Άρθρα: μνημη χριστουγέννων

http://pchristoszacharakis.blogspot.gr/2014/12/blog-post_9.html?spref=fb

Φτιάξτε γλυκά,
βάλτε λαμπάκια,
στολίστε τὰ σπίτια σας…

π. Χρήστου Ζαχαράκη

«Ὡς λαῖλαψ ἐκλικμήσει αὐτούς. καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία». Ἡ κρίση εἶναι ἡ λαίλαπα ποὺ λιχνίζει τοὺς σπόρους τῆς πίστης μας, γιὰ νὰ βρεθοῦν τελικά μόνον… φλοιός. Οἱ λιγοστοί της σπόροι ἔχουν πνιγεῖ μέσα στοὺς σπόρους τῆς πλεονεξίας, «ἥτις ἐστί εἰδωλολατρεία», ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ἀπὸ τὴ μιὰ τὸ κράτος, ὡς γνήσιος ἐκφραστὴς καὶ ἐκτελεστής τῆς παγκόσμιας οἰκονομικῆς δικτακτορίας, ἔχει ἁπλώσει τὰ πυκνὰ κλαδιά της παντοῦ,   καὶ   συνθλίβει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ἄνθρωπος   προσπαθεῖ νὰ πιαστεῖ ἀπὸ τὰ κλαδιά αὐτὰ γιὰ νὰ σωθεῖ. Καὶ πιὸ πέρα ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, μᾶλλον παρατηρητές, ζοῦμε μέσα στὴν αἵρεσή μας… Εἴμαστε αἱρετικοὶ ὄχι στὴ διδασκαλία, ἀλλὰ στὴν ἔκφραση τῆς πίστης μας, στὴν ἐπίβαση τῆς θεωρίας, στὴν πράξη, στὴν καθημερινή μας ζωή. Αἵρεση εἶναι ὅ,τι μᾶς ἀποπροσανατολίζει, ὅ,τι μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὴ σωτηρία.
Εἴμαστε αἱρετικοὶ γιατὶ θεωροῦμε ὅτι ὡς χριστιανοὶ πρέπει νὰ ὑπομένουμε τὰ πάντα ἐν ὀνόματι τῆς πνευματικότητας καὶ τῆς πίστης μας, καὶ, τὸ πιὸ οὐσιαστικὸ, γιατὶ ἔχουμε ἀποποιηθεῖ τὴ μαρτυρία τοῦ χριστιανοῦ καὶ τὸ μαρτύριο. Καὶ μαρτυρία χριστιανοῦ σίγουρα δὲν εἶναι τὰ λίγα ἤ τὰ πολλὰ τρόφιμα καὶ ροῦχα ποὺ θὰ προσφέρουμε στοὺς ἐνδεεῖς. Μαρτυρία εἶναι ἡ κάθε   πράξη νὰ μαρτυρεῖ τὴν ἀλήθεια, τὴν ἀγάπη, τὴν ἐλευθερία, νὰ εἰκονίζει δηλαδὴ τὸ Χριστό. Μαρτυρία εἶναι τὸ νὰ μὴν ἀναγνωρίζουμε καμμία ἐξουσία, πέρα ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Θεοῦ,   -ποὺ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη-, ἰδιαίτερα ὅταν εὐτελίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν αἰχμαλωτίζει στὸ θάνατο. Οἱ μάρτυρες, τῶν ὁποίων τὶς πρεσβεῖες ἐπικαλούμαστε καθημερινά, ὑπῆρξαν οἱ μεγαλύτεροι ἀντεξουσιαστὲς.  Ὁδηγήθηκαν στὸ μαρτύριο, ὄχι γιατὶ ἀμφισβητοῦσαν τὴν ἐξουσία τῶν αὐτοκρατόρων, ἀλλὰ γιατὶ ἀκριβῶς, μὲ τὴν πίστη τους στὸ Χριστὸ, τὴν ἀκύρωναν. Αὐτὸ φοβοῦνται οἱ ἐξουσιαστὲς τοῦ κόσμου· τὴν ἀκύρωση! Γι᾽ αὐτὸ π.χ. δὲν δείχνουν τὸ παραμικρὸ ἔλεος στὸ Νίκο Ρωμανό! Ἐπειδὴ μὲ τὴν ἀπόφασή του, τοὺς ἔχει ἤδη ἀκυρώσει…
Δεκ 13
30

Θεός το τεχθέν, η δε Mήτηρ Παρθένος,
Tι μείζον άλλο καινόν είδεν η κτίσις;
Παρθενική Mαρίη Θεόν εικάδι γείνατο πέμπτη.
Bλέπωντας ο φιλάνθρωπος Θεός το γένος των ανθρώπων, πως ετυραννείτο υπό του Διαβόλου, εσπλαγχνίσθη. Kαι αποστείλας τον Άγγελον αυτού Γαβριήλ, με το μέσον αυτού εμήνυσεν εις την Θεοτόκον το «Xαίρε κεχαριτωμένη, ο Kύριος μετά σου», και ειπούσης αυτής το «Iδού η δούλη Kυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», ευθύς συνελήφθη εν τη αχράντω και παρθενική μήτρα αυτής ο Yιός και Λόγος του Θεού, και Kύριος ημών Iησούς Xριστός. Όταν δε ήτον κοντά να τελειώσουν εννέα μήνες από την σύλληψιν, τότε ευγήκεν ορισμός από τον Kαίσαρα Aύγουστον, διά να απογραφθή όλη η οικουμένη υποκάτω εις την εξουσίαν του. Tαύτην δε την απογραφήν διά να ενεργήση, απεστάλη ο ηγεμών Kυρήνιος εις τα Iεροσόλυμα. Tότε λοιπόν ανέβη και Iωσήφ ο φύλαξ της Θεοτόκου μαζί με αυτήν την Θεοτόκον εις την Bηθλεέμ, διά να απογραφθούν εκεί1. Kαι επειδή έμελλε να γεννήση η Παρθένος, δεν ευρήκε κατοικίαν να κατοικήση, διά τον πολύν λαόν οπού εσυνάχθη εκεί, και επρόλαβε και εκατοίκησεν εις όλα τα της Bηθλεέμ οσπήτια. Διά τούτο εμβήκε μέσα εις ένα πτωχικόν σπήλαιον. Kαι εκεί εγέννησεν αφθόρως τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, και εσπαργάνωσεν ως Bρέφος, τον Kτίστην των απάντων. Kαι έβαλεν αυτόν επάνω εις την φάτνην των αλόγων ζώων. Διατί έμελλε να ελευθερώση ημάς από την αλογίαν2. (Όρα εις τον απλούν Δαμασκηνόν, εις την Σάλπιγγα, εις τον Xρύσανθον, εις τον Aυλόν τον ποιμενικόν, εις τα Γυμνάσματα τα πνευματικά, και εις τον Mακάριον τον Kωφόν, τους περί της εορτής ταύτης απλοϊκούς λόγους.)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Σημείωσαι, ότι δύω απογραφαί έγιναν εις τον καιρόν του Kαίσαρος Aυγούστου. Πρώτη και δευτέρα. Kαι εν μεν τη πρώτη, έγινε μία μόνη ψιλή απαρίθμησις των υπηκόων, χωρίς καμμίαν δασμοφορίαν. Tαύτην δε την πρώτην απογραφήν αναφέρει μεν ο Eυαγγελιστής Λουκάς, λέγων· «Αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο, ηγεμονεύοντος της Συρίας Kυρηνίου» (Λουκ. β΄, 2). Δεν αναφέρει δε ο Iώσηπος ταύτην, ένα μεν, διατί δεν ανήκεν εις τον Hρώδην. Kαι άλλο δε, διατί δεν αναφέρεται εις τα απομνημονεύματα Nικολάου του Δαμασκηνού, του φίλου Aυγούστου και του Hρώδου.
     Eπειδή δέ τινες απορούντες λέγουσιν, ότι εν τη πρώτη απογραφή δεν ηγεμόνευε της Συρίας ο Kυρήνιος, ως γράφει ο Eυαγγελιστής, αλλά ο Σέντιος Σατορνίνος, ή ο Kυϊντίλιος Oύαρος ο μετά τον Σέντιον ηγεμονεύσας (ο γαρ Kυρήνιος ηγεμόνευεν εν τη δευτέρα απογραφή), διά τούτο άλλοι αποκρίνονται εις τούτο. Ή πως ο Kυρήνιος απεστάλθη διά να επιστατήση εις την πρώτην απογραφήν, ωσάν ένας επίτροπος μόνον του Aυγούστου. Ή το, αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο, το, πρώτη λέγω τούτο, πρέπει να νοηθή αντί του προτίτερα εγένετο κατά τον χρόνον της ηγεμονίας του Kυρηνίου. Σαφέστερον ειπείν, αύτη η απογραφή εγένετο προ του να ηγεμονεύση ο Kυρήνιος της Συρίας. Kαθώς νοείται και εκείνο το του Mατθαίου· «τη δε πρώτη των αζύμων (ήτοι τη προ των αζύμων ημέρα, τουτέστι τη Mεγάλη Πέμπτη) προσήλθον οι μαθηταί τω Iησού λέγοντες αυτώ. Πού θέλεις ετοιμάσωμέν σοι φαγείν το Πάσχα;» (Mατθ. κϛ΄, 17).
     H δευτέρα δε απογραφή έγινε μετά δέκα χρόνους της πρώτης απογραφής, κατά την οποίαν απεγράφοντο οι Iουδαίοι διά να πληρώνουν εις τον Kαίσαρα τα βασιλικά δοσίματα και τας δεκατίας των υποστατικών τους. Διά τούτο έγινε και η αποστασία του Γαλιλαίου Iούδα, ως αναφέρει ο Λουκάς εν ταις Πράξεσι. Δεν αναφέρουσι δε οι εξωτερικοί ιστορικοί διά τας δύω ταύτας απογραφάς. Eπειδή και εσώζοντο οι δημόσιοι Πίνακες ή Kώδικες, περί των απογραφών τούτων διαλαμβάνοντες. Όθεν ήτον το πράγμα πασίδηλον. Διά τούτο και ο θείος Iουστίνος εν τη β΄ Aπολογία, και ο Tερτυλλιανός κατά Mαρκίωνος, αποστέλλουν τους Eθνικούς εις τους ανωτέρω βασιλικούς Kώδικας διά να πληροφορηθούν εξ αυτών. (Όρα εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα, σελ. 12.)
2. Σημείωσαι, ότι ο Kύριος εγεννήθη ημέρα τετράδι της εβδομάδος, και όρα εις τον Σεβαστόν Tραπεζούντιον, σελ. 128. Tο αυτό λέγει και ο Aθηνών Mελέτιος, τόμω πρώτω, κατά την ημέραν δηλαδή, καθ’ ην εκτίσθη ο αισθητός ήλιος και η σελήνη και τα άστρα, εν έτει μβ΄ [42] της Aυγούστου μοναρχίας, και εν έτει λγ΄ [33] της Hρώδου βασιλείας. Aγκαλά και ο μεν Iππόλυτος ο Θηβαίος εν τω χρονικώ είπεν, ότι εγεννήθη ο Kύριος εν ημέρα Kυριακή. O δε νεώτερος Kαλμέτος εν τη αρμονία των Eυαγγελίων, θέλει να εγεννήθη ημέρα πέμπτη της εβδομάδος. (Όρα εν τη νεοτυπώτω Eκατονταετηρίδι του κυρού Eυγενίου.) Ότι δε εγεννήθη κατά την εικοστήν πέμπτην του Δεκεμβρίου, όρα εις την υποσημείωσιν εν τη δεκάτη πέμπτη του Δεκεμβρίου, ότε εχειροτονήθη ο Xρυσόστομος Iωάννης.
     Σημείωσαι, ότι εις την εορτήν της Xριστού Γεννήσεως λόγους πανηγυρικούς έχουσι Γρηγόριος ο Θεολόγος, ου η αρχή· «Xριστός γεννάται». O Mέγας Bασίλειος, ου η αρχή· «Xριστού γέννησις η μεν οικεία και πρώτη». O Xρυσόστομος τέσσαρας, ων του μεν ενός η αρχή εστιν αύτη· «Eις τρεις διείλε μερίδας τας γενεάς», του δε ετέρου· «Tι τούτο; σημείον αντιλεγόμενον», του δε τρίτου· «Πολλής ημίν ο της αγρυπνίας», του δε τετάρτου· «Α πάλαι Πατριάρχαι μεν ώδινον». Γρηγόριος ο Nύσσης, ου η αρχή· «Σαλπίσατε εν νεομηνία σάλπιγγι». O Δαμασκηνός, ου η αρχή· «Oπόταν το έαρ επέλθη». (Σώζονται πάντες εν τη Λαύρα, και εν τω Kοινοβίω του Διονυσίου.) Aλλά και ο Πρόκλος εγκώμιον έχει εις αυτήν. O δε θείος Eπιφάνιος (λόγω εις την Aνάληψιν του Kυρίου) λέγει, ότι πρώτη εορτή εστιν η φρικτή και θαυμαστή κατά σάρκα Γέννησις αύτη, δευτέρα η των Θεοφανείων, τρίτη η του σωτηριώδους Πάθους, τετάρτη η Aνάστασις, πέμπτη η Aνάληψις, έκτη η της Πεντηκοστής. O δε Xρυσόστομος μητρόπολιν πασών των εορτών την Xριστού Γέννησιν ονομάζει (λόγω προς Φιλογόνιον). Aλλά και Γρηγόριος ο Παλαμάς εγκώμιον έχει, ου η αρχή· «Tης παρθενικής λοχείας τα σήμαντρα». (Σώζεται εν τη Λαύρα και εν τω πρώτω πανηγυρικώ της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου). Aλλά και πέμπτον λόγον συνέγραψεν ο Xρυσορρήμων εις την του Xριστού Γέννησιν, σωζόμενον εν τω ε΄ τόμω της εν Eτόνη εκδόσεως, ου η αρχή· «Mυστήριον ξένον και παράδοξον βλέπω». Aπό τούτο φαίνεται ότι ερανίσθη και ο Kοσμάς τον ειρμόν της ενάτης ωδής του εις την Xριστού Γέννησιν Kανόνος, ήτοι το «Mυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον». O δε Άγιος Eφραίμ ο Σύρος δεκατρείς λόγους έχει εις την Γέννησιν του Kυρίου, σωζομένους συριστί και λατινιστί. Kαι όρα εις την υποσημείωσιν του Συναξαρίου αυτού κατά την εικοστήν ογδόην του Iαννουαρίου.  (από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

