Άρθρα: μνημη θανατου

Δεκ 11
30

Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Ἀντωνίου Πινακούλα

Κήρυγμα γιὰ τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου, ποὺ ἐκφωνήθηκε στὸν Ἱ.Ν. Ἁγ. Παντελεήμονος Χαλανδρίου τὴν 1/11/2009

Aγαπητοὶ ἀδελφοί, ἀκούσαμε σήμερα στὸ Εὐαγ- γέλιο τὴν παραβολὴ γιὰ τὸν πλούσιο καὶ τὸν φτωχὸ Λάζαρο. Σ’ αὐτὴ τὴν παραβολή, ὅπως ὅλοι ἔχουμε προσέξει, οἱ δύο κόσμοι –ὁ τωρινὸς καὶ ὁ ἄλλος κόσμος, ἡ αἰώνια ζωή– περιγράφονται σὰν μία ἑνιαία πραγματικότητα. Παρατηροῦμε δηλαδὴ πὼς ὅ,τι ἀρχίζει στὸν ἕνα κόσμο, συνεχίζεται στὸν ἄλλον. Ὅ,τι κρύ- βεται σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο καὶ δὲ φαίνεται καλά, ἀποκαλύ- πτεται στὸν ἄλλο κόσμο. Ὅ,τι σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο μπορεῖ νὰ ἀλλάξει, στὸν ἄλλο κόσμο εἶναι παγιωμένο, ἀμετακίνητο, σταθερό, ἀναλλοίωτο. Βλέπει κανεὶς δηλαδὴ ὅτι εἶναι οἱ δύο πλευρὲς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ πράγμα- τος. Θά ’λεγε κανεὶς πὼς ἀνοίγουμε μία παρένθε- ση καὶ ἀρχίζει ὁ ἕνας κό- σμος καὶ κλείνοντας τὴν παρένθεση ἔχει τελειώσει καὶ ὁ ἄλλος κόσμος. Καὶ ἀνάμεσα στὶς δύο παρεν- θέσεις βρίσκεται τὸ ἴδιο καὶ τὸ αὐτὸ πράγμα. Ἔτσι περιγράφει ὁ Χριστὸς τὸν κόσμο τὸν τωρινὸ καὶ τὸν κόσμο τὸν μελλοντικό. Αὐτὸ πιστεύει ἡ Ἐκκλη- σία μας. Ἐμεῖς οἱ χρι- στιανοὶ δὲν ξεχωρίζουμε τοὺς δύο κόσμους, τοὺς βλέπουμε καὶ τοὺς δύο παρόντες στὸ τώρα. Καὶ τώρα ἐδῶ ποὺ μαζευτήκαμε στὴ θεία λειτουργία, συμμετέχουμε στὸν ἄλλο κόσμο, καὶ μόλις βγοῦμε ἀπὸ τὴ θεία λειτουργία θὰ βρεθοῦμε στὸν κόσμο τὸν τωρινό. Ἕνας κόσμος ὑπάρχει. Ἔτσι μᾶς ἔδειξε ὁ Χριστός. Καὶ σὲ ὅλη τὴν παραβολὴ αὐτὸ ἀκριβῶς φαίνεται. Βλέπετε πὼς ὅταν πάει στὸν ἄλλον κόσμο ὁ πλούσιος, ἐκεῖ βλέπει τὸν Λάζαρο ἀπὸ μακριά. Τὸν γνώριζε ἀπὸ τὸν τωρινὸ κόσμο. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀποκαλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του. Τὸν ἤξερε ποιός ἦταν. Αὐτὸ ὅμως ποὺ δὲν ἤξερε ἦταν σὲ ποιά κατάσταση βρισκό- ταν ὁ Λάζαρος καὶ σὲ ποιά κατάσταση βρισκόταν ὁ ἴδιος. Ἐκεῖ ὅμως, στὸν ἄλλον κόσμο, τὰ συνειδητοποίησε καὶ τὰ δύο. Μιλώντας δὲ μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ στὴν προσπάθειά του νὰ ἔρθει σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Λάζαρο, ἐκεῖνος τοῦ εἶπε ὅτι «μεταξύ μας ὑπάρχει μεγάλο χάσμα κι οὔτε ἐμεῖς μποροῦμε νὰ τὸ περάσουμε οὔτε ἐσὺ μπορεῖς νὰ ἔρθεις σὲ μᾶς». Ἕνα μεγάλο βάραθρο ὑπάρχει ἀνάμεσά μας καὶ δὲ μποροῦμε νὰ συναντηθοῦμε. Τὸ βάραθρο ὑπῆρχε στὸν τωρινὸ κόσμο, ὁ ἕνας ζοῦσε πάρα πολὺ διαφορετικὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἂς γνωρίζονταν καὶ ἂς ἦταν πάρα πολὺ κοντά, ἀλλὰ δὲν φαινόταν. Στὸν ἄλλο κόσμο φάνηκε. Αὐτὴ ἦταν ἡ διαφορά. Γιατί, ὅπως θυμάστε, ὁ Χριστός, περιγράφοντας πῶς ζοῦσε ὁ ἕνας καὶ πῶς ὁ ἄλλος, περιέγραψε ἕνα χάσμα φοβερὸ ποὺ τοὺς χώριζε. Ὁ ἕνας ντυνόταν καλά, εἶχε κάθε μέρα λαμπρὸ τραπέζι καὶ ζοῦσε εὐχάριστα, «εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέ- ραν λαμπρῶς». Καὶ ὁ ἄλλος ἦταν γυμνός, γεμάτος πλη- γές, χωρὶς ἀνθρώπους, οἱ σκύλοι τοῦ ἔκαναν παρέα καὶ τοῦ ἔγλειφαν τὶς πληγές, χωρὶς φαγητό, προσπαθώντας νὰ χορτάσει ἀπὸ τὰ ψίχου- λα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ πλουσίου καὶ μέσα σὲ μεγάλη ὀδύνη, σὲ πόνο ἀφόρητο. Τὸ χάσμα ἦταν τεράστιο. Αὐτὸ τὸ βάραθρο λοιπὸν συνειδητοποι- ώντας το ὁ πλούσιος, ζητάει νὰ ξεπεραστεῖ. Καὶ προτείνει μία λύση. Λέει: «Ἂς πάει ὁ Λάζα- ρος στὸν κόσμο, στὸ σπίτι τοῦ πατέρα του καὶ ὅταν θὰ τὸν δοῦν ζω- ντανό, θὰ καταλάβουν καὶ θὰ ἀλλάξουν ζωὴ τὰ πέντε ἀδέλφια μου». Ὁ Ἀβραὰμ ὅμως προτείνει ἄλλη λύση γιὰ τὸ ξεπέ- ρασμα αὐτοῦ τοῦ βαρά- θρου. Λέει ὅτι «ἔχουν ἐκεῖ τὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, ἔχουν τὰ λόγια τους, ἔχουν τὴ Βίβλο, τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν τηρήσουν τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, τότε θὰ ἀλλάξουν ζωή. Ἂν τὸν διαβάσουν, τότε θὰ προσανατολιστοῦν σὲ ἄλλον τρόπο, θὰ ζήσουν διαφο- ρετικὰ ἀπὸ ὅ,τι ζοῦσες ἐσύ. Ὅποιον κι ἂν δοῦν ἀναστημένο δὲ θὰ πειστοῦν». Δύο προτάσεις λοιπὸν γιὰ νὰ ξεπεραστεῖ τὸ βάραθρο. Ἡ μία προβλέπει αὐτόματη λύση. Νὰ γίνει