Άρθρα: κοιν. ανισότητα


του HARTOSH SINGH BAL
Η θρησκευτικότητα βρίσκεται σε άνοδο σε αυτήν τη χώρα, όσο ποτέ μέχρι σήμερα. Τα τελευταία 5 χρόνια, η ημερησία προσέλευση στους ινδουιστικούς ναούς έχει αυξηθεί δραματικά. Στο Τιρουπάτι από τις 20.000 έφθασε στις 35.000. στο Βάισνο Ντέβι, η ετήσιαBharatiya Janata Party προσέλευση από τα 5 εκατομμύρια το 2004 έφθασε στα 7,7 εκατομμύρια στους πρώτους 11 μήνες του 2009. Αλλά το κόμμα Μπαρατίγια Τζανάτα, κολλημένο στο Νέο Δελχί σε διαμάχες για την έκθεση Λήμπερμαν, έχει δει τις ψήφους του να μειώνονται σημαντικά την τελευταία δεκαετία. Στις πρόσφατες γενικές εκλογές στην Ινδία, έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδό του από το 1991. Αν σήμερα το κόμμα έχει σχεδόν διαλυθεί, προσφέροντας ελάχιστη ελπίδα ακόμα και στους πιο πιστούς οπαδούς του, οφείλεται στο ότι απέτυχε να «κατακτήσει τις ψυχές» όπου σύμφωνα με τη συμβατική σοφία θα ανήκαν στο Μπαρατίγια Τζανάτα.

Αυτό το παράδοξο, η άνοδος της θρησκευτικότητας και η κατάπτωση της Δεξιάς, είναι αποκλειστικά ινδικό. Σε όλο τον κόσμο, η άνοδος της θρησκευτικότητας της μεσαίας τάξης πυροδοτούμενη από τον καταναλωτισμό, έχει ενισχύσει τα δεξιά κινήματα. Χώρες όπως η Τουρκία, οι οποίες αντιμετώπισαν μια οικονομική εκτόξευση, ανταποκρίθηκαν φέρνοντας στην εξουσία δεξιές κυβερνήσεις και στις ΗΠΑ η άνοδος των ευαγγελιστών ωφέλησε τους Ρεπουμπλικάνους.

Για περισσότερο από μια δεκαετία, η ίδια τάση υπήρχε και στην Ινδία. Το 1987–88 η μετάδοση του Ραμαγιάνα σε εθνικοτηλεοπτικό δίκτυο –το Ντουρνταρσάν είχε τότε το τηλεοπτικό μονοπώλιο– έδωσε μια μεγάλη ώθηση στο Βισχβάν Χιντού Παρισάντ (Παγκόσμιο Συμβούλιο του Ινδουισμού) το κίνημα του Ραμ Τζανμαχούμ.

Για παρατηρητητές όπως ο δημοσιογράφος Τσαντάν Μιτρά και ο βουλευτής Ραΐγια Σαμπχά του Μπαρατίγια Τζανάτα, η άνοδος του τελευταίου συνέπεσε με μια «διόγκωση της λαϊκής θρησκευτικότητας». Όπως υποστηρίζει «…η τηλεμετάδοση του Ραμαγιάνα βοήθησε το κίνημα. Θεωρώ ότι αυτό ίσχυσε από το 1989 ως το 1999». Και τότε κάτι φαίνεται ότι άλλαξε.


Περισσότερα:

http://www.openthemagazine.com/

Δεκ 11
30

paul klee

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

Δ ὲν εἶναι καθόλου εὔκολο νὰ βρεῖ κανεὶς τὴν ὑψη- λότερη ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ νὰ τῆς δώσει τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ βραβεῖο, ὅπως ἀκριβῶς δὲν εἶναι εὔκολο νὰ βρεῖ μέσα σ’ ἕνα ὁλάνθιστο καὶ μοσχοβόλο λιβάδι τὸ πιὸ ὡραῖο κι εὐωδιαστὸ λουλούδι, καθὼς πότε τὸ ἕνα καὶ πότε τὸ ἄλλο τοῦ τραβάει τὴν προσοχὴ καὶ τὸν προκαλεῖ νὰ τὸ κόψει πρῶτο. […] Καὶ ἂν ὁ Παῦλος, ποὺ ἀκολουθεῖ κι αὐτὸς τὸ Χριστό, θεωρεῖ τὴν ἀγάπη ὡς τὴν πρώτη καὶ μεγαλύτερη ἐντολή, ὡς τὴ σύνοψη τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, τὸ καλύτερο μέρος της θεωρῶ πὼς εἶναι ἡ ἀγάπη στοὺς φτωχοὺς καί, γενικότερα, ἡ εὐσπλαχνία καὶ ἡ συμπάθεια στοὺς συνανθρώπους. Γιατὶ τί- ποτα ἄλλο δὲν εὐχαρι- στεῖ τόσο πολὺ τὸ Θεὸ καὶ τίποτα ἄλλο δὲν Τοῦ εἶναι τόσο ἀγαπητὸ ὅσο ἡ εὐσπλαχνία. Αὐτή, μαζὶ μὲ τὴν ἀλήθεια, πηγαίνει μπροστά Του καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ Τοῦ προσφερ- θεῖ πρὶν ἀπὸ τὴν Κρίση. Μὰ καὶ σὲ τίποτα ἄλλο δὲν δίνεται ὡς ἀνταπό- δοση ἀπὸ Ἐκεῖνον, ποὺ κρίνει μὲ δικαιοσύνη καὶ ζυγίζει μὲ ἀκρίβεια τὴν εὐσπλαχνία, ὅσο στὴ φιλανθρωπία. Σ’ ὅλους λοιπὸν τοὺς φτωχοὺς καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ γιὰ ὁποιανδήποτε λόγο κα- κοπαθοῦν, ὀφείλουμε νὰ δείχνουμε εὐσπλαχνία, σύμφω- να μὲ τὴν ἐντολή: «Νὰ μετέχετε στὴ χαρὰ ὅσων χαίρονται καὶ στὴ λύπη ὅσων λυποῦνται» (Ρωμ. 12, 15). Καὶ ὀφεί- λουμε νὰ προσφέρουμε στοὺς ἀνθρώπους, ὡς ἄνθρωποι κι ἐμεῖς, τὴν ἐκδήλωση τῆς καλοσύνης μας, ὅταν τὴ χρει- άζονται, χτυπημένοι ἀπὸ κάποια συμφορά, λ.χ. χηρεία ἢ ὀρφάνια ἢ ξενιτιὰ ἢ σκληρὰ ἀφεντικὰ ἢ ἄδικους ἄρχοντες ἢ ἄσπλαχνους κλέφτες ἢ δήμευση περιουσίας ἢ ναυάγιο. Ὅλοι εἶναι ἀξιολύπητοι. Ὅλοι βλέπουν τὰ χέρια μας, ὅπως ἐμεῖς βλέπουμε τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Τί θὰ κάνουμε λοιπὸν ἐμεῖς, ποὺ ἔχουμε τιμηθεῖ μὲ τὸ μεγάλο ὄνομα «χριστιανοὶ» καὶ ἀποτελοῦμε τὸν διαλεχτὸ καὶ ξεχωριστὸ λαό, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ καταγίνεται σὲ καλὰ καὶ σωτήρια ἔργα; Τί θὰ κάνουμε ἐμεῖς οἱ μαθητὲς τοῦ πράου καὶ φιλάνθρωπου Ἰησοῦ, ποὺ σήκωσε τὶς ἁμαρτίες μας, ταπεινώθηκε, παίρνοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση μας, κι ἔγινε φτωχός, γιὰ νὰ γίνουμε ἐμεῖς πλούσιοι μὲ τὴ θεότητα; […] Ἂς μὴ γίνουμε, ἀγαπητοί μου φίλοι καὶ ἀδελφοί, κα- κοὶ διαχειριστὲς τῶν ἀγαθῶν ποὺ μᾶς δόθηκαν. Ἂς μὴν κοπιάζουμε γιὰ νὰ θησαυρίζουμε καὶ ν’ ἀποταμιεύουμε, ἐνῷ ἄλλοι ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν πείνα. Ἂς μιμηθοῦμε τὸν ἀνώτατο καὶ κορυφαῖο νόμο τοῦ Θεοῦ, ποὺ στέλνει τὴ βροχὴ σὲ δικαίους καὶ ἀδίκους καὶ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο ἐπίσης γιὰ ὅλους. […] Δῶσε κάτι, ἔστω καὶ ἐλάχιστο, σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀνάγκη. Γιατὶ καὶ τὸ ἐλάχιστο δὲν εἶναι ἀσήμαντο γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὅλα τὰ στερεῖται, μὰ οὔτε καὶ γιὰ τὸ Θεό, ἐφόσον εἶναι ἀνάλογο μὲ τὶς δυνατότητές σου. Ἀντὶ γιὰ μεγάλη προσφορά, δῶσε τὴν προθυμία σου. Κι ἂν δὲν ἔχεις τίποτα, δάκρυσε. Ἡ ὁλόψυχη συμπάθεια εἶναι μεγάλο φάρμακο γι’ αὐτὸν ποὺ δυστυχεῖ. Ἡ ἀληθινὴ συμπόνια ἀνακουφίζει πολὺ ἀπὸ τὴ συμφορά. Δὲν ἔχει τὴ μικρότε- ρη ἀξία, ἀδελφέ μου, ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ζῶο, πού, ἂν χαθεῖ ἢ πέσει σὲ χαντάκι, σὲ προστάζει ὁ νόμος νὰ τὸ σηκώσεις καὶ νὰ τὸ περιμαζέψεις (Δευτ. 22, 1-4). Πόση εὐσπλαχνία, ἑπομένως, ὀφείλουμε νὰ δείχνουμε στοὺς συνανθρώπους μας, ὅταν ἀκόμα καὶ μὲ τ’ ἄλογα ζῶα ἔχουμε χρέος νὰ εἴμαστε πονετικοί; «Δανείζει τὸ Θεὸ ὅποιος ἐλεεῖ φτωχό», λέει ἡ Γραφὴ (Παροιμ. 