 

 Διασκεδάστε περνώντας όμορφο χρόνο με τα παιδιά σας. Θα χαρούν, θα το απολαύσουν και θα περάσετε όμορφα δημιουργώντας ξεχωριστά παιχνίδια που θα διακοσμήσουν το σπίτι σας. Καλή διασκέδαση!

 

 

 

 

Σταῦρος Ζουμπουλάκης –

Ἄρθρο στὸ Βῆμα τῆς Κυριακῆς, Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2005 – Ἀρ. Φύλλου 14649

«Βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος» ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι, φράση πού, περνώντας ἀπὸ τὴν πατερικὴ παράδοση, ἐπαναλαμβάνεται ὡς σήμερα, κυρίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ ἀναπαυτικότερο «πανδοχεῖο» τοῦ ἔτους. Κορυφαία ἑορτὴ τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, λαμπρυνόμενη ἀπὸ τὸν αἰσιόδοξο συμβολισμὸ τῆς Γεννήσεως, τὰ Χριστούγεννα, μὲ τὴν ἀτμόσφαιρά τους καὶ τὰ συναισθήματα ποὺ αὐτὴ ὑποβάλλει, προκάλεσαν κλασικὲς σελίδες τῆς λογοτεχνίας, ἀνάμεσα στὶς ὁποῖες καὶ ἑλληνικές. Σὲ ὁρισμένες ἀπὸ τὶς τελευταῖες καὶ στὸ θρησκευτικὸ νόημα τῆς ἑορτῆς ἀναφέρεται τὸ σημερινὸ ἀφιέρωμα τῶν «Νέων Ἐποχῶν». Μιὰ τρέχουσα, λαϊκή, «θρησκειολογία» θέλει τὰ Χριστούγεννα νὰ εἶναι ἑορτὴ προσφιλὴς περισσότερο στὸν δυτικὸ Χριστιανισμό, ἐνῶ τὸ Πάσχα στὸν ἀνατολικό. Ἂν στὴ θρησκευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων ἀποτυπώνονται τέτοιες μετρήσιμες διαφορές, γιὰ τὴ χριστιανικὴ παράδοση πάντως, ἀνατολικὴ καὶ δυτική, ὑπάρχει μόνο ἡ ἑνότητα τῆς θείας οἰκονομίας. Μέσα σε αὐτὴν τὴν ἑνότητα, ἡ κατὰ σάρκα γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου του καὶ ἡ ἑορτὴ μὲ τὴν ὁποία τὴν τιμοῦμε εἶναι ἀληθινὰ «μητρόπολις πασῶν τῶν ἑορτῶν» (Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος). Ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ ὁρίζει τὴν κατεξοχὴν ἀγεφύρωτη διαφορὰ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας ἀπὸ τὴν ἰουδαϊκὴ καὶ ἐν γένει τὴν ἰδιαιτερότητα, τὸ μυστήριο καὶ τὸ σκάνδαλο τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ ἕνας καὶ μόνος Θεός, ὁ Δημιουργός του κόσμου, ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη (Βαροὺχ 3, 38), γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὴ σκόνη καὶ στὴ λάσπη τῆς Παλαιστίνης, ἄνθρωπος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Θὰ ἀναζητήσουμε τὸ νόημα τῆς σημερινῆς ἑορτῆς σχολιάζοντας ἕνα περίφημο χωρίο τῆς Πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολῆς (2, 6 -10) τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. [Ὁ Ἰησοῦς Χριστός] ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἠγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Δι᾿ ὃ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα. [Ὁ Ἰησοῦς Χριστός] ἂν καὶ ἦταν Θεός, δὲν θεώρησε τὴν ἰσότητά του μὲ τὸν Θεὸ ἀποτέλεσμα ἁρπαγῆς, ἀλλὰ τὰ ἀπαρνήθηκε ὅλα, πῆρε μορφὴ δούλου καὶ ἔγινε ἄνθρωπος· καὶ ὄντας πραγματικὸς ἄνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικὰ ὑπακούοντας μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀνέβασε πολὺ ψηλὰ καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα ποὺ εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὀνόματα. (μτφρ. Ἑλληνικῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας) Ὁ Χριστὸς ὑπῆρχε ἐν μορφῇ Θεοῦ, εἶχε ὅλα τὰ γνωρίσματα τῆς θεότητος, δὲν θεώρησε ὡστόσο ἁρπαγμὸ τὸ νὰ εἶναι ὁμότιμος μὲ τὸν Πατέρα, δὲν θεώρησε δηλαδὴ τὴ θεϊκὴ ἰδιότητα ἕνα λάφυρο ἢ προνόμιο ποὺ πρέπει ἀδιάκοπα νὰ ἀπολαμβάνει. Γι᾿ αὐτὸ ἐκένωσε, ἄδειασε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα, ἀπεκδύθηκε τὴ θεότητα, ἀποξενώθηκε τὸν θεϊκὸ χαρακτήρα του, καὶ ἔλαβε μορφὴ δούλου. Ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου γεννιέται ὡς ἄνθρωπος στὴ Βηθλεὲμ καὶ μάλιστα ὡς πάντων ἔσχατος: ἀνέστιος, ἄστεγος, ἄοικος, σπαργανώνεται καὶ ἀνακλίνεται στὴ φάτνη, διότι οὐκ ἣν αὐτῷ τόπος ἐν τῷ καταλύματι (Λκ, 2, 7). Ὁ Χριστὸς καὶ Λόγος ἐκένωσεν ἐαυτόν, δὲν κενώθηκε ἀλλὰ ὁ ἴδιος κένωσε τὸν ἑαυτό του, ἀποστέρησε θέλων τὸν ἑαυτό του ἀπὸ ὅλα τὰ θεϊκὰ γνωρίσματα. Ὁ Χριστὸς ποὺ ἔγινε ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων, ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας, ὅπως λέει ἀκόμη τολμηρότερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Πρὸς Ρωμαίους (8, 3), δὲν εἶναι πλέον ἀναγνωρίσιμος ὡς Θεός. Ἡ θεότητα εἶναι κρυμμένη, λανθάνει μέσα στὴν ἀνθρώπινη μορφή. «Λαθὼν ἐτέχθης ὑπὸ τὸ σπήλαιον» ψάλλει ἕνα τροπάριο τῶν Χριστουγέννων καὶ «Χριστὸς ὁ Θεός, δυνάμεις λαθών, ὅσας ὑπερκοσμίους, ὅσας ἐν γῇ, καὶ ἐνανθρωπήσας» ψάλλει ἕνα ἄλλο. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ κατεξοχὴν Deus absconditus. Αὐτὴ ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ φτάνει μέχρι θανάτου. Ταπείνωσε τόσο τὸν ἑαυτό του ποὺ γίνεται ὑπήκοος τοῦ θανάτου, καὶ μάλιστα τοῦ θανάτου τῶν κακούργων: πεθαίνει διὰ σταυροῦ. Πάνω στὸν σταυρὸ ὁλοκληρώνεται ἡ ἐν σπηλαίῳ γέννηση, στὸν «Γολγοθᾶ φανερώνεται καὶ ἀκτινοβολεῖ ἡ σημασία τῆς Ἐνσάρκωσης, τῆς Βηθλεέμ» (ὅπως γράφει καὶ ὁ μέγας Κὰρλ Μπὰρτ στὸ Ὑπόμνημά του στὴν Πρὸς Φιλιππησίους). Τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς κατὰ σάρκα γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ σταυρικὸς θάνατός του εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ἴδια ἀκριβῶς κενωτικὴ κίνηση ὁδηγεῖ καὶ στὰ δύο. Ἡ γέννησή του καὶ ὁ θάνατός του, ὡς ἔκφραση τῆς θείας κενώσεως, ὁρίζουν καὶ τὰ δυὸ μίαν ἀπώλεια γιὰ τὸν Θεό. Ὁ ἀνενδεὴς πάσχει ὡς θνητὸς καὶ τὸ πρῶτο πάθος εἶναι ἡ ἴδια ἡ γέννησή του. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ Λόγος ἐκένωσε καὶ ταπείνωσε τὸν ἑαυτό του, ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε (τὸν ἀνάστησε) καὶ τοῦ χάρισε τὸ ὄνομα, τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα: Κύριος. «Ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψη ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλώσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός», συνεχίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν ἴδια ἐπιστολή, εὐθὺς μετὰ τὸ σημεῖο ὅπου τελειώνει τὸ ἀρχικὸ παράθεμά μας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῶν πάντων ἐν τῇ κενώσει του, εἶναι ὁ Βασιλεὺς τοῦ κόσμου μὲ θρόνο τὸν Σταυρό. Τὴν κυριότητα τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴ μορφὴ τοῦ δούλου μπορεῖ νὰ τὴν ἀναγνωρίσει μόνο ὁ Πατέρας, καὶ ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο θέλει ὁ Πατὴρ νὰ τὴν ἀποκαλύψει, σὲ ὅποιον δηλαδὴ ἔχει λάβει τὸ δώρημα τῆς πίστεως. Ἡ κένωσις, ἡ ἑκούσια πτωχεία τοῦ Πλουσίου καὶ ἡ ἠθελημένη ἀδυναμία τοῦ Δυνατοῦ, ἀνήκει μόνο στὸν Θεό, εἶναι τὸ ἀκατανόητο μυστήριο τῆς θείας ἀγάπης. «Οὐ γὰρ ἔστιν ἀνθρώπων οὐδεὶς ὃς τοῦτον οἰκειώσεται τὸν λόγον. Οὐδεὶς τῶν πώποτε γενομένων ἁγίων, μονογενὴς ἣν Θεός, γενόμενος ἄνθρωπος. Τοῦτο γὰρ ἔστιν ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχοντα, μορφὴν δούλου λαβεῖν» γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, σχολιάζοντας τοὺς παραπάνω στίχους τῆς Πρὸς Φιλιππησίους (PG 45, 683 BC). Ὡστόσο ἡ κενωτικὴ κίνηση ὁρίζει, γιὰ ὅλους μας, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη εἶναι κενωτικὴ καὶ ὁ παντοτινὸς τύπος καὶ ὑπογραμμός της εἶναι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀγάπη δὲν σημαίνει νὰ κρατήσεις σὰν λάφυρο (ἁρπαγμόν) αὐτὸ ποὺ ἔχεις οὔτε, πολὺ περισσότερο, νὰ ἀποκτήσεις ἄλλα λάφυρα, ἀλλὰ νὰ δώσεις, δηλαδὴ νὰ χάσεις, νὰ χάσεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου. Ἡ ἀγάπη εἶναι θυσία. Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιὰ τὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ ὄχι θεωρητικά, στὸ πλαίσιο μιᾶς χριστολογικῆς συζήτησης, ἀλλὰ μέσα σὲ ἡθικὰ συμφραζόμενα, καλώντας ἀκριβῶς τοὺς χριστιανοὺς τῶν Φιλίππων νὰ ἀποκτήσουν τὸ κενωτικὸ φρόνημα τοῦ Χριστοῦ: μηδὲν κατὰ ἐρίθειαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν. (2, 3). Μὴν κάνετε τίποτε ἀπὸ ἀνταγωνισμὸ ἢ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀλλά μὲ ταπεινοφροσύνη ἂς θεωρεῖ ὁ καθένας ἀνώτερό του τὸν ἄλλο. Ἡ λέξη κένωσις τοῦ ἀποστόλου Παύλου κυκλοφορεῖ ἀμετάφραστη στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἀκόμη περισσότερο ἀμετάφραστο μένει τὸ νόημά της στὴ ζωή μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἑορτάζουν τίποτε, ἁπλῶς ψωνίζουν. Ὁ κ. Σταῦρος Ζουμπουλάκης εἶναι διευθυντὴς τοῦ περιοδικοῦ «Νέα Ἑστία».