τὸ μεγαλύτερο θαῦμα. Καὶ ἡ ἄλλη λύση, αὐτὴ ποὺ πρότεινε ὁ Ἀβραὰμ καὶ προτείνει σὲ ὅλους ὁ Χριστός, ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε ὅτι ὁ πλούσιος δὲν τὴν ἤξερε αὐτὴ τὴ λύση, δὲν εἶχε περάσει ποτὲ ἀπὸ τὸ μυαλό του. Παρότι ζοῦσε μέσα σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ εἶχε τὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ πάνω ἀπὸ ὅλα, σὰν ὁδηγὸ καὶ πυξίδα τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ ὁ πλούσιος αὐτὸ δὲν τὸ εἶχε σκεφτεῖ. Γιατὶ ἂν τὸ εἶχε σκεφτεῖ, θὰ ἔβλεπε ὅτι ὁ νόμος ἔχει τρεῖς περιπτώσεις. Μπορεῖ καταρχὴν νὰ γίνει πράξη. Αὐτὸ ποὺ λέει αὐτὸ καὶ νὰ γίνει. Ἡ δεύτερη περίπτωση εἶναι ὅτι μπορεῖ νὰ ξε- περαστεῖ. Ὅπως μᾶς τὸ ἔδειξε ὁ Χριστός. Νὰ τηρηθεῖ δη- Τὸ βάραθρο Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Ἀντωνίου Πινακούλα Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου Ἱ. Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ (λεπτομέρεια) Ἀ39 λαδὴ ἔτσι ὁ νόμος, ὄχι μόνο μὲ ἀκρίβεια ἀλλὰ καὶ πέρα ἀπ’ αὐτήν. Δηλαδή, ἔλεγε ὁ νόμος τοῦ Μωυσῆ ὅτι πρέπει ὁ καθένας νὰ δίνει τὸ 10 τοῖς ἑκατὸ τῶν εἰσοδημάτων του στοὺς φτωχούς. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ὅμως ποὺ δίνουν τὸ 20 τοῖς ἑκατό, τὸ 30 τοῖς ἑκατό, τὸ 50 τοῖς ἑκατὸ ἢ κι ἀκόμα περισσότερο. Καὶ μία ἐπιπλέον περίπτωση. Ἐὰν γνωρίζου- με τὸ νόμο, ἐνδέχεται νὰ τὸν παραβιάζουμε. Ἀλλὰ ὅμως ἐν γνώσει μας. Κι ὅταν συμβαίνει αὐτό, συνειδητοποιοῦμε τὴν κατάστασή μας. Ξέρουμε ὅτι δὲν τηροῦμε τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐν προκειμένῳ ὁ πλούσιος θὰ ἤξερε ὅτι δὲν ἔδω- σε τὸ 10 τοῖς ἑκατό, δὲν βοήθησε τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, δὲν βοήθησε τὸν Λάζαρο. Θὰ εἶχε αἰσθήματα ἐνοχῆς. Θὰ ἔνιωθε πολὺ ἄσχημα καὶ ἀμήχανα μπροστὰ στὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Θὰ τὸν ἤλεγχε ἡ συνείδησή του. Ἀκόμα κι ἂν ὁ νόμος δὲν τηρεῖται, ἀλλὰ εἶναι γνωστός, ἐπιτελεῖ μέσα μας καταπληκτικὰ πράγματα. Μπορεῖ νὰ μᾶς ἀλλά- ξει καὶ νὰ μᾶς φέρει κοντὰ στὸν Θεό. Αὐτὸ ὅμως δὲν τὸ ἤξερε ὁ πλούσιος. Καὶ αὐτὸ τοῦ προτείνει ὁ Ἀβραάμ. «Ὁ νόμος μπορεῖ νὰ βοηθήσει, ὁ νόμος μπορεῖ νὰ βοηθήσει τοὺς ἀδελφούς σου». Κι ἔτσι ὁ πλούσιος, ἀγνοώντας καὶ τὶς τρεῖς περιπτώσεις τοῦ νόμου, κατάντησε ἀναίσθητος μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους. Μὲ ἄγονα αἰσθήματα, μὲ μιὰ καρδιὰ κλεισμένη. Καὶ φαίνεται αὐτὸ τὸ φοβερὸ πράγ- μα νὰ ἀποκαλύπτεται στὸν ἄλλον κόσμο καὶ νὰ γίνεται φωτιὰ ποὺ τὸν καίει συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως. Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, βλέπουμε ὅμως στὸν πλούσιο κάποιες χα- ραμάδες μέσα ἀπὸ τὶς ὁποῖες γεννιοῦνται ἐλπί- δες. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ζοῦσε μὲ τὴν οἰκογένειά του. Μιὰ μεγάλη οἰκο- γένεια. Εἶχε ἀκόμα πέ- ντε ἀδέλφια. Γι’ αὐτοὺς νοιάζεται ἐκεῖ στὸν ἄλλον κόσμο. Ὅπως εἴπαμε, οἱ δύο κόσμοι εἶναι μία πραγματικό- τητα. Ἕνας εἶναι ὁ κό- σμος. Ὅταν τὸν φέρνει ὁ Χριστὸς νὰ θυμᾶται ἐκεῖ στὸν ἄλλον κόσμο τοὺς ἀδελφούς του, δείχνει καὶ γιατί ἐνδιαφερόταν καὶ στὸν ἐδῶ κόσμο. Καὶ σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο ἐνδιαφερόταν γιὰ τοὺς στενοὺς συγγενεῖς του. Αὐτὸ ἀνοίγει μία χαραμάδα ἐλπίδας. Αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ κάποιους ἄλλους, ἂς ἦταν αὐτοὶ τὰ ἀδέλφια του, ἂς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός του, γεννάει τὴν ἐρώτηση πρὸς τὸν Ἀβραάμ. Κι ὁ Ἀβραὰμ τοῦ δείχνει τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ εἴπαμε τώρα ἔχει σχέση μὲ μᾶς. Ἐμεῖς γιὰ ποιόν ἐνδιαφερόμαστε; Νοιαζόμαστε γιὰ τὰ δικά μας μόνο πρό- σωπα, γιὰ τὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς μας; Ἀπὸ κεῖ μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τί πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ νὰ μὴν πάθουμε σὰν τὸν πλούσιο. Ἀκόμα γιὰ μᾶς μποροῦμε νὰ παρατηρήσουμε καὶ κάτι ἄλλο. