Άρθρα: θεολογωντας

Μαρ 15
10

Δογματικός Διαποτισμός και θρησκευτική Διδαχή

Ανάτυπον εκ του ΕΕΘΣΠΑ τόμος ΜΖ 2012


Η ομιλία αυτή έλαβε χώρα σε εκδήλωση της Ι. Αρχιεπισκοπής Κρήτης στο Ηράκλειο παρουσία του Σεβ. Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Ειρηναίου. Τη δημοσιεύουμε για να προβληματισθούμε πάνω στο σοβαρό πρόβλημα των εξαρτήσεων, δεδομένου ότι διαφαίνεται μια πολιτική βούληση να εξαπλωθούν περισσότερο τα τυχερά παιγνίδια απλά για εισπρακτικούς λόγους. Είμαστε βέβαιοι ότι μακροπρόθεσμα η αύξηση των τυχερών παιγνιδιών σε μια κοινωνία καταντά και αντιοικονομική, εκτός των άλλων ψυχοφθόρων συνεπειών της, λόγω των βλαβερών συνεπειών στην ψυχική και σωματική υγεία.





Τό θέμα μας σήμερα ἀποτελεῖ μιά ἐντυπωσιακή ἀντίφαση τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Συγκεκριμένα, μᾶς ἀπασχολεῖ ἡ προθυμία του γιά ἐξαρτήσεις στήν καρδιά μιᾶς ἐποχῆς ἡ ὁποία ἔχει μέ κόπο κατακτήσει καί τώρα ἀπολαμβάνει τήν πανηγυρική διακήρυξη τῆς ἀνεξαρτησίας του! Τό παράδοξο ἔγκειται δηλαδή στό γεγονός ὅτι ὅσο προοδεύει ἡ ἐξωτερική ἀνεξαρτησία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό δεσμευτικούς παράγοντες (τυραννίες κάθε εἴδους), τόσο περισσότερο ἐφευρίσκονται τρόποι δέσμευσης τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας του.
Ἔχω τή γνώμη ὅτι βοηθᾶ στήν μελέτη του φαινομένου τῶν ἐξαρτήσεων ἡ γενικώτερη «μακροσκοπική» τους θεώρηση ὡς ἑνιαίου προβλήματος, ἔτσι ὥστε νά ἀναζητηθοῦν πολιτισμικές καί ψυχολογικές αἰτίες. Διαφορετικά ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νά προσεγγίζονται ἀποσπασματικά καί μέ ἀνεπαρκῆ μέτρα. Κατά καιρούς μάλιστα ἀκούγονται ἀπόψεις πού προσπαθοῦν νά ἐξηγήσουν τήν αὔξησή τους, οἱ ὁποῖες ὅμως ἐπικαλοῦνται συνήθως ἕνα καί μοναδικό αἴτιο, π.χ. ἄλλοι τήν ἀποδίδουν στήν ἀποθρησκειοποίηση τῆς κοινωνίας μας, ἄλλοι στήν ἀμέλεια τῆς πολιτείας καί τῆς ἀστυνομίας, ἄλλοι στήν προϊοῦσα ἠθική φθορά τῆς ἐποχῆς κ.ο.κ.
Ἐνῶ ὅλες οἱ παραπάνω ἑρμηνεῖες ἐμπεριέχουν ἀλήθεια, αἰσθάνομαι ὅτι δέν ἔχουμε ἀναπτύξει στόν εὐρύτερο κοινωνικό (ἀλλά καί ἐκκλησιαστικό) χῶρο μιά βαθύτερη κατανόηση τοῦ φαινομένου. Ἔτσι στερούμαστε τῆς δυνατότητας γιά πολύπλευρη καί ἐπιτυχημένη δράση, τόσο προληπτική ὅσο καί θεραπευτική.
Ποιά εἶναι ἡ κλινική σημασία τῶν ἐξαρτήσεων ἀπό ψυχιατρικῆς πλευρᾶς κατ’ ἀρχήν; Ἡ ἐμπειρία δείχνει πώς αὐτές ἔχουν τή δυνατότητα νά ἀποβοῦν γιά τόν ψυχισμό κάτι ἀπό τά ἀκόλουθα:
1) Τρόπος ἔκφρασης τῆς κατάθλιψης καί ταυτόχρονα μέσο «παρηγοριᾶς» ἀπό αὐτήν,
2) Αὐτοσχέδια ἀγχόλυση, ἀνάλογης κλινικῆς σημασίας μέ τή χρήση οὐσιῶν,
3) Ἔκφραση καταναγκαστικῆς παθολογίας μέ τή μορφή τῆς συλλογῆς πληροφορίας ἤ ἀγορῶν ἤ ἡδονῆς,
5) Σέ ὁριακές προσωπικότητες αὐταπάτη ὅτι ἀπέκτησαν ταυτότητα καί ὅτι τήν τροποποιοῦν κατά βούληση,
6) Κανάλια διοχέτευσης τῆς διαστροφικῆς παθολογίας.
Συνεπῶς, ἕνας τόσο διαφορετικός πληθυσμός, γιά νά συγκλίνει στήν ἴδια συμπεριφορά τῆς ἐξάρτησης, ἀναγκαστικά χρειάζεται καί ἄλλης τάξεως συνθῆκες, δηλαδή μή κλινικές, πού θά λειτουργήσουν ὡς «ὀργανωτές». Καί αὐτές οἱ συνθῆκες εἶναι σύγχρονοι κοινωνικοπολιτισμικοί παράγοντες, πού ἔχουν ἀναμφίβολα πολλαπλασιαστῆ σέ ἀσύλληπτο βαθμό σέ σύγκριση μέ τό πρόσφατο παρελθόν.
Ἐνῶ τό φαινόμενο τῆς ἐξάρτησης ὑπῆρχε σέ ὅλες τίς ἐποχές καί σέ ὅλους τούς τόπους, οἱ ρίζες τῆς πρόσφατης διόγκωσής του πρέπει νά ἀναζητηθοῦν στό πέρασμα ἀπό τή νεωτερικότητα στή μετανεωτερικότητα. Συγκεκριμένα, αὐτό ἀντιστοιχεῖ στό πέρασμα ἀπό τόν λόγο στήν ἐμπειρία, ἀπό τήν πειθώ στή σαγήνη.
Στούς νεωτερικούς χρόνους τό κέντρο βάρους βρίσκεται στή διάνοια ἡ ὁποία πρέπει νά πεισθῆ, ἐνῶ κατά τήν μεταμοντέρνα ἐποχή βρίσκεται στό ὀπτικό νεῦρο καί στίς ὑπόλοιπες αἰσθήσεις οἱ ὁποῖες πρέπει νά διεγερθοῦν. Ἔτσι εἶναι προφανές ὅτι ἀνοίγει ὁ δρόμος γιά τήν ψυχοδυναμική τῆς ἐξάρτησης ἀφοῦ αὐτή ἀποτελεῖ μή ὀρθολογικό γεγονός.
Σέ τί συνίσταται ἡ μετανεωτερικότητα τήν ὁποία διανύουμε; Ἔχει γίνει παράλληλη, σχεδόν συνώνυμη, μέ τήν κοινωνία τοῦ θεάματος καί τοῦ κυβερνοχώρου. Ἡ κοινωνία τοῦ θεάματος ἔχει ἀποικίσει τή σύνολη καθημερινότητά μας, μέ ἀπώτερη φιλοδοξία νά ἀναγκάσει τό ψυχικό ὄργανο νά τῆς παραδοθῆ. Ἡ τεχνολογία ἔχει ἐπιτρέψει ἐν τῷ μεταξύ μιά ἀσύλληπτη γιά τό παρελθόν πρόσβασή μας στίς ποικίλες παραλλαγές τοῦ θεάματος.
Παράλληλα μία ἄλλη πραγματικότητα πού εἶχε προηγουμένως ἀναπτυχθῆ κατά τόν εἰκοστό αἰῶνα ἐπέτρεψε καί αὐτή μέ τή σειρά της νά διαμορφωθῆ αὐτή ἡ γενικώτερη εὐπάθεια πρός τίς ἐξαρτήσεις. Πρόκειται γιά τήν κοινωνία τῆς ἀφθονίας, στήν ὁποία τά ἐξαρτησιογόνα ἀντικείμενα (οὐσίες, ψώνια, δραστηριότητες) παρέχονται σέ ποσότητες καί μέ εὔκολη πρόσβαση.
Ὁ συνδυασμός αὐτῶν τῶν δύο κοινωνικῶν καί πολιτισμικῶν ἐξελίξεων ἐπέφερε ἀλλοιώσεις καί στόν ἀνθρώπινο ψυχισμό, τουλάχιστον σέ ἐκείνους τούς ψυχισμούς οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονταν ἀπό κάποια εὐαλωτότητα βιολογικῆς προδιάθεσης.
Πράγματι, στό φαινόμενο τῶν ἐξαρτήσεων ἀναδεικνύεται ὁλόκληρη ἡ ψυχοσωματική διάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Γιά παράδειγμα, εἶναι παρατηρημένο ὅτι εὐνοεῖται ἡ ἐξαρτητική συμπεριφορά σέ προσωπικότητες πού ἔχουν ἐντονώτερο τό στοιχεῖο εἴτε τῆς παρορμητικότητας εἴτε τῆς καταναγκαστικῆς ἐμμονῆς, προδιαθέσεις καί οἱ δύο μέ βιολογική προέλευση.
Ἀλλά θά φτωχαίναμε τό φαινόμενο ἄν περιοριζόμαστε στήν θετικιστική μείωσή του ἁπλᾶ σέ μιά ὀργανικότητα. Παρά τούς ἔντονους πειρασμούς πού προέρχονται ἀπό τήν ἴδια τήν σύγχρονη ψυχιατρική καί τήν ψυχολογία νά σκεφτόμαστε μόνο βιολογικά, οἱ ἐξαρτήσεις ξεδιπλώνουν τή πραγματική τους φύση ὅταν ἀντιμετωπιστοῦν ὡς πολυπαραγοντικά προβλήματα, δηλαδή ὡς στάσεις πού πηγάζουν ἀπό τή συνθετότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Καί ὡς τέτοια ἀπαιτοῦν καί τήν ψυχολογική καί τήν κοινωνικοπολιτισμική θεώρηση.
Στήν ψυχολογική προσέγγιση κεντρική σημασία κατέχει ἡ ἔννοια τοῦ ἐλέγχου. Στίς ἐξαρτήσεις τό ὑποκείμενο παλεύει σκληρά μέ τόν ἔλεγχο ὁ ὁποῖος καθίσταται ἔμμονη ἰδέα. Αὐτή ἡ πάλη λαμβάνει δύο μορφές συνήθως. Ἡ μία ἔγκειται στή διαμόρφωση συνθηκῶν τέτοιων πού νά ἐπιτρέπουν πράγματι τόν ἔλεγχο. Γιά παράδειγμα, τό ἐξαρτημένο ἀπό τίς ἀγορές ἄτομο ἐλέγχει τήν πραγματικότητα πού τό περιβάλλει ἱκανοποιώντας ὅλες τίς ἐπιθυμίες του, ὅπως ἐπίσης καί ὁ ἐξαρτημένος ἀπό τό φαγητό. Ἐπί πλέον ἀρκετοί ἀπό τούς ἐξαρτημένους ἀπό πρόσωπα ἐπιτυγχάνουν νά τά ἐλέγξουν ἐπιβάλλοντας τή βούλησή τους καί ἐκμαιεύοντας τίς συμπεριφορές πού θέλουν.
Μιά ἄλλη παραλλαγή ἐντοπίζεται στούς ἐξαρτημένους οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται γιά τήν φαντασίωση τοῦ ἐλέγχου. Ἐδῶ ἀνήκουν οἱ ἐξαρτημένοι ἀπό οὐσίες οἱ ὁποῖοι συνήθως ἀναπτύσσουν τή γνωστή ὑπερβολική αὐτοπεποίθηση πού τούς κάνει νά ἰσχυρίζονται πώς δέν εἶναι ἐξαρτημένοι καί ὅποτε θέλουν εἶναι ἱκανοί νά σταματήσουν τή χρήση, ἄρα ἔχουν τόν ἔλεγχο. Ἀκόμη, σέ αὐτούς πού βαυκαλίζονται μέ τή φαντασίωση τοῦ ἐλέγχου ἀνήκουν καί οἱ ἐξαρτημένοι ἀπό τόν κυβερνοχῶρο (εἴτε ἀπό τήν πορνογραφία εἴτε ἀπό τά διαδικτυακά παιγνίδια), ἀφοῦ σχηματίζουν τήν αὐταπάτη ὅτι θέτουν ὑπό τόν ἀπόλυτο ἔλεγχό τους τό ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας τους (ποθητή γυναίκα, ἐχθρό κτλ).