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης –

Στὴν ταβέρνα τοῦ Πατσοπούλου, ἐνῷ ὁ βορρᾶς ἐφύσα, καὶ ὑψηλὰ εἰς τὰ βουνὰ ἐχιόνιζεν, ἕνα πρωί, ἐμβῆκε νὰ πίῃ ἕνα ροῦμι νὰ ζεσταθῇ ὁ μαστρο-Παῦλος ὁ Πισκολέτος, διωγμένος ἀπὸ τὴν γυναῖκα του, ὑβρισμένος ἀπὸ τὴν πενθερᾶν του, δαρμένος ἀπὸ τὸν κουνιάδον του, ξορκισμένος ἀπὸ τὴν κυρὰ-Στρατίναν τὴν σπιτονοικοκυράν του, καὶ φασκελωμένος ἀπὸ τὸν μικρὸν τριετῆ υἱόν του, τὸν ὁποῖον ὁ προκομμένος ὁ θεῖος του ἐδίδασκεν ἐπιμελῶς, ὅπως καὶ οἱ γονεῖς ἀκόμη πράττουν εἰς τὰ «κατώτερα στρώματα», πὼς νὰ μουντζώνῃ, νὰ βρίζῃ, νὰ βλασφημῇ καὶ νὰ κατεβάζῃ κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατὰ καὶ κόλλυβα. Κι ἔπειτα, γράψε ἀθηναϊκὰ διηγήματα! Ὁ προβλεπτικὸς ὁ κάπηλος, διὰ νὰ ἔρχωνται ἀσκανδαλίστως νὰ ψωμίζουν αἱ καλαὶ οἰκοκυράδες, αἱ γειτόνισσαι, εἶχε σιμὰ εἰς τὰ βαρέλια καὶ τὰς φιάλας, πρὸς ἐπίδειξιν μᾶλλον, ὀλίγον σάπωνα, κόλλαν, ὀρύζιον καὶ ζάχαριν, εἶχε δὲ καὶ μύλον, διὰ νὰ κόπτῃ καφέν. Ἀλλ᾿ ἔβλεπέ τις, πρωὶ καὶ βράδυ, νὰ ἐξέρχωνται ἀτημέλητοι καὶ μισοκτενισμένοι γυναῖκες, φέρουσαι τὴν μίαν χεῖρα ὑπὸ τὴν πτυχὴν τῆς ἐσθῆτος, παρὰ τὸ ἰσχίον, καὶ τοῦτο ἐσήμαινεν, ὅτι τὸ ὀψώνιον δὲν ἦτο σάπων, οὔτε ὀρύζιον ἢ ζάχαρις. Ἠρχετο πολλάκις τῆς ἡμέρας ἡ γριὰ-Βασίλω, πτωχή, ἔρημη καὶ ξένη στὰ ξένα, ἥτις δὲν εἶχε προλήψεις κι ἔπινε φανερὰ τὸ ροῦμι της. Ἤρχετο καὶ ἡ κυρὰ-Κώσταινα ἡ Κλησάρισσα, ἥτις ἐβοηθοῦσε τὸ κατὰ δύναμιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἱσταμένη πλησίον του μανουαλίου, διὰ νὰ κολλᾷ τὰ κεριά, καὶ ὅσας πεντάρας ἔπαιρνε τὴν Κυριακήν, ὅλας τὰς ἔπινε, μετ᾿ εὐσυνειδήτου ἀκριβείας, τὴν Δευτέραν, Τρίτην καὶ Τετάρτην. Ἤρχετο κι ἡ Στρατίνα, νοικοκυρὰ μὲ δύο σπίτια, ὁποὺ ἐφώναζεν εἰς τὴν αὐλόπορταν, εἰς τὸν δρόμον καὶ εἰς τὸ καπηλεῖον ὅλα τὰ μυστικά της, δηλ. τὰ μυστικὰ τῶν ἄλλων, καὶ μέρος μὲν αὐτῶν ἔμενον εἰς τὴν αὐλήν, μέρος δὲ ἔπιπτον εἰς τὸ καπηλεῖον, καὶ τὰ περισσότερα ἐχύνοντο εἰς τὸν δρόμον, κι ἐξενομάτιζε τὸν κόσμον, ποία νοικάρισσα τῆς καθυστερεῖ δύο νοίκια, ποῖος ὀφειλέτης τῆς χρεωστεῖ τὸν τόκον, ποία γειτόνισσα τῆς ἐπῆρεν ἕνα εἶδος, δανεικὸν κι ἀγύριστον. Ὁ μαστρο-Δημήτρης ὁ φραγκορράφτης τῆς ἐχρωστοῦσε τρία νοίκια, ὁ μαστρο-Παῦλος ὁ Πισκολέτος πέντε, καὶ τὸν μήνα ποὺ ἔτρεχεν, ἕξ. Ἡ Λενιώ, ἡ κουμπάρα της, τῆς πέρασε δευτέραν ὑποθήκην μὲ δόλον εἰς τὸ σπίτι, καὶ τώρα ἦτον ἀνάγκη νὰ τρέχῃ εἰς δικηγόρους καὶ συμβολαιογράφους, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δίκαιά της. Ἡ Κατίνα, ἡ ἀνεψιά της ἀπὸ τὸν πρῶτον ἄνδρα της, τῆς εἶχεν ἀφήσει ἕνα ἀμανάτι διὰ νὰ τὴν δανείσῃ δέκα δραχμάς, καὶ τώρα, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν δύο χρυσοχόων, ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ ἀσημικὸν ἦτο κάλπικον καὶ δὲν ἤξιζεν οὔτε ὅσα ἤξιζαν τὰ δύο φυσέκια μὲ τὲς σκουριασμένες μπακίρες – πού, ἀφοῦ, κατὰ τὴν συνήθειάν της (αὐτὸ δὲν τὸ ἔλεγεν, ἀλλὰ ἦτο γνωστόν), ἔβγαλεν ἔξω τὸ γερο-Στρατήν, τὸν ἄνδρα της, τὴν κόρην της, τὴν Μαργαρίταν καὶ τὴν ἐγγονήν της, τὴν Λενούλαν, ἤνοιξε τὴν κρύπτην, ἀπέθεσεν ἐκεῖ τὸ ἐνέχυρον, ἔβγαλε τὸ κομπόδεμα, ἔλαβε τὰ φυσέκια, καὶ τὰ ἐνεχείρισε μὲ τρόπον, ὁποὺ ἐσήμαινε νὰ τὰ δώσῃ καὶ νὰ μὴν τὰ δώσῃ, κι ἐφαίνετο ὡς νὰ ἐκολλοῦσαν τὰ χέρια της, εἰς τὴν πτωχὴν τὴν Κατῖναν. Ἡ Ἀσημίνα, ἡ παλαιὰ νοικάρισσά της, τραγουδίστρα τὸ ἐπάγγελμα, ὅταν ἐξεκουμπίσθη κι ἔφυγε, τῆς ἐχρωστοῦσε τρία μηνιάτικα καὶ ἐννέα ἡμέρας. Καὶ τὰ μὲν ἔπιπλα, ὁποὺ ἔπρεπε κατὰ δίκαιον τρόπον νὰ τὰ ἐκχωρήσῃ εἰς τὴν σπιτονοικοκυράν, τὰ παρέδωκεν εἰς τὸν κοῦκον της, τὸν τελευταῖον ἀγαπητικόν της, ποὺ νὰ τσάκιζε τὸ πόδι της, νὰ μὴν εἶχε σώσει ποτέ… Καὶ εἰς αὐτὴν δὲν ἔδωκεν ἄλλο τίποτε, παρὰ ἕνα παλιοφυλαχτὸν ἐκεῖ, λιγδιασμένον, καὶ τῆς εἶπε μυστηριωδῶς, ὅτι αὐτὸ περιεῖχε Τίμιον Ξύλον… Σὰν ἐγκρεμοτσακίσθη καὶ ἔφυγε, τὸ ἀνοίγει καὶ αὐτὴ ἐκ περιεργείας, καὶ ἀντὶ Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;… κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα… Τ᾿ ἀκοῦτε σεῖς αὐτά; Εἰσῆλθε, ριγῶν, ὁ μαστρο-Παυλάκης καὶ ἐζήτησεν ἕνα ροῦμι. Τὸ παιδὶ τοῦ καπηλείου, ὁποὺ τὸν ἤξευρε καλά, τοῦ εἶπε -Ἔχεις πεντάρα; Ὁ ἄνθρωπος ἔσεισε τοὺς ὤμους μὲ τρόπον διφορούμενον. -Βάλε σὺ τὸ ροῦμι, εἶπεν. Πῶς νὰ ἔχει πεντάρα; Καλὰ καὶ τὰ λεπτά, καλὴ ἡ δουλειά, καλὸ καὶ τὸ κρασί, καλὴ κι ἡ κουβέντα, ὅλα καλά. Καλλίτερον ἀπ᾿ ὅλα ἡ ρᾳστώνη, τὸ ντόλστσε φὰρ νιένττε τῶν ἀδελφῶν Ἰταλῶν. Ἂν εἰς αὐτὸν ἀνετίθετο νὰ συντάξῃ τὸν κανονισμὸν τῆς ἑβδομάδος, θὰ ὥριζε τὴν Κυριακὴν διὰ σχόλην, τὴν Δευτέραν διὰ χουζοῦρι, τὴν Τρίτην διὰ σουλάτσο, τὴν Τετάρτην, Πέμπτην καὶ Παρασκευὴν δι᾿ ἐργασίαν, καὶ τὸ Σάββατον διὰ ξεκούρασμα. Ποιὸς λέει, ὅτι αἱ ἐορταὶ εἶναι πάρα πολλαὶ διὰ τοὺς ὀρθοδόξους Ἕλληνας, καὶ αἱ ἐργάσιμοι εἶναι πολὺ ὀλίγαι; Αὐτὰ τὰ λέγουν ὅσοι δὲν ἔκαμαν ποτὲ σωματικὴν ἐργασίαν καὶ ἠξεύρουν μόνον διὰ τοὺς ἄλλους νὰ θεσμοθετοῦν. Ἀκριβῶς τὴν ὥραν ταύτην ἦλθεν ἀπ᾿ ἀντικρὺ ὁ Δημήτρης ὁ φραγκορράφτης, διὰ νὰ πίῃ τὸ πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν εἶχε, νὰ κάμνῃ αὐτὰ τὰ συχνὰ ταξιδάκια, καθὼς τὰ ὠνόμαζε. Διέκοπτεν ἐπὶ πέντε λεπτὰ τὴν ἐργασίαν του, δέκα φορὰς τὴν ἡμέραν, καὶ ἤρχετο νὰ πίνῃ ἕνα κρασί. Ἔπαιρνεν ἐργασίαν ἀπὸ τὰ μαγαζιὰ καὶ ἐδούλευεν ὡς κάλφας εἰς τὸ δωμάτιόν του. Εἰσῆλθε καὶ παρήγγειλεν