Άρθρα: εκκλησίες

Από τον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιου*.

«Ἡ οἰκονομική κρίση πού ζοῦμε σέ πολλές χῶρες τοῦ κόσμου, καί ἰδιαίτερα ἐμεῖς στόν Νότο τῆς Εὐρώπης, ἔχει ὁδηγήσει ἑκατομμύρια ἀνθρώπων σέ κατάθλιψη καί συχνά σέ ἀπόγνωση. Σήμερα ὅλο καί περισσότερο συνειδητοποιεῖται ὅτι ἡ οἰκονομική αὐτή κρίση εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς γενικότερης κοινωνικῆς κρίσεως, μιᾶς κρίσεως ἀξιῶν. Ἀποτελεῖ συνέπεια μιᾶς θεωρητικῆς ἀντιλήψεως σχετικά μέ τόν ἄνθρωπο καί τή φύση, ἡ ὁποία, στήν ἐποχή τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, κινήθηκε σέ ἐντελῶς διαφορετική κατεύθυνση ἀπό τή χριστιανική. Ἀπωθώντας ἀπό τή συνείδηση τῶν ἀνθρώπων καί τῆς κοινωνίας τήν πίστη στόν Θεό, στόν Θεό τῆς ἀλήθειας, τῆς δικαιοσύνης καί τῆς ἀγάπης, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει Θεός, ὅλα ἐπιτρέπονται.

Ὁ σεβασμός πρός τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἀντικαταστάθηκε ἀπό τή δεσποστεία ἀπροσώπων θεσμῶν καί δυνάμεων. Ὁ τονισμός τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπεχώρησε δίνοντας τήν ἔμφαση στήν ἀπόλυτη ἐλευθερία τῆς ἀγορᾶς. Ἔτσι, ἀπό κοινωνία ἐλευθέρων προσώπων φθάσαμε στό σημεῖο ὁλόκληροι λαοί νά γίνονται ὑποψήφιοι δοῦλοι ἀπροσώπων ὁμάδων, ἀνωνύμων ἐμπόρων τοῦ χρήματος πού ρυθμίζουν βασικά τίς οἰκονομίες τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοί ὡς “ἀγορές”. Αὐτές αὐτονομοῦν τό χρῆμα σάν ἀφηρημένη “λογιστική” ἀξία καί τό ἐμπορεύονται.

Στούς πολυσυνθέτους δαιδάλους τῆς παγκοσμιοποιήσεως ἔχουν δημιουργηθεῖ νέες δομές τοῦ χρηματοπιστωτικοῦ συστήματος μιᾶς “εἰκονικῆς οἰκονομίας” πού κανείς κρατικός ἤ ἄλλος πολιτικός θεσμός δέν ἐλέγχει. Ἀντιθέτως, οἱ ἀποφάσεις τῶν ἀγνώστων αὐτῶν παραγόντων, πού δροῦν μέ καλυμμένα πρόσωπα, μποροῦν νά ἀνατινάξουν κράτη καί ἔθνη καί νά καταδικάσουν ἑκατομμύρια ἀνθρώπους στήν ἀνεργία καί τήν κοινωνία στήν ἐξαθλίωση. Ἡ ἀδικία σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο κορυφώνεται στό γεγονός ὅτι τό 20% τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ πλανήτη, πού ζεῖ στίς πλούσιες χῶρες, καταναλώνει τό 80% τοῦ πλούτου τῆς γῆς.

Συγχρόνως, ἡ οἰκονομική αὐθαιρεσία, ἡ διαφθορά, ἡ ἀδικία καί ἀναλγησία, πού ἄνθησαν μέ ὅποιο οἰκονομικό μοντέλο καί ἄν ἐπεβλήθη – καπιταλιστικό ἤ σοσιαλιστικό, ἔχει ὁδηγήσει ἑκατομμύρια ἀνθρώπων στήν κοινωνική περιθωριοποίηση καί ἐν πολλοῖς στήν ἐξαθλίωση. Στήν ὀδυνηρή αὐτή οἰκονομική κρίση, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά μείνει ἁπλός θεατής. Εἶναι ὑποχρεωμένη νά ἀρθρώσει μέ σθένος λόγο προφητικό, πρός τρεῖς κατευθύνσεις.

α) Σθεναρή κριτική στά μέλη τῶν Ἐκκλησιῶν μας γιά τήν ἀσυνεπῆ πρός τίς ἀρχές τοῦ Εὐαγγελίου στάση, γιά τή, μικρή ἤ μεγάλη, συμμετοχή στήν ἀδικία καί τήν κοινωνική διαφθορά.

β) Ἄσκηση θαρρετῆς κριτικῆς στά ὑλιστικά ἰδεώδη καί συστήματα πού ἀπεργάζονται τήν ἀδικία γενικότερα καί τήν οἰκονομική κρίση εἰδικότερα. Προσπάθεια νά ἐπηρεασθοῦν οἱ πολιτικές ἡγεσίες. Πρόσκληση σέ διακεκριμένους ἐπιστήμονες καί οἰκονομολόγους νά ἐπεξεργασθοῦν λύσεις, μέ σεβασμό στόν ἄνθρωπο καί τήν ταυτότητα τῶν λαῶν καί συμπαράσταση στίς προσπάθειές τους.

γ) Οἱ κατά τόπους ᾽Εκκλησίες ἔχουν τήν εὐκαιρία νά δείξουν εὐρύτερη ἀλληλεγγύη μεταξύ τους ἐπιδρώντας στίς κοινωνίες μέσα στίς ὁποῖες ζοῦν. Π.χ. ἐπηρεάζοντας τούς λαούς τῆς Βορείου Εὐρώπης γιά κατανόηση καί ἀλληλεγγύη πρός τίς δοκιμαζόμενες κοινωνίες τῆς Νοτίου Εὐρώπης. Καί ἀντιστρόφως, περιορίζοντας τά αἰσθήματα πικρίας καί ἀγανακτήσεως τῶν οἰκονομικῶς ἀσθενεστέρων λαῶν τοῦ Νότου, γιά τήν ὑπεροπτική συμπεριφορά ὁρισμένων οἰκονομικά εὐρώστων εὐρωπαϊκῶν κρατῶν.

Ἀλλά ἄς ἐπανέλθουμε στόν οἰκεῖο, κοινωνικό μας χῶρο. Πρωταρχικό μας χρέος εἶναι ἡ σοβαρή αὐτοκριτική. Δυστυχῶς, ἡ ἔννοια τῆς κρίσιμης αὐτῆς λέξης ἔχει ἀλλοιωθεῖ.

Χρησιμοποιεῖται συνήθως γιά νά ἐπισημανθοῦν τά λάθη τῶν ἄλλων. Ὅμως, μαζί μέ τίς ἀναμφισβήτητες εὐθύνες τῆς πολιτικῆς καί οικονομικῆς ἡγεσίας, ἐπιβάλλεται νά συνειδητοποιήσουμε τά λάθη πού ἔχουμε διαπράξει ὡς πολίτες. Ἀσφαλῶς, δέν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλοι συλλήβδην ἔχουν τίς ἴδιες εὐθύνες. Πολλοί ἁπλοί ἄνθρωποι εἶναι θύματα καί δέν ἔχουν ὠφεληθεῖ ἀπό τήν εὐημερία πού δημιουργήθηκε μέ χρήματα δανεικά.Ὅμως, ἄν ψάξουμε μέ διεισδυτική ματιά, οἱ περισσότεροι θά ἀνακαλύψουμε καί ἀτομικά σφάλματα καί παραλείψεις. Περιπτώσεις στίς ὁποῖες δέν ἀντισταθήκαμε στή διάχυτη ἀσυδοσία καί τήν κραυγαλέα παραβατικότητα.

Ἐπαναλαμβάνοντας ἁπλῶς τή φράση “κρίση ἀξιῶν”, κινδυνεύουμε νά χαθοῦμε στήν ἀοριστία. Ἡ Ἐκκλησία, “ἔτι καί ἔτι”, καλεῖται νά ὀνομάζει, νά τονίζει, νά ἐπισημαίνει αύτές τίς παγκοσμίου κύρους διαχρονικές ἀξίες: τή δικαιοσύνη, μέ τή σαφῆ ἔννοια: “Πάντα οὖν ὅσα ἄν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς” (Ματθ. 7:12). Ἡ αὐτοκριτική ὅμως δέν ἀρκεῖ. Οὔτε ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας ἐπιτρέπεται νά περιορισθεῖ σέ περιγραφές πού στηλιτεύουν ἀόριστα τούς παραβάτες. Ὁ προφητικός της λόγος πρέπει, χωρίς περιστροφές, νά καλεῖ σέ μετάνοια. Γιά πολλούς συγχρόνους, ἡ λέξη “μετάνοια” ἠχεῖ πολύ θρησκευτική, παρωχημένη. ᾽Εν τούτοις, παραμένει διαχρονικά ἐπίκαιρη καί ἐπαναστατική, ἀπό τότε πού τήν ἀνέδειξε πυρήνα τοῦ Εὐαγγελίου Του ὁ Κύριός μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός: “Μετανοεῖτε” (Μάρκ. 1:15), ἀλλάξετε νοῦ, συμπεριφορά, τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντικρύζετε τή ζωή, ἐπαναλαμβάνει. Ἡ οἰκονομική καί ἠθική κρίση, πού παρουσιάζεται στήν πλειονότητα τῶν λαῶν καί κρατῶν, σχετίζεται μέ σαφῆ αἴτια, πού ἔχουν ὄνομα καί συγκεκριμένες μορφές. Περιορίζομαι νά ἐπισημάνω τρεῖς ρίζες τῆς διαφθορᾶς ἡ ὁποία εἶναι ἡ μητέρα τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως.

