελπίδα για να παλέψουν, ο πατέρας δάκρυζε κι η μάνα σιωπηλή αγκάλιαζε. Η κραυγή της σιωπής σκέφτηκα… Κι είδα γονείς να ορμούν στους καθηγητές των παιδιών τους-με θάρρος ή με θράσος;-γιατί δε δίνουν όσα θα ήθελαν κι όχι γνώσεις μόνο μα κι αγωγή και κοινωνικοποίηση κι ιδέες κι ελπίδες και οράματα κι αξίες …κι όλα αυτά που οι ίδιοι δεν πρόλαβαν να δώσουν. Και βρήκαν κι έβαζαν στο στόμα τους τους τεμπέληδες που δουλεύουν λίγο ,που δεν ελέγχει κανείς τη δουλειά τους, που ρουφάνε άδειες και διακοπές για να βολεύονται και σκέφτηκα και πάλι τον Ελύτη: «Ιδιώτευε μες στο Ανερυθρίαστο». Κι είδα την Εκκλησία να ταπεινώνεται, να απαξιώνεται μες στις κραυγές του ορθού λόγου και της συλλογικής λήθης και να πληρώνει σκληρά το τίμημα χρόνιων παθογενειών, ακέραιων καρκινωμάτων στο σώμα της που άλλες φορές η αγάπη της κι άλλες φορές η αδυναμία της, τα σκέπαζε για να μη φαίνονται. Κι έτσι βαυκαλιζόταν πως δεν υπήρχαν… Κι είδα πιο κάτω ένα φως αχνό, μάλλον σα φωτοστέφανο, αλλά δεν ήμουν σίγουρος-λες κι έχω δει φωτοστέφανο για να ξέρω;-… Ένας παπάς μοίραζε τη νύχτα φαγητό και κουβέρτες στους άστεγους που είχαν κάνει τα παγκάκια σπίτια τους, ένας άλλος τραβούσε από μια τρύπια βάρκα μια γυναίκα μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά της που έφτασαν από απέναντι, πεθαμένοι σχεδόν από το φόβο κι από τα παγωμένα μαύρα νερά του Αιγαίου, κι ένας άλλος μέχρι αργά τη νύχτα φόρτωνε στο πετραχήλι του καημούς κι απελπισία από πρεζόνια κι αλαφιασμένους απόκληρους. Και σκέφτηκα τη μωρία του σταυρού, τη σαλότητα των αγίων, την πίστη στην Ανάσταση, όταν όλα μυρίζουν θάνατο… Κι έκανα «ένα βήμα πιο γρήγορο απ’ τη φθορά». Κι είδα στο ξέφωτο τρεις δεσποτάδες, χωρίς πλουμιστά άμφια και μίτρες χρυσοκέντητες, μα με ράσα φθαρμένα αλλά καθαρά και μια μαγκούρα ξύλινη ο καθένας για να ακουμπάει. Κοιτούσαν σιωπηλοί κι ολόμονοι , κρυμμένοι θαρρείς ,κουρασμένοι, μα μ’ ένα πεισματάρικο χαμόγελο, αυτό που έχουν οι άνθρωποι που αγάπησαν κι αγαπήθηκαν. Εκεί πλησίασα, γονάτισα κι αφέθηκα στην παραμυθία τους: Μου ψιθύρισε ο άγιος Γρηγόριος, για το Θεό που κρύβεται-«Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!»- στα μικρά ασήμαντα πράγματα, στους ανθρώπους που προσπερνάμε, στο σπόρο που φυτεύουμε περιμένοντας ν’ ανθίσει. Μου είπε για τις δικαιολογίες των ανθρώπων που δεν απλώνουν το χέρι τους να μοιραστούν. Για την απελπισία της φτώχιας, της ορφάνιας, της ερήμωσης. Κι ο Μέγας Βασίλειος, μου θύμισε για τους ψευτο-ευλαβείς που αρκούνται στην ελεημοσύνη-άλλοθι της αδικίας και για τους πλούσιους που χαρίζουν για να βολέψουν τη συνείδησή τους. Κι ο ιερός Χρυσόστομος, αργά και σταθερά μου διηγήθηκε ιστορίες για την Εκκλησία, που πάντα στους κόλπους της μέσα είχε κι ανθρώπους που της τρώγανε τις σάρκες και για το Χριστό που πάντα μεταμόρφωνε το σώμα της με την πεισματάρικη αγάπη του. Μου είπαν για τους ανθρώπους τους αμόρφωτους,- όχι αυτούς που δεν ξέρουν γράμματα-τους άλλους, που ξέρουν οτι έχουν πάντα δίκιο και κρίνουν με άνεση κάθε στραβό ανθρώπινο σα να μη είδαν ποτέ τις δικές τους συμφορές, γερασμένοι δικαστές μιας ζωής τσιγγούνικης… Μου είπαν για τις ελπίδες και τα όνειρα του κόσμου, τις ουτοπίες που δεν έχουν ακόμη τόπο. Για τον Καινούργιο Κόσμο του Θεού που αγκαλιάζει όλους, κι αυτούς που θέλουμε κι αυτούς που θ’ αποφεύγαμε ακόμη και καλημέρα να τους πούμε, για το σταυρό και τη θυσία αυτού που αγωνίζεται όχι για να κερδίσει, αλλά από έρωτα, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να ζήσει. Για το σταυρό που παραλάβαμε όχι για να τον κάνουμε κόσμημα, μα για να προκαλέσουμε την ανάσταση εδώ και τώρα. Για τις ελπίδες που δε χάθηκαν κι ούτε ποτέ θα χαθούν όσο οι άνθρωποι παλεύουν, αγωνίζονται, αγαπούν. Με παρηγόρησαν, όλες οι εποχές μοιάζουν, μου είπαν, μη σκιάζεσαι γιατί ο θάνατος είναι πάντα προσωρινός, φαίνεται δυνατός μα είναι σκόνη μπροστά στη χάρη του Θεού! Και μου ψιθύρισαν κι ένα στιχάκι για τους δασκάλους που πάντα παλεύουν μαζί με τους μαθητές τους, σ’ αυτά τα σχολεία, μ’ αυτές τις συνθήκες, μ’ αυτές τις ανημποριές : «και τι δεν κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος…». Σηκώθηκα να φύγω, μου δώσαν την ευχή τους κι ένα χαρτί τυλιγμένο να το διαβάζω κάθε φορά που θα φοβόμουν και θα δείλιαζα. Απομακρύνθηκα, το άνοιξα με λαχτάρα και το διάβασα. Ήταν δυο στίχοι του Μπέρτολτ Μπρεχτ(!): «Κι όταν θα έχετε καλυτερέψει τον κόσμο, Να συνεχίσετε να τον καλυτερεύετε αυτόν τον καλύτερο κόσμο. Κι αν καλυτερεύοντας τον κόσμο, συμπληρώσετε την αλήθεια λοιπόν, συμπληρώστε κι άλλο τη συμπληρωμένη αλήθεια. Κι αν συμπληρώνοντας την αλήθεια, αλλάξατε την ανθρωπότητα, Λοιπόν , αλλάξτε κι άλλο την αλλαγμένη ανθρωπότητα.» Πάτρα, Ιανουάριος 2011 σημείωση: ευτυχώς που για να γραφτούν αυτές οι λιγοστές αράδες εκτός από τους Τρεις Ιεράρχες, τα όσα είπαν και κυρίως τα όσα έκαναν και μας άφησαν κληρονομιά, βοήθησαν και ο Οδυσσέας Ελύτης(Μαρία Νεφέλη),ο Μίλτος Κουντουράς(Κλείστε τα σχολειά),ο Γιώργος Σεφέρης(Fog), ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ και ο Παύλος Σιδηρόπουλος (εν Κατακλείδι).