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ζεῖ «εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς». Εἶναι καταναλωτὴς ἀγαθῶν, ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα. Καταναλώνει συνεχῶς. Γι’ αὐτὸ ὁπωσδήποτε θὰ συσσώρευε περιουσία γιὰ νὰ εἶναι πλούσιος, νὰ ἔχει καὶ νὰ ξοδεύει. Τί σημαίνει αὐτὸ ὅμως; Σημαίνει ὅτι κάτι ἄλλο τοῦ λείπει. Ἀναζητεῖ συνεχῶς παρηγοριὰ στὰ πράγματα, στὴν καθημερινὴ καλοπέρασή του. Κι αὐτὸ δὲ σταματάει ποτέ. Δείχνει ἀκριβῶς ὅτι εἶναι σὲ ἀνάγκη. Βρίσκεται σὲ ἔλλει- ψη. Μήπως θά ’πρεπε νὰ χορτάσει τὸν ἑαυτό του μὲ ἄλλα πράγματα καὶ νὰ καλύψει τὴν ἔλλειψή του διαφορετικά; Βλέπετε, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὅτι ὁ πλούσιος, παρότι ζοῦσε δύο χιλιάδες χρόνια πρὶν ἀπὸ μᾶς, ζοῦσε σύμφωνα μὲ τὴ δική μας νοοτροπία. Σὲ πολλοὺς ἀπὸ μᾶς ὁ νόμος δὲν ὑπάρχει κἄν. Δὲν ξέρουμε ἂν ὑπάρχει. Δὲ γνωρίζουμε ὅτι τὸν παραβιάζουμε, δὲν γνωρίζουμε ὅτι ἐὰν τὸν ξέραμε, θὰ σκεπτόμασταν διαφορετικὰ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴ δική μας. Ἐμεῖς, στὸν πολιτισμὸ ποὺ ζοῦμε, εἴμαστε κατα- ναλωτὲς ἀγαθῶν, μήπως θὰ πρέπει νὰ ξέρουμε τί κρύβεται πίσω ἀπ’ αὐτὴ τὴν κατανάλωση; Γιατί ἡ κατανάλωση γεν- νάει τὴ θρησκευτικὴ ἀδιαφορία τῶν καιρῶν μας; Μήπως πρέπει νὰ δοῦμε τὰ πράγματα διαφορετικά; Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, στὸ Γεροντικό –ἕνα βιβλίο ποὺ ἔχει ἐπεισόδια ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἀρχαίων ἀσκητῶν– διαβάζουμε τὸ ἑξῆς: Ὑπάρχει ἕνας ἀσκητής, ὁ Ἀγάθων, ποὺ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν κόπο του εἶχε προκόψει πνευματικά. Νὰ τί ἔλεγε στοὺς ἄλλους: «Ἐὰν μοῦ ἦταν δυνατὸ νὰ βρῶ ἕναν λεπρὸ καὶ νὰ τοῦ δώσω τὸ σῶμα μου καὶ νὰ πάρω τὸ δικό του, θὰ ἤμουν εὐτυχής». Ὁ Ἀγάθων ἔφτασε στὸ ἄλλο ἄκρο ἀπὸ κεῖ ποὺ ἦταν ὁ πλούσιος. Ἐὰν ὁ πλού- σιος δὲν μποροῦσε νὰ σκεφτεῖ νὰ δώσει κάτι σ’ αὐτὸν ποὺ κείτονταν μπροστὰ στὸ σπίτι του, ὁ Ἀγάθων ἤθελε νὰ δώσει ὅλη του τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα του. Κάτι ποὺ ἐμεῖς δὲν μπο- ροῦμε οὔτε νὰ τὸ σκε- φτοῦμε, οὔτε κἂν νὰ περάσει ἀπ’ τὸ μυαλό μας. Πῶς ἔφτασε ὅμως ἐκεῖ; Ἔφτασε τηρώντας τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ξεπερνώντας τον καὶ μοιάζοντας μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Γιατὶ ὁ Χρι- στός, ὁ Θεός, ἦρθε στὸν κόσμο καὶ πῆρε τὸ δικό μας σῶμα, καὶ μάλιστα τὸ πονεμένο σῶμα, τὸ πληγωμένο, τὸ γεμάτο ἀνάγκες καὶ ἐλλείψεις. Καὶ τὸ πῆρε μέχρι τὸ σταυρό, ἐκεῖ πάνω ποὺ πέθανε. Πῆρε τὸ σῶμα τοῦ καθενὸς καὶ πιὸ πολὺ τὸ σῶμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ πονᾶνε. Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἂς σκεφτοῦμε πάλι αὐτὰ ποὺ ἀκού- σαμε σήμερα. Ἂς βάλουμε στὸ μυαλό μας ὅτι δὲν ὑπάρ- χουν δύο κόσμοι, αὐτὸς κι ὁ ἄλλος. Μπροστὰ στὸν Θεὸ ὁ κόσμος εἶναι ἕνας καὶ ἑνιαῖος. Ὅ,τι ἀρχίζει ἐδῶ, τελειώνει ἐκεῖ σὲ μιὰ ὀργανικὴ συνέχεια. Ὅ,τι ἐδῶ δὲν φαίνεται, ἐκεῖ θὰ ἀποκαλυφθεῖ. Ὅ,τι ἐδῶ ἀλλάζει, ποὺ εἶναι ἡ μεγάλη μας ἐλπίδα, ἐκεῖ δὲν ἀλλάζει καὶ γίνεται βάραθρο ἀξεπέρα- στο. Εἴθε λοιπὸν αὐτὰ νὰ μποῦν μέσα μας γιὰ νὰ προσα- νατολίσουμε τὴ ζωή μας πρὸς τὰ ἐκεῖ ποὺ θέλει ὁ Χριστός. Ἀμήν!

Τοῦ Σταύρου Ζουμπουλάκη

Π αρέβαλον ἀδελφοὶ τῷ Ἀββᾷ Ἀντωνίῳ, καὶ λέγουσιν αὐτῷ⋅ εἶπε ἡμῖν λόγον, πῶς σωθῶμεν; λέγει αὐτοῖς ὁ γέρων⋅ ἠκούσατε τὴν γραφήν; καλῶς ὑμῖν ἔχει⋅ οἱ δὲ εἶπον⋅ καὶ παρὰ σοῦ θέλομεν ἀκοῦσαι, πάτερ⋅ εἶπε δὲ αὐτοῖς ὁ γέρων⋅ λέγει τὸ Εὐαγγέλιον⋅ Ἐὰν τίς σε ραπίσῃ εἰς τὴν δε­ ξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην⋅ λέγουσιν αὐτῷ⋅ οὐ δυ­ νάμεθα τοῦτο ποιῆσαι⋅ λέγει αὐτοῖς ὁ γέρων⋅ εἰ μὴ δύνασθε στρέ­ ψαι καὶ τὴν ἄλλην, κἂν τὴν μίαν ὑπομείνατε⋅ λέγουσιν αὐτῷ⋅ οὐδὲ τοῦτο δυνάμεθα⋅ λέγει ὁ γέρων⋅ εἰ οὐδὲ τοῦτο δύνασθε, μὴ δότε ἀνθ’ οὗ ἐλάβετε⋅ καὶ εἶπον⋅ οὐδὲ τοῦτο δυνάμεθα⋅ λέγει οὖν ὁ γέρων τῷ μαθητῇ αὐτοῦ⋅ ποίησον αὐτοῖς μικρᾶν ἀθήραν⋅ ἀσθενοῦσι γάρ⋅ καὶ λέ­ γει αὐτοῖς⋅ εἰ τοῦτο οὐ δύνασθε, κἀκεῖνο οὐ θέλετε, τί ὑμῖν ποιήσω; εὐχῶν χρεία. Ἀντώνιος, ιη΄ Ἡ σκηνὴ εἶναι τυ- πική. Μοναχοὶ ἐπι- σκέπτονται γέροντα, παραβάλλουσιν αὐτῷ, κατὰ τὴ συνήθη διατύπωση τοῦ Γεροντικοῦ, καὶ τοῦ ζη- τοῦν νὰ τοὺς πεῖ «ρῆμα», λόγον. Σὲ τοῦτον τὸν κόσμο τοῦ μονήρους βίου, τῆς σιωπῆς καὶ τοῦ ἐργοχείρου, οἱ ἄνθρωποι, ἀφενός, ζητοῦν λόγο καί, ἀφετέρου, ἐκεῖνο ποὺ κατεξοχὴν διακρίνει τοὺς γέροντες, τοὺς πεπειραμέ- νους δηλαδὴ πατέρες τῆς ἐρήμου, εἶναι ἀκριβῶς τὸ χά- ρισμα τοῦ λόγου. Οἱ ἀββάδες τοῦ Γεροντικοῦ, ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, δὲν κάνουν θαύματα, λένε μοναχὰ λόγο, «λόγον ζωηρόν», λόγο γιὰ νὰ ζήσουν καὶ νὰ σωθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ὁ καρπὸς τῆς πείρας συμπυκνώνεται σὲ ἕνα λόγο. Ὁ λόγος ποὺ ζητιέται εἶναι πρακτικός: πές μας τί νὰ κάνουμε γιὰ νὰ σωθοῦμε, εἶπε ἡμῖν λόγον πῶς σωθῶμεν. Ἄλλες περιέργειες δὲν ἔχουν θέση στὴν ἔρημο. Ἀντιστοί- χως, ὁ λόγος χαρίζεται σὲ ὁρισμένους μοναχούς, ἐπειδὴ ὑπάρχουν κάποιοι ἄλλοι ἀποφασισμένοι νὰ τὸν πράξουν. Ὅταν οἱ ἐργάτες τοῦ λόγου λείψουν, τότε ὁ λόγος γίνεται μάταιος καὶ αἴρεται τὸ χάρισμα. Παρέβαλον ἀδελφοὶ πρὸς τὸν Ἀββᾶν Φήλικα ἔχοντες μεθ’ ἑαυτῶν κοσμικοὺς καὶ παρεκάλεσαν αὐτόν, ἵνα εἴπῃ αὐτοῖς λόγον⋅ ὁ δὲ γέ­ ρων ἐσιώπα⋅ ἐπὶ πολὺ δὲ παρακαλούντων αὐτῶν, εἶπεν αὐτοῖς⋅ λόγον θέλετε ἀκοῦσαι; λέγουσιν αὐτῷ⋅ ναὶ Ἀββᾶ⋅ εἶπεν οὖν ὁ γέ­ ρων⋅ ἄρτι οὐκ ἔνι λόγος⋅ ὅτε ἠρώτων οἱ ἀδελφοὶ τοὺς γέροντας καὶ ἐποί­ ουν ἃ ἔλεγον αὐτοῖς, ὁ Θεὸς ἐπεχορήγει τὸ πῶς λαλῆσαι⋅ νῦν δέ, ἐπειδὴ ἐρωτῶσι μέν, οὐ ποιοῦσι δὲ ἃ ἀκού­ ουσιν, ᾖρεν ὁ Θεὸς τὴν χάριν τοῦ λόγου ἀπὸ τῶν γερόντων καὶ οὐχ εὑρίσκουσι τί λαλῆσαι ἐπειδὴ οὐκ ἔστιν ὁ ἐργα­ ζόμενος⋅ καὶ ἀκούσα­ ντες οἱ ἀδελφοὶ ταῦτα, ἐστέναξαν λέγοντες⋅ εὖξαι ὑπὲρ ἡμῶν Ἀββᾶ. Φήλιξ Ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος ἀρνεῖται νὰ πεῖ λόγο καὶ παραπέμπει στὴ Γραφή: ἠκούσατε τὴν γραφήν;. Ὄχι «ἀνέγνωτε» ἀλλὰ ἠκούσατε. Ἀνάμεσα στοὺς χιλιάδες μοναχοὺς τῆς Νιτρί- ας, τῆς Σκήτης καὶ τῶν Κελλιῶν (σημειωτέον ὅτι τὴν ἀφή- γηση τῆς ἱδρύσεως τῆς τρίτης αὐτῆς κοινότητας ἀπὸ τὸν Ἀμμοῦν, τὴ διαβάζουμε ἐδῶ, Ἀντώνιος, λγ΄) λίγοι ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ εἶχαν δυὸ τρία βιβλία στὸ κελλί τους καί, ἂν εἶχαν, θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ ἀπαλλάσσονταν ἀπὸ αὐτά, γιατὶ ἡ ἀκτημοσύνη εἶναι μείζων ὅλων τῶν βιβλίων, καταπῶς συμβουλεύει ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος ὁ τῆς Φέρμης (α΄). Τὴ Γραφὴ δὲν τὴ διάβαζαν –οἱ περισσότεροι ἄλλωστε ἦταν ἀγράμματοι–, τὴν ἄκουγαν κυρίως στὴ σύναξη τῆς Κυριακῆς καί, ὅσοι μποροῦσαν, τὴν ἀπομνημόνευαν. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Γεροντικοῦ γενικῶς οὔτε διαβάζουν οὔτε γράφουν, ἀκοῦνε καὶ μιλᾶνε ὅσο γίνεται λιγότερο. Τί εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸν ἅγιο Ἀντώνιο; Ἕνα πρα- κτικὸ βιβλίο, λόγος ποὺ σὲ καλεῖ, ἐσένα καὶ ὄχι κάποιον ἄλλο, νὰ τὸν ἐφαρμόσεις, νὰ τὸν τηρήσεις, καὶ ὄχι νὰ τὸν συζητήσεις ἢ νὰ τὸν ἑρμηνεύσεις. Κορυφαῖο παράδειγμα τέτοιας σχέσης μὲ τὸ Εὐαγγέλιο ἀποτελεῖ ὁ ἴδιος: Ὅταν ἄκουσε στὴν ἐκκλησία «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα, καὶ δὸς πτωχοῖς…» (Μτ. 19, 21), δὲν θεώρησε ὅτι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἀπευθυνόταν στὸν πλούσιο νεανία ἀλλὰ σὲ ἐκεῖνον τὸν ἴδιο προσω- πικά, οὔτε ἔκρινε ὅτι ἐννοεῖ κάτι ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ τόσο ἁπλὰ λέει. Τὸν πῆρε κατὰ γράμμα καὶ μοίρασε τὰ πλούτη του. Καὶ ὅταν μία ἄλλη Κυριακὴ ἄκουσε πάλι τὸ Εὐαγγέλιο νὰ λέει «Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔρι­ ον» (Μτ. 6, 34), πῆρε ξανὰ τὰ λόγια αὐτὰ τοῖς μετρη- τοῖς καί, ἀφοῦ χάρισε ὅσα λίγα εἶχε κρατήσει γιὰ χάρη τῆς ἀδελφῆς του, στὸ ἑξῆς «ἐσχόλαζε […] προσέχων ἑαυτῷ καὶ καρτερικῶς ἑαυτὸν ἄγων». Ἀξίζει νὰ τονίσουμε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὴ σημα- σία ποὺ ἔχει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀπόφαση τοῦ ἁγίου Ἀντωνί- ου νὰ γίνει μοναχὸς ἔχει τὴ ρίζα της στὸ Εὐαγγέλιο. Ἔχει γίνει μεγάλη συζήτηση γιὰ τὶς πηγὲς τοῦ μοναχισμοῦ καὶ τὶς ἐπιρροὲς ποὺ (ἀναμφισβήτη- τα) δέχτηκε κατὰ τὴ γένεσή της αὐτὴ ἡ μορφὴ χριστια- νικῆς ζωῆς ἀπὸ ἄλλες ἐξω- χριστιανικὲς μορφές, δὲν θὰ μπορέσουμε ὡστόσο νὰ τὸν κατανοήσουμε, ἂν δὲν λά- βουμε σοβαρὰ ὑπόψη μας, δὲν λέω νὰ υἱοθετήσουμε ἄνευ ὅρων, καὶ τὴν δική του αὐτοερμηνεία, ὅτι δηλαδὴ ὁ μονότροπος βίος τῶν μοναχῶν ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς εὐαγγελικῆς μονοτροπίας, τοῦ «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρί­ οις δουλεύειν», ὅτι τὸ ἱδρυτικὸ δίλημμα τοῦ μοναχισμοῦ «ἢ Θεὸς ἢ κόσμος», ὅπου