α) Πλεονεξία. Αὐτή, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι“εἰδωλολατρία” (Κολοσ. 3:5) , ἄρνηση τῆς λατρείας πρός τόν ἀληθινό Θεό. Ὁ πλεονέκτης ἀδιαφορεῖ γιά τή νομιμότητα τῶν μεθόδων. Ἡ ἀπληστία του παίρνει ὅλο καί νέες ἀνεξέλεγκτες μορφές. Μέ ἐκφραστικό τρόπο, ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν ἐπισημαίνει: ”οἱ δέ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμόν καί παγίδα καί ἐπιθυμίας πολλάς ἀνοήτους καί βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τούς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καί ἀπώλειαν. Ρίζα γάρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία” (Α΄ Τιμ. 6:9).

β) Tό ψέμα. Μέ τό ψέμα ἐπῆλθε ἡ πτώση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, μᾶς πληροφορεῖ τό πρῶτο κεφάλαιο τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Γεν. 3:1), ἐνῶ τό τελευταῖο ἐπιμένει ὅτι θά μείνει ἔξω ἀπό τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ “πᾶς ὁ φιλῶν καί ποιῶν ψεῦδος”(Άποκ. 22:15). Τό ψέμα, τελικά, ὑπονομεύει κάτι τό πιό σημαντικό, τή δυνατότητα νά ἀγαποῦμε. Φαίνεται ἴσως κάπως παράδοξο αὐτό. Ὅπως, διεισδυτικά, ὁ Ντοστογιέφσκυ ἐξηγεῖ, βάζοντας στό στόμα τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ αὐτή τή συμβουλή: “Καί τό κυριότερο ἀπ᾽ ὅλα, μή λέτε ψέματα…

Τό κυριότερο εἶναι νά μήν λέτε ψέματα στόν ἴδιο τόν ἑαυτό σας. Αὐτός πού λέει ψέματα στόν ἑαυτό του καί πιστεύει στό ἴδιο του τό ψέμα φτάνει στό σημεῖο νά μήν βλέπει καμμιάν ἀλήθεια, οὔτε μέσα του οὔτε καί στούς ἄλλους – καί ἔτσι χάνει κάθε ἐκτίμηση γιά τούς ἄλλους καί κάθε αὐτοεκτίμηση. Μήν ἐκτιμώντας κανέναν, παύει νά ἀγαπάει. Καί μήν ἔχοντας τήν ἀγάπη, ἀρχίζει νά παρασέρνεται ἀπό τά πάθη καί τήν ἀκολασία… Αὐτός πού λέει ψέματα στόν ἑαυτό του εἶναι αὐτός πού προσβάλλεται πρῶτος. Γιατί καμμιά φορά εἶναι πολύ εὐχάριστο νά νιώθει κανείς προσβεβλημένος. Ἔτσι δέν εἶναι;” (Ἀδελφοί Καραμαζώφ, Τόμος Α΄).

γ) Τό κατ᾽ ἐξοχήν, πάντως, ἐπικίνδυνο, εἶναι ἡ φιλαυτία, ὁ ἐγωκεντρισμός, ἡ αἰχμαλωσία στό ἐγώ μας, ἡ λατρεία τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος, τοῦ οἰκογενειακοῦ, τοῦ τοπικοῦ, τοῦ ἐθνικοῦ. Τό ἀντίδοτο σ᾽ αὐτό παραμένει ἡ δικαιοσύνη μαζί μέ τήν ἀλληλεγγύη καί τήν αὐτοθυσία.

Τό μυστικό γιά νά βρεῖ κανείς τόν ἑαυτό του εἶναι νά τόν προσφέρει. Ὁ τονισμός καί ἡ βίωση αὐτῆς τῆς ἀξίας παραμένει ἡ κατ᾽ ἐξοχήν προσφορά τῆς Ἐκκλησίας: Ἡ συμπαράσταση πρός τούς θλιβομένους, ἔστω καί ἄν εὐθύνονται οἱ ἴδιοι γιά λάθη καί παραλείψεις τους (πβ. Ματθ. 25:35- 40). Κανείς ἄλλος θεσμός δέν μπορεῖ νά ἐμπνεύσει καί νά προσφέρει ἀγάπη καί αὐτοθυσία. Στό κλασικό ”cogito ergo sum” (“σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω”), ἡ Ἐκκλησία, ἀντλώντας ἀπό τίς καλύτερες σελίδες τῆς ἱστορίας της, προσθέτει: “ἀγαπῶ, ἄρα ὑπάρχω”, κατά τό πρότυπο τῆς ἐν ἀγάπῃ καί ἀλληλοπεριχωρήσει ὑπάρξεως τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Μετά τόν κριτικό λόγο καί τόν τονισμό τῆς προσωπικῆς εὐθύνης, ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά προσφέρει ἕνα μήνυμα αἰσιοδοξίας καί ἐλπίδος.Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται ἀντιμέτωπη μέ κρίσεις. Οἱ τραγικές συγκρούσεις καί ἐμπειρίες τῶν παγκοσμίων πολέμων τοῦ 20οῦ αἰῶνος ξύπνησαν τίς συνειδήσεις καί ὁδήγησαν στήν κατάργηση τῆς ἀποικιοκρατίας, τῶν φασιστικῶν συστημάτων, τῶν ρατσιστικῶν ἰδεολογιῶν καί, τελικά, στήν κατάρρευση τοῦ κομμουνισμοῦ στίς περισσότερες χῶρες. Στή διάρκεια μεγάλων δοκιμασιῶν, ὁπότε οἱ κοινωνίες φθάνουν σέ ὁριακά σημεῖα ἀντοχῆς, ἀναδύονται σπάνιες ἀρετές κρυμμένες στήν καρδιά τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἡ φιλαλήθεια, ἡ γενναιότητα, ἡ ἀνεκτικότητα, ἡ συγχωρητικότητα, ἡ αὐταπάρνηση, ἡ δικαιοσύνη, ἡ φιλαλληλία. Αὐτά καί σήμερα ἀποτελοῦν πολύτιμα ἀντισώματα στίς λιποθυμικές τάσεις τοῦ κοινωνικοῦ μας σώματος. Καί αὐτά πρέπει, μέ ἐπιμονή καί σύστημα νά ἐνεργοποιήσει σήμερα ἡ Ἐκκλησία».

*Το κείμενο είναι απόσπασμα από την ομιλία του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, που εκφώνησε στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, στις 3 Σεπτεμβρίου 2012, στην Κρήτη.

Aναστάσιος, Αλβανίας

Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιῶν.

Κεντρική Ἐπιτροπή Κρήτη, 3.9.2012

Ἀρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου καί π;ασης Ἀλβανίας Ἀναστασίου Ομοτίμου Καθηγητοὐ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Ἐπιτίμου Μέλους τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ – Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