Ἡ περίπτωση αὐτή τῆς ψευδαίσθησης τοῦ ἐλέγχου νομίζω ὅτι ἀξίζει νά συγκεντρώσει περισσότερο τήν προσοχή μας διότι συνδέεται μέ τό ζήτημα τῆς σχέσης. Ἀνοίγει μπροστά μας τήν ἀνικανότητα ἤ τήν ἀπροθυμία τοῦ ἐξαρτημένου ἀτόμου γιά ἀληθινή καί οὐσιαστική σχέση. Μιά τέτοια σχέση εἶναι προφανές πώς δέν εἶναι δυνατό νά περιλαμβάνει ἔλεγχο τοῦ ἄλλου· ἀντίθετα, εἴσοδος σέ σχέση σημαίνει κάποιου βαθμοῦ αὐτοπαράδοση στή διαδικασία ἀλλαγῆς μέσῳ τοῦ ἄλλου, σημαίνει ἑκούσια ἄρνηση νά ἐλέγξεις τόν ἄλλο ἀφοῦ αὐτό θά σήμαινε ἔλλειψη σεβασμοῦ καί ἄρα ἔλλειψη ἀγάπης.
Ἔτσι ἡ αὔξηση τῶν ἐξαρτήσεων στήν ἐποχή μας ὑπαινίσσεται κάποιου βαθμοῦ ἀναπηρία στή διαμόρφωση καί διατήρηση ὑγιῶν σχέσεων. Συνεπῶς ἕνα ἔλλειμα ἀγάπης προκύπτει ἐδῶ, τουλάχιστον ὡς πρός τό ἀποτέλεσμα ἀφοῦ εἶναι πιθανό ἡ πρόθεση γιά σχέσεις ἀγάπης νά εἶναι ἐντονώτερη στήν ἐποχή μας. Ἔτσι ἀναδεικνύεται ἕνα τραγικά μεγάλο χάσμα, ἀφοῦ τό αἴτημα νά ἀγαπηθῆ κάποιος αὐξάνεται δραματικά, ἀλλά καί ὁ φόβος μπροστά στήν ἀγάπη ἐπίσης.
Ἡ ψευδαίσθηση τοῦ ἐλέγχου παρέχει μιά φαντασίωση παντοδυναμίας, ἡ ὁποία ὑπῆρξε ἀνέκαθεν πολύ δημοφιλής γιά τόν ἄνθρωπο. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά χρησιμοποιήσει τήν ἐξάρτηση γιά νά αἰσθανθῆ παντοδύναμος, ὡς ἀντιστάθμισμα σέ κάποιο ναρκισσιστικό τραῦμα, τό κάνει ἐπειδή ἡ φαντασίωση παρέχει μεγαλύτερη ἀπόλαυση ἀπό τήν πραγματικότητα. Ἐδῶ εἶναι ἀναγκαία ἡ διάκριση ἀνάμεσα στήν ἀπόλαυση καί στή χαρά, ἄγνωστη γιά πολλούς, μιά ἄγνοια στήν ὁποία βασίζεται ὁ μηχανισμός τῆς ἐξάρτησης.
Δέν θά ἦταν σωστό νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι τό ἐξαρτημένο ἄτομο ἔχει προσδεθῆ στό ἀντικείμενο πού τό ἑλκύει. Ἄν θέλουμε νά ἀκριβολογήσουμε θά πρέπει νά ποῦμε ὅτι τό ἐξαρτημένο ἄτομο ἔχει προσδεθῆ συναισθηματικά στή διαδικασία ἀναζήτησης καί ἀνεύρεσης τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ. Δηλαδή στήν ἔντονη ψυχοσωματική ἐμπειρία, σέ αὐτό πού ὁ κόσμος ὀνομάζει «ἀδρεναλίνη». Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι καί τό χαρακτηριστικό πού καθιστᾶ τήν ἐξάρτηση μιά αὐτοερωτική διαδικασία. Κέντρο ἀναφορᾶς εἶναι ἡ αἴσθηση καί ἐμπειρία τοῦ ἴδιου τοῦ ὑποκειμένου.
Ἄν αὐτά συμβαίνουν σέ κάθε εἴδους ἐξάρτηση, δραματικό εἶναι ὅταν λαμβάνουν χώρα σέ ἐξαρτήσεις ἀπό πρόσωπα. Ἐνῶ τότε ἀπέναντι βρίσκεται ἕνας πραγματικός ἄλλος, μέ σάρκα καί ὀστᾶ, στήν ἐνδοψυχική πραγματικότητα αὐτός ὁ ἄλλος δέν ὑπάρχει καθ’ ἑαυτόν, ὑπάρχει μόνο ὡς καμβάς καί ὡς πρόσχημα γιά νά ξαναπαιχτῆ γιά μιά ἀκόμη φορά τό παιγνίδι τοῦ «κυνηγιοῦ» καί τῆς ἀνεύρεσης ἐκείνης πού σημαίνει εἴτε καθυπόταξη εἴτε ἐξασφάλιση, ἀνάλογα σέ ποιά πλευρά τῆς «σχέσης» ἔχει τοποθετηθῆ κανείς.
Ἀληθινή σχέση εἶναι συνώνυμη μέ τήν ἐλευθερία. Ὅταν ἔχει ἐγκατασταθῆ φόβος μπροστά στήν ἐλευθερία, πού συνιστᾶ διαχρονικό πειρασμό τῆς ἀνθρώπινης φύσης, κυρίαρχο μέλημα τοῦ ψυχισμοῦ γίνεται ἡ ἀποφυγή τοῦ τραύματος, ἤ τῆς ἐπανάληψής του ἄν ὑπάρχει σχετική δυσάρεστη ἐμπειρία. Αὐτό μέ τή σειρά του γεννᾶ τήν ἀνάγκη καταφυγῆς καί ὑποταγῆς σέ ἕνα ἄλλο «ἐγώ» τό ὁποῖο δομεῖται φαντασιακά ὥστε νά παρέχει τήν ψευδαίσθηση ἐλέγχου: εἴτε στό ἄτομο ἀπό τό ὁποῖο κανείς ἐξαρτᾶται, εἴτε στό τεχνητό «ἐγώ» τοῦ ὑπολογιστῆ, εἴτε στήν προσωποποιημένη οὐσία κ.ο.κ. Ἐδῶ χρειάζεται νά θυμηθῆ κανείς καί τίς ἐξαρτήσεις ἀπό πρόσωπα, οἱ ὁποῖες ἀναπτύσσονται τόσο στό πλαίσιο τοῦ ζευγαριοῦ ὅσο καί σέ νοσηρές ὁμάδες ὅπως οἱ σέκτες.
Ἐξ ἄλλου ἡ κατάρρευση τῶν ἰδεολογιῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τῶν θρησκευτικῶν, ἄφησε ἕνα κενό ὄχι μόνο στόν χῶρο τῶν ἰδεῶν. Πρωτίστως δημιούργησε κενό στόν ψυχισμό τό ὁποῖο ἔλαβε τή μορφή τοῦ ὑπαρξιακοῦ κενοῦ, ἀκόμη καί τῆς ψυχοπαθολογίας. Ἕνα συγκροτημένο σύστημα ἰδεῶν ἔχει τή δύναμη νά μετουσιώνει (στήν καλύτερη περίπτωση) ἤ νά νομιμοποιεῖ (στή χειρότερη) στοιχεῖα πού ὁ ψυχισμός θεωρεῖ ἀπαράδεκτα, διοχετεύοντάς τα σέ συλλογικές σκοπιμότητες. Χωρίς τήν ἰδεολογία ὁ ψυχισμός μένει ἔκθετος μπροστά στίς διαλυτικές καί ἐπιθετικές ἐνορμήσεις του, γιά τίς ὁποῖες ἡ ἰδεολογία ἀποτελοῦσε ἕνα λειτουργικό ἄλλοθι (ὄχι πάντα χωρίς κακές συνέπειες βέβαια). Ἡ ἀνάγκη λοιπόν ὑπέρβασης τοῦ ὑπαρξιακοῦ κενοῦ ἤ καί χάους καταλήγει ἀναπόφευκτα σέ τεχνικές ψευδοπλήρωσής του μέσῳ ἀντικειμένων ἤ ἐμπειριῶν.
Ἐννοεῖται ὅτι πραγματική πλήρωση δέν συμβαίνει ποτέ μέ τόν τρόπο τῆς ἐξάρτησης, γι’ αὐτό καί πολύ σύντομα μετά τήν πρώτη ἀπόλαυση ὁ ψυχισμός πιέζει γιά ἐπανάληψη τῆς ἐμπειρίας σάν τό ἀέναο βασανιστήριο τοῦ Σίσυφου. Ἄλλωστε σέ αὐτή τήν ἐπαναληπτικότητα βασίζεται ὅλη ἡ δύναμη τῆς ἐξάρτησης.
Αὐτά τά δύο στοιχεῖα χρειάζεται νά μᾶς προβληματίσουν ἰδιαίτερα ὅταν συναντοῦμε τήν ἐξάρτηση ἀπό ἐκκλησιαστικά πρόσωπα. Ἐδῶ βλέπει κανείς πράγματι τήν ὑψηλή συχνότητα μέ τήν ὁποία συναντῶνται τόσο τό ἱστορικό ἑνός ἀτομικοῦ ψυχικοῦ τραύματος (ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου τό πρόσωπο διστάζει νά συνδεθῆ μέ οὐσιαστική σχέση προτιμώντας τήν ἐξάρτηση) ὅσο καί ἡ ἀπουσία θεολογίας τό κενό τῆς ὁποίας πασχίζει νά καλύψει ἡ ἀπόλαυση πού ἀντλεῖ ὁ ἐξαρτημένος ἀπό ἕνα ἄλλο πρόσωπο.
Συμπερασματικά, ἡ ἐξάρτηση ἀποτελεῖ ὁπωσδήποτε νόσο τοῦ συγκεκριμένου προσώπου, ἀλλά ταυτόχρονα καί νόσο τοῦ πολιτισμοῦ μας, ἀκόμη καί τοῦ συγκεκριμένου συλλογικοῦ κλίματος στό ὁποῖο ἀνήκει κάποιος (οἰκογένεια, σέκτα, Ἐκκλησία κ.ἄ.). Μᾶς ὑπενθυμίζει μέ ἀρνητικό τρόπο πῶς πρέπει νά λειτουργεῖ φυσιολογικά ἡ ἀνθρώπινη φύση καί μᾶς χρεώνει μέ μιά γενικώτερη διαβούλευση γιά τίς μορφές δημόσιας καί ἰδιωτικῆς ζωῆς τίς ὁποῖες ὀργανώνουμε. Εἰδικά γιά τήν Ἐκκλησία μᾶς παρακινεῖ νά ἀναστοχαστοῦμε πάνω στήν ἀληθινή πνευματική ζωή καί νά ἀναμετρηθοῦμε μέ τήν μνημειώδη ἀλήθεια ὅτι «ὅπου τό Πνεῦμα Κυρίου ἐκεῖ ἐλευθερία» (Β΄ Κορ. 3: 17).
Προτάσεις γιά μελέτη
-π. Ἀθανασίου Γκίκα Τό πρόβλημα τῶν ναρκωτικῶν καί ἡ ἀντιμετώπισή του ἀπό μέρους τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Τέρτιος
-Α. Κοκκέβη, Γ. Κίτσος, Α. Φωτίου Ἐφηβεία: συμπεριφορές καί ψυχοκοινωνική ὑγεία, ἐκδ. Βῆτα
-Ζάν Μπωντριγιάρ Ἡ καταναλωτική κοινωνία, ἐκδ. Νησῖδες
-Ζύγκμουντ Μπάουμαν Ζωή γιά κατανάλωση, ἐκδ. Πολύτροπον
-Κατερίνας Μάτσα Ψάξαμε ἀνθρώπους καί βρήκαμε σκιές: τό αἴνιγμα τῆς τοξικομανίας, ἐκδ. Ἄγρα,
-Τόμας Ἔρικσεν Ἡ τυραννία τῆς στιγμῆς: γρήγορος καί ἀργός χρόνος στήν ἐποχή τῆς πληροφορίας, ἐκδ. Σαββάλας
-π. Βασιλείου Θερμοῦ Οἱ δικοί μου οἱ ξένοι, ἐκδ. Ἐν πλῷ
-τοῦ ἰδίου Περάσματα στήν ἀπέναντι ὄχθη, ἐκδ. Ἐν πλῷ
-τοῦ ἰδίου Ὀδύνη Σώματος Χριστοῦ, ἐκδ. Ἀκρίτας
-τοῦ ἰδίου Τό ἀναδυόμενο νεανικό πρόσωπο μέσα στό τοπίο τῶν νέων τεχνολογιῶν τῆς εἰκόνας καί τῆς ἐπικοινωνίας, Σύναξη, τ. 109
Ιούλ 13
18