κόσμος σημαίνει ὅλα ὅσα δὲν εἶναι Θεός, εἶναι ἕνα καθαυτὸ εὐαγγελικὸ δίλημμα. […] Οἱ παραβαλόντες μοναχοὶ δὲν μένουν ἱκανοποιημένοι. Ἡ Γραφὴ καλῶς ἔχει γιὰ αὐτοὺς ὅσο καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους, αὐτὸ τὸ ξέρουν, ἐκεῖνο ὅμως ποὺ θέλουν τώρα εἶναι τὸν δικό του λόγο. Τί ἀκριβῶς θέλουν δηλαδή; Θέ- λουν, φαίνεται, τὸν λόγο τῆς διακρίσεώς του, ἤγουν ἕναν λόγο ποὺ θὰ ἀπευθύνεται εἰδικὰ σὲ αὐτούς, ἐν γνώσει τῆς πνευματικῆς τους καταστάσεως, πρόσφορο νὰ τοὺς ὠφελήσει. Ἔρημος σημαίνει μονότροπος βίος, ὁμοιομορ- φία, ταυτόχρονα ὅμως θὰ συναντήσει κανεὶς ἐδῶ καὶ με- γάλη προσωπικὴ διαφοροποίηση. Κάθε μοναχὸς ἔχει τὴ βιογραφία του καὶ τὸν χαρακτήρα του, κυρίως ὅμως ἔχει τὴν πνευματικὴ ἡλικία του καὶ τὶς δικές του πνευματικὲς ἀνάγκες. Σὲ αὐτὸ τὸ πραγματικὸ ἔδαφος τῆς προσωπικῆς δια- φορᾶς, θεμελιώνεται ἡ πνευ- ματικὴ καθοδήγηση τῶν δια- κριτικῶν γερόντων. Ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος ἐπιμένει στὸ Εὐαγ- γέλιο: «Ἐάν τις σὲ ραπίσῃ εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην». Ξέρει καλὰ ὁ ἐρημίτης τί σημαίνει χριστιανισμός, πηγαίνει κατευ- θείαν στὸν πυρήνα τῆς εὐαγ- γελικῆς διδασκαλίας: ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλον ποὺ νὰ φτάνει μέχρι τὴν ἄρνηση τῆς ἴδιας τῆς αὐτοσυντήρησής σου, τῆς ἐμμονῆς εἰς τὸ εἶναι, τοῦ στερεότερου, δηλαδή, μονι- μότερου καὶ καθολικότερου γνωρίσματος τοῦ ἀνθρώπου. Νὰ ἀγαπᾶς τὸν φίλο σου ἢ τὸν πλησίον του, τοῦτο τὸ δί- δαξαν καὶ ἄλλες πνευματικὲς παραδόσεις, νὰ ἀγαπᾶς ὅμως τὸν ἐχθρό σου, αὐτὸ τὸ δίδα- ξε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ Εὐαγ- γέλιο. Νὰ ἀγαπᾶς τὸν ἐχθρό σου μέχρι θανάτου, τοῦ δικοῦ σου θανάτου, τοῦτο τὸ ἀνή- κουστο εἶναι ὁ χριστιανισμός. Ἐφαρμόστε, λοιπόν, αὐτὴ τὴν ἐντολή, λέει ὁ ἅγιος Ἀντώνιος, καὶ θὰ σωθεῖτε. Ποιός μπορεῖ ὅμως νὰ τὴν ἐφαρμόσει τούτη τὴν ἐντολή; Δὲν εἶναι, ἄρα, νὰ ἀπορεῖ κανεὶς ποὺ οἱ μοναχοὶ ἀπαντοῦν πὼς δὲν μποροῦν νὰ τὸ κάνουν. Ἡ ἀπορία βρί- σκεται ἀλλοῦ: γιατί ὁ διακριτικὸς γέρων προτείνει στοὺς ἄπειρους, κατὰ τεκμήριο, μοναχοὺς ποὺ πῆγαν νὰ τὸν συμβουλευτοῦν τοῦτο τὸ ἀκρότατο, τὸ ὁποῖο γιὰ νὰ τὸ τηρήσεις πρέπει νὰ ἔχεις φτάσει στὸ μέτρο τῆς ἡλικίας τοῦ Χριστοῦ; Μετὰ τὴ δήλωση ἀδυναμίας ἐκ μέρους τῶν μο- ναχῶν, ὁ ἀββᾶς δὲν θὰ κλείσει τὴ συζήτηση, ἀλλὰ θὰ τὴν συνεχίσει, μετριάζοντας τὴν ἀρχικὴ ἀπολυτότητά του: εἰ μὴ δύνασθε στρέψαι καὶ τὴν ἄλλην, κἂν τὴν μίαν ὑπομεί­ νατε. Νέα δήλωση ἀδυναμίας, νέος μετριασμός: μὴ δότε ἀνθ’ οὗ ἐλάβετε. Ὁ ἐρημίτης ὄντως ξέρει πολὺ καλὰ τί σημαίνει χριστιανισμός. Ξέρει δηλαδὴ ὅτι ἡ πνευματικὴ στρατηγικὴ τοῦ χριστιανισμοῦ δὲν εἶναι ἡ μαξιμαλιστικὴ στρατηγικὴ τοῦ «ἢ ὅλα ἢ τίποτε», οὔτε ἡ ἰσοπεδωτικὴ τοῦ «τί λάχανα, τί μπρόκολα», οὔτε ἡ βολονταριστικὴ τῆς ἐξ ἐφόδου καταλήψεως τῶν Χειμερινῶν Ἀνακτόρων τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ ἡ στρατηγικὴ τῆς κλιμάκωσης, τῶν ἀνα- βαθμῶν, τῶν σταδίων. Ἂν θεωρεῖ κανεὶς ἀνοίκεια τὴν ὁρολογία ποὺ χρησιμοποιοῦμε ἐδῶ, θὰ τοῦ ὑπενθυμίσουμε ἐν παρόδῳ ὅτι τὸ Γεροντικὸ καὶ ὅλα τὰ μοναστικὰ κείμενα εἶναι μία ἀγωνιστικὴ γραμματεία, μιὰ γραμματεία μάχης, ἡ ὁποία βρίθει ὡς ἐκ τούτου πολεμικῶν ὅρων. Ἡ πνευματικὴ αὐτὴ στρα- τηγικὴ ἀποδίδει σημασία καὶ στὰ μικρότερα κατορθώματα (ὅσο μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἀποδί- δει καμία σὲ μεγάλα, γιὰ λόγους ἀκριβῶς ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὴν πνευματικὴ κατάστα- ση καὶ πορεία τοῦ ἀνθρώπου) καὶ ὁδηγεῖ, ἂν ὁδηγήσει, στὴν οἰκείωση τῶν ἀρετῶν, σὲ βάθος χρόνου, διὰ τῆς ἕξεως. Ἡ πνευματικὴ στρατηγικὴ τῆς κλιμάκωσης, ἡ ὁποία ἀπο- τελεῖ στέρεη συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔχει ἀποτυπωθεῖ στὴ θεολογία της, στὴν ἠθικὴ διδασκαλία καί, κυρίως, στὴν πνευματικὴ καθοδήγησή της, κατάγεται ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ Εὐαγ- γέλιο: ἡ πλήρωσις τοῦ νόμου, τὴν ὁποία κηρύττει ὁ Χριστός, εἰσάγει αὐτομάτως καὶ ἀπὸ μόνη της τὴν ἔννοια τῶν σταδίων. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ὅτι «ὁ βλέ­ πων γυναῖκα εἰς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτῆς ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Μτ. 5, 28) ὁρίζει τὸ τέρμα τῆς διαδρομῆς, ὁ ρεαλισμὸς ὅμως τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς θεωρεῖ ὅτι τὸν βλέποντα εἰς τὸ ἐπιθυμῆσαι καὶ μοιχεύσαντα τὸν χωρίζει μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὸν βλέποντα εἰς τὸ ἐπιθυμῆσαι ἀλλὰ τελικῶς μὴ μοιχεύσαντα, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ἐντολὴ «οὐ μοιχεύσεις» ἰσχύει στὸ ἀκέραιο. Ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὸ τὸν χῶρο τῆς ἄκρας, καὶ πολλὲς φορὲς ἀκραί- ας, πνευματικῆς ἀπαιτητικότητας ποὺ εἶναι ὁ ἐρημητικὸς μοναχισμὸς τοῦ Γεροντικοῦ, ἡ ἀπόλυτη στάση ποὺ ἀξιώ- νει ἠθικὰ μόνο τὸν τελευταῖο ἀναβαθμὸ τῆς κλίμακας καὶ ἀπαξιώνει τοὺς προηγούμενους δὲν ἔχει θέση. […] Ὑπάρχει ὅμως ἕνα κατώτατο ὅριο στὴν ἠθικὴ κλίμα- κα, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀπαράβατο: νὰ μὴν κάνεις κακὸ σὲ ἄνθρωπο. Αὐτὸ σημαίνει τὸ μὴ δότε ἀνθ’ οὗ ἐλάβετε. Τὸ νὰ βλάψεις τὸν ἄλλο δὲν συγχωρεῖται γιὰ κανένα ἀπολύ- τως λόγο, τίποτε δὲν νομιμοποιεῖ μία τέτοια πράξη. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὅριον ὃ οὐ παρελεύσεται, γιὰ ἕναν ποὺ θέλει νὰ εἶναι μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ἂς θυμίσουμε ἐδῶ τὰ τέσσερα εἴδη ἀπαθείας, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: Πρώτη γὰρ ἐστιν ἀπάθεια, ἡ παντελὴς ἀποχὴ τῶν κατ’ ἐνέρ­ γειαν κακῶν, ἐν τοῖς εἰσαγομέ­ νοις θεωρουμένη⋅ δευτέρα δέ, ἡ παντελὴς κατὰ διάνοιαν περὶ τὴν τῶν κακῶν συγκατάθεσιν ἀποβολὴ λογισμῶν, ἐν τοῖς μετὰ λόγου τὴν ἀρετὴν μετιοῦσι γινο­ μένη⋅ τρίτη, ἡ κατ’ ἐπιθυμίαν περὶ τὰ πάθη παντελὴς ἀκινησία, ἐν τοῖς διὰ τῶν σχημάτων τοὺς λό­ γους νοητῶς θεωρουμένοις τῶν ὁρωμένων. Τετάρτη ἀπάθεια, ἡ καὶ αὐτῆς τῆς ψιλῆς τῶν παθῶν φαντασίας παντελὴς κάθαρσις, ἐν τοῖς διὰ γνώσεως καὶ θεωρί­ ας καθαρὸν καὶ διειδὲς ἔσοπτρον τοῦ Θεοῦ ποιησαμένοις τὸ ἡγε­ μονικὸν συνισταμένη. Τὸ κατ’ ἐνέργειαν κακό, ἡ ἐμπράγματη ἁμαρτία, εἶναι προχριστιανικὴ κατάσταση. Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ ὡς χριστια- νοῦ ἀρχίζει ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔχει ξεκόψει («κόπτειν» εἶναι ἡ λέξη τοῦ Γεροντικοῦ) μὲ τὴν κατ’ ἐνέργειαν ἁμαρτία. Ἡ κλίμακα δηλαδὴ τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς ἔχει ἕνα πρῶτο σκαλὶ -ἀρκετὰ ἤδη δυσκατόρθωτο ὅσο καὶ ἐκεῖνο τὸ καβαφικό- καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ παντελὴς ἀποχὴ ἀπὸ τὸ κατ’ ἐνέργειαν κακό. Τὸ κακὸ τῶν κακῶν εἶναι νὰ βλάψεις ἄλλον ἄνθρωπο. Ὁ ἀββᾶς δὲν μπορεῖ νὰ κατεβάσει πε- ρισσότερο τὸν πνευματικὸ πῆχυ. Ὁ Ἀντώνιος δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσει, γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλο περιθώριο συγκατάβασης. Στρέφεται πρὸς τὸν μαθητή του καὶ τοῦ παραγγέλλει νὰ φτιάξει λίγη σούπα γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες, γιατὶ εἶναι ἄρρωστοι – καλὴ εὐκαιρία νὰ ἐκτιμήσουμε καὶ τὸ ἰδιότυπο χιοῦμορ τῶν γε- ρόντων. Ἂς φᾶνε λοιπὸν τὸ κουρκούτι τους καὶ ἂς πᾶνε στὸ καλό. Στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι καιρὸς νὰ γυρίσουμε στὴν ἀπορία ποὺ διατυπώσαμε παραπάνω: γιατί ὁ διακρι- τικὸς γέρων πρότεινε σὲ αὐτοὺς τοὺς ἀσθενεῖς -ἡ ἁμαρτία ὡς ἀρρώστια τῆς ψυχῆς εἶναι κοινότατος τόπος τῆς χρι- στιανικῆς ἠθικῆς- τὴν ἀκρότατη ἐντολή; Θὰ προσπαθή- σουμε νὰ ἀπαντήσουμε, κόβοντας δρόμο μέσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἡ διήγηση τοῦ Γεροντικοῦ τὴν ὁποία σχολι- άζουμε ἐδῶ ἔχει ἀναλογίες μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση τῆς συνάντησης τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν πλούσιο νεανία (Μτ. 19, 16-22, Μκ. 10, 17-22, Λκ. 18, 18-23) τὴν ὁποία ἔχουμε ἤδη μνημονεύσει, ὅταν κάνα- με λόγο γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐννοοῦσε τὸ Εὐαγγέλιο ὁ ἅγιος Ἀντώνιος. Τὸ ἐρώτημα εἶναι τὸ ἴδιο: «τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;» (Μτ. 19, 16), ἴδια εἶναι καὶ ἡ ἀπάντηση: «τήρησον τὰς ἐντολάς», κατὰ τὴν διατύπωση τοῦ Ματθαίου, «τὰς ἐντολὰς οἶδας», κατὰ τὴν ταυτόσημη ἀπάντηση τοῦ κατὰ Μάρκον καὶ τοῦ κατὰ Λουκᾶν. (Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ Χριστὸς παραπέμπει μὲ τὴν ἀπάντησή του στὴ Γραφή: «ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται;» [Λκ. 10, 26], ἀπαντάει ἀντιρωτώ- ντας στὸν ἐκπειράζοντα νομι- κό). Ἡ συνέχεια εἶναι γνωστή: ἀφοῦ ὁ νέος γνωρίζει καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς δὲν τοῦ ἀπομένει παρὰ νὰ μοιράσει τὰ ὑπάρχο- ντά του στοὺς φτωχούς. Ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτό, ὁ νεανίσκος ἔφυγε «λυπούμενος⋅ ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά». Γιατί ἄραγε ὁ Χριστὸς φορ- τώνει τὸν νεανία μὲ τέτοιο φορτίο; Ἐπειδὴ θέλει νὰ τοῦ φανερώσει, σὲ ἐκεῖνον καὶ στὸν καθένα, ὅτι δὲν εἶναι, ὅπως μὲ ὑπερβολικὴ σιγουριὰ νομίζει, ἀληθινὸς τηρητὴς τοῦ νό- μου, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι εἶναι φιλάργυρος. Πῶς ἐφαρμόζει τάχα τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον, χωρὶς νὰ ἀνοίγει τὸ πορτοφόλι του; «Οἱ καρδιὲς ἀνοίγουν πολὺ εὔκολα στὴν ἐργατιά⋅ τὰ πορτοφόλια πολὺ δύσκο­ λα. Πιὸ δύσκολα ἀπὸ ὅλα ἀνοίγουν οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν μας», γράφει ἁπλὰ ὅσο καὶ διεισδυτικὰ ὁ Ἐμμανουὴλ Λε- βινᾶς. […] Μὲ ἄλλα λόγια ἡ προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν νεανία εἶναι ἐντέλει μιὰ προτροπὴ σὲ μετάνοια. Παρό- μοια, στὴ διήγηση τοῦ Γεροντικοῦ, ὁ διακριτικὸς γέρων παραγγέλλει στοὺς μοναχοὺς τὸ ἀκρότατο – ἡ κλίμακα τῶν ἀπαιτήσεων στὴν εὐαγγγελικὴ διήγηση εἶναι ἀνι- ούσα, στὸ Γεροντικὸ κατιούσα – γιὰ νὰ τοὺς ἀποκαλύ- ψει τελικὰ ὅτι δὲν ἔχουν ξεπεράσει ἀκόμη τὸ στάδιο τῆς ἐμπράγματης ἁμαρτίας. Ρωτοῦν γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἤγουν γιὰ τὴν κληρονομιὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, καὶ δὲν ἔχουν ἀκόμη λάβει τὴν ἀπόφαση νὰ μὴν κάνουν κακὸ σὲ ἄνθρωπο. Ἐρώτημα: δὲν θὰ μποροῦσε ὁ ἅγιος Ἀντώνιος νὰ ἀρκεστεῖ στὸ μὴ δότε ἀνθ’ οὗ ἐλάβετε καὶ νὰ παραλείψει τὶς δυὸ προηγούμενες ὑπέρογκες ἐντολές; Ἀσφαλῶς θὰ μποροῦσε, ἀλλὰ προτίμησε τὴν σωστότερη μέθοδο, ὥστε α) τὸ τέλειο νὰ μένει ἀκλόνητο στὴ θέση του, τὸ ἀπό- λυτο νὰ μὴν σχετικοποιεῖται, β) νὰ ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνθρώπινη ἀδυ- ναμία, γ) νὰ ὁρίζεται ὁ οὐδὸς τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος στρέφε- ται πρὸς τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς ἐκφράζει τὴν ἀδυναμία του νὰ τοὺς βοηθήσει: εἰ τοῦτο οὐ δύνα­ σθε κἀκεῖνο οὐ θέλετε, τί ὑμῖν ποι­ ήσω; Μήπως ὅμως ὁ ἀββᾶς ἀδικεῖ στὸ σημεῖο αὐτὸ τοὺς μοναχούς; Ἐκεῖνοι, σὲ καμία ἀπὸ τὶς τρεῖς ἀπα- ντήσεις τους, δὲν εἶπαν «οὐ θέλο- μεν ποιῆσαι» ἀλλὰ οὐ δυνάμεθα. Ἡ ἀπόσταση ποὺ χωρίζει τὸ «θέλω» ἀπὸ τὸ «δύναμαι» μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπὸ ἰλιγγιώδης ἕως ἀνύπαρκτη. Τί ἰσχύει ἄραγε ἐν προκειμένῳ; Μπορεῖ τὸ οὐ δυνάμεθα τῶν μο- ναχῶν νὰ συγκαλύπτει ἁπλῶς τὸ «οὐ θέλομεν»; Ναί, αὐτὸ πιστεύει ὁ γέρων. Γιὰ τὴν πρώτη (εὐαγγελι- κή) προτροπὴ ποὺ τοὺς ἀπευθύνει, δέχεται ὁ Ἀντώνιος νὰ ἰσχύει τὸ οὐ δυνάμεθα. Γιὰ τὴ δεύτερη τὸ ἴδιο, γιὰ τὴν τρίτη ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ τὸ δεχτεῖ. Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ κατ’ ἐνέργειαν κακὸ εἶναι ζήτημα ἀπόφασης, ἄρα βούλησης, καὶ ἐδῶ δὲν ἔχει θέση τὸ οὐ δυνάμεθα. Σωστὰ λοιπὸν μεταφράζει ὁ ἀββᾶς τὸ οὐ δυνά­ μεθα τῆς τρίτης ἄρνησης σὲ «οὐ θέλομεν». Καὶ τώρα λοιπὸν τί γίνεται μὲ τοὺς ἀδελφούς; Τί μπο- ρεῖ νὰ γίνει μὲ ἀνθρώπους – μοναχούς! – ποὺ δὲν ἔχουν λάβει τὴν ἀπόφαση νὰ μὴν ἀδικοπραγοῦν, νὰ μὴν ζη- μιώνουν τὸν ἄλλο; Ἡ κατάστασή τους φαίνεται νὰ εἶναι χειρότερη καὶ ἀπὸ τὴν κατάσταση τοῦ πλούσιου νεανία, γιατὶ ἐκεῖνος τουλάχιστον δὲν πράττει τὸ κακό. Ὁ Χριστὸς πρὶν πεῖ στὸν νεανία νὰ πουλήσει ὅσα ἔχει «ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτόν» (Μκ. 10, 21), ὅμοια καὶ ὁ Ἀντώνι- ος συμπαθεῖ τοὺς μοναχούς, δὲν τοὺς ἀποπαίρνει, ἀπορεί ἁπλῶς τί μπορεῖ νὰ κάνει γιὰ αὐτούς. Εὐχῶν χρεία, εἶναι ἡ ἀπάντηση. Καταρχὰς ἂς θέσουμε τὸ ἐρώτημα ποιός λέει αὐτὸ τὸ εὐχῶν χρεία. Εἶναι ἄραγε ἀπάντηση τῶν μοναχῶν στὴν ἐρώτηση τοῦ ἁγ. Ἀντωνίου, ἢ μήπως τὸ λέει καὶ αὐτὸ ὁ Ἀντώνιος, ἀπαντώντας ὁ ἴδιος στὴν ἐρώτησή του; Σύμ- φωνα μὲ τὶς ταξινομήσεις τοῦ Συντακτικοῦ, ἡ ἐρώτηση αὐτὴ δὲν ἀνήκει σὲ ἐκεῖνες ποὺ ἀπευθύνουμε σὲ κάποιον καὶ ζη- τοῦμε νὰ μάθουμε κάτι ποὺ δὲν ξέρουμε, ἀλλὰ στὶς ἐρωτήσεις ποὺ διατυπώνει ὁ ἐρωτῶν καθ’ ἑαυτὸν λέγων, ἐκφράζοντας ἀπορία, ἀμηχανία, ἀγανάκτηση. Ὁ Ἀντώνιος λοιπὸν ρωτάει καὶ ἀπαντάει ὁ ἴδιος. Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα ποὺ θέσαμε μπο- ρεῖ νὰ εἶναι εὔκολη, ἔχει ὅμως μεγάλη πνευματικὴ σημασία: ἂν τὸ εὐχῶν χρεία τὸ ἔλεγαν οἱ μο- ναχοί, αὐτὸ θὰ σήμαινε συνει- δητοποίηση ἐκ μέρους τους τῆς πνευματικῆς τους κατάστασης καὶ ἄρα ἀρχὴ μετανοίας. Χρειάζεται ἑπομένως προ- σευχή. Τίνος ἡ προσευχή; Τῶν μοναχῶν; Μήπως δηλαδὴ ὁ Ἀντώνιος τοὺς συμβουλεύει νὰ προσευχηθοῦν, προκειμένου νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκονται; Ὄχι, προφανῶς, γιατὶ ὁ γέρων γνω- ρίζει ὅτι ἡ πράξη προηγεῖται τῆς προσευχῆς καὶ ἀποτελεῖ προ- ϋπόθεσή της, ὅτι ἡ προσευχή, ἂν δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν πράξη, εἶναι μάταιος κόπος. Εἶπε πάλιν⋅ ἐὰν μὴ συμφω­ νήσῃ ἡ πράξις μετὰ τῆς εὐχῆς, εἰς μάτην κοπιᾶ ἄνθρωπος⋅ καὶ εἶπεν ὁ ἀδελφός⋅ τί ἐστι συμφώνησις πράξεως μετὰ εὐχῆς; καὶ εἶπεν ὁ γέρων⋅ ἵνα ὑπὲρ ὧν εὐχόμεθα, μηκέτι ποιῶμεν αὐτά. (Μωυσῆς, ιζ΄) Μήπως ἐκεῖνο ποὺ χρειάζονται οἱ μοναχοὶ στὴν κα- τάσταση ποὺ βρίσκονται εἶναι ἡ δική του προσευχή; Ἀποτελεῖ κοινὴ πεποίθηση ὅλων τῶν μοναχῶν ὅτι ἡ προ- σευχὴ τοῦ γέροντος ἔχει εὐεργετικὴ δύναμη καὶ γι’ αὐτὸ τὴν ἐκζητοῦν. Οἱ ἐρωτήσεις, αἴφνης, ποὺ ὑποβάλλονται στὸν μέγαν γέροντα, τὸν Βαρσανούφιο, συνοδεύονται μὲ τὴν παράκληση «εὖξαι ὑπὲρ ἐμοῦ». Ἐν προκειμένῳ ὅμως οἱ μοναχοί, ὅπως ἔχουμε ἤδη πεῖ, δὲν ζητοῦν τὴν εὐχὴ τοῦ γέροντος καὶ μοῦ φαίνεται ἐλάχιστα πιθανὸ ὅτι θὰ μι- λοῦσε ὁ ἅγιος Ἀντώνιος μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο γιὰ τὴ δική του προσευχή, ὅτι θὰ τὴν θεωροῦσε δηλαδὴ ἱκανὴ νὰ τοὺς γιατρέψει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Ἂν ὅμως δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο, τότε γιὰ ποιά εὐχὴ πρόκειται; Ὁ φί- λος μου π. Ἀντώνιος Πινακούλας θεωρεῖ ὅτι μὲ τὸ εὐχῶν χρεία ὁ ἅγιος Ἀντώνιος ἐννοεῖ αὐτὸ ποὺ θὰ λέγαμε σήμε- ρα «θέλουν διάβασμα» καὶ μοῦ ὑποδεικνύει μία ἔκδο- ση τοῦ corpus τῶν σχετικῶν μὲ τὸν ἅγιο Ἀντώνιο κειμένων ποὺ μεταφράζει μὲ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπο. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς συζητήσεις μαζί του πιστεύω πὼς ἔχει δίκιο. Ἔχοντας δεχτεῖ ὅτι τὸ εὐχῶν χρεία λέγεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἀντώνιο καὶ ἔχο- ντας ἀποκλείσει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἐννοεῖται ἡ προσευχὴ τῶν παραβαλόντων ἀδελφῶν, ἡ ἀπόσταση ποὺ χωρίζει τὴ δεύ- τερη ἐκδοχὴ (προσευχὴ τοῦ Ἀντωνίου) ἀπὸ τὴν τρίτη (ἀνά- γνωση εὐχῆς ὑπὸ τοῦ ἱερέως) δὲν εἶναι τεράστια. Πάντως, ἡ τρίτη ἐκδοχὴ ἐκφράζει μὲ μεγα- λύτερη ἔμφαση τὴν πεποίθηση τοῦ γέροντος ὅτι τοῦτοι οἱ μο- ναχοὶ ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκαν νοσοῦν πνευματικὰ καί, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε γιὰ αὐτοὺς (ἂν δὲν κάνουν κάτι καὶ οἱ ἴδιοι), τοὺς παραδίδει στὴν προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ θέλει νὰ τοὺς πεῖ στὴ γλώσσα ποὺ καταλαβαίνουν. Ὁ νεανίας τῆς εὐαγγελικῆς διηγήσεως «ἀπῆλθε λυπούμε- νος». Ὁ Χριστὸς κατεδάφισε τὴν αὐτοεικόνα του, ἔφερε στὸ φῶς τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό του. Ἡ λύπη του ὅμως εἶναι καλὸ ση- μάδι, δείχνει ὅτι πληγώθηκε, ἄρα μπορεῖ νὰ μετανοήσει. Οἱ ἀδελφοὶ ποὺ ἐπισκέφθηκαν τὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο πῶς νὰ ἀπῆλθαν ἄραγε; Ἄδηλο. Ἡ διήγηση δὲν ἔχει ἐκείνη τὴ συνήθη κατακλείδα ὅτι ἔφυγαν οἰκοδομηθέντες ἢ ὠφε- ληθέντες, οὔτε πάλι μᾶς λέει πὼς ἀθύμησαν. Κανεὶς ἑπο- μένως δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ πῶς ἐπέστρεψαν εἰς τὰ ἴδια. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ ποῦμε, σὲ πλήρη συμφωνία μὲ τὸ πνεῦμα τῆς διηγήσεως, εἶναι νὰ ἐπαναλάβουμε ὅ,τι ἔγρα- ψε ὁ μέγας Βαρσανούφιος σὲ ἀδελφὸ ποὺ ζήτησε συγ- χώρηση: «ὁ θάνατος καὶ ἡ ζωὴ ἡμῶν εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν τυγχάνει». g Ἀπὸ τὸν συλλογικὸ τόμο «Σύναξις Εὐχαριστίας- Χαριστήρια εἰς τιμὴν τοῦ γέροντος Αἰμιλιανοῦ», ἐκδ. Ἴνδικτος.