1. Ἡ οἰκονομική κρίση πού ζοῦμε σέ πολλές χῶρες τοῦ κόσμου, καί ἰδιαίτερα ἐμεῖς στόν Νότο τῆς Εὐρώπης, ἔχει ὁδηγήσει ἑκατομμύρια ἀνθρώπων σέ κατάθλιψη καί συχνά σέ ἀπόγνωση. Σήμερα ὅλο καί περισσότερο συνειδητοποιεῖται ὅτι ἡ οἰκονομική αὐτή κρίση εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς γενικότερης κοινωνικῆς κρίσεως, μιᾶς κρίσεως ἀξιῶν. Ἀποτελεῖ συνέπεια μιᾶς θεωρητικῆς ἀντιλήψεως σχετικά μέ τόν ἄνθρωπο καί τή φύση, ἡ ὁποία, στήν ἐποχή τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, κινήθηκε σέ ἐντελῶς διαφορετική κατεύθυνση ἀπό τή χριστιανική. Ἀπωθώντας ἀπό τή συνείδηση τῶν ἀνθρώπων καί τῆς κοινωνίας τήν πίστη στόν Θεό, στόν Θεό τῆς ἀλήθειας, τῆς δικαιοσύνης καί τῆς ἀγάπης, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος κατέληξε στό συμπέρασμα ὅτι, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει Θεός, ὅλα ἐπιτρέπονται. Ὁ σεβασμός πρός τό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἀντικαταστάθηκε ἀπό τή δεσποστεία ἀπροσώπων θεσμῶν καί δυνάμεων. Ὁ τονισμός τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπεχώρησε δίνοντας τήν ἔμφαση στήν ἀπόλυτη ἐλευθερία τῆς ἀγορᾶς. Ἔτσι, ἀπό κοινωνία ἐλευθέρων προσώπων φθάσαμε στό σημεῖο ὁλόκληροι λαοί νά γίνονται ὑποψήφιοι δοῦλοι ἀπροσώπων ὁμάδων, ἀνωνύμων ἐμπόρων τοῦ χρήματος πού ρυθμίζουν βασικά τίς οἰκονομίες τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοί ὡς “ἀγορές”.Αὐτές αὐτονομοῦν τό χρῆμα σάν ἀφηρημένη “λογιστική” ἀξία καί τό ἐμπορεύονται. Στούς πολυσυνθέτους δαιδάλους τῆς παγκοσμιοποιήσεως ἔχουν δημιουργηθεῖ νέες δομές τοῦ χρηματοπιστωτικοῦ συστήματος μιᾶς “εἰκονικῆς οἰκονομίας” πού κανείς κρατικός ἤ ἄλλος πολιτικός θεσμός δέν ἐλέγχει. Ἀντιθέτως, οἱ ἀποφάσεις τῶν ἀγνώστων αὐτῶνπαραγόντων, πού δροῦν μέ καλυμμένα πρόσωπα, μποροῦν νά ἀνατινάξουν κράτη καί ἔθνη καί νά καταδικάσουν ἑκατομμύρια ἀνθρώπους στήν ἀνεργία καί τήν κοινωνία στήν ἐξαθλίωση. Ἔτσι, ὅλη ἡ παγκόσμια οἰκονομία ζεῖ πλέον μιά τρομερή δομική κρίση τοῦ χρηματοπιστωτικοῦ συστήματος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τήν πιό πειστική ἀπόδειξη τῆς κρίσεως ἀξιῶν τῆς κοινωνίας. Ἡ ἀδικία σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο κορυφώνεται στό γεγονός ὅτι τό 20% τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ πλανήτη, πού ζεῖ στίς πλούσιες χῶρες, καταναλώνει τό 80% τοῦ πλούτου τῆς γῆς. Συγχρόνως, ἡ οἰκονομική αὐθαιρεσία, ἡ διαφθορά, ἡ ἀδικία καί ἀναλγησία, πού ἄνθησαν μέ ὅποιο οἰκονομικό μοντέλο καί ἄν ἐπεβλήθηκε –καπιταλιστικό ἤ σοσιαλιστικό-, ἔχει ὁδηγήσει ἑκατομμύρια ἀνθρώπων στήν κοινωνική περιθωριοποίηση καί ἐν πολλοῖς στήν ἐξαθλίωση. 2. Στήν ὀδυνηρή αὐτή οἰκονομική κρίση, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά μείνει ἁπλός θεατής. Εἶναι ὑποχρεωμένη νά ἀρθρώσει μέ σθένος λόγο προφητικό, πρός τρεῖς κατευθύνσεις. α) Σθεναρή κριτική στά μέλη τῶν Ἐκκλησιῶν μας γιά τήν ἀσυνεπῆ πρός τίς ἀρχές τοῦ Εὐαγγελίου στάση, γιά τή, μικρή ἤ μεγάλη, συμμετοχή στήν ἀδικία καί τήν κοινωνική διαφθορά. Κινητοποίηση, μέ δημιουργικές πρωτοβουλίες τῶν ἐνοριῶν, τῶνδιαφόρων ἐκκλησιαστικῶν ὁμάδων καί ὀργανισμῶν, γιά τήν ἄμεση ἀνακούφιση καί βοήθεια τῶν ἀσθενεστέρων μελῶν τῆς κοινωνίας μας. Δόξα τῷ Θεῷ, στόν τομέα αὐτόν ὑπάρχουν ἤδη σοβαρές ἐκκλησιαστικές δράσεις. β) Ἄσκηση θαρρετῆς κριτικῆς στά ὑλιστικά ἰδεώδη καί συστήματα πού ἀπεργάζονται τήν ἀδικία γενικότερα καί τήν οἰκονομική κρίση εἰδικότερα. Προσπάθεια νά ἐπηρεασθοῦν οἱ πολιτικές ἡγεσίες. Πρόσκληση σέ διακεκριμένους ἐπιστήμονες καί οἰκονομολόγους νά ἐπεξεργασθοῦν λύσεις, μέ σεβασμόστόν ἄνθρωπο καί τήν ταυτότητα τῶν λαῶν καί συμπαράσταση στίς προσπάθειές τους.Ἡγενική ἀντίληψη περί ἀνθρώπου καί κτίσεως ἔχει ριζικά ὑποκύψει σέεὐδαιμονιστικές ἀντιλήψεις. Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νά ὑπερασπισθεῖ τήν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ὡς εἰκόνος τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ- καί ἐπίσης τήν ἱερότητα τῆς κτίσεως ὡς δημιουργήματος τοῦ Θεοῦ.Ἡ νοοτροπία ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀφέντης τῆς κτίσεως καί ἄρα δικαιοῦται νά καταχρᾶται τό φυσικό περιβάλλον δέν εἶναι ἁπλῶς λανθασμένη, ἀπό ἀπόψεως ὀρθοδόξου εἶναι ἁμαρτία. Σύμφωνα μέ τή χριστιανική πίστη, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὀργανικό μέρος τῆς κτίσεως καί ὀφείλει νά τή χρησιμοποιεῖ μέ σεβασμό. γ)Οἱ κατά τόπους ᾽Εκκλησίες ἔχουν τήν εὐκαιρία νά δείξουν εὐρύτερη ἀλληλεγγύη μεταξύ τους ἐπιδρώντας στίς κοινωνίεςμέσα στίς ὁποῖες ζοῦν. Π.χ. ἐπηρεάζοντας τούς λαούς τῆς Βορείου Εὐρώπης γιά κατανόηση καί ἀλληλεγγύη πρός τίς δοκιμαζόμενες κοινωνίες τῆς Νοτίου Εὐρώπης. Καί ἀντιστρόφως, περιορίζοντας τά αἰσθήματα πικρίας καί ἀγανακτήσεως τῶν οἰκονομικῶς ἀσθενεστέρων λαῶν τοῦ Νότου, γιά τήν ὑπεροπτική συμπεριφορά ὁρισμένων οἰκονομικά εὐρώστων εὐρωπαϊκῶν κρατῶν. Τά παραδείγματα, προφανῶς, μπορεῖ νά πολλαπλασιασθοῦν λόγω τῶν ἀντιθέσεων πού ὑφίστανται στήν ὑφήλιο μεταξύ οἰκονομικῶς ἰσχυρῶν καί ἀδυνάτων κρατῶν.ΟἱἘκκλησίες στίς πλούσιες κοινωνίες δέν δικαιοῦνται νά σιωποῦν -κάποτε καί νά συμπλέουν- καί νά ἀφήνουν νά δεσπόζουν ὑπεροπτικές φωνές πού προσβάλλουν τούς εὑρισκομένους σέ δοκιμασία λαούς. 3. Ἀλλά ἄς ἐπανέλθουμε στόν οἰκεῖο, κοινωνικό μας χῶρο. Πρωταρχικό μας χρέος εἶναι ἡ σοβαρή αὐτοκριτική. Δυστυχῶς, ἡ ἔννοια τῆς κρίσιμης αὐτῆς λέξης ἔχει ἀλλοιωθεῖ. Χρησιμοποιρεῖται συνήθως γιά νά ἐπισημανθοῦν τά λάθη τῶν ἄλλων. Ὅμως, μαζί μέ τίς ἀναμφισβήτες εὐθύνες τῆς πολιτικῆς καί οικονομικῆς ἡγεσίας, ἐπιβάλλεται νά δυνειδητοποιήσουμε τά λάθη πού ἔχουμε διαπράξει ὡς πολίτες. Ἀσφαλῶς, δέν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλοι συλλήβδην ἔχουν τίς ἴδιες εὐθύνες. Πολλοί ἁπλοί ἄνθρωποι εἶναι θύματα καί δέν ἔχουν ὠφεληθεῖ ἀπό τήν εὐημερία πού δημιουργήθηκε μέ χρήματα δανεικά.Ὅμως, ἄν ψάξουμε μέ διεισδυτική ματιά, οἱ περισσότεροι θά ἀνακαλύψουμε καί ἀτομικά σφάλματα καί παραλείψειες. Περιπτώσεις στίς ὁποῖες δέν ἀντισταθήκαμε στή διάχυτη ἀσυδοσία καί τήν κραυγαλέα παραβατικότητα. Ἐπαναλαμβάνοντας ἁπλῶς τή φράση “κρίση ἀξιῶν”, κινδυνεύουμε νά χαθοῦμε στήν ἀοριστία.Ἡ Ἐκκλησία, “ἔτι καί ἔτι”, καλεῖται νά ὀνομάζει, νάτονίζει, νά ἐπισημαίνει αύτές τίς παγκοσμίου κύρους διαχρονικές ἀξίες: τή δικαιοσύνη, μέ τή σαφῆ ἔννοια: “Πάντα οὖν ὅσα ἄν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς” (Ματθ. 7:12). Ἐπίσης, τήν ἀλήθεια, τήν ἀξία τοῦ μέτρου, τή συμφιλίωση, τήν ἀγάπη σέ ὅλες της τίς ἐκφράσεις καί διαστάσεις. 4. Ἡ αὐτοκριτική ὅμως δέν ἀρκεῖ. Οὔτε ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας ἐπιτρέπεται νά περιορισθεῖ σέ περιγραφές πού στηλιτεύουν ἀόριστα τούς παραβάτες. Ὁ προφητικός της λόγος πρέπει, χωρίς περιστροφές, νά καλεῖ σέ μετάνοια. Γιά πολλούς συγχρόνους, ἡ λέξη “μετάνοια” ἠχεῖ πολύ θρησκευτική, παρωχημένη. ᾽Εν τούτοις, παραμένει διαχρονικά ἐπίκαιρη καί ἐπαναστατική, ἀπό τότε πού τήν ἀνέδειξεπυρήνα τοῦ Εὐαγγελίου Του ὁ Κύριός μας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός: “Μετανοεῖτε” (Μάρκ. 1:15), ἀλλάξετε νοῦ, συμπεριφορά, τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντικρύζετε τή ζωή, ἐπαναλαμβάνει. Μόνο μέ ἀλλαγή νοῦ καί καρδιᾶς μποροῦμε νά σταματήσουμε συνήθειες καί πάθη πού ἀρρωσταίνουν τήν κοινωνία μας. Ἡ οἰκονομική καί ἠθική κρίση, πού παρουσιάζεται στήν πλειονότητα τῶν λαῶν καί κρατῶν, σχετίζεται μέ σαφῆ αἴτια, πού ἔχουν ὄνομα καί συγκεκριμένες μορφές. Περιορίζομαι νά ἐπισημάνω τρεῖς ρίζες τῆς διαφθορᾶς ἡ ὁποία εἶναι ἡ μητέρα τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως. α). Πλεονεξία. Αὐτή, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι“εἰδωλολατρία” (Κολοσ. 3:5),ἄρνηση τῆς λατρείας πρός τόν ἀληθινό Θεό. Ὁ πλεονέκτης ἀδιαφορεῖ γιά τή νομιμότητα τῶν μεθόδων. Ἡ ἀπληστία του παίρνει ὅλο καί νέες ἀνεξέλεγκτες μορφές.Μέ ἐκφραστικό τρόπο, ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν ἐπισημαίνει:”οἱ δέ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμόν καί παγίδα καί ἐπιθυμίας πολλάς ἀνοήτους καί βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τούς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καί ἀπώλειαν. ῥίζα γάρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία” (Α΄ Τιμ. 6:9).Ὁ ἰός τῆς φιλαργυρίας στή σύγχρονη ἐποχή μεταλλάσσεται καί μεταδίδεται σέ ὅλα τά κοινωνικά στρώματα. Ἡ λεγομένη καταναλωτική κοινωνία ἔφθασε στήν καταναλωτική ὑστερία. Ἰδανικό καί σκοπός τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου κάθε τάξεως ἔγινε ἡ ἀλόγιστη συσσώρευση ὑλικῶν ἀγαθῶν, συχνά περιττῶν, μέ ἀδιαφορία γιά τό φυσικό περιβάλλον. Τήν ἀπληστία αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι αἰτία καί τῆς σύγχρονης οἰκολογικῆς κρίσεως, εἶχε στηλιτεύσει πρίν ἀπό 16 αἰῶνες ἕνας μεγάλος θεολόγος, πατέρας καί διδάσκαλος τῆς μιᾶς καί ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, τονίζοντας: “Κάνε χρήση ἀλλά ὄχι κατάχρηση. Ἄφησε τόν ἑαυτό σου νά ἀπολαύσει, ἀλλά μέ μέτρο. Μή γίνεσαι ὄλεθρος ὅλων τῶν ζώων πού ζοῦν στή γῆ καί στή θάλασσα” (Ὁμιλία περί Εὐποιΐας, 383 μ.Χ.). β)Ἡ ἑπόμενη ρίζα τῆς διαφθορᾶς εἶναι τό ψέμα. Μέ τό ψέμα ἐπῆλθε ἠ πτώση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, μᾶς πληροφορεῖ τό πρῶτο κεφάλαιο τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Γεν. 3:1),ἐνῶ τό τελευταῖο ἐπιμένει ὅτι θά μείνει ἔξω ἀπό τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ “πᾶς ὁ φιλῶν καί ποιῶν ψεῦδος”(Άποκ. 22:15). Τό ψέμα, τελικά, ὑπονομεύει κάτι τό πιό σημαντικό, τή δυνατότητα νά ἀγαποῦμε. Φαίνεται ἴσως κάπως παράδοξο αὐτό. Ὅπως, διεισδυτικά, ὁ Ντοστογιέφσκυ ἐξηγεῖ, βάζοντας στό στόμα τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ αὐτή τή συμβουλή: “Καί τό κυριότερο ἀπ᾽ ὅλα, μή λέτε ψέματα … Τό κυριότερο εἶναι νά μήν λέτε ψέματα στόν ἴδιο τόν ἑαυτό σας. Αὐτός πού λέει ψέματα στόν ἑαυτό του καί πιστεύει στό ἴδιο του τό ψέμα φτάνει στό σημεῖο νά μήν βλέπει καμμιάν ἀλήθεια, οὔτε μέσα του οὔτε καί στούς ἄλλους –καί ἔτσι χάνει κάθε ἐκτίμηση γιά τούς ἄλλους καί κάθε αὐτοεκτίμηση. Μήν ἐκτιμώντας κανέναν, παύει νά ἀγαπάει. Καί μήν ἔχοντας τήν ἀγάπη, ἀρχίζει νά παρασέρνεται ἀπό τά πάθη καί τήν ἀκολασία …. Αὐτός πού λέει ψέματα στόν ἑαυτό του εἶναι αὐτός πού προσβάλλεται πρῶτος. Γιατί καμμιά φορά εἶναι πολύ εὐχάριστο νά νιώθει κανείς προσβεβλημένος. Ἔτσι δέν εἶναι;” (Ἀδελφοί Καραμαζώφ, Τόμος Α΄). γ)Τό κατ᾽ ἐξοχήν, πάντως, ἐπικίνδυνο, εἶναι ἡ φιλαυτία, ὁ ἐγωκεντρισμός, ἡ αἰχμαλωσία στό ἐγώ μας, ἡ λατρεία τοῦἀτομικοῦ συμφέροντος, τοῦ οἰκογενειακοῦ, τοῦ τοπικοῦ, τοῦ ἐθνικοῦ. Τό ἀντίδοτο σ᾽αὐτό παραμένει ἡ δικαιοσύνη μαζί μέ τήν ἀλληλεγγύη καί τήν αὐτοθυσία. Τό μυστικό γιά νά βρεῖ κανείς τόν ἑαυτό τουεῖναι νά τόν προσφέρει. Ὁ τονισμός καί ἡ βίωση αὐτῆς τῆς ἀξίας παραμένειἡ κατ᾽ ἐξοχήν προσφορά τῆς Ἐκκλησίας: Ἡ συμπαράσταση πρός τούς θλιβομένους, ἔστω καί ἄν εὐθύνονται οἱ ἴδιοι γιά λάθη καί παραλείψεις τους (πβ. Ματθ. 25:35-40). Κανείς ἄλλος θεσμός δέν μπορεῖ νά ἐμπνεύσει καί νά προσφέρει ἀγάπη καί αὐτοθυσία. Στό κλασικό ”cognito ergo sum” (“σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω”), ἡ Ἐκκλησία, ἀντλώντας ἀπό τίς καλύτερες σελίδες τῆς ἱστορίας της, προσθέτει: “ἀγαπῶ, ἄρα ὑπάρχω”, κατά τό πρότυπο τῆς ἐν ἀγάπῃ καί ἀλληλοπεριχωρήσει ὑπάρξεως τῆς Ἁγίας Τριάδος. 5. Μετά τόν κριτικό λόγο καί τόν τονισμό τῆς προσωπικῆς εὐθύνης, ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά προσφέρει ἕνα μήνυμα αἰσιοδοξίας καί ἐλπίδος. Ἡ κρίση μπορεῖ νά γίνει μιά ἰδιαίτερη εὐκαιρία πνευματικῆς ἀνανεώσεως. Ὁ πυρετός τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως καθώς καί τῆς οἰκολογικῆς ἀποκαλύπτει ὅτι ὑπάρχει μία γενικότερη ἀσθένεια πού ἀπειλεῖ τήν ἐπιβίωση τῆς ἀνθρωπότητος. Ἡ σύγχρονη οἰκονομική κρίση, παρά τήν ὀδύνη καί τήν ἀμηχανία πού ἔχει προκαλέσει σέ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους, τόσο τῶν ὑπανάπτυκτων ὅσο καί τῶν ἀνεπτυγμένων κρατῶν, δίνει μιά ἐξαιρετική δυνατότητα γιά διορθωτικές ἀλλαγές σέ κρίσιμους τομεῖς τῆς παγκόσμιας, τῆς ἐθνικῆς καί προσωπικῆς μας ζωῆς. Οἱ χριστιανοί καλούμεθα νά πρωτοστατήσουμε σ᾽ αὐτές τίς προσπάθειες, ὅπως τό κάναμε (μέ πρωταγωνιστή τό Π.Σ.Ε.) στίς περιπτώσεις τοῦ ρατσισμοῦ καί τῆς βίας. Ἀσφαλῶς, δέν ἐξαλείφθηκαν μέ τήν κριτική καί τή δράση μας. Ὅμως ἐπετεύχθη μιά εὐρύτερη συνειδητοποίηση τῆς ἀνάγκη καταπολεμήσεώς τους. Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ἡ Ἐκκλησία βρίσκεται ἀντιμέτωπη μέ κρίσεις. Οἱ τραγικές συγκρούσεις καί ἐμπειρίες τῶν παγκοσμίων πολέμων τοῦ 20οῦ αἰῶνος ξύπνησαν τίς συνειδήσεις καί ὁδήγησαν στήν κατάργηση τῆς ἀποικιοκρατίας, τῶν φασιστικῶν συστημάτων, τῶν ρατσιστικῶν ἰδεολογιῶν καί, τελικά, στήν κατάρρευση τοῦ κομμουνισμοῦ στίς περισσότερες χῶρες. Στή διάρκεια μεγάλων δοκιμασιῶν, ὁπότε οἱ κοινωνίες φθάνουν σέ ὁριακά σημεῖα ἀντοχῆς, ἀναδύονται σπάνιες ἀρετές κρυμμένες στήν καρδιά τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἡ φιλαλήθεια, ἡ γενναιότητα, ἡ ἀνεκτικότητα, ἡ συγχωρητικότητα, ἡ αὐταπάρνηση, ἡ δικαιοσύνη, ἡφιλαλληλία.Αὐτά καί σήμερα ἀποτελοῦν πολύτιμα ἀντισώματα στίς λιποθυμικές τάσεις τοῦ κοινωνικοῦ μας σώματος. Καί αὐτά πρέπει, μέ ἐπιμονή καί σύστημα νά ἐνεργοποιήσει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Ἄμεσο χρέος μας εἶναι νά στηρίξουμε τήν ἐλπίδα καί τήν ἀντοχή τῶν μελῶν μας καί τῶν λαῶν μας, καί μέ εἰλικρινῆ σεβασμό στήν ἀξία τοῦ κάθε ἀνθρωπίνου προσώπου καί τοῦ κάθε ἔθνους, νά ἀγωνισθοῦμε γιά τή δίκαιη ὑπέρβαση τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, γιά μιά οὐσιαστική ἀλληλεγγύη μέσα στήν κοινωνία μας καί μεταξύ τῶν λαῶν τῆς οἰκουμένης.