Όπως γνωρίζουμε, την ελεημοσύνη η Εκκλησία τη βλέπει σαν μια πολύτιμη δυνατότητα του ανθρώπου: τη βλέπει σαν το άνοιγμα στον άλλον και σαν την έμπρακτη απο-προσκόλληση από τα υλικά αγαθά. Ταυτόχρονα, ωστόσο, οι Πατέρες διακρίνουν εδώ έναν κίνδυνο. Η ελεημοσύνη μπορεί να διαστραφεί και να καταντήσει άλλοθι της κοινωνικής αδικίας, ιδίως όταν ασκείται από αυτόν που προκαλεί την κοινωνική αδικία. «Ποιό είναι το όφελος», λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «αν δημιουργείς πολλούς φτωχούς με την εκμετάλευση και ανακουφίζεις έναν με την ελεημοσύνη; Άν δεν υπήρχε το πλήθος των εκμεταλευτών, δεν θα υπήρχε ούτε το πλήθος των εξαθλιωμένων». Παρόμοια ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Χρυσόστομος κ.α υπογραμμίζουν ότι ο πλούσιος που προσφέρει ελεημοσύνη, όχι μόνοδεν δικαιούται ανταμοιβή από τον Θεό, αλλά, αντιθέτως, είναι ένοχος για τις αδικίες που διαπράττει για να συσσωρεύσει τον πλούτο του. Στο πνεύμα αυτό βρίσκουμε και κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες κανονικές ρυθμίσεις. Ακολουθώντας τη βιβλική ρήση ότι «όποιος προσφέρει μια θυσία με των φτωχών τα χρήματα, είναι σαν να θυσιάζει ένα παιδί μπροστά στα μάτια του πατέρα του» (Σοφία Σειράχ 34:20), οι «Αποστολικές Διαταγές» (τον 4ον αιώνα) ζητούν από τους επισκόπους να μην αποδέχονται δωρεές πλουσίων οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τους αδυνάτους. Και μάλιστα ζητούν να απορρίπτουν αυτές τις δωρεές, ακόμη κι αν η εκκλησία τους κινδυνεύει να καταστραφεί από την έλλειψη πόρων. Δεν μπορεί (λένε, σητν ίδια γραμμή, ο Μ.Βασίλειος και ο Ιωάννης της Κλίμακος), να γίνει ο Θεός συνένοχος ληστών και αρπακτών. Διεκδίκηση και αντίσταση Σε κάποιο σημείο του έργου του ο άγιος Διάδοχος Δωτικής, (τον 5ον αιώνα) επισημαίνει ότι η ζωή του χριστιανού νοηματοδοτείται όχι από την οργή, αλλά από την αγάπη, ακόμα και προς αυτούς οι οποίοι τον αδικούν. Όμως (συνεχίζει) είναι λάθος να νομίσουμε πως η οργή οφείλει να λείψει εντελώς από τη ζωή του χριστιανού. Αυτό το οποίο οφείλει να ξερριζώσει ο πιστός, είναι ο στρεβλός προσανατολισμός της οργής, δηλαδή η χρήση της για την ικανοποίηση του εγωισμού του. Άν, όμως, η οργή φανερώνει φροντίδα για τον συνάνθρωπο, είναι θεμιτή. Αυτό, συνεπώς, που οφείλει να κάνει ο χριστιανός, είναι να οργίζεται εναντίον εκείνων που καταδυναστεύουν τους φτωχούς. Παρόμοια, ο Χρυσόστομος λέει ρητά ότι η οργή είναι φυσική δύναμη που εμφυτεύτηκε μέσα μας από τον Θεό, ακριβώς για να βοηθούμε τους αδικουμένους. Αντιθέτως, ο πόθος για τα χρήματα – συνεχίζει – δεν είναι φυσική δύναμη. […] Κάποτε ο αββάς Μακάριος της Αλεξάνδρειας προχώρησε ακόμα και σε απάτη, προκειμένου να περιθάλψει τους ανίατους της Αλεξάνδρειας. Πήρε χρήματα από μια πλούσια και φιλοχρήματη γυναίκα με την υπόσχεση ότι θα της αγόραζε πολύτιμους λίθους σε τιμή ευκαιρίας. Όμως τα χρήματα τα διέθεσε στη νοσηλεία των ασθενών. Η Εκκλησία ήταν πάντα επιφυλακτική απέναντι στην άσκηση βίας. Στα Πατερικά κείμενα, ωστόσο, βρίσκουμε μερικές φορές τον προβληματισμό, ότι δεν είναι ίδιο πράγμα όλες οι περιπτώσεις βίας. Ο Χρυσόστομος, για παράδειγμα, καταδίκασε τις βίαιες ενέργειες του εξεγερμένου λαού της Αντιόχειας, αλλά τον υπερασπίστηκε ενώπιον του αυτοκράτορα. Κι εκεί πλέον, σε μιαν άλλη περίπτωση μιλάει προς τους εύπορους χριστιανούς και υπερασπίζεται τους πεινασμένους που καταφεύγουν στη βία: «δεν φρίττετε, δεν κοκκινίζετε από ντροπή, όταν χαρακτηρίζετε κακούργο αυτόν που παλεύει για το ψωμί του; Ακόμα κι αν είναι κακούργος, αξίζει να βοηθηθεί, αφού πιέζεται από την πείνα τόσο πολύ, ώστε αναγκάζεται να κάνει τέτοια πράγματα». Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων δήλωνε ότι προκειμένου βα βοηθηθούν οι φτωχοί, δεν είναι καθόλου κακό αν μπορούσε κανείς να σκαρφιστεί τρόπους ώστε ακόμα και να γδύσει τους πλούσιους, ενώ ο άγιος Αθανάσιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1289-1293 και 1303-1309) και εκ των πρώτων εισηγητών του ησυχασμού, πρωτοστάτησε σε μέτρα κοινωνικής μεταρρύθμισης και συνάντησε σφοδρή αντίθεση από επισκόπους και μοναχούς, όταν επιχείρησε να διαθέσει μοναστική περιουσία υπέρ των αδυνάτων.

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «προοπτικές της πατερικής σκέψης για μια θεολογία της απελευθέρωσης», στον τόμο «Βιβλική θεολογία της απελευθέρωσης, πατερική θεολογία και αμφισημίες της νεοτερικότητας», Αθήνα 2012 , εκδ Ίνδικτος, σελ 160-163

923394_10200982005730445_698980449_n

Παρουσιάστηκε πριν από λίγες ημέρες (30 Μαΐου 2013) στην Αθήνα ο συλλογικός τόμος Ιnnovation in the Orthodox Christian Tradition? Τhe Question of Change in Greek Orthodox Thought ang Practice [Ανανέωση στην Ορθόδοξη Χριστιανική Παράδοση; To ζήτημα της αλλαγής στην Ελληνική Ορθόδοξη σκέψη και πράξη] σε επιμέλεια των Trine Stauning Willert & Lina Molokotos – Liederman, από τις εκδ. Ashgate.

Δημοσιεύουμε σήμερα την παρουσίαση του τόμου από την πλευρά της Αναπλ. Καθηγήτριας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Νίκης Παπαγεωργίου.

         Το ζήτημα της ανανέωσης της Ορθόδοξης παράδοσης παραμένει πάντα ανοικτό στο πλαίσιο του θεολογικού διαλόγου. Πολλά έχουν ειπωθεί και άλλα τόσα έχουν γραφεί για το τι σημαίνει παράδοση ή ανανέωση στην Ορθόδοξη Θεολογία και Εκκλησία. Νομίζω όμως ότι, στον παρόντα συλλογικό τόμο, είναι η πρώτη φορά που το ζήτημα της ανανέωσης δεν αποτελεί απλώς έναν θεολογικό στοχασμό αλλά προσεγγίζεται με εμπειρικό τρόπο μέσα από μια ιστορικο-κοινωνική προοπτική. Ο τόμος δηλαδή αναλύει τη θεολογική και εκκλησιαστική πραγματικότητα με συγκεκριμένες μελέτες περιπτώσεων, συνδέοντας με τα εκάστοτε κοινωνικο-ιστορικά πλαίσια, χωρίς να κάνει μια δεοντολογική προσέγγιση του ζητήματος αυτού.

Ο συλλογικός τόμος αποκαλύπτει, όπως επισημαίνουν οι επιμελήτριές του, οι κυρίες Trine Stauning Willert & Lina Molokotos – Liederman, την πολλαπλή και πολυεπίπεδη όψη αλλά και τη σύνθετη και προκλητική για τη σκέψη, φύση της ανανέωσης της ελληνικής Ορθοδοξίας (σ. 11). Τα άρθρα του τόμου δείχνουν ότι κανένας «θεσμός» δεν μένει στατικός και αμετακίνητος στην ιστορία, ούτε λειτουργεί με τρόπο ανιστορικό και άυλο. Η θεολογική σκέψη και διανόηση, αλλά και η Εκκλησία ως θεσμός, αποτελούν μέρος αυτού του κόσμου και διαλέγονται φανερώς ή αφανώς μαζί του. Ο τόμος ερευνά διάφορες πτυχές ανανέωσης της ορθόδοξης παράδοσης και ευκαιρίες προσαρμογής στη νεωτερικότητα και προσπαθεί να συνθέσει, σαν ένα παζλ, το ανανεωτικό «πρόσωπο» της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογικής σκέψης και πρακτικής.

Είναι γεγονός ότι οι όροι, προσαρμογή, ανανέωση, νεωτερισμός, αλλαγή, δεν ηχούν ευχάριστα «στα αυτιά» των ορθοδόξων και αντιμετωπίζονται συνήθως με δυσπιστία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία χαρακτηρίζεται ως η εκκλησία της παράδοσης – ο τόμος το επισημαίνει αρκετές φορές- και ο χαρακτηρισμός αυτός λειτουργεί σχεδόν στερεοτυπικά στη σκέψη και τη νοοτροπία των περισσοτέρων. Η ορθόδοξη παράδοση θεωρείται μοναδική και αναλλοίωτη και αγνοείται το γεγονός ότι «κτίζεται» μέσα στο χώρο και το χρόνο. Η Εκκλησία «παγιδεύεται» πολλές φορές στη μακροβιότητα της ορθόδοξης παράδοσης, με κίνδυνο να την απολυτοποιήσει, και συγχέοντας περιεχόμενο και φόρμες –για να θυμηθούμε τον Ζίμμελ- ξεχνά ότι η προσαρμογή είναι πολλές φορές «αθέατη» αλλά άκρως απαραίτητη για την επιβίωσή της στο χρόνο.

Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία ως ζωντανός οργανισμός, που εκφράζεται μέσα από το λόγο και τις πρακτικές, δεν μπορεί να παραμείνει στατικός και ακίνητος, αλλά προσαρμόζεται, ανανεώνεται, αλλάζει, δέχεται επιρροές και βρίσκεται σε σχέση αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον. Εξάλλου, η κοινωνικοϊστορική μελέτη της Εκκλησίας αποδεικνύει ότι από την εποχή της αρχικής εμφάνισης του Χριστιανισμού και της ίδρυσης της Εκκλησίας, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει: θεολογικές διατυπώσεις, δογματικές εκφράσεις, τέχνη, πρακτικές, θεσμοί. Αυτό ακριβώς δείχνει και ο τόμος αυτός ότι, ακόμη και κατά τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων, εποχή όπου θεωρείται ιδιαίτερα ότι η παράδοση έχει ολοκληρωθεί χωρίς να χρειάζεται πλέον αλλαγές, υπάρχουν μικρές ή μεγάλες «ρήξεις» που «διαρρηγνύουν» την «αναλλοίωτη» και «παγιωμένη» παράδοση και κάνουν τομές στη ορθόδοξη παραδοσιακή σκέψη και πρακτική.

Η ίδια η Ορθόδοξη Εκκλησία, παρότι διατείνεται ότι είναι η Εκκλησία της παράδοσης, εντούτοις χρησιμοποιεί επιλεκτικά αυτή την παράδοση και εν γνώσει ή εν αγνοία της, για λόγους προσαρμογής ή ανανέωσης, και υπό την πίεση εσωτερικών και εξωτερικών συνθηκών οδηγείται στη δημιουργία νέων μορφών και λειτουργιών στη σύγχρονη κοινωνία. Η πιο ενδιαφέρουσα προσαρμογή, αν όχι αλλαγή, κατά τη μοντέρνα περίοδο, είναι η «μετατροπή» της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας σε ελληνική (και όχι μόνον) Ορθόδοξη Εκκλησία, δηλαδή σε θεσμό του νεότερου ελληνικού έθνους κράτους και η αποδοχή αυτού του εθνικού πολιτιστικού ρόλου. Η θεσμική προσαρμογή της Εκκλησίας στη νεωτερικότητα, η «αποδοχή» του εθνικού ρόλου, η ταύτιση με την εθνική ταυτότητα και η χρήση της ως ιδεολογικού «στηρίγματος» του έθνους –κράτους είναι μια θεσμική προσαρμογή που όχι μόνο δεν κατανοείται ως τέτοια, αλλά θεωρείται από πολλούς θεμελιακά συνδεδεμένη με την ταυτότητα και το ρόλο της Εκκλησίας. Προβάλλονται μάλιστα σοβαρές ενστάσεις όταν «κινδυνεύει» να αποσυνδεθεί η θρησκευτική από την εθνική ταυτότητα. Αυτό ακριβώς δείχνει και την «ικανότητα» προσαρμογής ενός θεσμού, στο πλαίσιο ιδιαίτερων κοινωνικο-πολιτικών δεδομένων. Επομένως, και μόνο από το παράδειγμα αυτό -γιατί υπάρχουν και άλλα- φαίνεται ότι η Εκκλησία διαθέτει τη δυναμική να αλλάζει και να προσαρμόζεται, όταν «κρίνεται» η θέση της και η λειτουργία της, ακόμη και στη σύγχρονη μοντέρνα κοινωνία.