19, 17). Ποιός δὲν δέχεται τέτοιον ὀφειλέτη, πού, ἐκτός, ἀπὸ τὸ δάνειο, θὰ δώσει καὶ τόκους, ὅταν ἔρθει ὁ καιρός; Καὶ ἀλλοῦ πάλι λέει: «Μὲ τὶς ἐλεημοσύνες καὶ μὲ τὴν τιμιότητα καθαρίζονται οἱ ἁμαρτίες» (Παροιμ. 15, 27α). Ἂς καθαριστοῦμε λοιπὸν μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, ἂς πλύ- νουμε μὲ τὸ καλὸ βοτάνι τὶς βρωμιὲς καὶ τοὺς λεκέδες μας, ἂς γίνουμε ἄσπροι, ἄλλοι σὰν τὸ μαλλὶ κι ἄλλοι σὰν τὸ χιόνι, ἀνάλογα μὲ τὴν εὐσπλαχνία του ὁ καθένας. «Μα- κάριοι», λέει, «ὅσοι δείχνουν ἔλεος στοὺς ἄλλους, γιατὶ σ’ αὐτοὺς θὰ δείξει ὁ Θεὸς τὸ ἔλεός Του» (Ματθ. 5, 7). Τὸ ἔλεος ὑπογραμμίζεται στοὺς μακαρισμούς. Καὶ ἀλλοῦ: «Μακάριος εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ σπλαχνίζεται τὸν φτωχὸ καὶ τὸν στερημένο» (Ψαλμ. 40, 2). Καί: «Ἀγαθὸς ἄνθρωπος εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ συμπονάει τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς δανεί- ζει» (Ψαλμ. 111, 5). Καί: «Παντοτινὰ ἐλεεῖ καὶ δανείζει ὁ ῾H φιλοπτωχία Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου Γρηγόριος ὁ θεολόγος καὶ οἱ πτωχοί (11ος αἰ.) Μικρογραφία, Ἱ. Μονὴ Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους23 δίκαιος» (Ψαλμ. 36, 26). Ἂς ἁρπάξουμε τὸ μακαρισμό, ἂς τὸν κατανοήσουμε, ἂς ἀνταποκριθοῦμε στὴν κλήση του, ἂς γίνουμε ἀγαθοὶ ἄνθρωποι. Οὔτε ἡ νύχτα νὰ μὴ διακόψει τὴν ἐλεημοσύνη σου. Μὴν πεῖς, «Φύγε τώρα κι ἔλα πάλι αὔριο νὰ σοῦ δώσω βοήθεια» (Παροιμ. 3, 28), γιατὶ μπορεῖ ἀπὸ σήμερα ὣς αὔριο νὰ συμβεῖ κάτι, ποὺ θὰ ματαιώσει τὴν εὐεργεσία. Ἡ φιλανθρωπία εἶναι τὸ μόνο πράγμα ποὺ δὲν παίρνει ἀναβολή. «Μοίραζε τὸ ψωμί σου σ’ ἐκείνους ποὺ πεινοῦν καὶ βάλε στὸ σπίτι σου φτωχούς, ποὺ δὲν ἔχουν στέγη» ( Ἠσ. 58, 7). Καὶ αὐτὰ νὰ τὰ κάνεις μὲ προθυμία. « Ὅποιος ἐλεεῖ», λέει ὁ ἀπόστολος, «ἂς τὸ κάνει μὲ εὐχαρίστηση καὶ γλυκύτητα» (Ρωμ. 12, 8). Μὲ τὴν προθυμία, τὸ καλό σου λογαριάζεται σὰν διπλό. Ἡ ἐλεημοσύνη ποὺ γίνεται μὲ στενοχώρια ἢ ἐξαναγκασμό, εἶναι ἄχαρη καὶ ἄνοστη. Νὰ πανηγυρίζουμε πρέπει, ὄχι νὰ θρηνοῦμε, ὅταν κάνουμε καλοσύνες. […] Ὅσο εἶναι καιρὸς λοιπὸν ἂς ἐπισκεφθοῦμε τὸ Χριστό, ἂς Τὸν περιποιηθοῦμε, ἂς Τὸν θρέψουμε, ἂς Τὸν ντύσου- με, ἂς Τὸν περιμαζέψουμε, ἂς Τὸν τιμήσουμε. Ὄχι μόνο μὲ τραπέζι, ὅπως μερικοί, ὄχι μόνο μὲ μύρα, ὅπως ἡ Μαρία, ὄχι μόνο μὲ τάφο, ὅπως ὁ Ἀριμαθαῖος Ἰωσήφ, ὄχι μόνο μὲ ἐνταφιασμό, ὅπως ὁ φιλόχριστος Νικόδημος, ὄχι μόνο μὲ χρυσάφι, λιβάνι καὶ σμύρνα, ὅπως οἱ μάγοι πρωτύτερα. Μὰ ἐπειδὴ ὁ Κύριος τῶν ὅλων θέλει ἔλεος καὶ ὄχι θυ- σία κι ἐπειδὴ ἡ εὐσπλαχνία εἶναι καλύτερη ἀπὸ τὴ θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων ἀρνιῶν, ἂς Τοῦ τὴν προσφέ- ρουμε μέσῳ ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, μέσῳ ἐκείνων ποὺ βρίσκονται σήμερα σὲ δεινὴ θέση, γιὰ νὰ μᾶς ὑπο- δεχθοῦν στὴν οὐράνια βασιλεία, ὅταν φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο καὶ πᾶμε κοντὰ στὸν Κύριό μας, τὸ Χριστό, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν

paul klee

Τοῦ Βασιλείου Κλιουτσέφσκι

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Τὸ πνεῦμα τοῦ Ρωσικοῦ Πολιτισμοῦ, ἐκδ. Ἁρμός, 2009