Αδελφοί καί τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,
Ο Θεός, ο δημιουργήσας τό Σύμπαν καί διαμορφώσας τήν γήν εις τέλειον κατοικητήριον τού ανθρώπου, έδωκεν εις αυτόν εντολήν καί δυνατότητα νά αυξάνηται καί νά πληθύνηται καί νά πληρώση αυτήν καί νά κυριεύση αυτής καί πάντων τών εν αυτή ζώων καί φυτών (Γεν. α΄ 28).
Ο περιβάλλων ημάς κόσμος εχαρίσθη ημίν υπό τού Δημιουργού ως στάδιον κοινωνικής δραστηριοποιήσεως, αλλά καί αγιασμού, πρός κληρονομίαν τής ανακαινισθησομένης εν τώ μέλλοντι αιώνι κτίσεως. Τήν τοιαύτην θεολογικήν θέσιν έχει καί βιοί αείποτε η Μήτηρ Αγία τού Χριστού Μεγάλη Εκκλησία, διό καί η ημετέρα Μετριότης ετέθη, ως γνωστόν, επίκεφαλής τής αναληφθείσης παρά τού καθ’ ημάς πανιέρου Οικουμενικού Θρόνου οικολογικής προσπαθείας διά τήν προστασίαν τού πολλά ταλαιπωρουμένου υφ ημών εν επιγνώσει καί ανεπιγνώστως πλανήτου μας.