Γιώργος Καπετανάκης-

Φως και σκοτάδι. Το αίτιο που καθιστά τα αντικείμενα ορατά ή άφαντα. Ο τρόπος που βλέπουμε ή δε βλέπουμε τα πράγματα, τις πραγματικότητες, τον κόσμο γύρω μας. Η στάση που επιλέγουμε να κρατήσουμε απέναντι στα γεγονότα, στα δρώμενα. Θα τα σπρώχνουμε για να γίνονται ή θα τα παρακολουθούμε να εξελίσσονται; Θα γεννηθούμε ή θα πεθάνουμε; Θα μείνουμε στη σκοτία ή θα περάσουμε στη λάμψη; Θ’ αφήσουμε το σκοταδισμό να κυριαρχήσει; Μήπως μας αξίζει μια ζωή έκπαγλη, φωταγωγημένη και αποκαλυπτόμενη;

Μνήμη και λήθη. Η καταγραφή, ή μη, της πληροφορίας στον εγκέφαλό μας. Η επιλογή μας για το τι είναι αξιομνημόνευτο, αληθινό ή άξιο για λησμονιά. Το αληθινό δεν είναι κι αλάθητο. Το αξιομνημόνευτο είναι η εκούσια δημιουργία του νέου. Η εθελουσία έξοδος από την αφάνεια. Η είσοδός μας στο φως. Είμαστε δρώντα υποκείμενα της ιστορίας κι όχι παθητικοί δέκτες, τυφλά όργανα της φήμης. Η φήμη και το φως είναι ομόριζες λέξεις. Παράγωγες δυναμικών αξιών κι εξελικτικών λόγων.