ἕνα κρασί. Εἶτα, ἰδὼν τὸν Παῦλον· -Βάλε καὶ τοῦ μαστρο-Παυλάκη ἕνα ροῦμι, εἶπεν. Ὡς ἀπὸ Θεοῦ σταλμένος, διὰ νὰ λύση τὸ ζήτημα τῆς πεντάρας, μεταξὺ τοῦ πελάτου καὶ τοῦ ὑπηρέτου, ἐκάθισε πλησίον του Παύλου καὶ ἤρχισε τοιαύτην ὁμιλίαν, ἡ ὁποία ἦτο μὲν συνέχεια τῶν ἰδίων λογισμῶν του, εἰς δὲ τὸν Παῦλον ἐφάνη ὡς συνηγορία ὑπὲρ τῶν ἰδικῶν του παραπόνων. -Ποῦ σκόλη καὶ γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, εἶπεν οὔτε καθισιό, οὔτε χουζοῦρι. Τ᾿ Ἅη- Νικολάου δουλέψαμε, τ᾿ Ἅη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, τὴν Κυριακὴ προχθὲς δουλέψαμε. Ἔρχονται Χριστούγεννα, καὶ θαρρῶ, πὼς θὰ δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα… Ὁ Παῦλος ἔσεισε τὴν κεφαλήν. -Θέλω κάτι νὰ πῶ, ἀλλὰ δὲν ξέρω γιὰ νὰ τὰ σταμπάρω περὶ γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, εἶπε. Μοῦ φαίνεται, πὼς αὐτοὶ οἱ μαστόροι, αὐτοὶ οἱ ἀρχόντοι, αὐτὴ ἡ κοινωνία πολὺ κακὰ ἔχουνε διωρισμένα τὰ πράγματα. Ἀντὶ νὰ εἶναι ἡ δουλειὰ μοιρασμένη ἴσια τὶς καθημερινές, πέφτει μονομιᾶς καὶ μονόμπαντα. Δουλεύουμε βιαστικὰ τὶς γιορτάδες, καὶ ὕστερα χασομεροῦμε ἑβδομάδες καὶ μῆνες τὶς καθημερινές. -Εἶναι καὶ ἡ τεμπελιὰ εἰς τὸ μέσο, εἶπε μετὰ πονηρᾶς αὐθαδείας τὸ παιδὶ τοῦ καπηλείου, ὠφεληθὲν ἀπὸ μίαν στιγμήν, καθ᾿ ἣν ὁ ἀφέντης του εἶχεν ὁμιλίαν εἰς τὸ κατώφλιον τῆς θύρας καὶ δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀκούσῃ. -Ἂς εἶναι, τί νὰ σοῦ κάμῃ ἡ προκομμάδα καὶ ἡ τεμπελιά; εἶπεν ὁ Δημήτρης. Τὸ σωστὸ εἶναι, πολλὰ κεσάτια καὶ ὀλίγη μαζωμένη δουλειά. Καλὰ λέει ὁ μαστρο-Παῦλος. Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκαμάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος, ἢ ὁ Πέτρος, ἢ ὁ Κώστας ἢ ὁ Γκίκας. Ἐμένα ἡ φαμίλια μου δουλεύει, ἐγὼ δουλεύω, ὁ γυιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴ μοδίστρα. Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴν σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸν μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρη θέλει τὸ λοῦσο της· ὁ νέος θέλει τὸ καφενεῖο του, τὸ ροῦχο του, τὸ γλέντι του. Ὕστερα, κάμε προκοπή. -Ὑγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, εἶπεν ὁ Παυλέτος, ἀποκρινόμενος εἰς τοὺς ἰδίους στοχασμούς του. Ὑγρασία κάτω στὰ μαγαζιά, χαμηλὸ τὸ μέρος, ἡ δουλειὰ βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ὕστερα κοπίασε, ἂν ἀγαπᾷς, νὰ ἀργάζῃς τομάρια. Τὸ δικό μας τὸ τομάρι ἄργασε πιά, ἄργασε… -Καλὰ ἀργασμένο τὸ δικό σου, μαστρο-Παῦλο, αὐθαδίασε πάλιν ὁ ὑπηρέτης, αἰνιττόμενος ἴσως τὰς μεταξὺ τοῦ Παύλου καὶ τοῦ γυναικαδέλφου του σκηνάς. Εἶτα εἰσῆλθεν ὁ κάπηλος. Ὁ μαστρο-Δημήτρης ἀπῆλθε, νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐργασίαν του καὶ ἡ ὁμιλία ἔπαυσεν. Ὁ μαστρο-Παῦλος ἀφέθη εἰς τὰς φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, τὴν ἄλλην Χριστούγεννα. Νὰ εἶχε τουλάχιστον λεπτὰ διὰ νὰ ἀγοράσῃ ἕνα γαλόπουλο, νὰ κάμῃ καὶ αὐτὸς Χριστούγεννα στὸ σπίτι του, καθὼς ὅλοι! Μετενόει τώρα πικρῶς, διότι δὲν ἐπῆγε τὰς τελευταίας ἡμέρας εἰς τὰ βυρσοδεψεῖα νὰ δουλεύσῃ καὶ νὰ βγάλῃ ὀλίγα λεπτά, διὰ νὰ περάσῃ πτωχικὰ τὰς ἑορτάς. «Ὑγρασία μεγάλη, χαμηλὸ τὸ μέρος, ἡ δουλειὰ βαρειά. Κοπίασε νὰ ἀργάζῃς τομάρια! Τὸ δικό μας τὸ τομάρι θέλει ἄργασμα!» Εἶχεν ἀκούσει τὸν λαϊκὸν μῦθον διὰ τὸν τεμπέλην, ὁποὺ ἐπήγαιναν νὰ τὸν κρεμάσουν, καὶ ὅστις συγκατένευσε νὰ ζήσῃ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ εἶναι «βρεμένο τὸ παξιμάδι». Ἐγνώριζε καὶ τὴν ἄλλην διήγησιν διὰ τὸ τεμπελχανιό, τὸ ὁποῖον ἵδρυσε, λέγουν, ὁ Μεχμὲτ Ἀλὴς εἰς τὴν πατρίδα του Καβάλαν. Ἐκεῖ, ἐπειδὴ τὸ κακὸν εἶχε παραγίνει, ὁ ἐπιστάτης ἐσοφίσθη νὰ στρώνῃ μίαν ψάθαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠνάγκαζε τοὺς ἀέργους νὰ ἑξαπλώνωνται. Εἶτα ἔβαζε φωτιὰν εἰς τὴν ψάθαν. Ὅποιος ἐπροτίμα νὰ καῇ, παρὰ νὰ σηκωθῇ ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἦτο σωστὸς τεμπέλης καὶ ἐδικαιοῦτο νὰ φάγῃ δωρεὰν τὸ πιλάφι. Ὅποιος ἐσηκώνετο καὶ ἔφευγε τὸ πῦρ, δὲν ἦτο σωστὸς τεμπέλης καὶ ἔχανε τὰ δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Ἀβέρωφ καὶ Συγγροί, ἐσκέπτετο ὁ μαστρο-Παῦλος, καὶ κανεὶς ἐξ αὐτῶν νὰ μὴν ἱδρύσῃ παραπλήσιόν τι εἰς τὰς Ἀθήνας! Ὁ μαστρο-Παυλάκης ἐπεριδιάβασεν ἀκόμη δύο ἡμέρας καὶ τὴν ἄλλην ἦτο παραμονή. Τὸ γαλόπουλο δὲν ἔπαυσε νὰ τὸ ὀνειροπολῇ καὶ νὰ τὸ ὀρέγεται. Πῶς νὰ τὸ προμηθευτῇ; Ἀφοῦ ἐνύκτωσε, διωγμένος καθὼς ἦτον ἀπὸ τὸ σπίτι, ἀπετόλμησε καὶ ἦλθεν ἀπὸ ἕνα πλάγιον δρομίσκον καὶ ἦτον ἕτοιμος νὰ χωθῇ εἰς τὸ καπηλεῖον. Ὁ νοῦς του ἦτο ἀναποσπάστως προσηλωμένος εἰς τὸ γαλόπουλο. Θὰ ἐχρησίμευε τοῦτο, ἐὰν τὸ εἶχε, καὶ ὡς μέσον συνδιαλλαγῆς μὲ τὴν γυναῖκα του. Ἐκεῖ, καθὼς ἐστράφη νὰ ἔμβῃ εἰς τὸ καπηλεῖον, βλέπει ἓν παιδίον τῆς ἀγορᾶς, μὲ μίαν κοφίναν ἐπ᾿ ὤμων, ἥτις ἐφαίνετο ἀκριβῶς νὰ περικλείῃ ἕνα γάλον, ἀγριολάχανα, πορτοκάλια, ἴσως καὶ βούτυρον καὶ ἄλλα καλὰ πράγματα, Τὸ παιδίον ἐκοίταζε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ ἐφαίνετο νὰ ἀναζητῇ οἰκίαν τινά. Ἦτο ἕτοιμον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ καπηλεῖον διὰ νὰ ἐρωτήσῃ. Ἔπειτα εἶδε τὸν Παῦλον καὶ ἐστράφη πρὸς αὐτόν. -Ξέρεις, πατριώτη, τοῦ λόγου σου, ποὺ εἶναι ἐδῶ χάμου τὸ σπίτι τοῦ κὺρ-Θανάση τοῦ Μπελιοπούλου; -Τοῦ κὺρ-Θανάση τοῦ Μπέ… Ἀστραπή, ὡς