Εν τούτοις, όπως δείχνουν και οι επιμέρους περιπτώσεις μελετών του τόμου, αυτές οι ανανεωτικές κινήσεις δεν αφορούν το «σκληρό πυρήνα» του θεολογικού λόγου και της Εκκλησίας ως θεσμού, αλλά παραμένουν περιφερειακές. Τα μεγάλα ζητήματα της νεωτερικότητας, τα οποία συνιστούν ταυτόχρονα απαιτητικά αιτήματα ανανέωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, παραμένουν ανοικτά, όπως ο εκδημοκρατισμός της δομής και της διοίκησης με την εκλογή των κληρικών, η ενεργός συμμετοχή των λαϊκών και η απο-περιθωριοποίηση των γυναικών, ο σεβασμός στην πράξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδιαίτερα της θρησκευτικής ελευθερίας, η αποδοχή του πλουραλισμού και του σεβασμού της ετερότητας… Λείπουν, όχι από τον τόμο, αλλά από την ορθόδοξη παράδοση, ουσιαστικά δείγματα αλλαγής που θα μας επέτρεπαν να μιλάμε για πραγματική ανανέωση. Εξάλλου και ο ίδιος ο τόμος θέτει το ζήτημα αυτό στον τίτλο με ερωτηματική μορφή.

Ιαν 13
06

Λόγος του Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Ἡ πηγὴ τῶν εὐαγγελικῶν διδαγμάτων ἀνεῳγμένους ἔχει τοὺς ῥύακας, καὶ εἴ τις διψῶν πίνει ἐξ ἐκείνης τῆς πηγῆς, καὶ ζωοποιεῖται· ζωοποιεῖται δὲ κατὰ πνεῦμα καὶ τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν, εὐφροσύνην ὑπὲρ οἶνον δεχόμενος. Ἀκόρεστος γὰρ ἡ γλυκύτης τῶν πνευματικῶν λογίων· οὐ γὰρ εὐφραίνει κοιλίαν, ἀλλὰ καρδίαν, καὶ λογισμοὺς εὐσεβῶν εἰς φιλοθεΐαν ἄγει. Ἤκουες γὰρ ἀρτίως ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου βοῶντος πρὸς τὸ συνελθὸν πανταχόθεν καὶ βαπτιζόμενον τὸ τῶν Ἰουδαίων πλῆθος· Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν· ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν. Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος· ὀπίσω, διὰ τὸν τόκον τῆς γεννήσεως. Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι.
Καὶ ποῖα ὑποδήματα βαστακτέα ὑπεφέρετο ὁ Κύριος, ὅτι ἔλεγεν, Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι; Ἐνταῦθα ὑποδήματα, τὰ τῆς οἰκονομίας μυστήρια λέγει· ὑποδήματα γὰρ ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Κυρίου προσαγορεύεται…
Καὶ τούτου μάρτυς ὁ Κύριος διὰ τοῦ προφήτου κράζων· Ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν ἐκτενῶ τὸ ὑπόδημά μου. Διὰ τοῦτο καὶ ὑποπόδιον ἤκουσεν ἡ τοῦ Κυρίου ἐνανθρώπησις, ὡς ἐπὶ γῆς ὀφθεῖσα, καὶ τὸ τέρμα τῆς γῆς καταλαβοῦσα. Ὅπερ καὶ ὁ προφήτης ἐκ τῶν ἑκατέρων τὴν ἐμφάνειαν ποιούμενος ἐκέκραγεν· Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ. Ἐγὼ μὲν βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι εἰς μετάνοιαν· ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστὶν, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς τὰ ὑποδήματα βαστάσαι· αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρί. Οὗ τὸ πτύον ἐν χειρὶ αὐτοῦ· καὶ τὸν μὲν σῖτον συνάξει εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ, τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ. Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος, καὶ τὸν ἰσχυρότερον Κύριον σαλπίζοντος, οἱ ὑπ’ αὐτοῦ βαπτιζόμενοι ἀντέβαινον τῷ Ἰωάννῃ, λέγοντες· Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα, ὦ προφῆτα;  
Τί σεαυτὸν συκοφαντεῖς; σὺ τοῦ μεγάλου Ζαχαρίου υἱὸς, σὺ καὶ ἀνθρώποις ποθητὸς, καὶ θηρίοις φοβερός. Ἔχεις ἰσχυρότερόν σού τινα; τί ἀδολεσχεῖς; Οὐκ ἔστι σοῦ ἰσχυρότερος. Σὺ καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν ἐτέχθης, σὺ ὑπὸ Γαβριὴλ ἐμηνύθης, σὺ ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ ἐφανερώθης, σὺ τὴν γλῶτταν τοῦ γεννήσαντός σε δεθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Γαβριὴλ διέλυσας, σὺ Ἰωάννης κέκλησαι, ὃ χάρις Θεοῦ ἑρμηνεύεται.
Tί τοίνυν συκοφαντεῖς ἑαυτόν; Οὐκ ἔχεις τὸν ἰσχυρότερόν σου. Ὁ δὲ Ἰωάννης, ὡς δοῦλος ὑπὲρ τοῦ Δεσπότου μαρτυρῶν, θεϊκὴν ἀξίαν σφετερίσασθαι μὴ καταδεξάμενος, ἀντεβόα τοῖς ἀντιβαίνουσιν ὄχλοις λέγων· Ὑμεῖς, ὃ οὐκ οἴδατε, λέγετε· ἐγὼ, ὃ οἶδα, μαρτυρῶ. Ἰσχυρότερός μου ἔρχεται. Ἐγὼ δι’ ἐκεῖνον, ἐκεῖνος οὐ δι’ ἐμέ· ἐγὼ ἐκ στείρας, ἐκεῖνος ἐκ παρθένου· ἐγὼ στρατιώτης, ἐκεῖνος βασιλεύς· ἐγὼ πρόδρομος, ἐκεῖνος οὐράνιος· ἐγὼ τὸ Πνεῦμα δεδανεισμένος, ἐκεῖνος ζωὴν παρέχει πᾶσιν ἀνθρώποις· ἐγὼ μετανοίας κήρυξ, ἐκεῖνος υἱοθεσίας δοτήρ· ἐγὼ βαπτίζω ὑμᾶς ἐν ὕδατι, προκαθαίρων ὑμᾶς ὡς σκεύη ῥερυπωμένα ταῖς ἁμαρτίαις, ἐκεῖνος ἐμβαλεῖ τὸ μύρον τῆς χάριτος· Αὐτὸς βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ πυρὶ, οὐ καυστικῷ, ἀλλὰ ἁγιαστικῷ. Ἐγὼ νουθεσίας γλῶτταν κινῶ, ἐκεῖνος δικαιοκρισίας πτύον βαστάζων, καὶ τοὺς μὲν δικαίους ὥσπερ σῖτον ὡραῖον ἐν τῇ ἀποθήκῃ τῶν οὐρανῶν ἀνενέγκει, τοὺς δὲ ἁμαρτωλοὺς καὶ μὴ μετανοήσαντας ὡς ἄχυρα τῷ ἀσβέστῳ πυρὶ παραδώσει. Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστίν. Ἐκεῖνον προσμείνατε, παρ’ ἐκείνου τὸ τέλειον δέξασθε βάπτισμα· ἐγὼ λύχνος ἐν μέρει, ἐκεῖνος ἥλιος πανταχοῦ. Ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἰσχυρότερός μου ἐστί.
Ταῦτα τοῦ Ἰωάννου παρεγγυῶντος καὶ παραπλήσια τούτων, οἱ ὑπ’ αὐτοῦ βαπτισθέντες ὄχλοι προσέμενον ἀντιβάλλοντες πρὸς ἀλλήλους, καὶ λέγοντες· Καρτερήσωμεν καὶ ἴδωμεν τὴν μέλλουσαν διαβαίνειν βασιλείαν ἢ φαντασίαν· ἐφόρτωσεν ἡμῶν τὰς ἀκοὰς Ἰωάννης καταπληκτικοῖς λόγοις· ἰσχυρότερον αὐτοῦ παραγενέσθαι λέγει, πτύον καὶ πῦρ καὶ Πνεῦμα φέροντα.
Ἐν τούτοις τῶν ὄχλων καραδοκούντων κοσμικῆς βασιλείας παρουσίαν, ἑνὶ ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης καὶ Θεὸς ἄνωθεν διαβαῖνον, ἰδὲ καὶ ὁ Κύριος τῇ ὄψει τῆς ἐνανθρωπήσεως, μόνος, λιτὸς, μονοχίτων, ὡς εἷς τῶν ὅλων ἀνθρώπων, ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην φθάσας, προσέκλινε τὴν κεφαλὴν τῷ Ἰωάννῃ, θέλων ὑπ’ αὐτοῦ βαπτισθῆναι.
Ταύτην τοίνυν τὴν ταπεινὴν θέαν τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπιστασίας ὁ Βαπτιστὴς Ἰωάννης παρὰ πολλὴν προσδοκίαν θεασάμενος, ἰλιγγίασεν, ἠπόρησε, καὶ ἐξεπλάγη· τόπος φυγῆς περιεβλέπετο, θέλων δραπετεῦσαι· καὶ οὐχ ηὕρησεν· ἀοράτος γὰρ ἦν κρατούμενος καὶ συνεχόμενος· ἐβόα πρὸς τὸν κρατοῦντα Κύριον λέγων·
Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; Τί ποιεῖς, Δέσποτα; τί προδίδως με τοῖς ὄχλοις εἰς θάνατον; Νῦν ὡς ψευδολόγον. ὄχλοι λιθάσουσιν· ἐγὼ μεγάλα περὶ σοῦ ἐκήρυξα, καὶ σὺ ὡς λιτὸς καὶ ξένος παραγέγονας. Τί ποιεῖς, Δέσποτα; καὶ ἄνω Υἱὸς βασιλέως, καὶ κάτω Υἱὸς βασιλέως· καὶ οὐδαμῶς σκῆπτρον βασιλικόν; Δεῖξόν σου τὴν ἀξίαν· τί μόνος καὶ λιτὸς παραγέγονας; ποῦ σου τὸ τῶν ἀγγέλων στῖφος; ποῦ τὸ τῶν ἀρχαγγέλων τάγμα; ποῦ σου ἡ ἑξαπτέρυγος τῶν Χερουβὶμ λειτουργία; ποῦ τὸ πτύον; ποῦ τὸ πῦρ; ποῦ σου τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον; Μωϋσῆν ἐδόξασας, νεφέλην φωτεινὴν παρέστησας, στῦλον πυρὸς πορεύεσθαι αὐτῷ αρεσκεύασας, τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀγγελικῇ δόξῃ περιήστραψας, τὸν δοῦλον ἐν τοσαύτῃ δόξῃ ἠμφίασας, καὶ σὺ ὁ Δεσπότης ἐν ἰδιωτικῷ σχήματι παραγενόμενος τὴν κεφαλήν μοι προσκλίνεις; Ἀνάνευσον, κεφαλὴ πάντων ὑπάρχεις· δεῖξον ὅπερ εἶς· ἔδειξας τὰ ταπεινὰ, δεῖξον καὶ τὰ ὑψηλά· βάπτισον τοὺς παρόντας, καὶ πρὸ πάντων ἐμέ. Τί βαπτίσαι θέλων; 
Ὁ Ἰορδάνης οὐ δέξεται· ἐγνώρισέ σε τὸν ποιητὴν, ἀνέτρεψε τὰ ῥεῖθρα εἰς τὰ ὀπίσω, οὐ προβαίνει εἰς τὰ ἔμπροσθεν, ἀρνεῖται τὴν τάξιν. Τὰ στοιχεῖα γνωρίζουσι, κἀγὼ μὴ γνωρίσω; Εἰ θέλεις βαπτισθῆναι, ἑαυτὸν βάπτισον. Οὐκ ἐκτείνω τὰς χεῖρας· ἀρνοῦνται τὴν σύνθεσιν, ναρκῶσι, συστέλλονται· ὃ οὐκ ἐδιδάχθησαν κρατεῖν, οὐκ ἐπιδέχονται. Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; Οἶδά σε τίς εἶ, καὶ γινώσκεις ὅτι οἶδά σε. Τί με κρύπτεις τὸν εἰδότα σε; Ἐν τῇ νηδύϊ τῆς μητρός μου ὑπάρχων κατεσφαλισμένος, καὶ πρὸ καιροῦ τὴν ἔξοδον μὴ εὑρίσκων, μόνον ἐθεασάμην σε φερόμενον ὑπὸ τῆς παρὰ σοῦ φερομένης· ἐγνώρισά σε, καὶ τί λαλεῖν μὴ εὑρίσκων, τὸ τῆς μητρός μου χρησάμενος στόμα, ἐβόησα δι’ αὐτῆς τὰ ἐμὰ λέγων· Πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἐκεῖ οὐκ ἐσφάλην, καὶ ὧδε οὐ γινώσκω; Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;
Ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτὸν, καθὼς ἀρτίως ἤκουες· Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. Ἄφες ἄρτι· οὐκ οἶδας ὃ λέγεις· ἐγὼ οἶδα ὃ πραγματεύομαι. Τὴν δόξαν τῆς θεότητός μου ζητεῖς ἀποκαλυφθῆναί σοι· οὐκ ἔχει ὁ καιρός· πάντα καλὰ ἐν καιρῷ αὐτῶν. Σὺ ἀληθεύεις, ἀλλ’ οὐ πιστεύῃ· ἄπιστον γὰρ τὸ τῶν Ἰουδαίων ἔθνος· οὐ γεννήματα ἐχιδνῶν αὐτοὺς προσηγόρευσας; Πῶς οὖν τούτοις ἀνακαλυφθῆναί με θέλεις; Οὐ δέχονταί σου τὴν περὶ ἐμοῦ μαρτυρίαν· ὑπονοοῦσί σε διὰ τὸ ὕποπτον, ὡς εἶναι πρόδρομον· Ἄφες ἄρτι, μείζονα μαρτυρίαν δέξονται. Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην.
Ὁ δὲ Ἰωάννης λέγει πρὸς αὐτόν· Πῶς, Δέσποτα;
Καὶ ὁ Κύριος πρὸς αὐτόν· Ὥσπερ περιετμήθην, ἵνα τὸν νόμον πληρώσω, βαπτίζομαι ἵνα τὴν χάριν κυρώσω. Ἐὰν μέρος πληρώσω, καὶ μέρος καταλείψω, κολοβὸν καταλιμπάνω τὴν οἰκονομίαν· δεῖ με πάντα πληρῶσαι, ἵνα μετὰ ταῦτα γράψῃ Παῦλος· Πλήρωμα νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι.
Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην. Ἄφες, Ἰωάννη, τὴν τοῦ ὕδατος φύσιν ἁγιασθῆναι· δεῖ με πάντα πληρῶσαι. Εἰ μὴ ἐγὼ ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, οὐ καταδέξεται βασιλεὺς ὑπὸ ἱερέως πτωχοῦ βαπτισθῆναι. Ἄφες ἄρτι, ἄφες ἄνωθεν τὸν Πατέρα ἐπιβοῆσαι, Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, ἵνα μὴ ἄρχωνται οἱ Ἰουδαῖοι λέγειν υἱὸν τοῦ τέκτονος, ἀλλὰ τοῦ ἐπουρανίου Πατρός. Ἄφες ἄρτι· μὴ ἀντίβαινε τῷ Ἀδάμ· δεύτερος Ἀδὰμ γέγονα, τὸν ἐκείνου ῥύπον τῶν πλημμελημάτων ἐκπλῦναι θέλων· εἰ μὴ ἐγὼ βαπτισθῶ, πῶς ἐκεῖνος καθαρισθήσεται; Διὰ γὰρ τοῦτο καὶ τριάκοντα ἐτῶν βαπτίζομαι, τὸν ἐκείνου χρόνον ἐκδεχόμενος, ἵνα τῷ ἐκείνου τὸ ἐμὸν κυρωθῇ. Ἄφες ἄρτι, ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου· Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων.
Καὶ ἦν ἰδεῖν θεωρίαν φρικώδη.
Ἥψατο μὲν τῆς κορυφῆς τοῦ Δεσπότου σύντρομος ὁ Ἰωάννης· ἄνωθεν δὲ οὐρανῶν ἀνοιχθέντων, κατεσκόπουν ἄγγελοι τὸ γενόμενον· Πνεύματος δὲ χάρις ἐν εἴδει περιστερᾶς τῇ τοῦ Δεσπότου κεφαλῇ προσφοιτῶσα, τὴν τοῦ Ἰωάννου δεξιὰν παρωθεῖτο. Εἱστήκει δὲ τὸ πλῆθος ἀπορούμενον ἐπὶ πλέον, καὶ τὸ, Τίς ἐστιν οὗτος; πρὸς ἀλλήλους λαλοῦν. Εἶτα ὡς ἀποκρινάμενος τοῖς πλήθεσι, Τίς ἐστιν οὗτος; πρὸς ἀλλήλους ζητοῦσιν, ἐβόησεν ὁ Πατὴρ, λέγων· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, ἐν ᾧ ηὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε. Βοᾷ τὴν εἰς τὸν Υἱὸν ὁ γεννήτωρ φιλοστοργίαν, ἵνα μάθῃς τὴν τοῦ Κτίστου περὶ τὸν κόσμον διάθεσιν, ὅτι τοιοῦτον ὑπὲρ τῶν τοιούτων δούλων Υἱὸν ἀπέδωκεν, ὑπὲρ μισουμένων τὸν ποθούμενον, ὑπὲρ ἁμαρτωλῶν τὸν ἀναμάρτητον, ὑπὲρ ἀδόξων τὸν ἔνδοξον.
Δοξάσωμεν οὖν τὸν ἐπιφανέντα Δεσπότην σὺν τῷ Πατρὶ, καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ιαν 13
06
Κάτω από (synaxari1, θεολογωντας) από στις 06-01-2013