Ἀ γαθοεργία, νά μία λέξη μὲ τόσο ἀμφισβητούμε- νη σημασία, ἀλλὰ καὶ τόσο ἁπλὸ νόημα. Πολ- λοὶ τὴν ἑρμηνεύουν διαφορετικά, ἀλλὰ ὅλοι τὴν ἀντιλαμβάνονται τὸ ἴδιο. Ρωτῆστε τί σημαίνει νὰ κάνεις καλὸ στὸν πλησίον σου καὶ θὰ πάρετε τόσες ἀπαντήσεις, ὅσοι εἶναι καὶ οἱ συνομιλητές σας. Φέρτε τους, ὅμως, εὐθέως μπροστὰ σὲ μιὰ ἄτυχη περίπτωση, μπροστὰ σὲ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ὑποφέρει, ρωτώντας τί πρέπει νὰ κάνουν, καὶ ὅλοι θὰ εἶναι ἕτοιμοι νὰ βοηθήσουν, ὅπως μπορεῖ ὁ καθένας. Τὸ αἴσθημα τῆς συμπόνιας εἶναι τόσο ἁπλὸ καὶ ἄμεσο, ποὺ θέλουμε νὰ βοηθήσουμε ἀκόμη καὶ τότε ποὺ ὁ πάσχων δὲν ζητάει βοήθεια, ἀκόμη καὶ τότε ποὺ ἡ βοήθεια αὐτὴ θὰ τὸν βλάψει ἢ εἶναι ἐπικίνδυνη γι’ αὐτόν, γιατὶ μπορεῖ νὰ τὴν καταχραστεῖ. Ὅταν ξεκου- ραζόμαστε, μποροῦμε νὰ σκεφτόμαστε καὶ νὰ συζητᾶμε γιὰ τὶς προϋποθέ- σεις τῶν κρατικῶν δανείων σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, γιὰ τὴν ὀργάνωση καὶ τὴν σχετικὴ ση- μασία τῆς κρατικῆς καὶ κοινωνικῆς πρό- νοιας, γιὰ τὶς σχέσεις τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μὲ τὴν ἰδιωτικὴ ἀγα- θοεργία, γιὰ τὴν δω- ρεὰ ἐπιδομάτων σ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, γιὰ τὴν ἐπί- δραση ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀνηθικότητα τοῦ ἐπιδόματος, ὅλα αὐτὰ ὅταν ξεκου- ραζόμαστε, ὅταν ἔχουμε γλυτώσει ἀπὸ τὴν συμφορὰ καὶ μποροῦμε νὰ σκεφτόμαστε καὶ νὰ συζητᾶμε γιὰ ὅλα αὐτά. Ὅταν, ὅμως, βλέπεις ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πνίγεται, ἡ πρώτη σου κίνηση εἶναι νὰ τρέξεις νὰ τὸν βοηθήσεις, χωρὶς νὰ ἀναρωτηθεῖς γιατί ἔπεσε στὸ νερὸ καὶ τί εἴδους ἠθικὴ ἐντύπωση θὰ τοῦ προκαλέσει ἡ βοήθειά σου. Κατὰ τὴν συζήτηση τὴν σχετικὴ μὲ τὸ τί εἴδους συμμετοχὴ μπο- ροῦν νὰ ἔχουν ἡ κυβέρνηση, τὰ τοπικὰ συμβούλια τῶν γαιοκτημόνων τῆς ὑπαίθρου καὶ ἡ κοινωνία στὸ ἔργο τῆς βοήθειας πρὸς τὸν λαό, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ διαχωρίσου- με τὰ διαφορετικὰ στοιχεῖα καὶ κίνητρα: τὴν οἰκονομικὴ πολιτικὴ ποὺ λαμβάνει μέτρα γιὰ τὴν ἔξοδο τῆς ἐργασίας καὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὶς δύσκολες συνθῆκες καὶ τὶς συνέπειες τῆς βοήθειας, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ χαρακτηριστοῦν ἀσύμφορες ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τῆς ἀστυνο- μίας καὶ τῆς κοινωνικῆς πειθαρχίας, καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν πιθανότητα τῶν κάθε εἴδους καταχρήσεων. Ὅλες αὐτὲς εἶναι σκέψεις ποὺ ἀναφέρονται στὶς ἁρμοδιότητες τῶν ἀντίστοιχων ὑπηρεσιῶν, τὶς ὁποῖες ὅμως δὲν πρέπει νὰ τὶς συγχέουμε μὲ τὴν ἀγαθοεργία στὴν κυριολεκτική της σημασία. Σὲ μᾶς, τοὺς ἰδιῶτες, ἐπιτρέπεται μόνο ἡ ἀγα- θοεργία, ποὺ καθοδηγεῖται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὶς ἠθικές μας πεποιθήσεις, ἀπὸ τὰ αἰσθήματα συμπόνιας πρὸς τοὺς πάσχοντες. Ἐμεῖς τοὺς βοηθᾶμε νὰ μείνουν ζωντανοὶ καὶ ὑγιεῖς, ἐὰν δὲ αὐτοὶ χρησιμοποιοῦν ἄσχημα τὴν βοήθειά μας, τότε, μόλις περάσει ἡ συμφορά, θὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὴν ἀπόδοση τῆς δικαιοσύνης οἱ ἁρμόδιες ὑπηρεσίες καὶ οἱ διάφορες δράσεις. Ἔτσι ἀντιλαμβάνονταν σὲ μᾶς τὴν ἀτομικὴ ἀγαθοεργία τὰ παλιὰ χρόνια, ἔτσι χωρὶς ἀμφιβολία τὴν ἀντιλαμβα- νόμαστε καὶ ἐμεῖς, ἀφοῦ κληρονομήσαμε μὲ τὸν τρόπο τῆς ἱστορικῆς διαπαιδαγώγησης ὅλες τὶς ἀγαθὲς ἔννοιες καὶ συνήθειες τῶν παλαιῶν χρόνων. Ἡ ἀρχαία ρωσικὴ κοινωνία κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν διάρκεια αἰώνων μάθαινε ἐπιμελῶς νὰ ἀντιλαμβάνεται καὶ νὰ ἐκπληρώ- νει καὶ τὴν δεύτερη ἀπὸ τὶς δύο βασικὲς ἐντολές, στὶς ὁποῖες π ερ ιλαμβάνονταν ὁλόκληρος ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες, τὴν ἐντολὴ γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Ὅταν ὑπάρχει κοινωνικὴ ἀνασφάλεια, ὅταν ὑπάρχει ἔλλειψη ἐξασφά- λισης τοῦ ἀδυνάτου καὶ ὑπεράσπισης τοῦ κατηγορού- μενου, ἡ πρακτικὴ ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἐντολῆς στρέ- φεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον σὲ μία κατεύθυνση: τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, ποὺ τὴν ἔβλεπαν πρῶτα ἀπ’ ὅλα σὰν ἄθλο τῆς συμπόνιας πρὸς τὸν πάσχοντα, καὶ ὡς πρώτη ἔνδειξη ἀναγνώριζαν τὴν ἀτομικὴ ἐλεημοσύνη. Ἡ ἰδέα αὐτῆς τῆς ἐλεημοσύνης θεμελιωνόταν στὴν βάση τῆς πρακτικῆς ἠθικῆς διδασκαλίας, ἡ ἀνάγκη γι’ αὐτὸν τὸν ἄθλο διαμορφωνόταν μὲ ὅλα τὰ τότε διαθέσιμα μέσα τῆς πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς παιδαγωγικῆς. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ ταΐσεις τὸν πεινασμένο, νὰ δώσεις νερὸ στὸν διψασμένο, νὰ ἐπισκεφτεῖς τὸν φυ- λακισμένο στὸ κελί του. Ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο οὐσι- αστικὰ σημαίνει ἀγάπη γιὰ τοὺς φτωχούς. Ἡ ἀγαθοεργία δὲν ἦταν τόσο ἐπικουρικὸ μέσο γιὰ τὴν κοινωνικὴ εὐμά- ρεια, ὅσο ἀναγκαία προϋπόθεση τῆς προσωπικῆς ἠθικῆς Οἱ ἄνθρωποι τῶν ἀγαθῶν ἔργων Τοῦ Βασιλείου Κλιουτσέφσκι Χρήστου Μποκόρου: Ὁριζόντιο δέμα (1991)31 ὑγείας, ἀπαραίτητη περισσότερο γι’ αὐτὸν ποὺ ἀγαποῦσε τοὺς φτωχοὺς παρὰ γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς φτωχούς. Ἡ θε- ραπευτικὴ δύναμη τῆς ἐλεημοσύνης δὲν βρισκόταν στὸ νὰ σκουπίσεις τὰ δάκρυα στοὺς πάσχοντες, δίνοντας ἕνα μέρος τῆς περιουσίας σου, ὅσο στὸ νὰ βλέπεις τὰ δάκρυα καὶ τὶς συμφορές τους καὶ νὰ συμπάσχεις καὶ σύ, νὰ βιώ- σεις ἐκεῖνο τὸ συναίσθημα ποὺ ὀνομάζεται ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Ὁ ἀρχαῖος ρῶσος ἄνθρωπος ποὺ ἀγαθοερ- γοῦσε, «ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαποῦσε τὸν Χριστό», πίστευε λιγότερο ὅτι μὲ τὴν ἀγαθοεργὴ πράξη θὰ ἀνύψωνε τὸ ἐπί- πεδὸ τῆς κοινωνικῆς εὐμάρειας, καὶ περισσότερο ὅτι θὰ ἀνέβαζε τὸ ἐπίπεδο τῆς δικῆς του πνευματικῆς τελείωσης. Ὅταν συναντιόνταν δύο ἀρχαῖα ρωσικὰ χέρια, τὸ ἕνα ζη- τώντας στ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὸ ἄλλο δίνοντας στ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἦταν δύ- σκολο νὰ πεῖς ποιό ἀπὸ αὐτὰ ἔδινε μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη στὸ ἄλλο· ἡ ἀνάγκη τοῦ ἑνὸς καὶ ἡ βοήθεια τοῦ ἄλλου ἑνώ- νονταν στὴν ἀλληλεπίδραση τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης καὶ τῶν δύο. Νά γιατί ἡ ἀρχαία Ρωσία ἀντιλαμβανόταν καὶ ἐκτιμοῦσε μόνο τὴν προσωπική, ἄμεση ἀγαθοεργία, τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ δινόταν χέρι μὲ χέρι καὶ μάλιστα δινόταν κρυφὰ ὄχι μόνο ἀπὸ κάποιο ἀδιάκριτο βλέμμα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν «ἀριστερά» σου. Ὁ ἐπαί- της ἦταν γιὰ τὸν ἀγαθοεργὸ ἄνθρωπο ὁ καλύτερος εὐχέτης, ὁ προσευχόμενος πρεσβευτής, ὁ εὐεργέτης τῆς ψυχῆς. «Στὸν παράδεισο πηγαίνουν μὲ τὴν ἅγια ἐλεημοσύνη», ἔλεγαν πα- λιά· «ὁ φτωχὸς τρέφεται ἀπὸ τὸν πλούσιο, ἐνῷ ὁ πλούσιος σώζεται ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ φτωχοῦ». Ὁ εὐεργέτης ἔπρεπε νὰ δεῖ μὲ τὰ ἴδια του τὰ μάτια τὴν ἀνθρώπινη ἀνά- γκη, στὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ συνδράμει, γιὰ νὰ ἔχει ψυχικὸ ὄφελος· αὐτὸς ποὺ βρισκόταν σὲ ἄσχημη θέση ἔπρεπε νὰ προσευχηθεῖ. Οἱ ἀρχαῖοι ρῶσοι τσάροι τὴν παραμονὴ μεγάλων ἑορτῶν, νωρὶς τὸ πρωί, πήγαιναν κρυφὰ στὶς φυλακὲς καὶ στὰ φτωχοκομεῖα, ὅπου μὲ τὰ ἴδια τους τὰ χέρια ἔδιναν ἐλεημοσύνη στοὺς φυλακισμένους καὶ στοὺς φτωχοὺς γέροντες, καθὼς ἐπίσης ἐπισκέπτονταν φτωχοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦσαν μόνοι τους. Ὅσο δύ- σκολο εἶναι νὰ μελετηθεῖ καὶ νὰ θεραπευτεῖ ἡ ἀρρώστια ἑνὸς ἀσθενοῦς ὀργανισμοῦ βάσει σχεδίου ἢ μοντέλου, τόσο μικρῆς ἐπίδρασης φάνταζε ἡ ἔμμεση ἐλεημοσύνη. Μὲ βάση αὐτὴ τὴν ἀντίληψη γιὰ τὴν σημασία τῆς ἀγα- θοεργίας, οἱ ἐπαῖτες στὴν ἀρχαία Ροῦς θεωροῦνταν ὄχι οἰκονομικὸ βάρος γιὰ τὸν λαό, οὔτε πληγὴ τοῦ κοινωνι- κοῦ συστήματος, ἀλλὰ ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ μέσα ἠθικῆς διαπαιδαγώγησης τοῦ λαοῦ, ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία πρακτικὸς θεσμὸς τῆς κοινωνικῆς χρηστοήθειας. Ὅπως στὸ νοσοκομεῖο εἶναι ἀπαραίτητοι οἱ ἀσθενεῖς, ὥστε νὰ γίνει δυνατὴ ἡ μελέτη γιὰ τὴν θεραπεία τῆς ἀσθένειας, ἔτσι καὶ στὴν ἀρχαία ρωσικὴ κοινωνία ἦταν ἀναγκαῖοι οἱ φτωχοὶ καὶ τὰ ὀρφανά, γιὰ νὰ διδαχτεῖ ἡ ἱκανότητα καὶ ἡ ἕλξη τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἐλεημοσύνη ἦταν συμπληρωματικὴ πράξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς λειτουργίας, ἡ πρακτικὴ ἀπαίτηση τοῦ κανόνα ὅτι ἡ πίστη χωρὶς πρά- ξεις εἶναι νεκρή. Ὡς ζωντανὸ μέσο τῆς ψυχικῆς σωτηρίας, ὁ φτωχὸς ἦταν ἀναγκαῖος στὸν ἄνθρωπο τῆς ἀρχαίας ρωσικῆς κοινωνίας σὲ ὅλες τὶς σημαντικὲς στιγμὲς τῆς προσω- πικῆς καὶ οἰκογενειακῆς του ζωῆς, ἰδιαίτερα σὲ στιγμὲς θλί- ψης. Ἀπὸ αὐτὸν δημιούργησε μία ἰδανικὴ μορφή, τὴν ὁποία ἀρεσκόταν νὰ φέρνει στὶς σκέ- ψεις του, ὡς προσωποποίηση τῶν καλύτερων αἰσθημάτων καὶ σκέψεών του. Ἐὰν ἐξαιτίας κάποιας θαυματουργῆς νομο- θετικῆς πράξης ἢ οἰκονομικῆς προόδου καὶ ἰατρικῆς γνώσης ξαφνικὰ ἐξαφανίζονταν στὴν ἀρχαία Ρωσία ὅλοι οἱ φτωχοὶ καὶ οἱ ἀνάπηροι, ποιός ξέρει, μπορεῖ ὁ ἐλεήμων ἄνθρωπος τῆς ἀρχαίας Ρωσίας νὰ αἰσθα- νόταν κάποια ἠθικὴ ἀμηχανία, ὅπως ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔμεινε χωρὶς ραβδὶ στὸ ὁποῖο συνή- θισε νὰ στηρίζεται, νὰ ἔβρισκε κάποιο ἔλλειμμα στὸ ἀπόθεμα τῶν ὑλικῶν γιὰ τὴν ψυχική του τελείωση. Εἶναι δύσκολο νὰ εἰπωθεῖ σὲ ποιό βαθμὸ μιὰ τέτοια ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀγαθοεργία συνέβαλε στὴν βελτίωση τῆς ἀρχαίας ρωσικῆς κοινότητας. Μὲ καμιὰ κοινωνιολο- γικὴ μελέτη δὲν εἶναι δυνατὸς ὁ ὁρισμὸς τῆς ποσότητας τοῦ καλοῦ ποὺ εἶχε ἐνσταλάξει στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις αὐτὴ ἡ καθημερινή, ἡ σιωπηλὴ ἐλεημοσύνη χιλιάδων χεριῶν, πόσο εἶχε διδάξει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀγαποῦν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν φτωχὸ νὰ μὴν μισεῖ πιὰ τὸν πλούσιο.