ἰδέα, ἔλαμψεν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Παύλου. -Μοὖπε τὸν ἀριθμὸ καὶ τὸ ἐξέχασα τώρα γρήγορα ἔπιασε σπίτι ἐδῶ χάμου, σ᾿ αὐτὸν τὸ δρόμο… τὸν εἶχα μουστερῆ ἀπὸ πρῶτα… μπροστήτερα καθότανε παρὰ πέρα, στὸ Γεράνι. – Τοῦ κὺρ-Θανάση τοῦ Μπελιοπούλου! αὐτοσχεδίασε ὁ μαστρο-Παῦλος νά, ἐδῶ εἶναι τὸ σπίτι του. Νὰ φωνάξῃς τὴν κυρα-Παύλαινα, μέσα στὴν κάτω κάμαρα, στὸ ἰσόγειο… αὐτὴ εἶναι ἡ νοικοκυρά του… πῶς νὰ πῶ; Εἶναι ἡ γενειά του… τὴ ἔχει λῦσε-δέσε, σ᾿ ὅλα τὰ πάντα… οἰκονόμισσα στὸ νοικοκυριό του… εἶναι κουνιάδα του… μαθὲς θέλω νὰ πῶ, ἀνιψιά του… φώναξέ τὴν καὶ δῶσε της τὰ ψώνια. Καὶ βαδίσας ὁ ἴδιος πέντε βήματα, κατὰ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς, ἔκαμε πὼς φώναξε -Κυρὰ-Παύλαινα, κόπιασ᾿ ἐδῶ νὰ πάρης τὰ ψώνιαμ ποὺ σοῦ στέλλει ὁ κύριος… ὁ ἀφέντης σου. Καλὰ ἦλθαν τὰ πράγματα ἕως τώρα. Ὁ μαστρο-Παυλάκης ἔτριβε τὰς χεῖρας καὶ ἠσθάνετο εἰς τὴν ρῖνα του τὴν κνῖσαν τοῦ ψητοῦ κούρκου. Καὶ δὲν τὸν ἔμελλε τόσον διὰ τὸν κοῦρκον, ἀλλὰ θὰ ἐφιλιώνετο μὲ τὴ γυναῖκα του. Τὴν νύκτα ἐπέρασεν εἰς ἓν ὁλονύκτιον καφενεῖον καὶ τὸ πρωὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ὅλην τὴν ἡμέραν προσεκολλήθη εἰς μίαν συντροφιάν, ἔπειτα εἰς μίαν ἄλλην παλαιῶν γνωρίμων του, εἰς τὸ καπηλεῖον, ὅπου ἔμεινε τὰς περισσοτέρας ὧρας ἀνοικτόν, μὲ τὰ παράθυρα κλεισμένα, καὶ ἐπέρασε μὲ ὀλίγους μεζέδες καὶ μὲ ἀρκετὰ κεράσματα. Τὸ βράδυ, ἀφοῦ ἐνύκτωσε, ἐπῆγε μὲ τόλμην ἀπὸ τὰς πολλὰς σπονδὰς καὶ ἀπὸ τὴν ἐνθύμησιν τοῦ κούρκου καὶ ἔκρουε τὴν θύραν τῆς οἰκογενείας του. Ἡ θύρα ἦτο κλεισμένη ἔσωθεν. -Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, ἐφώναξεν ἀπ᾿ ἔξω, χρόνους πολλούς. Πῶς πῆγε ὁ γάλος; Βλέπεις, ἐγὼ πάλε; Οὐκ ἦν φωνή, οὐδὲ ἀκρόασις. Ὅλη ἡ αὐλὴ ἦτο ἥσυχος. Τὰ ἰσόγεια, αἱ τρῶγλαι, τὰ κοτέτσια τῆς κυρα-Στρατίνας, ὅλα ἐκοιμῶντο. Ὁ σκύλος μόνον ἐγνώρισε τὸν μαστρο-Παῦλον, ἔγρυξεν ὀλίγον καὶ πάλιν ἡσύχασεν. Ὑπῆρχον ἐκεῖ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ψυχομέτρι τριῶν ἢ τεσσάρων οἰκογενειῶν, ὁποὺ ἑκατοικοῦσαν εἰς τ᾿ ἀνήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα ὄρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ἰνδιάνοι καὶ πολλὰ ζεύγη περιστερῶν. Αἱ δύο γίδες ἀνεχάραζαν βαθιὰ εἰς τὸ σκεπασμένο μανδράκι τους, αἱ ὄρνιθες ἔκλωζον ὑποκώφως εἰς τὸ κοτέτσια τους, τὰ περιστέρια εἶχαν μαζωχθῆ εἰς τοὺς περιστερῶνας περίτρομα ἀπὸ τὸ κυνήγι, ὁποὺ ἤρχιζον ἐναντίον των τὴν νύκτα οἱ γάτοι. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ μικροὶ θόρυβοι ἦσαν τὸ ροχάλισμα τῆς αὐλῆς κοιμωμένης. Πάραυτα ἠκούσθη κρότος βημάτων εἰς τὸ σπίτι. -Ἔ, μαστρο-Παῦλε, εἶπε πλησιάσασα ἡ κυρα-Στρατίνα, νἄχουμε καὶ καλὸ ρώτημα… Τί γάλος καὶ γαλίζεις καὶ γυαλίζεις καὶ καλὸ νὰ μοὔχῃς, ἀσίκη μου; Εἴδαμε κι ἐπάθαμε νὰ σκεπάσουμε τὸ πρᾶμα, νὰ μὴ προσβαλθῇ τὸ σπίτι… Ἐκεῖνος ποὺ ἦτον δικός του ὁ γάλος, ἦλθε μεσάνυκτα κι ἐφώναζε, ἔκανε τὸ κακό, καὶ μᾶς φοβέριζεν ὅλους, κι ἡ φαμίλια σου, ἐπειδὴς τὸν εἶχε κόψει τὸ γάλο, μαθές, καὶ τὸν εἶχε βάλει στὸ τσουκάλι, βρέθηκε στὰ στενά… κλειδώθηκε μὲς στὴν κάμαρα, καὶ δὲν ἤξευρε τί νὰ κάμῃ… Εἶπε καὶ ὁ κουνιάδος σου.. καλὸ κελεπούρι ἤτανε κι αὐτό, μαθές… καὶ ἐπέρασεν ἡ φαμίλια σου ὅλην τὴν ἡμέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, ἀπὸ φόβον μὴν ξαναέλθῃ ἐκεῖνος ποὖχε τὸ γάλο καὶ μᾶς φέρῃ καὶ τὴν ἀστυνομία… ἦτον φόβος νὰ μὴν προσβαλθῇ κι ἐμένα τὸ σπίτι μου. Ἄλλη φορά, τέτοια ἀστεῖα νὰ μὴν τὰ κάνῃς, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολὴ νὰ λείπῃ ἀπὸ τὸ σπίτι μου, ἐμένα, τ᾿ ἄκουσες; Ὁ μαστρο-Παῦλος ἠρώτησε δειλά: -Τώρα… εἶναι μέσα ἡ φαμίλια μου; -Εἶναι μέσα ὅλοι τους, κι ἔχουνε κλειδωμένα καλά, καὶ τὸ φῶς κατεβασμένο, διὰ τὸν φόβο τῶν Ἰουδαίων. Κοίταξε, μὴ σὲ νοιώσῃ ἀπὸ πουθενά, κεῖνος ὁ σκιᾶς ὁ κουνιάδος σου, πάλε… -Εἶναι μέσα; -Ἢ μέσα εἶναι, ἢ ὅπου εἶναι ἔφθασε… νά, κάπου ἀκούω τὴ φωνή του. Ἠκούσθη, τῷ ὄντι, μία φωνὴ ἐκεῖ πλησίον, ἥτις δὲν ὑπέσχετο καλὰ διὰ τὸν νυκτερινὸν ἐπισκέπτην. -Ἔ, μαστρο-Παυλίνε, ἔλεγε, καλὸς ἦταν ὁ γάλος… Ποῖος ἦτον ὁ ὁμιλήσας, ἄδηλον. Ἴσως νὰ ἦτο ὁ μαστρο-Δημήτρης ὁ γείτων. Δυνατὸν νὰ ἦτο καὶ ὁ φοβερὸς γυναικάδελφος τοῦ μαστρο-Παύλου. -Καὶ νὰ μὴν πάρω κι ἐγὼ ἕνα μεζέ; παρεπονέθη ὡς τόσον ὁ ἄνθρωπός μας. Τί σοῦ χρειάζεται ὁ μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; ἐπανέλαβεν ἡ Στρατίνα. Τὰ πράματα εἶναι πολὺ σκοῦρα. Ἄφησέ τα αὐτά. Δουλειά, δουλειά! Ἡ δουλειὰ βγάζει παλληκάρια. Ὅ,τι ἔγινε-ἔγινε, νὰ πᾶς νὰ δουλέψῃς, νὰ μοῦ φέρῃς ἐμένα τὰ νοίκια μου. Τ᾿ ἀκοῦς; -Τ᾿ ἀκούω. -Φέρε μου ἐσὺ τὸν παρᾶ, κι ἐγώ, μὲ ὅλη τὴ φτώχεια, τὴν θυσιάζω μία γαλοποῦλα καὶ τρῶμε. Ἠκούσθη ἀπὸ μέσα βραχνὸς μορμυρισμός, εἶτα φωνὴ μικροῦ παιδιοῦ εἶπε: -Τὴν ὑγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακὲ πατέλα. Τόνε φάαμε τὸ λάλο. Νὰ πάλε κι ἐσὺ πέντε, κι ἄλλε πέντε, δέκα! Προφανῶς ἦτον μέσα ὁ φοβερὸς ὁ γυναικάδελφος, καὶ εἶχε δασκαλέψει τὸ παιδὶ νὰ τὰ φωνάζῃ αὐτά. -Μὴ στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, εἶπεν ἡ Στρατίνα τὸ καλὸ ποὺ σοῦ θέλω! Δρόμο τώρα, καὶ μεθαύριο δουλειά, δουλειά!… Ἠκούσθη κρότος, ὡς νὰ ἐσηκώθη τις ἀπὸ μέσα, καὶ νὰ ἐπλησίαζε μὲ βαρὺ βῆμα πρὸς τὴν θύραν. -Δρόμο, ἐπανέλαβε μηχανικῶς ὁ Παῦλος, συμμορφούμενος ἐμπράκτως μὲ τὴν λέξιν… δρόμο καὶ δουλειά!