Μητροπολίτου Σουρόζ Αντωνίου Μπλούμ (1914 -2003)

Από το βιβλίο, Συνάντηση με τον Θεό, εκδ. Εν πλώ

Πιστεύουμε, διαβεβαιώνουμε και γνωρίζουμε βιωματικά, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ως άνθρωπος ήταν αναμάρτητος, και ως Θεός τέλειος σε όλα. Ποιοί λόγοι λοιπόν τον οδήγησαν στη βάπτιση; Ποιό θα μπορούσε να είναι το νόημα μιας τέτοιας πράξης; Το Ευαγγέλιο δεν δίνει σχετική εξήγηση, όμως εμείς έχουμε το δικαίωμα να θέσουμε το ερώτημα, το δικαίωμα να μείνουμε σαστισμένοι, το δικαίωμα να στοχαζόμαστε βαθιά για τη σημασία της βάπτισης. Κάποτε, όταν ήμουν νέος, έθεσα το συγκεκριμένο ερώτημα σε έναν ηλικιωμένο ιερέα, ο οποίος μου αποκρίθηκε: «Ξέρεις, νομίζω ότι όταν οι άνθρωποι έρχονταν στον Ιωάννη, και εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους, τα ψεύδη τους, τις πνευματικές και σαρκικές ακαθαρσίες τους, καθαρίζονταν κατά κάποιο τρόπο συμβολικά στα ύδατα του Ιορδάνη. Και τα νερά του ποταμού, όντας καθαρά, όπως ολα τα τρεχούμενα νερά, βαθμιαία ρυπαίνονταν, όπως συμβαίνει με τα νεκρά (στάσιμα) ύδατα, που έχουν χάσει κάθε ζωντάνια και δεν μπορούν να μεταδώσουν παρά μόνο το θάνατο. Τούτα τα νερά γεμάτα με τις ακαθαρσίες, τα ψεύδη, τις αμαρτίες, τον ανθρώπινο αθεϊσμο, σιγά-σιγά πέθαιναν, έχοντας την ικανότητα μόνο να σκοτώνουν. Και να που ο Χριστός καταδύεται στα ύδατα, γιατί ήθελε όχι μόνο να γίνει τέλειος σε όλα, αλλά ως άνθρωπος τέλειος ν’ αναλάβει όλη τη φρίκη, όλο το φορτίο της ανθρώπινης αμαρτίας. Βυθίστηκε σε αυτά τα νεκρά ύδατα, που Του μετέδωσαν τον θάνατο, την θνητότητα, που ήταν ιδιότητα όσων είχαν αμαρτήσει και ήταν φορείς της θνητότητας και του θανάτου, δηλαδή των οψωνίων της αμαρτίας (Ρωμ. 6,23), της τιμωρίας για την αμαρτία. Είναι η στιγμή που ο Χριστός ενώνεται με τις συνέπειες της αμαρτίας, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του θανάτου – ούτε κατ’ ελάχιστο με την αμαρτία καθεαυτή. Ο θάνατος όμως, συγκεκριμένα, δεν έχει τίποτα κοινό με Αυτόν, καθώς όπως γράφει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, δεν είναι δυνατόν μία ανθρώπινη ύπαρξη καθ’ ολοκληρίαν περιχωρημένη από τη θεότητα να είναι θνητή. Ένας λειτουργικός ύμνος που ακούμε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας εκφράζει τούτη την αλήθεια ως εξής: «Υπό γην εκρύβης, ώσπερ ήλιος νυν…η ζωή πως θνήσκεις;…». Είναι η αιώνια ζωή, το φως, που τα δικά μας σκοτάδια το σβήνουν, και τελικά υφίσταται τον δικό μας θάνατο. Γι’ αυτό τον λόγο και λέγει στον Ιωάννη τον Βαπτιστή: μην επιμένεις, μην μ’ αποτρέπεις να μπω σε τούτα τα νερά, πρέπει και οι δυο μας να εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύνη, δηλαδή ο,τι είναι δίκαιο και ορθό, ο,τι πρέπει να γίνει για τη σωτηρία του κόσμου, και οφείλουμε να το πραγματώσουμε εδώ και τώρα. Τότε όμως γιατί έφτασε στα νερά του βαπτίσματος στην ηλικία των τριάντα ετών, και όχι νωρίτερα η αργότερα; Καλούμαστε να σκεφτούμε βαθύτερα τη σημασία αυτού του γεγονότος. Με την ενανθρώπηση του Λόγου στους κόλπους της Παρθένου, ο Θεός πραγματώνει εντελώς μονομερώς ένα έργο στα πλαίσια της θείας σοφίας και αγάπης. Η σωματικότητα, η έμψυχη ζωή, η ανθρωπότητα του γεννημένου Χριστού ήταν δανεισμένα, κατά κάποιο τρόπο, από τον Θεό δίχως να συμμετέχει ο άνθρωπος. Από την πλευρά της η Θεομήτωρ, είχε δώσει τη συγκατάθεσή της: «Ιδού η δούλη Κυρίου˙ ας γίνει ο,τι αναφέρουν τα λόγια σου» (Λουκ. 1,38). Το παιδί γεννήθηκε, έγινε άνθωπος με την πλήρη έννοια του όρου, δηλαδή είχε τον έλεγχο του εαυτού Του, με το δικαίωμα να επιλέγει ανάμεσα στο καλό και το κακό, τον Θεό και την άρνηση του Θεού. Και σε όλη τη διάρκεια της ζωής Του – νηπιότητα, εφηβεία, ενήλικος βίος – ανοίγεται προς τον Θεό προσφέροντας καθ’ ολοκληρίαν τον εαυτό Του. Με την ανθρώπινη φύση Του και χάρη στην πίστη και τη θυσία της Θεομήτορος, ανέλαβε ως άνθρωπος όλα όσα του είχε αναθέσει ο Θεός. Σαρκώθηκε για ν’ αναλάβει ως άνθρωπος όλα όσα είχε αναλάβει ο Θεός, όταν κατά την προαιώνιο Βουλή Του είχε αποφασίσει να δημιουργήσει τον άνθρωπο και να επωμιστεί, μετά την προπατορική πτώση, τις συνέπειες της δημιουργίας, καθώς και της φοβερής δωρεάς της ελευθερίας που προσφέρθηκε στον άνθρωπο. Στη σλαβονική μετάφραση της προφητείας του Ησαΐα (7,16), τίθεται το ζήτημα του Χριστού, τούτου του αγέννητου παιδιού, το οποίο, πριν να διακρίνει το αγαθό από το κακό, θα επέλεγε το αγαθό, ακριβώς επειδή είναι τέλειο κατά την ανθρώπινη φύση. Να γιατί τούτος ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός, προκόπτοντας μέχρις ότου η ανθρώπινη φύση Του φτάσει στην τελείωσή της, αναλαμβάνει πλήρως όσα ο Θεός και η πίστη της παναχράντου Θεοτόκου και Θεομήτορος Του εμπιστεύθηκε. Με την κατάδυσή Του στα νεκρά νερά του Ιορδάνη, έμοιαζε με το καθαρό λινάρι που το βυθίζουν μέσα στη χρωστική ουσία. Εκείνος που ήταν πιο λευκός κι από το χιόνι, αναδύεται τελικά από το νερό, όπως αναφέρει και ο προφήτης Ησαΐας, με ιμάτιο κατακόκκινο από το αίμα, με ένδυμα θανάτου, το ένδυμα που κλήθηκε να φορέσει. Να λοιπόν ποια μηνύματα στέλνει η Βάπτιση του Κυρίου. Οφείλουμε να κατανοήσουμε ποια μεγαλόπρεπη ενέργεια περικλείει, ποια πράξη αγάπης θέτει ενώπιόν μας. Και μπροστά μας τίθεται διαρκώς ένα επίμονο ερώτημα: ποια θα είναι η απάντησή μας;