Η β ι ο π ο ι κ ι λ ό τ η ς, η οποία είναι τό έργον τής πανσοφίας τού Θεού, δέν εδόθη ασφαλώς εις τήν ανεξέλεγκτον εξουσίαν τού ανθρώπου. Κ α τ α κ υ ρ ί ε υ σ ι ς τής γής καί τών εν τή γή υπό τού ανθρώπου σημαίνει έλλογον χρήσιν καί απόλαυσιν τών προσφερομένων αγαθών καί όχι καταστρεπτικήν εκ πλεονεξίας αντλησιν καί κάρπωσιν ή καταστροφήν τών πόρων αυτής.

Εν τούτοις, ιδία επί τών ημερών μας, παρατηρούμεν μίαν υπερβολικήν εκμετάλλευσιν τών φυσικών πόρων, μέ συνέπειαν τήν καταστροφήν τής περιβαλλοντικής ισορροπίας τών οικοσυστημάτων καί γενικώτερον τών περιβαλλοντικών συνθηκών, εις τρόπον ώστε οι υπό τού Θεού τεταγμένοι όροι διαβιώσεως τού ανθρώπου επί τής γής νά γίνωνται δυσμενέστεροι δι’ αυτόν. Επί παραδείγματι, ως παρατηρούμεν άπαντες, επιστήμονες, εκκλησιαστικοί καί πολιτικοί άρχοντες καί εν γένει η ανθρωπότης, αυξάνεται η θερμοκρασία τής ατμοσφαίρας, εκδηλούνται υπερβολικαί βροχοπτώσεις, μολύνονται επίγεια καί θαλάσσια οικοσυστήματα, καί, γενικώτερον, διαταράσσεται, ενίοτε δέ καί καταστρέφεται πλήρως, η δυνατότης συνεχίσεως τής ζωής εις ωρισμένας περιοχάς.

Βλέπουσα καί εμπειρικώς αξιολογούσα τούς εκ τής τοιαύτης εξελίξεως τών περιβαλλοντικών συνθηκώνκινδύνους διά τήν ανθρωπότητα, η Μήτηρ Εκκλησία καθιέρωσεν ήδη από τής εποχής τού προκατόχου ημών αοιδίμου Πατριάρχου Δημητρίου τήν πρώτην Σεπτεμβρίου εκάστου έτους ως ημέραν προσευχής διά τό περιβάλλον.

Αλλ’ οφείλομεν νά παραδεχθώμεν ότι τά αίτια τών δυσαρέστων περιβαλλοντικών αλλαγών δέν είναι θεοκίνητα αλλά ανθρωποκίνητα καί, επομένως, η παράκλησις καί η προσευχητική δέησις τής Εκκλησίας καί ημών πρός τόν Θεόν,τόν Κύριον τών κυρίων καί Κυβερνήτην τού παντός, πρός βελτίωσιν τών περιβαλλοντικών συνθηκών, είναι ουσιαστικώς αίτημα μ ε τ α ν ο ί α ς τής ανθρωπότητος διά τό α μ α ρ τ η μ ά της νά καταστρέφη τά εν τή γή, αντί νά καρπώται μετάλόγου καί προσοχής διά τήν διατήρησιν τής α ε ι φ ο ρ ί α ς τούς πόρους αυτής.

Προσευχόμενοι καί αιτούμενοι παρά τού Θεού τήν διατήρησιν τού περιβάλλοντος τής γής καταλλήλου διά τήν εν αυτή ζωήν τού ανθρώπου, κατ’ ουσίαν παρακαλούμεν όπως ο Θεός αλλάξη τόν λογισμόν τών ισχυρών τής γής καί φωτίση αυτούς νά μή καταστρέφουν τό γήϊνον οικοσύστημα διά λόγους οικονομικού οφέλους καί συμφέροντος παροδικού. Τούτ’ αυτό όμως ισχύει καί διά πάντα άνθρωπον εξ ημών, διότι καί έκαστος εξ ημών εν τώ μέτρω τών μικρών δυνατοτήτων του επιφέρει τάς μικράς περιβαλλοντικάς καταστροφάς, τάς οποίας η αφροσύνη του τού επιτρέπει.

Επομένως, προσευχόμενοι υπέρ τού περιβάλλοντος, προσευχόμεθα υπέρ τής μετανοίας ενός εκάστου εξ ημών διά τήν μικράν ή μεγάλην συμβολήν μας εις τήν βλάβην καί καταστροφήν τού περιβάλλοντος, τήν οποίαν βιούμεν συνολικώς ως άθροισμα μερικωτέρων επιζημίων επεμβάσεων διά τών κατά τόπους καί χρόνους μεγάλων καί καταστροφικών καιρίων φαινομένων.

Τήν έκκλησιν, προσευχήν καί προτροπήν ταύτην απευθύνοντες από τού Ιερού Κέντρου τής Ορθοδοξίας πρός τήν οικουμένην καί πρός συνόλην τήν ανθρωπότητα, δεόμεθα όπως ο αγαθοδότης Κύριος, ο χαρισάμενος εις ημάς πάντας τούς επί τού πλανήτου γή οικούντας τόν γήϊνον παράδεισον, λαλήση αγαθά εις τάς καρδίας όλων τών ανθρώπων, διά νά σεβώμεθα τήν περιβαλλοντικήν ισορροπίαν, τήν οποίαν Ούτος εν τή πανσοφία Του καί τή αγαθότητί Του μάς παρέδωκεν, ώστε καί ημείς καί αι επερχόμεναι γενεαί νά απολαμβάνωμεν τάς δωρεάς τού Θεού μετ’ ευχαριστίας καί δοξολογίας.

Αυτής τής Σοφίας, τής Ειρήνης καί τής Δυνάμεως τού Θεού, τής δημιουργησάσης καί συντηρούσης καί κατευθυνούσης τήν αποκαραδοκούσαν τήν σωτηρίαν αυτής κτίσιν πρός τά έσχατα, δεόμεθα όπως διαφυλάττη τό περιβάλλον αειφόρον καί προσφέρον συνεχώς εις τήν ευημερίαν τού ανθρώπου καί οδηγή καρποφόρως τά αγαθά έργα τών χειρών τών εργαζομένων πρός τούτο συνανθρώπων, καί επικαλούμεθα τήν Χάριν καί τό άπειρον Έλεος Αυτού επί πάντας τούς ανθρώπους, μάλιστα τούς σεβομένους τήν δημιουργίαν καί φυλάσσοντας αυτήν.
,βιβ΄ Σεπτεμβρίου α΄

No de protocole 718

† BARTHOLOMAIOS

PAR LA GRÂCE DE DIEU ARCHEVÊQUE DE CONSTANTINOPLE,

NOUVELLE ROME, ET PATRIARCHE ŒCUMÉNIQUE,

QUE LA GRÂCE ET LA PAIX DE NOTRE SEIGNEUR, DIEU ET SAUVEUR JÉSUS CHRIST, AUTEUR ET GARDIEN DE LA CRÉATION, SOIENT AVEC LE PLÉRÔME DE L’ÉGLISE.

Frères et enfants bien-aimés en le Seigneur,

Dieu, qui créa l’univers et forma la terre pour en faire un habitat idéal pour l’être humain, lui a donné l’ordre et la faculté d’accroître, de multiplier, de la remplir et l’assujettir, d’être le maître du monde animal et végétal. (Gn 1, 28-30.)

Notre monde environnant nous a été donné par le Créateur comme un domaine d’activité sociale, mais aussi de sanctification, pour hériter de la création qui sera renouvelée au siècle futur. L’Église Mère, la sainte Grande Église du Christ, vit toujours suivant cette thèse théologique qui est la sienne. Il est donc notoire que notre très saint Trône œcuménique plaça mon humble personne en tête de l’effort écologique destiné à la protection de notre planète que nous faisons beaucoup souffrir sciemment ou pas.