Γνώση και άγνοια. Ο τρόπος λειτουργίας του νου, που μετατρέπει την πληροφορία, την επιθυμητή κι επιλεγμένη από μας είδηση, σε χρηστικό εργαλείο ανάπτυξης του είναι μας. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του είναι και του φαίνεσθαι. Του αληθινού ή του ξεχασμένου. Του σώφρονα και του άφρονα. Η αξία της εκπαίδευσης επικεντρώνεται στη λειτουργία αυτή: να βρω τα εργαλεία που μου ταιριάζουν για να αναπτύξω την κριτική μου ικανότητα, να αμφισβητήσω την υπάρχουσα επιστήμη και να δημιουργήσω το καινούριο πλαίσιο πίστης.

Μας φώτισες θα πείτε. Ας αφήσουμε τα λόγια κι ας δούμε αν έχει σήμερα κάποια αξία ένας ακόμη λόγος, μια ακόμη προσέγγιση για τους τρεις Ιεράρχες. Λόγος πανηγυρικός ή μήπως λόγος δεκάρικος; Λόγος για το φαίνεσθαι ή για το είναι; Λόγος για τη γνώση και το φως ή μήπως κούφια λόγια για τη λησμονιά και το σκοτάδι; Λόγος για την ολοκλήρωση της διατεταγμένης σχολικής εορτής ή απαρχή του νέου τρόπου σκέψης;

Όταν κάποτε υπήρξε νόμος ο οποίος αδικούσε τις γυναίκες, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αντέδρασε (ήταν τότε πατριάρχης Κων/πολης) και βγήκε και είπε: «γιατί αδικείται συνεχώς η γυναίκα και «πέφτει» στα μαλακά ο άντρας; Γιατί άνδρες είναι αυτοί που φτιάχνουν τους νόμους γι’ αυτό και είναι η νομοθεσία κατά των γυναικών!». Δεν μένει προσκολλημένος στο παρελθόν. Θέλει να βγει από το σκοτάδι στο φως. Και μαζί να τραβήξει κι όλο το πλήρωμα της εκκλησίας. Η παραδεδομένη αλήθεια πρέπει να αμφισβητηθεί για να έχουμε πρόοδο. Ακόμη κι η κοσμική αντίληψη της εποχής είναι πολύ πίσω από τη καινούρια πραγματικότητα που αναζητά ο χριστιανός Γρηγόριος. Και μόλις το 1952 δίνεται η δυνατότητα στις γυναίκες να ψηφίζουν για την ελληνική βουλή. Αναζήτησε το φως στην Καινή Διαθήκη : «Γαλάτες 3,28 : Δεν υπάρχει πια Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει άντρας και γυναίκα, γιατί όλοι εσείς είστε ένα χάρη στον Ιησού Χριστό». Θα ήταν εκκοσμίκευση αν σήμερα ξανακοιτάγαμε το ρόλο της γυναίκας στην εκκλησία μας;