Δεκ 11
17

Τοῦ Δημητρίου Γ. Κουτρουμπῆ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ Χάρις τῆς Θεολογίας»,
ἐκδ. Δόμος.

ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Ἐὰν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ ἠσπάζοντο τὴν πτωχείαν δὲν θὰ ἐβλάπτετο  ἡ οἰκονομία;

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Ἐὰν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ ἠσπάζοντο ἐλευ-θέρως καὶ οἰκειοθελῶς –ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸν Χριστόν– τὴν πτωχείαν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβοῦν τρία τινά: Νὰ ἔλθῃ τὸ «τέλος» τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος θὰ ἐξε- πλήρωνε τὸ «τέλος» του, θὰ ἐπραγματοποιοῦσε τὸν προ- ορισμόν του, καὶ δὲν θὰ εἶχε πλέον λόγον ὑπάρξεως ὑπὸ τὴν σημερινὴν μορφήν του. Θὰ ἦτο ἕτοιμος διὰ νὰ μετα- μορφωθῇ εἰς Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν αὐτὸ δὲν συνέβαινε –ἐπειδὴ οἱ χριστιανοὶ ἀποτε- λοῦν μίαν μικρὰν μειοψηφί- αν ἐν τῷ κόσμῳ– θὰ ἠμπο- ροῦσε νὰ συμβῇ κάτι ἄλλο, πολὺ σπουδαῖο ἐπίσης: νὰ ἀρχίσῃ ὁ ἐκχριστιανισμὸς τοῦ κόσμου, νὰ ἀρχίσουν τὰ ἑκα- τομμύρια τῶν μὴ χριστιανῶν νὰ δέχωνται τὸ Εὐαγγέλιον. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους (ὄχι ὁ μόνος, ἀλλ’ ἕνας ἀπὸ τοὺς σοβαρωτέρους) τῆς μὴ διαδό- σεως τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι ὁ πλοῦτος τῶν χριστιανῶν. Ἡ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους των τῆς πτωχείας θὰ συνέβαλεν εἰς τὸ νὰ πείσῃ τοὺς μὴ χριστιανοὺς ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι ἁπλὴ ὡραιολογία, ἀλλὰ μία πίστις ἱκανὴ νὰ μεταμορφώνῃ ριζικῶς τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου. Ἐὰν αἱ δυὸ αὐταὶ λύσεις μᾶς φαίνονται κάπως ὑπερ- βολικῶς «ἀποκαλυπτικαί», ὑπάρχει καὶ μία τρίτη: ἡ ἀποδοχὴ τῆς πτωχείας ἐκ μέρους τῶν χριστιανῶν θὰ συνέβαλεν εἰς τὴν δημιουργίαν νέων μορφῶν οἰκονο- μικῆς ζωῆς. Ἤδη ἔχομεν ἕνα ἔμμεσον ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιδράσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς: τὸν σοσιαλισμόν. Δὲν εἶναι τυχαῖον ὅτι αἱ σοσιαλιστικαὶ ἰδέαι ἐπενοήθησαν, ἤρχισαν νὰ διαδίδωνται καὶ ἤρχισαν νὰ ἐφαρμόζωνται μέσα εἰς τὸ χριστιανικὸν πλαίσιον. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα μὴ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ ποὺ νὰ διενοήθη ποτὲ μίαν λύσιν ἀνάλογον μὲ τὸν σοσιαλισμόν. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι ἡ πρωτοβουλία δημιουργίας νέων μορφῶν οἰκονομικῆς ζωῆς, ποὺ συνοψίζεται μὲ τὸν ὅρον «σοσιαλισμός», διὰ λόγους συνδεομένους μὲ τὴν ἀδυνα- μίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἐπέρασε ἀπὸ τὰ χέρια τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν εἰς τὰ χέρια συχνὰ ἀνθρώπων ποὺ ἀπορρί- πτουν τὴν χριστιανικὴν ἑρμηνείαν τοῦ κόσμου. Ἀλλ’ οἱ τελευταῖοι αὐτοὶ ἢ ἦσαν πρώην χριστιανοὶ ἢ ἔδρασαν καὶ ἔγιναν ἀκουστοὶ κατὰ πρῶτον λόγον μέσα εἰς ἕνα κόσμον διαποτισμένον ἀπὸ τὰς χριστιανικὰς ἰδέας. Ἀλλ’ ἡ χριστιανικὴ πτω- χεία εἶναι κάτι τὸ εὐρύτερον καὶ τὸ περιεκτικώτερον ἀπὸ τὴν ἁπλὴν ὑλικήν, οἰκονο- μικὴν πτωχείαν. Εἶναι ἡ «κ έ – ν ω σ ι ς», ἡ ἀπαραίτητος διὰ τὴν «π λ ή ρ ω σ ι ν» τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεόν. Τί εἶναι ἡ «πτῶσις»; Ἡ προ- σπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ πλουτισθῇ καὶ νὰ πληρωθῇ ὄχι ἀπὸ τὸν πραγματικὸν Πλοῦτον, τὸν πραγματικὸν Θησαυρόν, τὸν Θεόν, ἀλλ’ ἀπὸ διάφορα ἐπὶ μέρους ἀγα- θά. Ὅλα ὅμως τὰ ἐπὶ μέρους ἀγαθά (τὰ «χρήματα») εἶναι πεπερασμένα. Διὰ τοῦτο δὲν ἠμποροῦν νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν δίψαν τοῦ ἀνθρώπου διὰ τὸ Ἀπόλυτον. Ἔτσι ὁ ἄνθρω- πος, ὅταν εἶναι «χρημάτων ἐραστής», ἀγωνίζεται νὰ συ- γκεντρώσῃ, νὰ ἀπορροφήσῃ, νὰ ἀναλώσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα ἐπὶ μέρους ἀγα- θά (ὑλικά, οἰκονομικὰ ἢ ἄλλα) μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἔτσι θὰ θε- ραπεύσῃ τὴν ἔνδειάν του, θὰ πληρώσῃ τὸ κενόν του. Ἀλλ’ εἰς μάτην. Τὸ κενὸν ὄχι μόνον δὲν πληροῦται, ἀλλὰ διευρύνεται. Ὁ «χρημάτων ἐραστής» ὄχι μόνον δὲν «πλουταίνει», ἀλλὰ διαρκῶς περισσότερον «φτωχαίνει» – καὶ μάλιστα σκορπίζει τὴν πτωχείαν καὶ γύρω του. Ὡς μέσον θεραπείας αὐτοῦ τοῦ κακοῦ ὁ Χριστιανισμὸς προτείνει τὴν χριστιανικὴν πτωχείαν, δηλαδὴ τὴν ἀποκόλ- λησιν, τὴν ἀπογύμνωσιν, τὴν ἀπέκδυσιν τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ ἐπὶ μέρους ἀγαθά· καὶ τὴν στροφήν του («μετά- νοια») πρὸς τὸν μόνον Ἀγαθόν, πρὸς τὸν ἀληθῆ Πλοῦτον καὶ τὸν ἀληθῆ Θησαυρόν, τὸν Θεόν. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὰ ἐπὶ μέ- ρους διὰ νὰ εὕρῃ τὸ Ὅλον· νὰ παύσῃ νὰ ἀναζητῇ τὰ παράγωγα διὰ νὰ εὕρῃ τὴν Πηγήν. Κάθε τὶ ποὺ τὸν ἐμπο δίζει νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸν τὸν σκοπόν –παρὰ τὰ φαινόμε- να– ὄχι μόνον δὲν εἶναι «πλοῦτος», ἀλλ’ εἶναι «ἔνδεια» καὶ «πτωχεία», «ματαιότης». Ἡ χριστιανικὴ πτωχεία δὲν εἶναι αὐτοσκοπός· εἶναι μέσον. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐπλάσθη διὰ τὴν πτωχείαν καὶ τὴν ἔνδειαν, ἀλλὰ διὰ τὴν πληρότητα καὶ τὸν πλοῦτον. Ἡ τραγωδία εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος, παρασυρόμενος ἀπὸ τὸν πατέρα τοῦ ψεύδους, προσπαθεῖ νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸν τὸν προορισμόν, νὰ γίνῃ δηλαδὴ πλούσιος, ἀντλῶν ὄχι ἀπὸ τὸν Θησαυρὸν τῶν πραγματικῶν ἀγαθῶν, τὸν Θεόν, ἀλλ’ ἀπὸ φρέατα συντετριμμένα. Δι’ αὐτὸ ὁ Χριστιανι- σμός, ὡς μέσον λυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ αὐτὴν τὴν τραγωδίαν προτείνει τὴν ἀπόσπασιν καὶ ἀπογύμνω- σιν τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ φαινομενικὰ ἀγαθά, τὴν «κ έ – ν ω σ ι ν», ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν «π λ ή ρ ω σ ι ν» τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ ἓν Ἀγαθὸν οὗτινος ἀληθῶς ἐστι χρεία, τὸν Θεόν. ΕΝΣΤΑΣΙΣ: Αὐτό, δὲν εἶναι μία «συμφεροντο- λογική» ἀντίληψις τοῦ Χριστιανισμοῦ, μία μεταφορὰ τῆς συμφεροντολογικῆς νοοτροπίας τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώ- που ἀπὸ τὰ ἐπίγεια εἰς τὰ ἐπουράνια, ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα εἰς τὰ αἰώνια; ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Ὄχι. Διότι ἡ φύσις τοῦ ἀληθοῦς Ἀγαθοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὁ μόνος τρόπος κατοχῆς του εἶναι ὄχι ἡ ἐγωιστικὴ κατακράτησις καὶ ἀπόλαυσίς του, ἀλλ’ ἡ κ ο ι ν ω ν ί α, τ ὸ μ ο ί ρ α σ μ ά τ ο υ. Ὁ πλουτισμός, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπλάσθη ὁ ἄνθρωπος, δὲν εἶναι ἕνα «κλείσιμο», εἶναι ἕνα «ἄνοιγμα»· εἶναι ἡ ὁμοίωσις μὲ τὸν τριαδικὸν Θεόν, κάθε πρόσωπον τοῦ Ὁποίου δὲν ζῇ διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ διὰ τὰ ἄλλα. Ὁ ἀληθῶς πλούσιος ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κατακρατεῖ καὶ κατέχει, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατ’ εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ δίδει ἢ ἀκριβέστερον δίδεται. ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Ἀντὶ ἀφηρημένων καὶ θεωρητικῶν λύσε-ων τοῦ προβλήματος «πλοῦτος-πτωχεία» πολὺ ἀσφαλέ-στερος καὶ ἀποτελεσματικώτερος τρόπος ἀντιμετωπίσεώς του εἶναι ἐκεῖνος ποὺ προτείνει ἡ Ἐκκλησία: ἡ ἔμπνευσις καὶ ὁ φωτισμὸς ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ ἀπὸ τὴν ὡς ἄνω δογματικὴν διδασκαλίαν, ἡ ὁποία θὰ τοῦ ἐπιτρέπῃ νὰ προσαρμόζεται καὶ νὰ ζῇ τὴν ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τὰς εἰδικὰς καὶ συγκεκριμένας συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται.

n

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Ξέρω ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγκεντρωμένους πάλι θὰ μᾶς κατηγορήσουν, ὅταν μιλοῦμε γι’ αὐτά, καὶ θὰ ποῦν «Μή, σὲ παρακαλῶ, μὴ γίνεσαι φορτικὸς καὶ βα­ ρετὸς στοὺς ἀκροατές· ἄφησέ το στὴ συνείδηση τοῦ κα­ θενός, ἄφησέ το στὴν κρίση τῶν ἀκροατῶν· ἔτσι τώρα μᾶς ντροπιάζεις, μᾶς κάνεις νὰ κοκκινίζουμε!…». Ἀλλ’ ὄχι! Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν τὰ ἀνέχομαι! Γιατὶ οὔτε ὁ Παῦλος ντρεπόταν νὰ ἐνοχλῆ συνέχεια γιὰ τέτοια πράγματα καὶ νὰ ζητᾶ σὰν ζητιάνος. Ἐὰν ἔλεγα τοῦτο, δηλαδὴ δός μου, φέρε γιὰ τὸ σπίτι μου, ἴσως νά ‘ταν ντροπή. Ἂν καὶ οὔτε τότε θά ‘ταν ντροπή. «Οἱ γὰρ τῷ θυσιαστηρίῳ», λέγει, «προσεδρεύοντες, τῷ θυ­ σιαστηρίῳ συμμερίζονται» (Α΄ Κορ. 9, 13). Πλὴν ὅμως πιθανὸν νὰ μὲ κατηγοροῦσε κάποιος, ὅτι μιλῶ γιὰ τὸν ἑαυτό μου· τώρα ὅμως παρακαλῶ γι’ αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, μᾶλλον ὄχι γι’ αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, ἀλλὰ γιὰ σᾶς ποὺ δίνετε· γι’ αὐτὸ καὶ μιλῶ χωρὶς νὰ ντρέπομαι. Γιατὶ ποῦ εἶναι ἡ ντροπὴ σὰν πῶ, δῶσε στὸν Κύριο ποὺ πεινᾶ, ντύσε τον ποὺ γυρίζει γυμνός, φιλοξένησέ τον ποὺ εἶναι ξένος; Ὁ Δεσπότης σου δὲν ντρέπεται μπροστὰ σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη νὰ λέγη «ἐπείνασα καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» (Ματθ. 25, 42), ὁ ἀνενδεής, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε· καὶ ἐγὼ θὰ ντραπῶ καὶ θὰ διστάσω; Σὲ παρακαλῶ, μακριὰ τέτοια πράγματα! Τοῦ διαβόλου εἶναι αὐτὴ ἡ ντροπή! Δὲν θὰ ντραπῶ, λοιπόν. Ἀντίθετα μάλιστα καὶ μὲ παρρησία θὰ πῶ· δῶστε σ’ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, καὶ θὰ φωνάζω πιὸ δυνατὰ ἀπ’ αὐτούς. Γιατὶ ἐὰν κάποιος ἔχη στοιχεῖα καὶ μπορῆ νὰ μᾶς κατηγορήση, ὅτι αὐτὰ τὰ λέμε γιὰ νὰ σᾶς παρασύρουμε πρὸς ὄφελός μας, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα τῶν φτωχῶν κερδίζουμε ἐμεῖς, τότε πράγματι αὐτὰ δὲν εἶναι μονάχα ἄξια ντροπῆς, ἀλλὰ καὶ μυρίων κεραυνῶν, καὶ οὔτε ἀξίζει νὰ ζοῦν ὅσοι κάνουν παρόμοια. Ἀλλὰ ἐάν, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθόλου δὲν σᾶς ἐνοχλοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ κηρύττουμε ἀδάπα- νο τὸ εὐαγγέλιο, χωρὶς βέβαια νὰ κοπιάζουμε ὅπως ὁ Παῦλος, ἀρκούμενοι πάντως στὰ δικά μας, μὲ ὅλο τὸ θάρρος θὰ σᾶς λέγω, δῶστε στοὺς φτωχούς· καὶ δὲν θὰ σταματήσω νὰ τὸ λέγω, καὶ ὅταν δὲν δίνετε θὰ σᾶς εἶμαι σκληρὸς κατήγορος!*. n Σημειώσεις * Ἀπὸ τὴν ΜΓ΄ ὁμιλία του στὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους, Ε.Π.Ε. 18Α, 720 ἑξ. Ἀπὸ Αὐτοβιογραφικὲς σελίδες καὶ ἀπάνθισμα κειμένων του, Εἰσαγωγὴ καὶ ἀπόδοση στὴ νεοελληνικὴ Ἀρχιμ. Χρυσόστομος Π. Ἀβαγιάνος, ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1998.

Δεκ 11
07

Γ. Τριάντη

Τὸ καταπληκτικὸ μὲ τὴ σημερινή, παγκόσμια οἰκονομικὴ κρίση ποὺ ἐπιτρέπει στοὺς λίγους νὰ θησαυρίζουν, διευρύνει τὶς ἀνισότητες καὶ δίνει στὸν οἰκονομικὸ ἀνταγωνισμὸ μεταξὺ τῶν χωρῶν χαρακτήρα ἐξοντωτικῆς διαμάχης, εἶναι ὅτι ἐλάχιστοι ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ἁπλὸ ἀλλὰ θεμελιῶδες ἐρώτημα: Ποιός προκαλεῖ τὰ φαινόμενα αὐτά;… Ὅσοι ἐπισημαίνουν τὸ ὀφθαλμοφανὲς -τὴ λειτουρ- γία τοῦ καπιταλιστικοῦ συ- στήματος- εἴτε λογίζονται γραφικοὶ εἴτε καταχωρίζονται στὴ σφαίρα τῶν ὀνειροπόλων ποὺ ἐπιδιώκουν τὸ ἀνέφικτο. Δηλαδὴ τὴν ἀνατροπὴ τοῦ χυ- δαίου, κυνικοῦ καὶ ἀνθρωπο- βόρου αὐτοῦ συστήματος. Τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι οἱ ἀρνητὲς θρέφουν τὸ σύστη- μα καὶ τὸ συντηροῦν μὲ τὴ δική τους αὐτοακύρωση. Εἴτε ἐμμένοντας σὲ καταδικασμέ- να μοντέλα τοῦ παρελθόντος («Ὑπαρκτός») εἴτε διακινώ- ντας εὐκολίες καὶ εὐχολόγια τὰ ὁποῖα φιλοτεχνοῦν μὲν τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνατροπέα -γεγονὸς ποὺ κολακεύει τὸν ναρκισσισμό τους- ἀλλὰ ἔχουν ἐλάχιστη δυναμικὴ στὴν κοινωνία. Καὶ τὸ σύ- στημα -εὐέλικτο, πανίσχυρο, δυναμικὸ καὶ αὐτοανανεού- μενο- καταφέρνει εὔκολα νὰ κατισχύει (…Πλάγιες σκέ- ψεις, μὲ φόντο τὴν ἀμήχανη, σπαρασσόμενη Εὐρώπη, τὴ Μέρκελ, τὸν Σαρκοζὶ καὶ τὸ ποινολόγιο τοῦ «νέου μηχανισμοῦ»). Ἱστορίες, λοιπόν. Καὶ ὄχι παραμύθια καὶ φούμαρα γιὰ περιδεεῖς ψηφοφόρους. Ἱστορίες. Ὅπως αὐτή, ἡ πικρή, τοῦ ἀποσυνάγωγου -Οὔτις τ’ ὄνομά του, Κανένας- ποὺ κοιμόταν σὲ κάδο σκουπιδιῶν καὶ βρέθηκε στὴν κοιλιὰ τοῦ ἀπορριμματοφόρου κήτους, ὅπου τὸν δοκήθηκαν οἱ ἐργάτες τοῦ Δήμου καὶ τὸν μετέφεραν στὸ νοσοκομεῖο ὅπου κατέληξε. Ἱστορίες. Καὶ ὄχι δηλώσεις, καταγγελίες, διαψεύσεις, ἐκβιασμοί, ὑποσχέσεις καὶ ἀκατάσχετη φλυαρία -ὅλο αὐτὸ τὸ προεκλογικὸ βουητό, οἱ γελοῖες παραστάσεις, τὸ ἀπωθητικὸ ἵζημα… Ἱστορίες γιὰ ἀνθρώπινα κουρέλια ποὺ παλεύουν νὰ ἐπιβιώσουν στὰ ἐρείπια τῆς «Κολούμπια». Μετανάστες τρομοκρα- τημένοι, ὅπως ὁ Ἀχμὲτ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη: «Ἐφιάλτης! Αὐτὸ εἶναι ἐδῶ. Ἦρθα ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη στὴν Ἑλλά- δα γιὰ μία καλύτερη ζωὴ καὶ κατέληξα νὰ κοιμᾶμαι πάνω σὲ βρωμιές»… Καὶ ὁ Ἀϊζά, δίπλα του: «Ἔλα νὰ δεῖς. Ἐδῶ μαγειρεύ- ουμε. Ἐδῶ ξαπλώνουμε καὶ λέμε ἱστορίες». (Ἀπὸ τὸ ρε- πορτὰζ τῆς Βάλιας Νικολάου, στὸν «Ἐλ. Τύπο»). Ἱστορίες, λοιπόν. Γιὰ ραγισμένες ζωὲς καὶ ἄνεργες μέρες. Γιὰ ἐφιαλτικὰ χρέη καὶ πνιχτούς, ἀνεπίδο- τους λυγμούς. Γιὰ ἔρημες προθῆκες καὶ ἀπελπισμένα βλέμματα. Καὶ ὄχι γιὰ τὶς σκάστρες ποὺ εἶχαν στόχο… τὸν Σαρκοζὶ (…Κανεὶς δὲν δικαιοῦται νὰ ὑποτιμᾶ τὰ ἀφασικὰ πιστό- λια τῆς δῆθεν ἐπανάστασης οὔτε τὰ μυστηριώδη δέματα τῆς Ὑεμένης. Ἀλλὰ ὁ τρόμος εἶναι ἀλλοῦ. Στὴν αἱμάσσουσα Βαγδάτη καὶ στὴν πληγωμέ- νη Πόλη. Καὶ βέβαια, στὶς κάννες τῶν spreads καὶ στὸν κυνισμὸ τῶν ἀγορῶν. Στοὺς δῆθεν σωτήριους Μηχανισμοὺς καὶ στὶς χυ- δαῖες μηχανὲς τοῦ κέρδους, ποὺ θεωροῦν τοὺς ἀνθρώ- πους στοιχεῖα τῆς στατιστικῆς καὶ μυγάκια στὸ παρμπρὶζ τῆς ἀνατριχιαστικῆς λογικῆς τους).