La biodiversité, produit de la toute-sagesse de Dieu, ne fut certes pas livrée au pouvoir discrétionnaire de l’homme. Assujettir la terre et tout ce qui s’y trouve signifie que l’homme use et jouit rationnellement des biens offerts et non pas qu’il détruise ou épuise les ressources naturelles par cupidité.

Toutefois, surtout de nos jours, on observe une exploitation à outrance des ressources naturelles ayant pour effet de détruire l’équilibre environnemental des écosystèmes et, en général, des conditions environnementales, de sorte que les conditions que Dieu posa pour la vie de l’homme sur terre se dégradent. Par exemple, nous constatons tous, scientifiques, chefs religieux et politiques, l’humanité tout entière, que la température de l’atmosphère augmente, que des pluies diluviennes se déclarent, que les écosystèmes terrestres et marins sont pollués, et généralement que dans certaines régions du monde la vie est perturbée, parfois même totalement compromise.

Voyant et évaluant empiriquement les périls que fait peser sur l’humanité une telle dégradation des conditions environnementales, déjà du temps du patriarche Dimitrios, notre prédécesseur d’éternelle mémoire, l’Église Mère établit le 1er septembre de chaque année comme journée de prière pour l’environnement.

Nous devons toutefois admettre que les changements environnementaux douloureux ne sont pas causés par Dieu, mais par l’homme. Par conséquent, l’Église et nous prions Dieu, le Seigneur des seigneurs et Celui qui dirige tout d’améliorer les conditions environnementales. Cette imploration est essentiellement une demande de pénitence de l’humanité pour le péché commis qui consiste à détruire les biens de la terre, au-lieu d’en jouir avec raison et circonspection afin de préserver la durabilité de ses ressources.

En priant Dieu et en Lui demandant de préserver l’environnement terrestre approprié à la vie humaine, nous prions en substance Dieu de changer la mentalité des puissants de la terre et de les éclairer pour qu’ils ne détruisent pas l’écosystème terrestre pour des raisons de profit économique et d’intérêt éphémère. La même chose vaut cependant aussi pour tout un chacun, car chacun de nous, à son échelle, cause de petites destructions environnementales, autant que son manque de bon sens lui permet.

Par conséquent, en priant pour l’environnement, nous prions pour que chacun de nous fasse pénitence de sa petite ou grande part au dommage ou à la destruction de l’environnement que nous vivons dans l’ensemble comme une somme d’interventions préjudiciables mineures à l’origine des phénomènes cruciaux et désastreux déclenchés à des moments imprévisibles et en des lieux différents.

Nous adressons au monde et à l’humanité tout entière cet appel, prière et exhortation depuis le centre sacré de l’Orthodoxie. Nous implorons le Seigneur dispensateur de tout bien, Lui qui nous gratifia du don de vivre sur notre planète le paradis terrestre, de parler aux cœurs des hommes, pour que nous respections l’équilibre de l’environnement Qu’il nous légua dans Sa toute-sagesse et bonté, afin que nous et les générations futures bénéficiions des dons divins dans le remerciement et l’action de grâce.

Nous prions Dieu qui, dans sa Sagesse, Paix et Puissance, créa, sauvegarde et dirige la création aspirant à son salut dans les fins dernières, de préserver l’environnement qui contribue continuellement à la prospérité de l’homme et qu’Il conduise efficacement les bons ouvrages de nos semblables qui œuvrent dans ce sens. Et nous implorons Sa Grâce et Son infinie Miséricorde sur tous les hommes, notamment sur ceux qui respectent et gardent la création.

1er septembre 2012

† Bartholomaios de Constantinople

fervent intercesseur auprès de Dieu

Prot. No. 718

+ BARTHOLOMEW

By the Mercy of God

Archbishop of Constantinople-New Rome And Ecumenical Patriarch

To the Fullness of the Church

Grace and Peace from the Creator and Sustainer of All Creation

Our Lord, God and Savior Jesus Christ

Beloved brothers and children in the Lord,

Our God, who created the universe and formed the earth as a perfect dwelling place for humanity, granted us the commandment and possibility to increase, multiply and fulfill creation, with dominion over all animals and plants.

The world that surrounds us was thus offered to us as a gift by our Creator as an arena of social activity but also of spiritual sanctification in order that we might inherit the creation to be renewed in the future age. Such has always been the theological position of the Holy Great Church of Christ, which is the reason why we have pioneered an ecological effort on behalf of the sacred Ecumenical Throne for the protection of our planet, which has long suffered from us both knowingly and unknowingly.

Of course, biodiversity is the work of divine wisdom and was not granted to humanity for its unruly control. By the same token, dominion over the earth and its environs implies rational use and enjoyment of its benefits, and not destructive acquisition of its resources out of a sense of greed. Nevertheless, especially in our times, we observe an excessive abuse of natural resources, resulting in the destruction of the environmental balance of the planet’s ecosystems and generally of ecological conditions, so that the divinely-ordained regulations of human existence on earth are increasingly transgressed. For instance, all of us – scientists, as well as religious and political leaders, indeed all people – are witnessing a rise in the atmosphere’s temperature, extreme weather conditions, the pollution of ecosystems both on land and in the sea, and an overall disturbance – sometimes to the point of utter destruction – of the potential for life in some regions of the world.

Inasmuch as the Mother Church perceives and evaluates the ensuing dangers of such ecological conditions for humanity, already from the time of our blessed predecessor, Ecumenical Patriarch Dimitrios, established September 1st of each year as a day of prayer for the natural environment. Yet, we are obliged to admit that the causes of the aforementioned ecological changes are not inspired by God but initiated by humans. Thus, the invocation and supplication of the Church and us all to God as the Lord of lords and Ruler of all for the restoration of creation are essentially a petition of repentance for our sinfulness in destroying the world instead of working to preserve and sustain its ever-flourishing resources reasonably and carefully.

When we pray to and entreat God for the preservation of the natural environment, we are ultimately imploring God to change with mindset of the powerful in the world, enlightening them not to destroy the planet’s ecosystem for reasons of financial profit and ephemeral interest. This in turn, however, also concerns each one of us inasmuch as we all generate small ecological damage in our individual capacity and ignorance. Therefore, in praying for the natural environment, we are praying for personal repentance for our contribution – smaller or greater – to the disfigurement and destruction of creation, which we collectively experience regionally and occasionally through the immense phenomena of our time.

In addressing this appeal, petition and exhortation from the sacred Center of Orthodoxy to all people throughout the world, we pray that our gracious Lord, who granted this earthly paradise to all people dwelling on our planet, will speak to the hearts of everyone so that we may respect the ecological balance that He offered in His wisdom and goodness, so that both we and future generations will enjoy His gifts with thanksgiving and glorification.

May this divine wisdom, peace and power, which created and sustains and guides all creation in its hope for salvation in the kingdom, always maintain the beauty of the world and the welfare of humanity, leading all people of good will to produce fruitful works toward this purpose. And we invoke His grace and mercy on all of you, particularly those who respect and protect creation. Amen.

September 1, 2012

Protokoll-Nr. 718

Hirtenbrief zum Tag der Bewahrung der Schöpfung

+ Bartholomaios

durch Gottes Erbarmen Erzbischof von Konstantinopel, dem Neuen Rom,

und Ökumenischer Patriarch dem ganzen Volk der Kirche

Gnade und Friede von dem Schöpfer der ganzen Schöpfung,

unserem Herrn, Gott und Erlöser Jesus Christus

Im Herrn geliebte Kinder,

Gott, der das All erschaffen und die Erde zu einer vollkommenen Wohnstatt des Menschen gestaltet hat, hat diesem das Gebot und die Fähigkeit gegeben, zu wachsen und sich zu vermehren, die Erde zu bevölkern und über sie und alle Tiere und Pflanzen auf ihr zu herrschen.

Die uns umgebende Welt wurde uns also vom Schöpfer geschenkt als ein Ort sozialen Handelns, aber auch der Heiligung, damit wir das Erbe einer Schöpfung erlangen, die im kommenden Äon erneuert werden wird. Das ist die theologische Position des Ökumenischen Patriarchats, der Großen Kirche Christi. Darum ist es auch, wie bekannt, die Aufgabe unserer geringen Person, das ökologische Eintreten unseres heiligen Ökumenischen Throns für den Schutz unseres wissentlich und unwissentlich in Mitleidenschaft gezogenen Planeten zu leiten.

Die Vielfalt der Lebewesen, die das Werk der Allweisheit Gottes ist, wurde allerdings nicht uneingeschränkt der Gewalt des Menschen unterstellt. Herrschaft des Menschen über die Erde und was sie erfüllt bedeutet einen vernunftgemäßen Gebrauch und Genuss der dargebotenen Güter, aber nicht ihre durch Unersättlichkeit hervorgerufene zerstörerische Ausbeutung und Missbrauch oder Zerstörung ihrer Ressourcen.

Gleichwohl beobachten wir gegenwärtig eine übermäßige Ausbeutung der natürlichen Ressourcen, die die Zerstörung des Gleichgewichts der Ökosysteme und darüber hinaus der Umweltfaktoren nach sich zieht, mit der Konsequenz, dass die von Gott gesetzten Bedingungen des Überlebens des Menschen auf Erden für diesen immer ungünstiger werden. So steigt z. B., wie wir alle, Wissenschaftler, kirchliche und politische Führer und generell die ganze Menschheit, feststellen, die Temperatur der Atmosphäre, es kommt zu katastrophalen Niederschlägen, ausgedehnte Bereiche des Landes und des Meeres verschmutzen und die Möglichkeit weiteren Lebens in bestimmten Gegenden wird bedroht, wenn nicht gar demnächst zerstört.