Όταν ο βυζαντινός αυτοκράτορας απείλησε τον Ιωάννη Χρυσόστομο ότι θα του έπαιρνε την όποια περιουσία είχε, θα τον εξόριζε και θα τον οδηγούσε στο θάνατο με βασανιστήρια: «αρπαγή περιουσίας δε φοβάμαι, γιατί δεν έχω τίποτα άλλο εκτός από λίγα τριμμένα ράσα και λίγα βιβλία. εξορία δε γνωρίζω γιατί οι τόποι δε με εμποδίζουν να προσεύχομαι…» απάντησε στον αυτοκράτορα. Επιμένει στα κείμενά του αλλά και πραγματώνει στη βιωτή του, ότι δεν είναι ο Θεός αυτός ο οποίος καθιστά πλούσιο ή φτωχό έναν άνθρωπο. Η γη του Θεού είναι εξίσου για όλους. Από αυτούς όμως κάποιοι κοπίασαν πολύ και απόκτησαν πλούτη, ενώ άλλοι έγιναν πλούσιοι με αδικίες και αρπαγές, άρα σύμφωνα με την κακή προαίρεσή τους, που δεν μπορεί να είναι θέλημα Θεού. Γι ‘ αυτό προχωράει ακόμα περισσότερο λέγοντας ότι ο άνθρωπος με πλούτη πρέπει να είναι ο διαχειριστής των αγαθών που κατέχει και όχι ο κάτοχος. Αυτή τη στάση απαιτεί κι από τους χριστιανούς επισκόπους και ιερείς. Πέρασαν τρεις αιώνες για να καταδικάσει η εν Τρούλλω Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο (691-692 μ.Χ.) τη σιμωνία: Κανών κγ’: Μή χρηματίζεσθαι ἔνεκα τῆς μεταλήψεως. Περὶ τοῦ μηδένα τῶν εἴτε ἐπισκόπων, εἴτε πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων, τῆς ἀχράντου μεταδιδόντα κοινωνίας, παρὰ τοῦ μετέχοντος εἰσπράττειν, τῆς τοιαύτης μεταλήψεως χάριν, ὀβολούς, ἢ εἶδος τὸ οἱονοῦν. Οὐδὲ γὰρ πεπραμένη ἡ χάρις, οὐδὲ χρήμασι τὸν ἁγιασμὸν τοῦ Πνεύματος μεταδιδόαμεν, ἀλλὰ τοῖς ἀξίοις τοῦ δώρου ἀπανουργεύτως μεταδοτέον. Εἰ δὲ φανείη τις τῶν ἐν κλήρῳ καταλεγομένων ἀπαιτῶν, ᾧ μεταδίδωσι τῆς ἀχράντου κοινωνίας, τὸ οἱονοῦν εἶδος, καθαιρείσθω, ὡς τῆς Σίμωνος ζηλωτής πλάνης καὶ κακουργίας. (Συμφωνία Κανόνων: Αποστολικοι κθ’ – Δ’ Οικ. Συν. β’ – ΣΤ’ Οικ. Συν. κβ’ – Ζ’ Οικ. Συν. δ’, ιε’, ιθ’ – Βασιλείου κ’ – Γενναδίου και Ταρασίου Επιστολή) Θα ήταν εκκοσμίκευση αν σήμερα ξανακοιτάγαμε το ρόλο των ιερέων μέσα στην εκκλησία μας αλλά και τη διασύνδεσή τους με τα πολιτειακά κέντρα εξουσίας;

Μήπως είναι πολιτισμική τροχοπέδη η μη συγγραφή νέων λειτουργιών από μέρους τους ή και η μη μετάφραση των ήδη υπαρχόντων; «Όπως ακριβώς στην τριανταφυλλιά, όταν κόψουμε το λουλούδι θα αποφύγουμε τα αγκάθια, έτσι ακριβώς και σ’ αυτήν τη σοφία του κόσμου, αφού καρπωθούμε το ωφέλιμο θα αποφύγουμε το βλαβερό» (προς τους νέους, ΒΕΠ τ.4:200) ισχυρίζεται ο Μέγας Βασίλειος αλλά και πραγματώνουν κι οι τρεις ιεράρχες σπουδάζοντας σε εθνικά ειδωλολατρικά επιστημονικά κέντρα της εποχής τους. Τολμούν τη συνύπαρξη με άλλα εκπαιδευτικά ρεύματα και μοντέλα. Αναζητούν το καλό και συμφέρον σε παράλληλους δρόμους. Η παιδεία είναι κατ’ εξοχήν συναντησιακή σχέση, σχέση αγάπης και κατ’ επέκταση πράξη θάρρους, όπως συναντάται στη πραγματεία του παιδαγωγού Χρυσοστόμου. Αναφέρει: «Της τέχνης ταύτης ουκ έστι άλλη μείζων τι γάρ ίσον του ρυθμίσαι ψυχήν και διαπλάσαι νέου διανοίαν». Συνεχίζει ο ιερός Βασίλειος: «’Έτσι λοιπόν και η ψυχή έχει πρώτα για καρπό την αλήθεια, αλλά είναι ωραίο να φοράει και την κοσμική σοφία, σαν φύλλα που προστατεύουν τον καρπό και δίνουν καλή όψη» (προς τους νέους, ΒΕΠ τ.4:200) Θα αντιστοιχούσαμε σήμερα ότι θα έπρεπε να προσλάβουμε στην ορθόδοξη θεολογία το διαφωτισμό και τη νεωτερικότητα, το σχετικισμό και τη μετα-νεωτερικότητα.        Ο φονταμενταλισμός και η εκκοσμίκευση στη θεωρία και στην πράξη των τριών ιεραρχών δεν υπάρχουν. Οπισθοδρόμηση ή πρωτοπορία είναι γι αυτούς ανύπαρκτο δίλημμα. Η ζωή τους είναι κοινωνική ευαισθητοποίηση και δυναμική ιστορική παρέμβαση. Συνεχής πρόοδος,  αναζήτηση κι ανατροπή χαρακτηρίζει την πορεία τους προς τα έσχατα. Επιλογή του αληθινού, του αξιομνημόνευτου, τελικά του φωτεινού. Απομένει η δική μας επιλογή.