Ιαν 13
06

Ένα  θρησκευτικό άρθρο του Παπαδιαμάντη (Γιώργος Βαλέτας, Από το Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 1941)

Σήμερον η Εκκλησία ημών εορτάζει την μεγάλην εορτήν των Θεοφανείων, και ποιείται μνείαν της βαπτίσεως του Χριστού εν τω Ιορδάνη. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής, όστις έμβρυον εν τη μήτρα είχεν αναγνωρίσει τον Λυτρωτήν και εσκίρτησεν, ανήρ γενόμενος υπήρξε και ο πρώτος πιστεύσας, υποδείξας και κηρύξας τον Χριστόν. «Ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», είπεν ότε είδε τον Ιησούν περιπατούντα. «Έρχεται άλλος οπίσω μου, ου ουκ ειμί ικανός λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού», έλεγε προς τους μαθητάς του. Τινές δε των μαθητών τούτων, εγκαταλιπόντες αυτόν, ηκολούθησαν τον Ιησούν, όθεν ο Ιωάννης εγκαρτερών και υποτασσόμενος έλεγεν, «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι». Εκ των μαθητών τούτων του Ιωάννου λέγεται ότι ήσαν ο Ανδρέας ο πρωτόκλητος και ο αδελφός αυτού Σίμων Πέτρος, όστις και πρώτος εκ των άλλων αποστόλων ωμολόγησε τον Χριστόν, «Ραββί, συ ει ο Χριστός, ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ». Προς τούτον λοιπόν τον Ιωάννην, τον κηρύττοντα και βαπτίζοντα βάπτισμα μετανοίας, προσήλθεν ο Χριστός ως άνθρωπος και εβαπτίσθη θέλων να δώση το παράδειγμα.

Επειδή περί βαπτίσματος ο λόγος, καλόν νομίζω ενταύθα να υποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περί του τρόπου καθ’ ον τελείται παρ’ ημίν το Βάπτισμα.

Οι παλαιοί πρακτικώτατοι και μεμορφωμένοι ιερείς, καίτοι αγράμματοι λεγόμενοι, είξευρον να εκτελώσι κανονικώτατα τας τρεις καταδύσεις και αναδύσεις, κρατούντες τον βαπτιζόμενον όρθιον προς ανατολάς βλέποντα, εφαρμόζοντες την δεξιάν επί της μασχάλης του βρέφους αβρώς άμα και ασφαλώς, φράττοντες δε δια της αριστεράς το στόμα αυτού. Εφρόντιζον περί της θερμοκρασίας του ύδατος και εκάστη κατάδυσις εγίνετο ακαριαία, το δε διάλειμμα μεταξύ των καταδύσεων εγίνετο αρκετόν, ώστε ν’ αναπνεύση το βρέφος. (*)

Τοιούτω τρόπω ουδείς βαπτιζόμενος έπαθε ποτέ τι εν τη κολυμβήθρα. Το σημερινόν όμως σμήνος των ιερέων, τους οποίους η διεφθαρμένη πολιτική επιβάλλει πολλάκις αξέστους και ακαλλιεργήτους εις τους Σ. Σ. ιεράρχας να τους χειροτονώσιν, αφού κακώς εκτελεί, ή μάλλον κακώς παραλείπει τοσούτους άλλους τύπους, οφείλει τουλάχιστον να σεβασθή αυτό το θεμέλιον της πίστεως ημών, το άγιον βάπτισμα.

Γράφομεν ταύτα, διότι έχομεν λόγους να πιστεύωμεν ότι πολλοί των ιερέων, χαριζόμενοι εις την τυφλήν και μωράν πολλάκις φιλοστοργίαν αμαθών και προληπτικών γονέων, οίτινες νομίζουν, ότι κάτι θα πάθη το χαΐδευμένον νεογνόν των εν τη ιερά κολυμβήθρα, εκτελούσι σχεδόν ράντισμα, και όχι βάπτισμα.
Οι της Δυτικής Εκκλησίας είναι συγγνωστοί, διότι ηγνόησαν την έννοιαν του ελληνικού ρήματος βαπτίζω, baptizo, ότι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτώ, οι Έλληνες όμως δεν πρέπει ποτέ να την αγνοήσωσιν.
Είναι καιρός να φυλαχθή ο ιερός ούτος τύπος, διότι αν εξακολουθήση η αμάθεια του κλήρου, και πληθυνθή η αθεΐα και η ασέβεια, μετά μίαν γενεάν, ότε θα είμεθα μισοβαφτισμένοι όλοι, θα δεήση να διαταχθή γενικός αναβαπτισμός όλων των κατοίκων του Ελληνικού Βασιλείου, αρρένων και θηλέων. Διότι πρέπει να είμεθα συνεπείς. Η ημετέρα Εκκλησία εις μεν τους προσερχόμενους εκ των Δυτικών εις τους κόλπους της επιβάλλει τον αναβαπτισμόν, τους δε Αρμενίους τους μυρώνει μόνον, και τούτο διότι ούτοι μεν είναι κανονικώς βεβαπτισμένοι δια τριών αναδύσεων και κα-ταδύσεων, εκείνοι δε ατελώς μόνον δια ραντισμού. «Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, και σφραγίδι, ως γαρ όλεθρον εφυγον, Εβραίοι, φλιας πάλαι αιμαχθείσης, ούτω και ημίν εξόδιον το θείον τούτο, της παλιγγενεσίας λουτήριον έσται, ένεκεν και της Τριάδος, οψόμεθα φως το άδυτον».

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ
(«Εφημερίς», 6 του Γεν. 1888, 3α.)

Σημειώσεις

(*) Όλες αυτές οι λεπτομέρειες, που και οι παπάδες ακόμα δεν καλοξέρουν, μας φαίνονται περίεργες απ’ την πρώτη ματιά. Μα όσοι εδιάβασαν τη βιογραφία του Παπαδιαμάντη και τον παρακολούθησαν στα παιδικά του χρόνια, θα θυμούνται πως το παπαδοπαίδι εκείνο παρακολουθούσε βήμα προς βήμα τον πατέρα του σ’ όλες τις λειτουργίες και τελετές, και τον βοηθούσε «και συνέψαλλε μετ’ αυτού» και τον ρωτούσε για θρησκευτικές λεπτομέρειες και τύπους, γιατί ο πατέρας του ήταν αρχαιοπρεπής παπάς, απόγονος και μαθητής των κολλυβάδων της Σκιάθου, και γνώριζε κατά βάθος την παλαιά εκκλησιαστική τάξη, και την τηρούσε με φανατισμό. Ο Παπαδιαμάντης έχει γράψει και άλλα παρόμοια ειδικά λειτουργικά άρθρα, όπου κατήγγελλε ή καυτηρίαζε διάφορες παρατυπίες και παραλείψεις, π.χ. Τα «Μνημόσυνα και το Καθαρτήριον», «Ιερείς των πόλεων και ιερείς των χωρίων» κλπ. Το δε διήγημά του «Τα τραγούδια του Θεού» έχει την αρχή και την έμπνευσή του απ’ το απλούστατο γεγονός μιας εκκλησιαστικής παρατυπίας, που ήθελε να την καυτηριάσει ο Παπαδιαμάντης. Και η παρατυπία αυτή ήταν ότι στην κηδεία ενός νηπίου εψάλη όχι η ειδική, μα η κοινή νεκρώσιμη ακολουθία. Για εκκλησιαστικές παρατυπίες παράβαλε και το διήγημα «Ο Καλόγερος», υπάρχουν όμως κι άλλα σκόρπια χωρία στα διηγήματα του.

Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Εισήλθεν εν πρώτοις εις εν αρχοντικόν μέγαρον. Είδεν εκεί το ψεύδος και την σεμνοτυφίαν, την ανίαν και το ανωφελές της ζωής, ζωγραφισμένα εις τα πρόσωπα του ανδρός και της γυναικός και ήκουε τα δύο τέκνα να ψελλίζωσιν είς άγνωστον γλώσσαν.

***

Φρονώ ότι η καλή μνήμη οφείλει να είναι καλόν χωνευτήριον, ως ο στόμαχος, όστις δέχεται παντοία εδέσματα, χωρίς να ενθυμήται τα είδη αυτών.

***

Και το τρίτον παιδίον, ο Μήτσος, εκείνο το οποίον έβλεπα, ήρχετο εις το παντοπωλείον και εζήτει από τον μικρόν μπακάλην, όστις ήτο ακριβής εις τα σταθμά, αλλά δεν ενόει από ελεημοσύνην, ήρχετο και εζήτει να του στάξη «μια σταξιά λάδι στο γυαλί», αυτό το οποίον θα ήτο άξιον να στάξη μιαν σταγόνα νερού εις πολλών πλουσίων χείλη εις τον άλλον κόσμον!…

Και ητιολόγει την αίτησίν του, λέγων:

— Δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι!

.

α) Η θεία συγκατάβαση ως συνέχεια του μυστηρίου της θείας κένωσης δεν περιορίζεται στον Σταυρό και την ταφή. Συνεχίζεται και μετά την Ανάσταση. Ο αναστάς Κύριος δεν ήλθε να επιβάλει βιαίως το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως στους ανθρώπους. Ούτε τους υποχρέ-σε να το ασπασθούν απροϋπόθετα. Αποδέχεται και ως δοξασμένος Κύριος να γίνει αντικείμενο έρευνας. Αναγνωρίζει στον Θωμά τη λογική αδυναμία να πιστέψει και συγκαταβαίνει για μια ακόμη φορά στην ανθρώπινη αμφισβήτηση.

β) Ας δούμε όμως συνοπτικά το περιεχόμενο του σημερινού ευαγγελίου, όπως περιγράφεται από τον ευαγγελιστή Ιωάννη (Ιωάν. 20.19-29). Μετά τη σταύρωση και την ταφή του Ιησού οι μαθητές σκορπίστηκαν και φόβος κατέλαβε τις ψυχές τους. Ο διδάσκαλός τους είχε θανατωθεί με ατιμωτικό θάνατο. Και οι ίδιοι κινδύνευαν από τη μήνη των γραμματέων και Φαρισαίων. Συγχρόνως με δυσπιστία άκουγαν τις διαβεβαιώσεις των μυροφόρων γυναικών, ότι είδαν τον αναστημένο Κύριο.

γ) Κι ενώ οι μαθητές το εσπέρας της Κυριακής ήταν συναγμένοι στο υπερώο «διά τον φόβον των Ιουδαίων», και παρότι οι πόρτες ήταν κλειστές, παρουσιάστηκε ο Κύριος και τους λέγει: «Η ειρήνη να είναι μαζί σας». Ταυτόχρονα τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του. Οι μαθητές χάρηκαν που είδαν τον Κύριο. Στη συνέχεια φύ-ση-ξε στα πρόσωπά τους λέγοντας: «Λάβετε Πνεύμα άγιον, εάν συγχωρήσετε τις αμαρτίες κάποιου του είναι συγχωρημένες· αν δεν τις συγχωρήσετε, θα μείνουν ασυγχώρητες». Ο Θωμάς δεν ήταν μαζί τους όταν ήλθε ο Ιησούς. Του είπαν οι άλλοι μαθητές: «Είδαμε τον Κύριο». Εκείνος απαντά: «Εάν δεν δω στα χέρια του το σημάδι από τα καρφιά και δεν βάλω το δάκτυλό μου σε αυτά και δεν βάλω το χέρι μου στην πλευρά του, δεν θα πιστέψω».

δ) Ύστερα από οκτώ ημέρες ήταν πάλι οι μαθητές συναγμένοι στο σπίτι και ο Θωμάς μαζί τους. Έρχεται ο Χριστός, κι ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, στάθηκε στο μέσον και τους είπε: «Η ειρήνη να είναι μαζί σας». Έπειτα λέγει στον Θωμά: «Φέρε το δάκτυλό σου εδώ και κοίταξε τα χέρια μου και φέρε το χέρι σου και βάλε το στην πλευρά μου και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Ο Θωμάς αποκρίθηκε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου».