Weil das Ökumenische Patriarchat diese sich aus der Entwicklung der Umweltfaktoren ergebenden Gefahren für die Menschheit sieht und aus der Erfahrung erkennt, hat es schon zur Zeit unseres Vorgängers seligen Gedenkens Dimitrios den 1. September jedes Jahres zum Tag des Gebets für die Umwelt bestimmt.

Wir müssen aber einräumen, dass die Ursachen dieses unerfreulichen ökologischen Wandels nicht von Gott, sondern von den Menschen hervorgerufen sind. Dementsprechend ist unser und der Kirche Gebet für eine Verbesserung der Umweltbedingungen, das wir an Gott, den Herrn aller Herren und Lenker des Alls richten, im Grunde ein Anruf an die Menschheit, ihre Sünde zu bereuen – die Sünde, die darin besteht, die Erde zu zerstören, statt von ihr einsichtsvoll und behutsam zu profitieren und ihre Ressourcen nachhaltig zu nutzen.

Wenn wir zu Gott beten und von ihm erbitten, die Umwelt auf der Erde so zu erhalten, dass sie das Leben des Menschen auch weiterhin ermöglicht, beten wir im Grunde genommen darum, dass Gott den Sinn der Mächtigen auf Erden wandle und sie erleuchte, das irdische Ökosystem nicht um des wirtschaftlichen Nutzens und kurzfristigen Vorteils willen zu zerstören. Das gilt aber auch für jeden einzelnen von uns, denn ein jeder von uns bewirkt in kleinem Maßstab Umweltkatastrophen, die seine Unbedachtheit zulässt.

Wenn wir also für die Umwelt beten, beten wir für die Umkehr eines jeden von uns. Denn wir alle sind zu einem kleinen oder großen Anteil für die Beschädigung und sogar Zerstörung der Umwelt verantwortlich – eine Zerstörung, die wir insgesamt als eine Summe von einzelnen schädlichen Eingriffen in Gestalt akuter Naturkatastrophen an unterschiedlichen Orten und zu unterschiedlichen Zeiten immer wieder erleben.

Indem wir diesen Aufruf, diese Bitte und Ermahnung von diesem heiligen Bischofssitz der Orthodoxie aus an den ganzen Erdkreis (Oikumene) und die ganze Menschheit richten, erbitten wir zugleich vom Herrn und Spender alles Guten, der uns allen, die wir auf Erden wohnen, das irdische Paradies geschenkt hat, Er möge den Herzen aller Menschen das Gute eingeben, damit wir das ökologische Gleichgewicht respektieren, das Er uns in Seiner Weisheit und Güte anvertraut hat, so dass wir ebenso wie die kommenden Generationen Gottes Gaben mit Dankbarkeit und Lobpreis empfangen können.

Zu dieser Weisheit Gottes, Seinem Frieden, Seiner Kraft, welche die ihrer Erlösung harrende Schöpfung erschaffen hat, erhält und zur Vollendung lenkt, beten wir für den Erhalt der Umwelt, damit sie stets Frucht bringe und zum Wohlergehen des Menschen beitrage. Gott möge die guten Werke der dazu beitragenden Hände unserer Mitmenschen führen, Seine Gnade und Sein grenzenloses Erbarmen rufen wir auf alle Menschen herab, insbesondere auf diejenigen, die die Schöpfung respektieren und wie ein Paradies bewahren. Amen.

1. September 2012

Patriarch Bartholomaios von Konstantinopel,

inständiger Fürbitter bei Gott

http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=1518&tla=en

Εκοιμήθη σήμερα, 3η Αυγούστου ε.ε. ο Μητροπολίτης Καβάσων κυρός Φιλήμων, εφησυχάζων Ιεράρχης του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Ο μακαριστός αρχιερεύς εγεννήθη την 30η Σεπτεμβρίου 1934 στην Λυών της Γαλλίας. Απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, εκάρη Μοναχός στην Ιερά Μονή Πεντέλης το έτος 1955. Χειροτονήθηκε Διάκονος την 15η Μαρτίου 1959 από τον Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας Ιερόθεο και Πρεσβύτερος-Αρχιμανδρίτης τα Χριστούγεννα του έτους 1960 από τον Μητροπολίτη Άρτης Ιγνάτιο. Το 1964 ενετάχθη στον κλήρο του παλαιφάτου Πατριαρχείου, όπου διετέλεσε Εφημέριος των Ιερών Ναών Αγ. Νικολάου Ιβραημίας, Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Πορτ-Σαϊδ, Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Αλεξανδρείας και Ηγούμενος της Ιεράς Πατριαρχικής Μονής Οσίου Σάββα Αλεξανδρείας.
Την 27η Νοεμβρίου 1979 εξελέγη Επίσκοπος Κανώπου, χειροτονηθείς στον Ι.Ναό Οσίου Σάββα της Μ.Πόλεως την 2α Δεκεμβρίου από τους αοιδίμους Μητροπολίτες Πηλουσίου Βαρνάβα και Ειρηνουπόλεως Φρουμεντίου, ως και τον Μητροπολίτη Ιωαννουπόλεως και Πρετορίας (νυν Γέροντα Μέμφιδος) Σεβ.κ.Παύλο. Μετά την εις Επίσκοπον χειροτονία του διωρίσθη Ηγούμενος της περιωνύμου Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Παλαιού Καΐρου.
Την 23η Νοεμβρίου 1999 εξελέγη Μητροπολίτης Νταρ Ες Σαλαάμ (Τανζανία), παραιτηθείς της θέσεώς του την 4η Νοεμβρίου 2000. Την 14η Μαρτίου 2003 εξελέγη Τιτουλάριος Μητροπολίτης Καβάσων.
Η εξόδιος Ακολουθία του εκλιπόντος Ιεράρχου θα τελεσθή την Τρίτη, 7η Αυγούστου ε.ε. και ώρα 11.00 π.μ. στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Κυψέλης (Μετόχιο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας) και ο ενταφιασμός του στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών. Θα προηγηθή η τέλεση Αρχιερατικής Θείας Λειτουργίας από τον Σεβ.Μητροπολίτη Άκκρας κ.Γεώργιο, Εκπρόσωπο της ΑΘΜ στην Αθήνα.
Αρχιμ.Παντελεήμων Αράθυμος
Αρχιγραμματεύς

Την Παρασκευή, 6η Απριλίου ε.ε. η Α.Θ.Μ. ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος Β’, υπεδέχθη στην Πατριαρχική Καθέδρα τον Εξοχ. Υφυπουργό Εξωτερικών κ.Δημήτριο Δόλλη, συνοδευόμενο από τον Εντιμολ.κ.Χρήστο Καποδίστρια, Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος στην Αλεξάνδρεια, τον κ.Γεώργιο Αρναούτη, Διευθυντή του διπλωματικού Γραφείου του και τον κ.Θωμά Ματσουκά, Υποδιευθυντή αυτού.

Κατά τη διάρκεια της συναντήσεως ο Μακαριώτατος ενημέρωσε τον κ.Υφυπουργό για το εν γένει επιτελούμενο ιεραποστολικό καί ανθρωπιστικό έργο της Αλεξανδρινής Εκκλησίας στην Αφρική, ανεφέρθη στην πρόσφατη συνάντηση των Ορθοδόξων Προκαθημένων της Μ.Ανατολής στην Κύπρο και στην ταραχώδη κατάσταση που επικρατεί στην ευρύτερη περιοχή, κυρίως δε στη Συρία, ενώ απηύθυνε ολόθυμες ευχαριστίες για την διαρκή μέριμνα της Ελλάδος προς το πρεσβυγενές Πατριαρχείο.

Ο Εξοχ.κ.Υφυπουργός επήνεσε τη διεθνή παρουσία και την δράση του Πατριαρχικού Θρόνου των Αλεξανδρέων υπό την πεπνυμένη ποδηγεσία του Μακ.κ.Θεοδώρου, εξεδήλωσε την αμέριστη στήριξη της Ελλάδος προς αυτό και ετόνισε τον σημαντικό ρόλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην προσπάθεια ειρηνεύσεως και καταλλαγής στην Μ.Ανατολή.

Εν συνεχεία, η ΑΘΜ απένειμε τιμητικώς στον Εξοχ.κ. Δόλλη τον Μεγαλόσταυρο του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου και ξενάγησε τον ίδιο και τη συνοδεία του στο Πατριαρχικό Μέγαρο. Τέλος παρέθεσε επίσημο γεύμα στην Πατριαρχική Τράπεζα προς τιμήν του υψηλού επισκέπτου.

Αρχιμ.Παντελεήμων Αράθυμος

Αρχιγραμματεύς.

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Μπαράκ Ομπάμα δήλωσε ότι ο πρωθυπουργός της Τουρκίας του ανακοίνωσε ότι θα επαναλειτουργήσει η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, μετά τη συνάντησή του με τον Ταγίπ Ερντογάν, στη Σεούλ, όπου βρίσκονται για τη σύνοδο με θέμα την πυρηνική ασφάλεια.

Ο πρόεδρος Ομπάμα ανέφερε ότι συνεχάρη τον κ. Ερντογάν «για τις προσπάθειες που ο ίδιος έχει κάνει στο εσωτερικό της Τουρκίας για να προστατεύσει τις θρησκευτικές μειονότητες», προσθέτοντας ότι χάρηκε που άκουσε για την απόφασή του να ξανανοίξει η Σχολή της Χάλκης.

«Είναι δίκαιο να πούμε ότι κατά τα τελευταία χρόνια, η σχέση ανάμεσα στην Τουρκία και τις Ηνωμένες Πολιτείες συνέχισε να ενισχύεται σε κάθε επίπεδο», σημείωσε ο Αμερικανός πρόεδρος και χαρακτήρισε τον Ταγίπ Ερντογάν «εξαιρετικό εταίρο» και «εξαιρετικό φίλο» σ` ένα ευρύ φάσμα θεμάτων.