Ἐπιλογὴ ἀπὸ δημοσιεύματα τῆς ἐφημερίδας «Ἐλευθεροτυπία» 29/10 και 2/11/2010.

Τοῦ Νικολάι Μπερντιάεφ

Η ἐποχή μας εἶναι διαποτισμένη ἀπὸ τὸν οἰκο- νομισμό. Σφραγίζει τὸ καθετί, καταπιέζει τὴν ἀνώτερη ζωή. Ποτὲ ὣς τὰ σήμερα ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶχε νιώσει τόσο τὴ σημασία τῆς οἰκονομίας στὴ ζωή του, οὔτε εἶχε συνείδηση τοῦ πόσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτήν. Ποτὲ ἡ παραγωγικότητα δὲν εἶχε ὑπερεγκωμιασθεῖ οὔτε εἶχε μετατραπεῖ σὲ σκοπὸ αὐτὴ καθ’ αὐτή. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ ἡ θεωρία τοῦ οἰκονομικοῦ ὑλισμοῦ θεμελιώθηκε στὴν ἐποχή μας. Ἀνταποκρινόταν ἁπλὰ στὴν κατάσταση τῆς εὐρωπαϊκῆς κοινωνίας. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ὑποτάχθηκε στὴν ὑλική. Αὐτὸ τὸ φαι- νόμενο τῆς πραγματικό- τητας ἐκφράστηκε παθη- τικὰ στὴ σκέψη ὡς αὐτὴ ἡ ὑλιστικὴ θεωρία γιὰ τὴν ὁποία ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν εἶναι παρὰ ἐποικοδόμημα τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς. Τὰ «ἰδεολογικὰ ἐποικοδομή- ματα», ποὺ καταδικάζουν σήμερα ὑλιστὲς καὶ σο- σιαλιστές, εἶχαν σημα- δέψει τὴν εὐγένεια τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος, τὴν ἀπαίτηση μιᾶς ἱερῆς ἐπικύρωσης τῆς ζωῆς. Ἀρχίσαμε νὰ τὰ θέτουμε ὑπὸ κατηγορία καὶ νὰ τὰ ἑρμηνεύουμε ὑλιστικά, ὁπότε ἡ ὑλικὴ ζωὴ πῆρε τὰ πρωτεῖα ἀπὸ τὴν πνευματική. […] Ποτὲ μέχρι σήμερα ὁ τρόμος μπροστὰ στὴν ἀνάγκη, μπροστὰ στὴν ἀβεβαιότητα τῆς ζωῆς δὲν εἶχε πάρει τέ- τοιες διαστάσεις. Ποτὲ μέχρι σήμερα ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔνιωσε τόσο περισφιγμένος, συντριμμένος ἀπὸ ὅλες τὶς μεριές, ἐγκαταλειμμένος στὴν αὐθαιρεσία τῆς τύχης. Ὁ ζυγὸς τοῦ οἰκονομισμοῦ ἔχει γιὰ αἰτία τὴν ἀπώλεια κάθε ἱερῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότη- τας. Στὴν ἀνθρώπινη ζωὴ κάτι ἀπόκτησε τρομερὴ ἔνταση στὸν 19ο καὶ 20ο αἰώνα. Ἡ ζωὴ γίνεται ὅλο καὶ πιὸ δύ- σκολη. Ἀπὸ τὴν ἀργὴ ἐργασία ὁ ἄνθρωπος περνᾶ στὴν ἐντατικὴ ἐργασία, ἀπὸ τὸν ἀνέμελο ψυχικὸ τύπο, στὸν ἐντατικό. Δὲν βλέπει πουθενὰ ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες, ὅλα Ὁ ἄνθρωπος νιώθει καταπιεσμένος στὴ γῆ. Ἡ αὔξηση τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῶν ἀναγκῶν ἔδεσαν τὸν ἄνθρωπο στὴν οἰκονομία. Ἡ εἴσοδος τῆς μηχανῆς ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ριζικὲς ἐπαναστάσεις τῆς ἱστορίας, ταρακούνησε τὰ αἰώνια θεμέλια τῆς ζωῆς. Ὁ ρυθμὸς τῆς ζωῆς ἄλλαξε. Ξεκόβει ὅλο καὶ περισσότερο ἀπὸ τὸν ρυθμὸ τῆς φύσης. Ἡ ζωὴ γίνεται ὅλο καὶ λιγό- τερο φυσική, ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τὴ διάλυση καὶ τὴν δυσαρμονία. Ποιά εἶναι λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀνάγκη ἡ ὁποία καθορί- ζει τὴ δύναμη τῆς οἰκονο- μίας στὴν ἀνθρώπινη ζωή; Εἶναι ἡ ἔκφραση μιᾶς μὴ κοσμικῆς κατάστασης τοῦ κόσμου. Τὸ ὁριστικὸ ξεπέρασμα τῆς ἀνάγκης προϋποθέτει τὴν ἔλευση τῆς κοσμικῆς ἁρμονίας, τὸ ξεπέρασμα τῆς ὑλικῆς κατάστασης τοῦ κό- σμου, δηλαδὴ τοῦ μὴ κο- σμικοῦ, τοῦ κομματιασμέ- νου, τοῦ ἁλυσοδεμένου. Ἡ ὕπαρξη τῶν νόμων τῆς φύσης, ἡ ζωὴ τοῦ σώματός μας ἡ ὁποία μᾶς συνδέει μὲ τὴν φυσικὴ ὁλόκληρου τοῦ κόσμου σημαίνουν ὅτι ἡ κατάσταση μέσα στὴν ὁποία βρίσκονται ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι ἀτε- λής, ἄρρωστη, ἐλαττωμα- τική. Εἶναι τρελοὶ ὅσοι ἀπὸ σᾶς σκέφτονται νὰ φθάσουν στὸν κοινωνικὸ παράδεισο καὶ στὴν εὐδαιμονία, στὴν τέλεια ἐλευθερία, στὸ ξεπέρασμα τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ πό- νου, παραμένοντας ὁλότελα μέσα στὸ φυσικὸ σῶμα, καὶ μένοντας ὑποταγμένοι στὸ βασίλειο τῆς ὑλικῆς φύσης καὶ στοὺς νόμους του. Αὐτὸ τὸ βασίλειο ἀπαιτεῖ τὴν οἰκονομία τοῦ ἀνθρώ- που, τὴν οἰκονομικὴ ἐργασία καὶ μέριμνα. Οἱ εὐαγγελικοὶ λόγοι γιὰ τὴν ἀμεριμνησία τῶν που- λιῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν χόρτων τῶν ἀγρῶν ἀπευ- θύνονται στὸν ἐσωτερικὸ πνευματικὸ ἄνθρωπο. Εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα μὲ τὸν ἐξωτερικὸ χῶρο τῆς ζωῆς. εἶναι στενά, περιορισμένα.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γιὰ τὴν Κοινωνικὴ Ἀνισότητα, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