ε) Το πρώτο μέρος του ευαγγελίου, που αναφέρεται στην εμφάνιση στους μαθητές εκτός του Θωμά, αναγινώσκεται σε διάφορες γλώσσες στον εσπερινό της Αγάπης του Πάσχα. Όταν κάποιος ζει το μυστήριο της ορθοδόξου πίστεως και η καρδιά του γεύεται τη σταυροαναστάσιμη εμπειρία αισθάνεται την ανάγκη να την εκφράσει και προς τους έξω. Έτσι το φως της λαμπρής εκχέεται και σε άλλους λαούς, φυλές και γλώσσες. Τηρείται, έστω συμβολικά με τον τρόπο αυτό, η εντολή του Χριστού προς τους μαθητές να κηρύξουν την Ανάσταση «εις πάντα τα έθνη». Η βεβαιότητα για την αλήθεια καθιστά αναγκαία τη μαρτυρία της προς κάθε άνθρωπο καλής προαίρεσης. Στα λειτουργικά βιβλία περιλαμβάνεται το σημερινό ευαγγέλιο και στα τουρκικά και απαγγέλλονταν εμμελώς στα μέρη της Μ. Ασίας, όπου προφανώς έρχονταν και το άκουγαν Τούρκοι αλλά και κρυπτοχριστιανοί.

στ) Ο απόστολος Θωμάς αποτέλεσε στο διάβα των αιώνων το σύμβολο του «απίστου». Όμως, ο Θωμάς δεν ήταν άπιστος. Ήταν ειλικρινής αναζητητής της αλήθειας. Η αμφισβήτησή του ήταν γνήσια. Δεν είχε ιδεολογικό υπόβαθρο και αντιχριστιανικό πνεύμα. Γι’ αυτό και ο Χριστός ανταποκρίνεται και διαλύει τις αμφιβολίες του. Φανερώνεται και δεν αρνείται να ψηλαφηθεί από τον «άπιστο» μαθητή του. Τα λειτουργικά κείμενα κάνουν λόγο για «καλή απιστία» του Θωμά, διότι αυτή γέννησε τη βέβαιη πίστη. Στο τέλος του ευαγγελίου φαίνεται ο Κύριος να επιτιμά τον Θωμά. «Επειδή με είδες, πίστεψες», του λέει. «Μακάριοι εκείνοι που δεν με είδαν και όμως πίστεψαν». Έτσι μακαρίζονται οι χριστιανοί όλων των αιώνων, που αποδέχονται και βιώνουν το κήρυγμα της Αναστάσεως.

ζ) Ίσως κάποιος αναρωτηθεί: Γιατί ο αναστημένος Χριστός επέλεξε να εμφανισθεί στους μαθητές, τον Θωμά και τις μυροφόρες και δεν παρουσιάσθηκε κατευθείαν στους σταυρωτές του, για να πιστέψουν και εκείνοι; Στο ερώτημα αυτό απαντά ο ιερός Χρυσόστομος: «Αν υπήρχε ελπίδα να τους ελκύσει στην πίστη, δεν θα αμελούσε να φανερωθεί σε όλους. Κι αυτό το απέδειξε η ανάσταση του Λαζάρου, που ήταν τέσσερις μέρες νεκρός και τον ανέστησε μπροστά στα μάτια όλων. Παρά ταύτα, όχι μόνο δεν ελκύσθηκαν στην πίστη, μα εξαγριώθηκαν εναντίον του Χριστού, ώστε ήθελαν να σκοτώσουν και αυτόν και τον Λάζαρο». Τέλος, το γεγονός ότι ο «άπιστος»  μαθητής θυσίασε μαρτυρικά τη ζωή του, για να μεταφέρει το ελπιδοφόρο αναστάσιμο μήνυμα στα βάθη της Ανατολής, αποτελεί μια ακόμη μαρτυρία της Ανάστασης και δικαιώνει τη θεία συγκατάβαση.

Trillian Petrova

Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη Πρωτοπρεσβυτέρου, «Μαθητεύοντας στο Ευαγγέλιο της Κυριακής», Κείμενο, νεοελληνική απόδοση, θεολογική και κοινωνική προσέγγιση, Ιερά Μητρόπολη Νεαπόλεως & Σταυρουπόλεως, Θεσσαλονίκη 2011

Ευαγγέλιο στην Κυριακή Β’ Νηστειών

1. Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα (Μάρκ. 2, 1-12)

Τω καιρώ εκείνω, εισήλθεν ο Ιησούς εις Καπερναούμ· και ηκούσθη ότι εις οίκόν έστι. Και ευθέως συνήχθησαν πολλοί, ώστε μηκέτι χωρείν μηδέ τα προς την θύραν· και ελάλει αυτοίς τον λόγον. Και έρχονται προς αυτόν παραλυτικόν φέροντες, αιρόμενον υπό τεσσάρων και μή δυνάμενοι προσεγγίσαι αυτώ δια τον όχλον, απεστέγασαν την στέγην όπου ην, και εξορύξαντες χαλώσι τον κράβαττον εφ’ ω ο παραλυτικός κατέκειτο. Ιδών δε ο Ιησούς την πίστιν αυτών λέγει τω παραλυτικώ· Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου. Ήσαν δε τίνες των γραμματέων εκεί καθήμενοι και διαλογιζόμενοι εν ταις καρδίαις αυτών Τί ούτος ούτω λαλεί βλασφημίας; Τις δύναται αφιέναι αμαρτίας ει μή εις ο Θεός; Και ευθέως επιγνούς ο Ιησούς τω πνεύματι αυτού ότι ούτως αυτοί διαλογίζονται εν εαυτοίς, είπεν αυτοίς· Τί ταύτα διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών; Τί έστιν ευκοπώτερον, ειπείν τω παραλυτικώ, αφέωνταί σου αι αμαρτίαι, ή ειπείν, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει; Ίνα δε ειδήτε δη εξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου αφιέναι επί της γης αμαρτίας – λέγει τω παραλυτικώ· Σοι λέγω, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπαγε εις τον οίκόν σου. Και ηγέρθη ευθέως, και άρας τον κράβαττον εξήλθεν εναντίον πάντων, ώστε εξίστασθαι πάντας και δοξάζειν τον Θεόν λέγοντας ότι ουδέποτε ούτως είδομεν.

2. Νεοελληνική απόδοση.

«Ύστερα από λίγες μέρες πήγε και πάλι ο Ιησούς στην Καπερναούμ και έγινε γνωστό, ότι βρισκόταν σε κάποιο σπίτι. Αμέσως μαζεύτηκαν εκεί πολλοί, τόσοι πού δεν υπήρχε χώρος ούτε και έξω από την πόρτα· και Αύτός τους δίδασκε το λόγο του Θεού. Και έρχονται κάποιοι πού έφερναν έναν παράλυτο, πού τον μετέφεραν τέσσερις. Και μη μπορώντας από τον πολύ κόσμο να πλησιάσουν τον Ιησού, ξεσκέπασαν τη στέγη πάνω από το σημείο πού βρισκόταν ο Ιησούς και έκαναν ένα άνοιγμα και κατέβασαν από εκεί το κρεβάτι, επάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος. Ο Ιησούς είδε την πίστη τους και είπε στον παράλυτο: «Παιδί μου, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου!». Έκεϊ ήταν και μερικοί γραμματείς, πού άκούγοντάς το άρχισαν να σκέπτονται: «Πώς μιλάει αύτός έτσι βλασφημώντας; Ποιός μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες εκτός από το Θεό;». Ο Ιησούς με το πνεύμα του κατάλαβε αμέσως όσα αυτοί είχαν κατά νου και τους είπε: «Τί είναι αύτά πού σκέφτεστε; Ποιό είναι ευκολότερο; Να πώ στον παράλυτο: Σου συγχωρούνται οι άμαρτίες σου; «Ή να του πώ: Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα; Αλλά για να καταλάβετε ότι ο Υιός του Ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί εδώ στη γη αμαρτίες» (γύρισε και είπε στον παράλυτο): «Εγώ σε διατάζω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου στον ώμο σου και πήγαινε στο σπίτι σου!». Και εκείνος σηκώθηκε άμέσως. Και άφού πήρε το κρεβάτι του στον ώμο του μπροστά στα μάτια όλων, βγήκε και έφυγε για το σπίτι του! Όλοι έμειναν κατάπληκτοι και δόξαζαν το Θεό λέγοντας: «Ποτέ μέχρι τώρα δεν είδαμε κάτι τέτοιο!».

3. Θεολογική και κοινωνική προσέγγιση

α) Τα θαύματα πού διασώζουν οι ιεροί ευαγγελιστές, αποτελούν «σημεία»-σημάδια έλευσης της βασιλείας του Θεού στον κόσμο, ενώ ταυτόχρονα προαναγγέλλουν «τους καινούριους ουρανούς και την καινούρια γη, όπου θα βασιλεύει η δικαιοσύνη» (βλ. Β’ Πέτρ. 3, 13). Στα ευαγγέλια περιγράφονται σαράντα περίπου θαύματα του Χριστού, πού αφορούν σωματικές και ψυχικές θεραπείες ασθενών, προστασία από τα στοιχεία της φύσης, απαλλαγή από την επήρεια δαιμονικών δυνάμεων, αναστάσεις νεκρών και άλλα. Τα θαύματα δεν αποβλέπουν στον πειθαναγκασμό των ανθρώπων να πιστέψουν. Συνήθως αποτελούν καρπό θερμής πίστης και εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του Χριστού. Ωστόσο μαρτυρούνται και θαύματα χωρίς την προϋπόθεση αυτή.

β) Στο σημερινό ευαγγέλιο (Μάρκ. 2, 1-12) περιγράφεται η θεραπεία ενός παραλυτικού στην Καπερναούμ. Ο Χριστός δίδασκε σε ένα σπίτι, το οποίο ήταν ασφυκτικά γεμάτο, ώστε δεν υπήρχε χώρος ούτε καν έξω από την πόρτα. Η δυσκολία προσέγγισης προς το μέρος του διδασκάλου, οδήγησε τους τέσσερις συνοδούς του παραλυτικού να ξηλώσουν τη στέγη και από ‘κει να κατεβάσουν μπροστά στον Χριστό το φορείο, πάνω στο οποίο βρισκόταν ο ασθενής. Βλέποντας ο Χριστός την πίστη τους, του είπε: «Παιδί μου, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες».

γ) Επειδή όμως για τους Γραμματείς η άφεση αμαρτιών θεωρούνταν έργο μόνο του Θεού και καρπός κάποιας θυσίας, είδαν ως βλασφημία τη συγχώρηση του Κυρίου. Εκείνος ως καρδιογνώστης κατάλαβε τις σκέψεις τους και τους ρώτησε: «Τί είναι ευκολότερο να πώ στον παράλυτο: σοϋ συγχωρούνται οι αμαρτίες ή σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα;». Για να μάθετε λοιπόν ότι ο Υιός του Ανθρώπου έχει εξουσία συγχώρησης, λέει στον παράλυτο, «σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Η θεραπεία του ασθενούς προξένησε μεγάλο θαυμασμό και όλοι δόξαζαν το Θεό.

δ) Με βάση το ευαγγελικό κείμενο μπορεί κάποιος να εστιάσει το ενδιαφέρον του σε πολλά θέματα. Ορισμένα από αυτά είναι: η υπερνίκηση των εμποδίων για τη συνάντηση με τον Χριστό, η βεβαιότητα της πίστης και η υπέρβαση της λογικής, η σύνδεση σωματικής και ψυχικής ασθένειας, ο φθοροποιός ρόλος της αμαρτίας, η τυπολατρική θρησκευτικότητα των Γραμματέων και κυρίως το γεγονός ότι, κανείς δε σώζεται μόνος του! Στην παρούσα συνάφεια θα αναφερθούμε ακροθιγώς στο πρώτο και το τελευταίο από αυτά.

ε) Οι χριστιανοί σε κάθε εποχή βρίσκουν εμπόδια στην πορεία τους, προκειμένου να συναντήσουν το Σωτήρα Χριστό. Αυτά προέρχονται από ενδογενείς αλλά και εξωγενείς παράγοντες. Άλλα αφορούν τον ίδιο τον άνθρωπο, ενώ αλλα προέρχονται από το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει. Όχι σπάνια τα εμπόδια αύτά μπορεί να προέρχονται και από «χριστιανικά περιβάλλοντα». Ιδιαίτερα από εκείνα πού αφήνουν, ίσως ανεπαίσθητα, να επωάζονται και να υφέρπουν στους κόλπους τους η υποκρισία και ο φαρισαϊσμός. Έτσι όμως προκύπτουν δύο κακά. Οι άνθρωποι μένουν καταρχάς ψυχικά άθεράπευτοι, αφού εφησυχάζουν μένοντας στη θρησκευτική τους αύτάρκεια, και δεύτερον δημιουργούν στρεβλή εικόνα για το χριστιανικό ήθος.