Από την πλευρά του, ο Τούρκος πρωθυπουργός δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι είχαν την ευκαιρία να αξιολογήσουν και την κατάσταση σχετικά με την Κύπρο, υποστηρίζοντας ότι «η ελπίδα μας είναι ότι μπορούμε να επιτύχουμε το επιθυμητό μέλλον για την Κύπρο σύντομα». Ανέφερε, επίσης, ότι ο πρόεδρος Ομπάμα θα επισκεφθεί την Τουρκία (για δεύτερη φορά) τον ερχόμενο Ιούνιο.

Μαρ 12
26

Στην Κύπρο αφίχθη το απόγευμα της Κυριακής, 25ης Μαρτίου ε.ε, η ΑΘΜ ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος Β’, ο οποίος έτυχε θερμής υποδοχής από τον Μακ.Αρχιεπίσκοπο Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομο, στον Διεθνή Αερολιμένα της Λάρνακας. Την ΑΘΜ υποδέχτηκαν επίσης ο Σεβ.Μητροπολίτης Κιτίου κ. Χρυσόστομος και ο Έξαρχος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας στην Κύπρο, Αιδεσιμολ. Πρωτοπρ. π. Αθηνόδωρος Παπαευρυπιάδης.

Ο Αλεξανδρινός Προκαθήμενος έφτασε στην Μεγαλόνησο για να συμμετάσχει στην συνάντηση των Προκαθημένων των Εκκλησιών της Μέσης Ανατολής, που θα πργματοποιηθεί την προσεχή Τρίτη στην Λευκωσία, με την συμμετοχή και των Μακ.Πατριαρχών Ιεροσολύμων κ. Θεοφίλου και Αντιοχείας κ. Ιγνατίου, όπου ένα από τα σημαντικότερα θέματα που θα συζητήσουν θα είναι η ανάγκη στήριξης των χριστιανών στην Συρία, την εποχή αυτή που η χώρα συνεχίζει να συγκλονίζεται από τα πολιτικά γεγονότα.

Με την ευκαιρία της επίσκεψής του αυτής, ο Μακ.Πατριάρχης κ.κ.Θεόδωρος Β’ ευχαρίστησε άλλη μία φορά τον Μακ.Αρχιεπίσκοπο Κύπρου και όλο τον λαό της Μεγαλονήσου για τη ν στήριξη που παρέχει στο ιεραποστολικό έργο της Αλεξανδρινής Εκκλησίας σε ολόκληρη την Αφρική.

Επίσης, την προσεχή Τρίτη, ο Μακαριώτατος θα συναντήσει την Εξοχ.Υπουργό Εξωτερικών της Κύπρου, κα. Ερατώ Κοζάκου Μαρκουλλή, ενω την Τετάρτη θα γίνει δεκτός από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Δημήτριο Χριστόφια.

Νικόλαος Κάτσικας

Μαρ 12
26

Την 24η Μαρτίου ε.ε., η Α.Θ.Μ. ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ.Θεόδωρος Β’ εχοροστάτησε κατά τον Μ.Εσπερινό στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Αλεξανδρείας. Τον Μακαριώτατο πλαισίωνε ο Θεοφιλ. Επίσκοπος Μαρεώτιδος κ.Γαβριήλ, Πατριαρχικός Επίτροπος Αλεξανδρείας.

Την 25η Μαρτίου, η Α.Θ.Μ. προεξήρχε της Θείας Λειτουργίας και κήρυξε τον θείο λόγο στον εορτάζοντα Καθεδρικό Ναό, συλλειτουργούντος του Θεοφιλ.Μαρεώτιδος.

Στην Ευχαριστιακή Σύναξη προσήλθαν ο Εντιμ. Γενικός Πρόξενο της Ελλάδος στην Αλεξάνδρεια κ.Χρήστος Καποδίστριας, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Αποδήμου Ελληνισμού κ.Στέφανος Ταμβάκης, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητος Αλεξανδρείας κ.Ιωάννης Σιόκας, Πρόεδροι ελληνικών συλλόγων και φορέων, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές των ελληνικών σχολείων της Μεγάλης Πόλεως και πλήθος πιστών.

Ακολούθως ετελέσθη Δοξολογία για την Εθνική Επέτειο, κατά την διάρκεια της οποίας ο Εντιμ.Γεν.Πρόξενος κ.Καποδίστριας ανέγνωσε το μήνυμα του Εξοχ.Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ.Καρόλου Παπούλια προς τους αποδήμους ελληνες.

Αρχιμ.Παντελεήμων Αράθυμος

Αρχιγραμματεύς

Μαρ 12
22

Στο Φανάρι βρίσκεται από χθες το πρωί ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος, προκειμένου να ευχηθεί στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο για τη συμπλήρωση εικοσαετίας από την εκλογή του στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Αρχιεπίσκοπος, ο οποίος συνοδεύεται από τον Μητροπολίτη Ελασσώνος Βασίλειο και τον επίσκοπο Διαυλείας Γαβριήλ, έγινε δεκτός από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο Πατριαρχικό Γραφείο.

«Είχαμε ιδιαίτερη χαρά σήμερα να βρισκόμαστε εδώ στην Κωνσταντινούπολη, να είμαστε κοντά στον Πατριάρχη μας. Να πούμε «χρόνια πολλά», έστω και καθυστερημένα μια και τώρα βρήκαμε την ευκαιρία, για τη συμπλήρωση των είκοσι χρόνων από την ενθρόνισή του. Και να του ευχηθούμε ο Θεός να του δίνει δύναμη και πολλή υπομονή για την επίλυση και αντιμετώπιση των προβλημάτων. Μία επίσκεψη εθιμοτυπική, μία επίσκεψη για να πάρουμε χαρά και δύναμη από την Κωνσταντινούπολη και από το Πατριαρχείο», είπε ο αρχιεπίσκοπος μετά την επίσκεψη στον Πατριάρχη.

Ο Μακαριώτατος θα έχει και σήμερα συνάντηση και συνομιλίες με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, με τον οποίο σχεδιάζουν να επισκεφθούν την Μονή του Αγίου Γεωργίου Κουδουνά στην Πρίγκηπο.

25/02/2012

Ένα μεγάλο γεγονός για την Ιερά Επισκοπή Σιέρρα Λεόνε ήταν η πρώτη Πατριαρχική Θεία Λειτουργία που ετέλεσε η ΑΘΜ ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ.Θεόδωρος Β’ την 24η Φεβρουαρίου ε.ε. στον Καθεδρικό Ναό Αγίου Ελευθερίου στην πρωτεύουσα της χώρας που αναγεννιέται μέσα από τα συντρίμμια του εμφύλιου πολέμου.

Στην Θεία Λειτουργία συμμετείχαν ο Σεβ. Μητροπολίτης Άκκρας κ.Γεώργιος, ο Πανοσιολ. Αρχιμ. κ.Θεμιστοκλής Αδαμόπουλος και ο τοπικός κλήρος. Κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας ο Πατριάρχης χειροτόνησε Διάκονο τον κατηχητή Μάρκο. Ο Μακαριώτατος απευθυνόμενος προς το πυκνό εκκλησίασμα και τα εκατοντάδες παιδιά κάλεσε όλους να ξεχάσουν τον διχασμό και τις τραγικές συνέπειες του εμφύλιου πολέμου και να ατενίσουν το μέλλον με αισιο δοξία και πολλή αγάπη για τον Θεό και για τον συνάνθρωπο, συνεχάρη τον π. Θεμιστοκλή για το πολύπλευρο έργο που επιτελεί στην χώρα και ζήτησε από τους τοπικούς άρχοντες να είναι πάντα αρωγοί στην προσπάθειά του να συμβάλλει στην ανασυγκρότηση της χώρας μέσα από τα προγράμματα στήριξης της εκπαίδευσης και της υγείας.

Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργία ο Μακ.Πατριάρχης τέλεσε τα εγκαίνια του πρώτου Ορθόδοξου σχολείου που ανεγέρθη στον τεράστιο προαύλιο χώρο του Καθεδρικού Ναού που δεσπόζει στο κέντρο της πόλης. Εκεί τον υποδέχθηκαν με ζητωκραυγές και χειροκροτήματα οι 1800 μαθητές και μαθήτριες που φοιτούν στο σχολείο.

Κατά την διάρκεια της τελετής των εγκαινίων ο Μακαριώτατος ευχαρίστησε την Αδελφότητα Ορθοδόξου Εξωτερικής Ιεραποστολής Θεσσαλονίκης που φρόντισε για την ανέγερση του Καθεδρικού Ναού και του Σχολείου, συνεχάρη την Διευθύντρια και το διδακτικό προσωπικό για το έργο τους και ευχήθηκε αυτό το πρότυπο σχολείο να είναι μόνο η αρχή της μεγάλης προσφοράς τ ης Αλεξανδρινής Εκκλησίας στην εκπαίδευση των νέων της Σιέρρα Λεόνε. Ακολούθως τα παιδιά του νηπιαγωγείου, του δημοτικού και του γυμνασίου παρουσίασαν εορταστικό πρόγραμμα και προσέφεραν συμβολικά δώρα στην ΑΘΜ. Ο Αλεξανδρινός Προκαθήμενος φανερά συγκινημένος παρακολούθησε όλες τις εκδηλώσεις των παιδιών και στην συνέχεια μοίρασε σε όλα τα παιδιά γραφική ύλη. Ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή ήταν όταν και τα 1800 παιδιά έψαλαν τον εθνικό ύμνο της χώρας τους.

Μ.Άκκρας Γεώργιος