p. klee

Τοῦ Ὀλιβιὲ Κλεμὰν

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ ἄλλος ἥλιος»,
ἔκδοση Σπορᾶς.

Mιὰ φορά. Ὁ πατέρας μου μοῦ μίλησε μιὰ φορά. Τὸν ἄλλον καιρὸ σιω- ποῦσε. Διάβαζε βιβλία. Γι’ αὐτὰ δὲ μιλοῦσε σὲ κανέναν. Ὅμως, τὰ βρῆκα μέσα στὴν ἀξιολογότατη βι- βλιοθήκη του. Οἱ ἀδελφοὶ Καραμα- ζώφ, τοῦ Ντοστο- γιέφσκι, ὁ πατὴρ Σέργιος, τοῦ Τολ- στόι, ὁ βίος τοῦ ἁγίου Σεργίου, τοῦ Μπόρις Ζάϊτσεφ. Ὁ πατέρας μου σιωποῦσε. Ζοῦσε τὴν οἰκογενειακὴ ζωὴ καὶ σιωποῦσε. Ἡ ἀδελφή του ζοῦσε μόνη της στὸ χωριὸ καὶ σι- ωποῦσε. Ὡστόσο, ὅλα τὰ πράγματα, ποὺ ἦταν γύρω της, ἰδιαίτερα τὰ φυτά, ἦταν ζωντανά. Βέβαια, ἦταν ἄθεη, σὰν τὸν πατέρα της. Ὅμως, βρῆκα μέσα στὸ συρτάρι, στὸ ὁποῖο ἔβαζε τὰ πιὸ ἀγαπημένα της πράγ- ματα, ἕνα ἀντίτυπο τοῦ Εὐαγγελίου κατὰ Ἰωάννη. Ὁ βίος τοῦ ἁγίου Σεργίου, τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη. Αὐτὸ ἦταν τὸ μυστικό τους. Παρακολού- θησα αὐτὸ τὸ πελώριο γεγονός: τὸ σαβάνωμα ὁλόκληρου τοῦ λεξι- λογίου, ποὺ ἀναφέρεται στὸν Θεὸ καί, ταυτόχρονα, τὸ τέλος ἑνὸς πο- λιτισμοῦ. Ὅταν σκέφτομαι αὐτὸ τὸ τυπικὸ τοῦ σβησίματος, αὐτὴ τὴ μακρά, συνολικὴ σιωπή, γύρω ἀπ’ τὴ φωτιὰ τοῦ σπιτιοῦ, μοῦ φαίνεται, πὼς ἔχω ζήσει σ’ ἕναν ἄλλο κό- σμο, ἀπ’ αὐτούς, ποὺ μελετοῦν οἱ ἐθνολόγοι. Αὐτὸς ὁ πολιτισμὸς ἦταν πολυ- σύνθετος. Δὲ μίλησα, παρὰ μονάχα γιὰ μιὰ φόρμα του. Κατάρρευσε, ἀλλ’ ὄχι ταυτόχρονα παντοῦ. Γιὰ πολλὰ γαλλικὰ περιβάλλοντα κι εἰδικότερα γιὰ τοὺς χριστιανούς, ἡ κατάρρευση εἶναι γεγονὸς σύγχρο- νο. Ἀναμφίβολα, αὐτὴ εἶναι ἡ σκλη- ρή, ἀλλά, τελικά, ὠφέλιμη δοκιμα- σία τῆς ἐλευθερίας. Συνειδητοποιεῖ πὼς βρίσκεται στὴν ἔσχατη φάση. Πὼς γλιστράει στὶς ἐναλλακτικὲς θρησκεῖες, στὶς πολιτικὲς ἢ στὶς ἄλ- λες. Ὅμως, ἐμφανίζονται, ταυτόχρο- να κι οἱ πρόδρομοι ἑνὸς ἀνανεωμέ- νου Χριστιανισμοῦ. Ἡ προφητικὴ δύναμη τῶν μεγά- λων Ρώσων, ὅπως τοῦ Ντοστογιέφ- σκι, φανερώνεται, μὲ τὸ ὅτι αὐτοὶ μπόρεσαν νὰ τὰ γνωρίσουν ὅλα αὐτὰ ἕνα αἰώνα πρὶν ἀπὸ μᾶς. Ἔλλει- ψη τῶν οὑμανιστικῶν παραδόσεων, ἀναμφίβολα. Ὅ,τι καὶ νάταν, ἐκεῖνοι προχώρησαν ἕνα αἰώνα μπροστὰ ἀπὸ μᾶς, ἴσαμε τὸ τέρμα τοῦ ἀθεϊ- σμοῦ. Ἐμεῖς γιὰ πολὺ καιρό, κατορ- θώσαμε νὰ κάνουμε τὸ ζήτημα θέμα γιὰ κουβέντα. Νὰ τὸ κάνουμε ἕνα θέμα φιλολογίας. Θαυμάσια φιλο- λογικὴ ἀρρώστια τῶν πολιτισμένων λαῶν! Μένουμε προστατευμένοι ἀπὸ σοφίες, ἀπὸ ρυθμοὺς κι ἀπὸ παιχνίδια, τὴ στιγ- μή, ποὺ οἱ μεγά- λοι Ρώσοι, ἀντιμε- τωπίζοντας ἄμεσα τὸν ἀθεϊσμὸ τῶν θεωριῶν μας, διαι- σθάνονταν τὴν κό- λαση, τὸν θάνατο, τὴν ἀνάσταση: τὸ παραδεισιακὸ ξέ- φωτο, τὸ πασχά- λιο τραγούδι τῶν καμπάνων. Θυμη- θεῖτε τὸν Ντοστο- γιέφσκι στὴν ἐξορία. Ὕστερα ἀπ’ τὴν κόλαση, ποὺ ἔζησε, καθὼς περίμενε τὴν κρεμάλα καὶ καθὼς ἀντίκρυσε τὸν νεκροθάλαμο. Ακούει συχνὰ τὶς κωδωνοκρουσίες τοῦ Πάσχα κι ἡ βεβαιότητα τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, τοῦ Θεοῦ, ποὺ σταυρώθηκε καὶ νίκησε τὸν θάνατο, τὸν συνεπαίρνει: «Ὑπάρ- χει! Ὑπάρχει!». Ἀπὸ τότε, ὁλόκληρη ἡ Ρωσία γνώρισε τὴν κάθοδο στὸν ᾅδη. Κι οἱ μαρτυρίες τῆς ἀνάστασης  ἔρχονται ἀπὸ κεῖ. Τὸ παράδοξο πλε- ονέκτημα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι, πὼς ἡ ἴδια ἡ ἱστορία μᾶς σπρώχνει στὸ ἔσχατο. Στὸ στομίο τοῦ πιστολιοῦ ἢ στὰ πόδια τοῦ σταυροῦ, ἔλεγαν οἱ «παρακμασμένοι» τοῦ τέλους τοῦ περασμένου [19ου] αἰώνα. Ἀπό τότε, τὸ στόμιο τοῦ πιστολιοῦ πῆρε Ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο Ὁ συγγραφέας – γνωστὸς θεολόγος σήμερα – ἀφηγεῖται τὰ παιδικά του χρόνια μέσα σ’ ἕνα συνειδητὰ ἀθεϊστικὸ περι­ βάλλον καὶ τὶς ἀφετηρίες τῶν προσωπικῶν, ἐκείνων, ἀναζητήσεων ποὺ θὰ τὸν ὁδηγοῦσαν, ἀργότερα, ν’ ἀσπαστεῖ τὴν ὀρθόδοξη πίστη. Πειραϊκὴ Ἐκκλησία35 παράδοξες διαστάσεις. Στηθήκαμε ὅλοι μπροστά του. Λοιπόν, ὁ βίος τοῦ ἁγίου Σερ- γίου ἢ τὸ Εὐαγγέλιο κατὰ Ἰωάννη ἦταν πραγματικὰ τὸ μυστικό τους. Ὁ Θεὸς γινόταν τὸ μεγάλο μυστικὸ τῆς ἐποχῆς μας. Δὲ μοῦ μίλησαν ποτὲ γι’ αὐτόν. Κι ἀκόμα λιγότερο γιὰ τὸν Χριστό. Ὅταν κάποτε ἔκανα στὸν πατέρα μου τὶς ἀποφασιστικὲς ἐρωτήσεις: «Γιατί ζοῦμε; Γιατί πεθαί- νουμε;» μ’ ἀπάντησε − θυμᾶμαι βρι- σκόμουνα στὰ ἑπτὰ ἢ στὰ ὀχτώ μου χρόνια: − Ὅταν πεθαίνουν, δὲν ὑπάρχει, παρὰ τὸ μηδέν. Ὅμως, παρ’ ὅλο αὐτό, πρέπει νὰ προσπαθοῦμε νά- μαστε καλοί, νάμαστε δίκαιοι. − Κι οἱ ἄλλοι τί κάνουν; − Ξέρεις πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲν ὑπακούουν, παρὰ μονάχα στὸ συμ- φέρον τους. Ὅμως, πρέπει, παρ’ ὅλο αὐτό… Ὁ πατέρας μου, ὅταν ἀπαντοῦσε σὲ τέτοιες ἐρωτή- σεις ἔδειχνε παράξενος. Ἡ ἰδεολογία τῶν πρότυπων σχο- λῶν τῆς ἀρχῆς τοῦ αἰώνα μας [20οῦ] χρωμα- τισμένη μὲ λίγο σοσιαλισμό, ποὺ εἶχε καταντήσει θλιμμένος, σχη- ματοποιόταν ἀπ’ αὐτὸν αὐθόρμη- τα. Γιὰ τὸ θεμελι- ακὸ θέμα, ποὺ τὸ ἐρευνοῦσε μέσα στὴ βιογραφία τοῦ ἁγίου Σεργί- ου, δὲν εἶχε λεξι- λόγιο νὰ μιλήσει. Μιὰ μόνη λέξη σφράγιζε τὴν τυπο- ποιημένη φιλοσοφία του: τὸ μηδέν. Μὲ τὴν ἀδερφή μου − εἶναι δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου, εἶναι μιὰ μεγάλη ἀδερφὴ − περνῶ κάτω ἀπὸ μιὰ ὄμορφη γέφυρα τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα. Ἡ γέφυρα αὐτὴ συν- δέει τὴν παλιὰ πόλη μὲ τὸν λόφο. Ἐκεῖ κανονίσαμε νὰ πᾶμε, γιὰ νὰ λουστοῦμε στὸ φῶς. − Εἶναι παλιὰ ἡ γέφυρα; − Ὤ, ναί! Τὴ χτίσαν τὸν καιρὸ τοῦ Λουδοβίκου τοῦ δέκατου πέμπτου. Πολλοὶ ἄνθρωποι, ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ μᾶς, τὴν εἶδαν. Καὶ θὰ τὴ δοῦν πολλοὶ ὕστερα ἀπὸ μᾶς. − Κι ἐμεῖς; − Τὸ ξέρεις… ἐμεῖς θάμαστε νεκροί… − Τί εἶναι ὁ θάνατος; − Εἶναι τὸ μηδέν. Μιὰ στιγμή. Δὲ μπορῶ πιὰ ν’ ἀναπνεύσω. Μονάχα ἀναπνέοντας δυνατά, ὅπως εἶχα μάθει, μαζεύο- ντας τὴν κοιλιά, λιγοστεύει κανεὶς τὴν ἀγωνία. Καλοὶ ἄνθρωποι, σοφοὶ ἄνθρω- ποι, ποὺ δουλεύετε γιὰ χρόνια πολλὰ σὲ πανεπιστημιακὴ καρριέ- ρα, δίχως ποτὲ ν’ αὐτοκτονήσετε (ὅμως, μερικοὶ ἀπ’ τοὺς φοιτητές σας αὐτοκτονοῦν) μέσα στὴν κα- ταπίεση ἑνὸς αὐτονομημένου λεξι- λογίου − ἐπειδὴ δὲν παραπέμπει, παρὰ στὸν ἑαυτό του − ἔτσι, ποὺ ὅλα καταντοῦν ἀνακόλουθα, ἀνό- μοια, ἀδιάφορα. Καλοὶ ἄνθρωποι, σοφοὶ ἄνθρωποι, ἐσεῖς φαντάζεστε, πὼς δὲν ἔχω ἀνάγκη νὰ ρωτήσω κά- ποιον γιὰ τὸ νόημα, γιὰ τὸ μή-νόημα ἢ γιὰ τὴν ἀπουσία τοῦ νοήματος τῆς λέξης «μηδέν». Ὅταν πεθαίνουν, ὑπάρχει τὸ μη- δέν. Ὅλοι οἱ προηγούμενοι ἔχουν πεθάνει. Κι ὅλοι οἱ ἑπόμενοι θὰ πε- θάνουν. Κατοικοῦμε κοντὰ σ’ ἕνα σταθμό. Τὰ τρένα, τὰ τρένα εἶναι γεμάτα ἀπὸ πρόσωπα, ποὺ δὲ θὰ μπορέσω ποτὲ πιὰ νὰ τὰ ξαναδῶ. Τὰ τείχη μ’ ἐνοχλοῦν: ποιός κατοικεῖ πίσω ἀπ’ αὐτά; Ἀκόμα κι ἂν τὸ ἤξε- ρα γιὰ τοῦτο τὸν τοῖχο, ποὺ ὀρθώ- νεται μπροστά μου, στὸ βάθος τῆς αὐλῆς ὑπάρχουν κι ἄλλοι, ὁλοένα κι ἄλλοι. Κάποτε μᾶς πῆγαν ὅλους τοὺς μαθητὲς τοῦ σχολείου μου στὸ δημοτικὸ θέατρο, γιὰ νὰ δοῦμε τοὺς φολκλορικοὺς χοροὺς μιᾶς χώρας τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης. Ἀγάπησα μιὰ χορεύτρια, ποὺ μίλησα μαζί της ἐκεῖ. Ἔφυγε γιὰ πάντα. Ἄρχισα νὰ σκαλίζω ἀδιάκοπα, γιὰ χάρη της, μαλακὲς πέτρες στὴν αὐλὴ καὶ νὰ τὶς θάβω, λειτουργώντας τὸ τελετουρ- γικὸ τῆς ἀπελπισίας. Τὰ πολυαγαπη- μένα μου ἀστέρια, ξαφνικά, μὲ γέμι- ζαν μὲ τρόμο: ἴσως − ἔλεγε κάποιος μέσα μου − νάναι σβησμένα ἀπὸ χιλιάδες χρόνια κι ἐμεῖς νὰ βλέπαμε μὲ τὰ μάτια μας τὰ φαντάσματα τῶν πτωμάτων τους. Ἡ νύχτα κι ἡ ἀγω- νία μὲ ξυπνοῦσαν. Μέσα στὴ νύχτα, κάποιο πράγμα, κάποιος εἶχε καθί- σει πάνω στὸ στῆθος μου καὶ μοῦ προκαλοῦσε ἀσφυξία. Τὸ νομάτιζα «μηδέν». Τώρα ξέρω τὸ πραγματι- κό του ὄνομα. Δὲν ἄντεχα πιὰ τὸν ἀκανόνιστο χτύπο τοῦ αἵματός μου, ποὺ ἀναμεταδινόταν στὸ μαξιλάρι μου. Ἔτρεχα στὸ παράθυρο. Κι ἀπὸ κεῖ ἔβλεπα τὰ νεκρὰ ἀστέρια, τὸ πα- ράλογο ἄπειρο, τὸ διάστημα, ποὺ ἁπλωνόταν ἀκόμα κι ἀκόμα. Τίποτα πάνω ἀπ’ τὸ κενὸ καὶ μετὰ τὸ κενό. Ἀνοιγόταν μιὰ τρύπα ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές, ἔτσι, ποὺ νὰ πέφτει κανεὶς ἀδιά- κοπα, μὲ μιὰ σιω- πηλὴ κραυγή. Ρώτησα: − Τί ὑπάρχει πιὸ μα- κριὰ ἀπ’ τὰ ἀστέρια; − Κι ἄλλο μαῦρο, κι ἄλλα ἀστέρια. − Καὶ πιὸ μακριά; − Ἀκόμα κι ἄλλο, πάντοτε, χωρὶς τέλος, χωρὶς τέλος… Ἔτσι ἔζησα, μὲ τὸν τρόπο μου, αὐτὴ τὴν ἀνακάλυ- ψη, ποὺ ἀφανίζει τὴ Δύση καί, ξεκι- νώντας ἀπ’ αὐτή, σιγά-σιγὰ ὁλόκλη- ρη τὴ γῆ, ἀπ’ τὴν ἐποχὴ τοῦ δέκατου ἕβδομου αἰώνα: ὁ μαῦρος οὐρανός, τὸ κενό. Καὶ τὸ ἄγγελμα, ποὺ ὁ Ἰωάννης-Παῦλος κι ὁ Βινὺ ἔχουν βάλει στὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ: ὁ οὐρανὸς εἶναι κενός, ὁ οὐρανὸς εἶναι ὁ θάνατος. Ἀργότερα διάβασα τὴν κραυγὴ τοῦ τρελλοῦ: «Τί κατορθώσαμε, ὅταν ξεκολλήσα- με τὴ γῆ ἀπ’ τὸν ἥλιο της; Ποῦ πάει ἡ γῆ τώρα; Ποῦ θὰ πᾶμε καὶ μεῖς οἱ ἴδ- ιοι; Μακρυὰ ἀπ’ ὅλους τοὺς ἥλιους; Δὲ γκρεμιζόμαστε ἀδιάκοπα; Μπρο- στά, πίσω, στὰ πλάγια, ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές; Ὑπάρχει ἀκόμα ἕνα «πάνω», ἕνα «κάτω»; Δὲν προχωροῦμε χα- μένοι μέσα σ’ ἕνα ἀπέραντο ἄπειρο; Δὲ νοιώθουμε τὸ φύσημα τοῦ κενοῦ στὸ πρόσωπό μας; Δὲν κρυώνουμε; Δὲν ἔρχεται ἡ νύχτα, πάντοτε περισ-36 σότερη νύχτα;» Ἡ ἐμπειρία τοῦ κακοῦ, καθημερινὸ νόμισμα τοῦ θα- νάτου, σιγά-σιγὰ μὲ συνέπαιρνε: ὁ πόνος, ποὺ δὲ βαθαίνει τὴν ὕπαρ- ξη, ἡ κατάπτωση, ὁ θάνατος τῶν νεαρῶν ὑπάρξεων. Ἀκόμα, τὸ ἱστο- ρικὸ κακό, ἡ ἀνεργία, ἡ οἰκονομικὴ ἀσφυξία, ἡ αὔξηση τῶν ὁλοκληρω- τισμῶν καὶ τῶν πολέμων. Ὅλα αὐτὰ ἔπαιρναν, γιὰ μένα, τὸ γκρίζο χρῶμα τοῦ «μηδέν», ὅπως οἱ χέρσες περι- οχὲς τῆς πόλης, στὶς ὁποῖες ἄρχισα ν’ ἀλητεύω. Καὶ δὲν ὑπῆρχε καταφύγιο. Δὲν εἶχα μπεῖ ποτὲ σὲ μιὰ ἐκκλησία. Οὔτε ποὺ μοῦ ἦρθε ἡ ἰδέα. Κι ἂν ἔκλειναν ὅλες τὶς ἐκκλησίες, δὲ θὰ τόπαιρνα εἴδηση. Ὅταν ἔκανα τὸ πρῶτο μου ταξίδι στὸ Παρίσι εἴμουνα δώδεκα χρονῶν. Οἱ γονεῖς μου ἐπισκεφτή- κανε τότε πολλὲς ἐκκλησίες ἀπὸ χρέος «πολιτιστικό». Νομίζω, πώς, ἴσως, ὁ πατέρας μου ζητοῦσε κάτι ἄλλο σ’ αὐτὴ τὴν ἄσκοπη περιπλά- νηση. Ακολουθοῦσα ἐνοχλημένος. Οἱ μόνες, ποὺ μὲ γοήτεψαν ἦταν οἱ κολῶνες τῆς Παναγίας, αὐτὰ τὰ λεπτοκαμωμένα δεμάτια, ποὺ ἀνέ- βαιναν, ἀνέβαιναν καὶ μοῦ φαινό- ταν πὼς χάνονταν στὸ μισόφωτο. Ὁ Θεὸς τῆς γοτθικῆς τέχνης ἔχει ἐξο- ριστεῖ στὸν οὐρανό. Κι ὁ οὐρανὸς εἶναι ἄδειος, τὸ ἤξερα. Οἱ κολῶνες τῆς Παναγίας ἦταν γιὰ μένα σὰ μιὰ φωτιὰ ἀρχιτεκτονικῆς τέχνης, ποὺ τραβοῦσε πρὸς τὸ κενό. Μιὰ ἀνάμνηση πιὸ παλιά. Μιὰ πλατεία μὲ μαύρη ἄσφαλτο. Ἕνας πελώριος γκριζοπράσινος σταυρός. Πάνω στὸν σταυρὸ ἕνας ἄνθρωπος πεθαμένος. Πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι του μιὰ ἐπιγραφή: Ι.Ν.Β.Ι. Φαντα- ζόμουνα, πὼς ἤταν τὸ ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου. Στὴ βάση τοῦ σταυροῦ τυλιγόταν ἕνα φίδι. Στὸ στόμα του κρατοῦσε ἕνα μῆλο. Μοῦ ἄρεσε αὐτὴ ἡ «ἀνάπτυξη» τοῦ «ἑλικοει- δοῦς» γύρω ἀπὸ ἕνα ἄξονα. Κι οἱ λεπτὲς νευρώσεις τῶν φύλλων, ποὺ ἔφταναν ἀκόμα καὶ στὰ κοτσά- νια τῶν φρούτων. Ὅμως, πάνω ἀπ’ ὅλα, ἔβλεπα, πὼς ὁ ἄνθρωπος ἦταν πεθαμένος. Χριστιανοὶ − καὶ πρέπει νὰ τὸ προσδιορίσω − Χριστιανοὶ τῆς Δύ- σης, γιατί ἔχετε ἀναπαραστήσει πα- ντοῦ τὸν Χριστὸ σὰν πτῶμα, σὰν ἕναν πεθαμένο δίχως ἐλπίδα; Αὐτόν, ποὺ εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου; Τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἕνα πτῶμα. Τὸ Πνεῦμα δὲ σταμάτη- σε νὰ τὸ διαπερνάει… Πρὶν τρία χρό- νια πέρασα μερικὲς βδομάδες τοῦ καλοκαιριοῦ σὲ μιὰ ὑπέροχη κοι- λάδα τῶν Πυρηναίων, πού ‘χε μιὰ γλυκύτητα πράσινη καὶ γκρίζα. Ἡ περιοχὴ αὐτή, γιὰ μακρὸ διάστημα, εἶναι χώρα τῆς Χριστιανοσύνης. Πα- ντοῦ ὑπῆρχαν σταυροὶ ἀπὸ γκρίζα πέτρα. Κι ὁ Ἰησοῦς νεκρός. Τὸ μικρό μου ἀγόρι ἦταν τότε στὰ τρία του χρόνια. Δὲ μποροῦσα νὰ τοῦ πῶ, πὼς ὁ Ἰησοὺς εἶναι ἀναστημένος. Οἱ σταυροὶ μὲ διάψευδαν. Ὁ θάνατος καταβρόχθιζε τὴ ζωή. Αὐτὸ τουλά- χιστον ἔβλεπε. Πάει καιρός, ποὺ κι ἐγὼ βλέπω αὐτό. Περπατάω μαζὶ μ’ ἕνα φίλο, μέσα σὲ μία δεντροστοιχία ἀπὸ ἀμυ- γδαλιές. Ἐκεῖνος μοῦ μιλάει γιὰ τὴν ἱστορία, γιὰ τὸ ἀνέβασμα τῆς ζωῆς καὶ τῆς προόδου. Διστάζει ἀνάμεσα στὴν εὐτυχία καὶ στὸ μεγαλεῖο. − Κι ἐγώ, τοῦ λέω, φεῦ… − Ἀπὸ τί; − Ἀπ’ ὅλα. Δὲν ὑπάρχουν, παρὰ μονάχα πρόσωπα. Ἀκόμα καὶ στὴν περίπτωση, ποὺ καθένας ἀπὸ μᾶς μποροῦσε νὰ ζήσει χίλια χρόνια, ἕνα ἑκατομμύριο χρόνια, ἂν ὅλα καταβροχθίζονται μέσα στὸ μηδέν, γιατί νὰ ζήσουμε καὶ γιατί δὲ θάταν καλύτερο νὰ μὴν ὑπάρξουμε; Ἢ τότε, ἂς ξεχνᾶμε. Τότε ὅλα πρέπει νὰ τὰ ξεχνᾶμε. Ὅμως, δὲν ξεχνᾶμε – ἡ λήθη δὲν εἶναι ἀλήθεια – δὲ μποροῦ- με νὰ ξεχνᾶμε. Κι ὅμως, ὁ Θεὸς ἦταν ἐκεῖ. «Ὁ ἐρχόμενος». Ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἀγωνία. Σ’ αὐτὴ τὴν πεισματάρικη ἄρνηση − περίπου ἄξεστη − ποὺ κυ- μαίνεται ἀνάμεσα στὴ λησμοσύνη καὶ στὴν ἀποδοχή. Γιατὶ παύει νάναι ἄνθρωπος, ἐκεῖνος, ποὺ δέχεται σὰν αὐτονόητο τὸν κόσμο, τὸν σφρα- γισμένο ἀπ’ τὸν θάνατο. Ὁ Θεὸς ἐρχόταν μέσα στὴν ἀγω- νία, ἀλλά, ταυτόχρονα καὶ μέσα στὴν ἔκπληξη. Ἀγαποῦσα τὴ γῆ μὲ μιὰ ἀγάπη δυνατή, βίαιη, μὲ ξεσπάσμα- τα, κάποτε-κάποτε, σὰ σὲ χοντρο- κομμένες ἐκστάσεις: Ξάπλωνα πάνω της καὶ μὲ κουβαλοῦσε, σὰ φτερὸ στὸν ἄνεμο, πρὸς τὸν οὐρανό. Καὶ τὴν ἔνοιωθα τόσο πιὸ ἐλαφριά, ὅσο ἦταν βαρύτερη. Τὸ ἄπειρο, τὸ καθαρό, ἕνας κό- σμος ἀρχέγονος − ἔτσι μοῦ φαινό- ταν − σὰ μόλις ν’ ἀναδυόταν ἀπ’ τὴ θάλασσα, μισοπνιγμένος ἀπ’ τὰ ἕλη. Ἀκρογιαλιές, ἀμμόλοφοι, καλαμιές, ἐκτάσεις, ποὺ πάλλουν στὸν ἄνεμο, ποὺ ἀλλάζουν ἀδιάκοπα κάτω ἀπ’ τὴ σφαιρικὴ εὐλογία τοῦ ἐλεύθερου οὐρανοῦ. Τὸ γαλάζιο τονίζεται πιὸ μελαγχολικὸ μέσα ἀπ’ τὰ πεῦκα. Τὰ κλήματα, τὴν ἄνοιξη, εἶναι πυρσοὶ ἀναμμένοι, σπινθηροβολώντας μὲ τὰ καινούργια χρυσά τους φῦλλα. Ἡ γῆ ἔχει τὸ χρῶμα τῆς ὤχρας. Τὸ φῶς συμπυκνώνεται γλυκὰ μέσα στὴ λάμψη τῶν λουλουδιῶν τῆς ἀμυγδαλιᾶς, μέσα στὸ ὁλόλευκο μεθύσι τοῦ νάρκισσου. Τὰ βουνὰ ἔχουν κοπεῖ ἔτσι, ποὺ νὰ γίνονται κι ὁ γυμνὸς θρόνος τοῦ φεγγαρι- οῦ. Παντοῦ τὸ μυστικό, μέσα στὸ φανέρωμα, τὸ μυστήριο μέσα στὴν ἀφθονία τῆς ἔλλαμψης. Κάμποσες μέρες, τὸν χειμώ- να, τὸ φύσημα τῆς θάλασσας καὶ τῆς γῆς καταλαγιάζει. Ὅλα ἀκινη- τοποιοῦνται. Οἱ πρῶτες ἀμυγδα- λιές ἀνθίζουν. Ὀμορφιὰ ἀπόλυτη Ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο Τὸ παράδοξο πλεονέκτημα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι, πὼς ἡ ἴδια ἡ ἱστορία μᾶς σπρώχνει στὸ ἔσχατο. 37 κι εὔθραστη, μέσα στὴ γαλήνια ἄβυσσο τοῦ γαλανοῦ οὐρανοῦ. Τὰ λουλούδια βγαίνουν, σὰ μέσα ἀπ’ τὸ ξύλο. Λουλούδια δίχως φῦλλα, σὰ νὰ γεννιῶνται ἀπ’ τὸ σκληρό, τὸ ξερό, τὸν θάνατο. Σκελετοὶ μαῦροι, ποὺ ἀνθίζουν στὸ πρῶτο φύσημα, ὅπως τὰ κόκκαλα στὴν προφητεία τοῦ Ἰεζεκιήλ. Στὰ ἑβραϊκά, ἡ ἀμυ- γδαλιὰ ὀνομάζεται «ὁ ἄγρυπνος». Ὁ «ἄγρυπνος», αὐτός, ποὺ ξυπνάει. Ξύπνια μέσα στὸν χειμώνα. Μᾶς ξυ- πνάει σ’ ὅλη τὴν ὀμορφιά. Τότε μόλις καὶ τολμᾶμε νὰ περ- πατήσουμε. Ἀποφεύγουμε κάθε ἀπότομη κίνηση. Ὁ κόσμος εἶναι ἕνα κρύσταλλο, ποὺ ἡ παραμικρὴ ἀσυλ- λόγιστη κίνηση θὰ τὸ βεβήλωνε, κι ἴσως νὰ τὸ ἔσπαγε. Λοιπόν, θὰ προτιμοῦσα, τ’ ἀπο- γευματινὰ νὰ βροντοῦν ἀπ’ τὸν μαΐστρο. Lou Magistrau: O ἄνεμος κύριος. Τότε τὸ γαλάζιο δὲν εἶναι μονάχα οὐράνιο. Ἁπλώνεται πα- ντοῦ. Τὰ καταβροχθίζει ὅλα. Ἴσα- με τὸν βράχο, ἴσαμε τὸ κόκκαλο, ἴσαμε τὴν ὕπαρξη. Καταβροχθίζει τὸν ἄνθρωπο ἴσαμε τὴν καρδιά. Δὲ συγχωρεῖ τὴν παραμικρὴ πλαδα- ρότητα, ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ κρυφὴ ἀμφιταλάντευση. Ὅλα φλογίζουν. Κι οἱ φλόγες εἶναι κρύες, καθαρές, βαφτιστικές, ἔτσι σὰ νὰ προέρχονται ἀπ’ τὸ νερό. Φύση καθαρή, ξερή, χωρὶς τίπο- τα τὸ πρασινογάλαζο ἢ τὸ ὑγρό. Ὁ οὐρανὸς τῆς γῆς κι ἡ γῆ τοῦ οὐρα- νοῦ, ὅπως ἔχει πεῖ ὁ Λόρκα. Μέσα στὸν χερσότοπο, ἀκόμα καὶ τὸ φυτὸ γίνεται μεταλλικό. Πόσο μίσησα τὸ ὁλοπράσινο Νησὶ τῆς Γαλλίας, ποὺ ὅλα εἶναι φυτικά, ὑγρά, ἀκόμα καὶ τὰ βράχια, ἀκόμα κι ὁ οὐρανὸς − μιὰ σάρκα ἀδιάφανη, παντοδύναμη! Ἐνῷ στὶς μεσογειακὲς χῶρες, μόλις φτάσεις στ’ ἀπομονωμένα ὀροπέδια, ἀντικρύζεις τὴ φωτιὰ νὰ κρυσταλλί- ζει. Ἀκόμα κι ἡ σάρκα εἶναι οὐράνια. Εἴμουνα ἕνας μεσογειακὸς εἰδω- λολάτρης. Κι ὅταν ἀνάπνεα κι ὅταν ἔτρωγα κι ὅταν περπατοῦσα, σὲ κάθε ἐμπειρία, ξυπνοῦσε μέσα μου ἡ φωτιά. Πολυθεϊστική; Τὰ πράγ- ματα ἠχοῦν πολὺ ἁπλά. Ὁ ἄνεμος σηκώνεται, ὁ πλάτανος ἀρχίζει νὰ τραγουδάει. Ξέρω, πὼς ὁ πλάτα- νος ὑπάρχει. Τὴ μέρα ποὺ ἔμαθα ὅτι ἤξερα, ἄρχισα νὰ περπατάω, νὰ περπατάω. Ἀκόμα καὶ τὸ βράδυ, ἔστρεφα πρὸς τὴ μεγάλη περιοχή, ποὺ ἔκαιγε − ὅπως ἄλλοτε μέσα στὸ βραδινὸ τελετουργικὸ − μιὰ ξυλοφωτιά. Ἡ συνείδηση τῆς συνεί- δησης χόρευε μέσα μου. Μιὰ ἄλλη γνώση. Μιὰ ἄλλου εἴδους χαρά. Ἴσως ἔκσταση. Ἀλλὰ σκληρή, κρυ- σταλλική. Δεμένη ὅπως ὁ ὑπομο- νετικὸς ἱστὸς τοῦ ξύλου ἢ ἡ πέτρα, ποὺ κρατάω στὸ χέρι μου. Ναί, τὸ μυστικὸ μέσα στὴν ἐνάργεια. Κι ἔλε- γα − εἴμουνα τότε στὸ κατώφλι τῆς νειότης: « Ὕπαρξη, ὕπαρξη!» Τὸ βα- σίλειο τῆς ὕπαρξης. Ἔβαλα αὐτὸ τὸν τίτλο σὲ μιὰ συλλογὴ ποιημάτων, ποὺ τὰ ἔχω ὅλα ξεχάσει, ἐξὸν ἀπ’ τὸ ὅτι ὑμνοῦσαν, σὲ τρεῖς κύκλους, τὰ ἕλη καὶ τὶς ἀμμουδιὲς καὶ τ’ ἀμπέλια τῆς περιοχῆς. Ἡ ἀγωνία κι ἡ ἔκπληξη προ- χωροῦσαν μαζί. Ὅπως τὰ φῦλλα, μέσα στὸν χερσότοπο, εἶναι σκλη- ρά, σκούρα καὶ γυαλιστερὰ ἀπ’ τὴ μιὰ μεριὰ κι ἁπαλὰ καὶ φωτεινὰ ἀπ’ τὴν ἄλλη. Ἔτσι διάβαινα, μ’ ἕνα τρό- πο «ἐμβρυώδη», ἀπ’ αὐτό, ποὺ οἱ ἀρχαῖοι πνευματικοὶ ὀνομάζουν «μνήμη θανάτου» στὴν ἔκπληξη τοῦ «ὑπάρχειν». Ἦταν μιὰ πιθα- νὴ δικτύωση τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀνάστασης. Ὡστόσο, ἂν δὲ μεσολα- βοῦσε καμμιὰ ἀποκαλυπτικὴ διακο- πή, ὁ θάνατος δὲ θά ‘χε τὴν τελευ- ταία λέξη; Ὅμως, μιὰ φορά, σὲ μιὰ στιγμὴ ἀπελπισμένης στοργῆς − κάποιος, ποὺ τὸν ἀγαποῦσα, περνοῦσε μιὰ μεγάλη θλίψη καὶ δὲ μποροῦσα νὰ κάνω τίποτα − μιὰ φορὰ αὐ- θόρμητα, προσευχήθηκα. Ἤξερα τὴ λέξη «προσευχή» στὸν Θεὸ ἀπ’ τὶς Κυριακάτικες συζητήσεις. Ἕνα εἶδος τελετουργίας, εὐχαριστίας ἀνέβαινε ἀπὸ μέσα μου ἐπίσης, καὶ κατὰ τὶς στιγμὲς τῆς ἔκπληξης. Στὸ σχολειὸ − εἴμουνα τότε ἑφτὰ χρόνων − μᾶς ρώτησαν ποιές σκέψεις μᾶς γεν- νοῦσαν τὰ κρύα κι οἱ βροχὲς τοῦ Νοέμβρη. Ἀπάντησα γραπτά: «Σκέ- φτομαι τοὺς νεκροὺς κι αὐτὸ μὲ κάνει νὰ προσεύχομαι». Αὐτὸ ἦταν ἕνα μικρὸ σκάνδαλο. Ὁ δάσκαλος μοῦ ἐξήγησε, πὼς οἱ νεκροὶ εἶναι σὲ πολλὴ ζεστασιὰ μέσα στὴ γῆ. Δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα. Έχουμε χρέος νὰ σκεφτοῦμε τοὺς δυστυ- χισμένους. Αὐτούς, ποὺ δὲν ἔχουν μὲ τί νὰ ζεσταθοῦν. Ἦταν ἀλήθεια, εἴμουνα νικημένος. Κι ὅμως, οἱ νε- κροί. Εἶναι τόσο κοντά, ὅταν ὅλα τυ- λίγονται μέσα στὸ κρύο. Ἂν ξέραμε, μονάχα, τὸν δρόμο. Κανένας δὲν ἤξερε, λοιπόν, πὼς κάποιος ἔχει πεῖ: «εἶμαι ἡ ὁδός». Ἀργότερα, διαβάζοντας τὸν Ρῶσο προσκυνητή, ἀναγνώρισα αὐτὴ τὴν πρώτη − κι ἀναμφίβολα οἰκουμενι- κὴ − προσευχή: « Ἔχει λεχθεῖ μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη, πὼς κάθε στε- ναγμὸς καὶ κάθε κίνηση πρὸς τὴν ἐλευθερία τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ ἡ «μυστηριώδης» κίνηση τῆς δημιουργίας, αὐτὴ ἡ λαχτάρα, ἡ βαλμένη μέσα στὶς ψυχές, εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ προσευχή… εἶναι «τὰ πά- ντα ἐν πᾶσι!».