στ) Τα κυριότερα όμως εμπόδια για τη συνάντηση με το πρόσωπο του Χριστού, σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας και ειδικότερα τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά πού εορτάζει σήμερα, προέρχονται από τους εσωτερικούς δεσμούς των παθών. Γι’ αύτό ο θεοφόρος πατέρας επιμένει στην κάθαρση της καρδίας από αυτά και επικαλείται τη θεία βοήθεια για το φωτισμό του νοός. Ο αγώνας για την κάθαρση από τα πάθη και τη μεταστοιχείωσή τους σε άρετές, διεξάγεται κυρίως στην καρδιά του χριστιανού. Η καρδιά είναι «το ταμείο των λογισμών και το πρώτο σαρκικό όργανο του λογιστικού» κατά τον άγιο Γρηγόριο. Οπότε η πνευματική εγρήγορση και η μετάνοια, η διόρθωση και η προσοχή συνδέονται με το «θρόνο της χάριτος», την καθαρή καρδιά.

ζ) Η στροφή προς τον «έσω άνθρωπο» δεν καλλιεργεί την ατομική σωτηρία, όπως νομίζουν ορισμένοι, αλλά παρέχει την ευκαιρία φιλάδελφου ανοίγματος προς τον πλησίον. Το άνοιγμα αυτό δημιουργεί τις προϋποθέσεις υγιούς κοινωνικότητας, διότι προέρχεται από καθαρή καρδιά χωρίς εμπάθεια. Σε κάθε περίπτωση, ο άνθρωπος δε σώζεται μόνος του. Σώζεται με τους συνανθρώπους του εντός της Εκκλησίας. Συχνά έχει ανάγκη από συνανθρώπους-συνοδούς, οι οποίοι εάν διαθέτουν αποφασιστικότητα, θερμή πίστη στο Θεό και αγάπη στον πλησίον, είναι ικανοί να οδηγήσουν στη σωτήρια συνάντηση με τον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων, τον Ζωοδότη Χριστό.

Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Καλλιακμάνης, «Μαθητεύοντας στο Ευαγγέλιο της Κυριακής», Θεσσαλονίκη 2011, σσ. 135-139.

eDDie TK Montezuma Creek, UT - 3 Kiva's Ruin

1. Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα (Ιωάν. 1, 44-52)

Τώ καιρώ εκείνω, ηθέλησεν ο Ιησούς εξελθείν εις την Γαλιλαίαν· και ευρίσκει Φίλιππον και λέγει αυτώ· ακολούθει μοι. Ην δε ο Φίλιππος από Βηθσαϊδά, εκ της πόλεως Ανδρέου και Πέτρου. Ευρίσκει Φίλιππος τον Ναθαναήλ και λέγει αυτώ· όν έγραψε Μωϋσής εν τώ νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν, Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ. Και είπεν αυτώ Ναθαναήλ· εκ Ναζαρέτ δύναταί τι αγαθόν είναι; λέγει αυτώ Φίλιππος· έρχου και ίδε. Είδεν ο Ιησούς τον Ναθαναήλ ερχόμενον προς αυτόν και λέγει περί αυτού· ίδε αληθώς Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ έστι. Λέγει αυτώ Ναθαναήλ· πόθεν με γινώσκεις; απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτώ· προ του σε Φίλιππον φωνήσαι, όντα υπό την συκήν είδόν σε. Απεκρίθη Ναθαναήλ και λέγει αυτώ· ραββί, σύ εί ο υιός του Θεού, σύ εί ο βασιλεύς του Ισραήλ. Απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτώ· ότι είπόν σοι, είδόν σε υποκάτω της συκής, πιστεύεις; μείζω τούτων όψει. Και λέγει αυτώ· αμήν αμήν λέγω υμίν, απ άρτι όψεσθε τον ουρανόν ανεωγότα, και τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον υιόν του ανθρώπου.

2. Νεοελληνική απόδοση

Την έπομένη ο Ιησούς θέλησε να μεταβεί στη Γαλιλαία. Βρίσκει λοιπόν εκεί το Φίλιππο. Και του λέει: «Ακολούθησε με». Ο Φίλιππος καταγόταν από τη Βηθσαϊδά, την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου. Πηγαίνει κατόπιν ο Φίλιππος και βρίσκει το Ναθαναήλ, και του λέει: «Αυτόν, για τον όποιο γράφει ο Μωυσης στο νόμο και οι προφήτες, τον βρήκαμε! Είναι ο Ιησούς, ο υιός του Ιωσήφ, από τη Ναζαρέτ!». του είπε τότε ο Ναθαναήλ: «Είναι ποτέ δυνατό να βγει από τη Ναζαρέτ καλό;». του λέει ο Φίλιππος: «Έλα να δεις». Είδε ο Ιησούς το Ναθαναήλ να πηγαίνει προς το μέρος του και είπε γι’ αυτόν: «Να, ένας πραγματικά Ισραηλίτης, στον όποιο δεν υπάρχει δόλος». του είπε ο Ναθαναήλ: «Από πού με ξέρεις;». του αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Σε είδα, που λίγο πριν σε φωνάξει ο Φίλιππος, καθόσουν κάτω από τη συκιά». Απάντησε ο Ναθαναήλ και είπε: «Δάσκαλε, εσύ είσαι ο Υιός του Θεού. Έσύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ». του άποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: «Μόνο που σου είπα ότι σε είδα κάτω από τη συκιά, πιστεύεις σ’ εμένα; θα δεις πολύ μεγαλύτερα από αυτό». Και πρόσθεσε: «Σου λέγω την αλήθεια, από τώρα και στο έξης θα βλέπετε τον ουρανό να ανοίγει και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν γύρω από τον Υιό του Ανθρώπου».

3. Θεολογική και κοινωνική προσέγγιση

α) Η σημερινή πρώτη Κυριακή των νηστειών έχει χαρακτηρισθεί ώς Κυριακή της Όρθοδοξίας. Ο αγώνας της άσκησης, της μετάνοιας, της προσευχής και της νη¬στείας δεν μπορεί να τελεσφορήσει, αν δε στηρίζεται στην ορθή πίστη. Η Όρθόδοξη Εκκλησία της Ανατολής έχει το προνόμιο να διασώζει την αλήθεια της πίστεως για το Θεό, τον άνθρωπο και τον κόσμο. Και η αλήθεια αυτη δεν ταυτίζεται με κάποια ιδεολογία, αλλά αποτελεί εμπειρία άγιοπνευματικής ζωής. Οι προφήτες, οι απόστολοι και οι άγιοι Πατέρες βίωσαν την παρουσία του Θεού και έν συνεχεία την περιγράψουν στα θεόπνευστα κείμενα τους.

β) Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας (Ιωάν. 1, 44-52) αναφέρεται στη μοναδική έμπειρία δύο μαθητών να γνωρίσουν από κοντά το Σωτήρα Χριστό. Ο Ναθανα¬ήλ στην αρχή αμφισβητεί δσα του αναφέρει ο Φίλιππος για το πρόσωπο του Χριστού, αφού ύπάρχει η αντίληψη ότι από τη Ναζαρέτ δεν μπορεί να προέλθει κάτι καλό. Ο Φίλιππος άδυνατεί με λόγια να πείσει το φίλο του, γι’ αυτό και επιστρατεύει το πιο πειστικό επιχείρημα: «Έρχου και ίδε». Έλα και δες μόνος σου. Η σύντομη συνομιλία του Χριστού με το Ναθαναήλ τον έντυπωσιάζει και αυθόρμητα ομολογεί: «Διδάσκαλε έσύ είσαι ο Υιός του Θεού, έσύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ». Ο Σταυρωμένος βασιλιάς!

γ) Έκτοτε, στα ιερά κείμενα φαίνεται καθαρά ότι κεντρικό πρόσωπο και σημείο αναφοράς της Εκκλησίας είναι ο Σωτήρας Χριστός. Δευτερευόντως, κεντρικό πρόσωπο γίνεται εκείνο που στέκεται «εις τύπον Χριστού», μιμείται τον Χριστό και αίρει το μεγαλύτερο βάρος του σταυρού της ευθύνης, της διακονίας και της θυσίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μία, αγία, καθολική και α¬ποστολική Εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα είναι και Εκκλησία των Πατέρων. Διότι οι άγιοι Πατέρες σε Συνόδους σήκωσαν το σημαντικότερο βάρος της ευθύνης και διέσωσαν την ορθή πίστη για τον Χριστό. Και δίδαξαν απλανώς ότι, σ’ Αυτόν συνυπάρχουν το κτιστό και το ακτιστό, το όρατό και το αόρατο, το παθητό και το απαθές, το περιγραπτό και το απερίγραπτο.

δ) Ο εικονισμός του προσώπου του Χριστού στηρίζεται στα ιδιώματα της ανθρώπινης φύσης Του και στο γε¬γονός της σαρκώσεως. Γι’ αυτό και στην Παλαιά Διαθήκη δεν ήταν συνηθισμένη η χρήση εικόνων. Όμως, ο Θεός έγινε άνθρωπος και προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, «έθαυματούργησε, έπαθε, εσταυρώθη, ανέστη, ανελήφθη … και ωράθη ύπό των ανθρώπων» κατά τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό. Όποτε, όλα αυτά τα γεγονότα μπορούν να ιστορούνται και να απεικονίζονται. Η ιστόρηση αυτή έχει παιδαγωγικό και αναγωγικό χαρακτήρα και συμβάλλει στη γνωριμία με το πρόσωπο τού Χριστού.

ε) Η σάρκωσή Του, ο σταυρός και η ανάστασή του έ¬χουν οικουμενικές διαστάσεις και έγιναν για όλους τους ανθρώπους, από τον Αδάμ ώς τον τελευταίο που θα γεννηθεί από γυναίκα. Οπότε, και η Εκκλησία είναι οικουμενική και εύχεται «υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου». Ο άσκητικός και ήσυχαστικός χαρακτήρας της πνευματικής ζωής δεν αναιρεί τον έκκλησιολογικό και οικουμενικό της χαρακτήρα, αλλά τον προϋποθέτει. Με κέντρο της πνευματικής ζωής την Ευχαριστία, οι χριστιανοί δεν ενώνονται για να διεγείρουν το μίσος τους εναντίον κάποιων «άλλων», άλλά για να ανανεώσουν την πίστη τους στον Χριστό και την αγάπη τους προς τους «άλλους». Γι’ αυτό στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να έχουν θέση τα «ορθόδοξα τόξα», που υπηρετούν άλλους σκοπούς. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μάλλον τοξεύεται και η δύναμή της «εν ασθενεία τελειούται» (Β’ Κορ. 12, 9).

στ) Ο περιορισμός τού προσώπου του Χριστού στο επίπεδο των εθνοτήτων αποτελεί μεγάλη έκπτωση, διδάσκει ο μακαριστός Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ. Με τον τρόπο αυτόν ανοίγει ο δρόμος προς το μίσος ανάμεσα στα έθνη, προς την έχθρα των κοινωνικών ομάδων. Γράφει: «Δεν γνωρίζω Χριστό Έλληνα, Ρώσο, Άγγλο, Άραβα, ο Χριστός είναι για μένα το πάν, το ύπερκόσμιο είναι». Όποιος μιμείται τον Χριστό, σημαίνει ότι πάσχει για να θεραπευτεί και να σωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα. Η άσκητική ζωή πλατύνει τη συνείδηση του χριστιανού και επιτρέπει να κατανοηθεί η ψυχολογία των άλλων ανθρώπων. Όταν μάθουμε να ζούμε με ένα πρόσωπο, μαθαίνουμε να ζούμε με εκατομμύρια άλλα που του μοιάζουν. Έτσι σταδιακά εισχωρούμε σε βαθύ πόνο για δλη την ανθρωπότητα. Με τη μετάνοιά μας δε ζούμε μόνο το άτομικό μας δράμα• ζούμε μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας την τραγωδία όλου του κόσμου.

ζ) Έτσι βρίσκει νόημα και η ορθόδοξη ιεραποστολή. Οι ανιδιοτελείς ιεραπόστολοι, που μεταφέρουν την αλήθεια της ορθόδοξης ευαγγελικής πίστης σε όλα τα μέρη του κόσμου δε στηρίζονται στην κοσμική δύναμη, αλλά στη δύναμη της σταυρικής αγάπης. Εκεί η Εκκλησία προσλαμβάνει τα πράγματα του κόσμου, τα αγιάζει, τα άποκαθαίρει και δημιουργεί αυθεντικές χριστιανικές κοινότητες. Και ίσως από εκεί να προέλθει η αναγέννηση της χριστιανικής ζωής, που συμβατικοποιήθηκε στη δική μας κοινωνία. «Ισως οι χριστιανοί του Τρίτου Κό¬σμου ζήσουν πιο άδολα την πίστη στον Χριστό, χωρίς να τη μετατρέψουν σε εθνική ιδεολογία, και σε λίγα χρόνια να μας καλέσουν λέγοντας: «Έρχεσθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος».