Άρθρα: γυναίκα

Φεβ 15
18
Κάτω από (γυναίκα) από στις 18-02-2015 και με ετικέτα
Φεβ 15
18
Φεβ 15
18
Κάτω από (γυναίκα) από στις 18-02-2015 και με ετικέτα
Φεβ 15
18
Κάτω από (γυναίκα) από στις 18-02-2015 και με ετικέτα

 

 

Αφιέρωμα του Red Notebook, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών

 

Της Χρυσάνθης Χειμώνα

 

Σε μια συνάντησή τους το 1981, ακτιβίστριες του λατινοαμερικάνικου φεμινιστικού κινήματος ανέδειξαν την 25η Νοεμβρίου ως ημέρα ενάντια στη βία κατά των γυναικών. Σ’ αυτή τη συνάντηση, τα φεμινιστικά κινήματα κατήγγειλαν συστηματικά την άσκηση βίας λόγω φύλου, διακρίνοντας σε αυτήν διάφορες μορφές: από την ενδοοικογενειακή βία, το βιασμό και τη σεξουαλική παρενόχληση, μέχρι την κρατική βία, τα βασανιστήρια και την κακοποίηση των γυναικών πολιτικών κρατουμένων. Το 1999, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών όρισε τη συγκεκριμένη ημερομηνία ως τη μέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών. Στην πραγματικότητα, η μέρα αυτή τιμά τη μνήμη των βίαια δολοφονηθέντων αδερφών Mirabal το 1960. Οι τρεις αδερφές, πολιτικές ακτιβίστριες της Δομινικανής Δημοκρατίας, δολοφονήθηκαν από το δικτάτορα Rafael Trujillo. Η μέρα, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκε για να αναγνωριστεί διεθνώς η έμφυλη βία.

 

Τριάντα χρόνια μετά την επισήμανση της έμφυλης βίας και δώδεκα μετά την «επίσημη» αναγνώρισή της, το αίτημα παραμένει το ίδιο επίκαιρο, το ίδιο έντονο, το ίδιο αγωνιώδες. Το αποδεικνύουν, δυστυχώς, οι στατιστικές: τα ποσοστά των γυναικών που τους ασκείται βία, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή, τους φτάνουν μέχρι και το 59%, ανάλογα με τον τόπο διαμονή τους. Σύμφωνα μάλιστα με τα στοιχεία που συγκεντρώνει ετησίως ο ΟΗΕ, ακόμη και στις «ανεπτυγμένες» χώρες τα νούμερα είναι αρκετά μεγάλα: στην Ιταλία φτάνουν το 20% του γυναικείου πληθυσμού, ενώ στη Γερμανία το 37%. Αντίστοιχα μεγάλα είναι τα ποσοστά των γυναικών που υπόκεινται σε γενετικό ακρωτηριασμό, σε παγκόσμια κλίμακα. Η Ευρώπη έχει την «πρωτιά» σε ό, τι αφορά τους βιασμούς, αφού τα ποσοστά αυτού του είδους της βίας σε κάποιες χώρες αγγίζουν ως και το 35% του συνόλου ετησίως.

 

Η βία έχει πολλά πρόσωπα. Υπάρχει η σωματική, με όλες τις παραλλαγές της, αλλά με κοινή πηγή προέλευσης τη διάθεση επιβολής και την ανάγκη επικράτησης με εξουσιαστικούς όρους. Όμως, είτε η άσκηση σωματικής βίας αφήσει σημάδια πάνω στο σώμα ή στο πρόσωπο, είτε όχι, απ’ τη στιγμή που ασκείται ή εκφράζεται απειλή άσκησής της, σημαίνει πως το πρόσωπο της βίας θεωρεί πως έχει δικαίωμα «πάνω» στο σώμα ενός άλλου προσώπου, ότι δηλαδή του (συνηθέστερα παρά της) «ανήκει». Αυτή η αυθαίρετη ιδιοκτησιακή «πρωτοβουλία» είναι μια διαχρονική τάση, η οποία βεβαίως προηγήθηκε της εμφάνισης του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος.

 

Η σωματική βία σε βάρος των γυναικών εκδηλώνεται συχνά ως σεξουαλική βία. Τα αποτρόπαια σεξουαλικά εγκλήματα υπήρξαν στο παρελθόν και η αφετηρία για την αυτοοργάνωση των γυναικών ενάντια στην απειλή από μια κοινωνία που όχι μόνο δεν τις προστάτευε, αλλά ταυτόχρονα αναπαρήγε όλα τα στερεότυπα που νομιμοποιούν την κοινωνική υποτέλεια των γυναικών ως φυσική, ενισχύοντας την άποψη ότι τα γενετικά όργανα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως μέσο εξουσίας.

 

Η σημερινή πραγματικότητα αποκαλύπτει ένα ακόμα από αυτά τα πρόσωπα της βίας. Ο λόγος για την πορνεία, έναν νομιμοποιημένο βιασμό, προέκταση του οποίου είναι σήμερα η εμπορία ανθρώπων και η μετακίνησή τους εκτός συνόρων, σα να ήταν προϊόντα. Πρόκειται για το γνωστό trafficking. Η αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος, η αγορά και η ενοικίασή του, δεν εξαλείφθηκαν ποτέ. Σήμερα εντατικοποιούνται με στόχο το κέρδος, ενώ την ίδια στιγμή αφήνονται στο απυρόβλητο οι μεγάλοι ένοχοι αυτού του εγκλήματος: οι πελάτες.

 

Η σεξουαλική βία έχει βεβαίως και άλλες παραλλαγές. Μία από αυτές είναι οι διορθωτικοί βιασμοί (corrective rape) λεσβιών από άτομα στο διεστραμμένο μυαλό των οποίων δε χωρά ο σεβασμός στο σεξουαλικό προσανατολισμό.

 

Αν όμως τα παραπάνω αντιμετωπίζουν συνήθως την απαξία, υπάρχει ένα άλλο μεγάλο ταμπού που η κοινωνία δεν έχει ακόμα ξεπεράσει. Ο λόγος, βέβαια, για την ενδοοικογενειακή βία. Ένα συχνό φαινόμενο, που μπορεί να λαμβάνει χώρα στο γειτονικό μας σπίτι, στην οικογένεια των συγγενών μας. Η εξατομίκευση «επιτάσσει», εδώ, να μην ανακατευόμαστε στις οικογενειακές υποθέσεις, καθώς τα οικογενειακά τείχη είναι και πρέπει να παραμείνουν «απαραβίαστα». Ας μην τρέφουμε αυταπάτες, όμως: η βία αυτή αποτελεί διαχρονικό κοινωνικό φαινόμενο, που πλήττει τις γυναίκες όλων των ηλικιών και όλων των κοινωνικών προελεύσεων. Τα θύματα αυτής της βίας βιώνουν ταυτόχρονα τη μεγάλη ψυχολογική βία, που σχετίζεται με την υποτίμησή τους, την απειλή, την οικονομική ή τη συναισθηματική εξάρτηση. Χρειάζεται δε να επισημανθεί ότι κοινό στοιχείο των θυμάτων βίας είναι ότι, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, η βία που τους έχει ασκηθεί έχει ως δράστες οικεία πρόσωπα.

 

Για όλα τα παραπάνω είναι αναγκαία η παρουσία μιας πολιτείας που να δημιουργεί «κλοιό» γύρω από τους θύτες. Ένα θεσμικό πλαίσιο που να λειτουργεί ως προστατευτικό πλέγμα για τα θύματα, έχοντας ως βάση την αναγνώριση των πατριαρχικών σχέσεων εξουσίας που υπάρχουν σε όλες τις κοινωνικές δομές. Η δράση για τη δημιουργία ενός τέτοιου προστατευτικού πλαισίου πρέπει να επικεντρώνει σε τρεις άξονες: πρόληψη, προστασία, αντιμετώπιση. Σε αυτούς τους άξονες οφείλει να συμπεριληφθεί η εκπαίδευση/διαπαιδαγώγηση των νεότερων μελών της κοινωνίας, ώστε οι θεσμοί να παίξουν έναν «εκπαιδευτικό» ρόλο, «σπάζοντας» την ιδιοκτησιακή – πατριαρχική δομή.

 

Μια κοινωνία που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, προστατεύει τα θύματα της βίας: στεγάζοντας τα σε ξενώνες, απομονώνοντας τους δράστες, απλοποιώντας τις νομικές διαδικασίες για την καταγγελία των επιθέσεων και απαλύνοντας το φόβο των θυμάτων που αναβιώνουν την κακοποίηση εξιστορώντας την. Δεν είναι δυνατό, μέχρι και σήμερα, τα θύματα των επιθέσεων να υποχρεώνονται από τους φορείς της δικαιοσύνης να απαντήσουν ερωτήσεις του είδους «τι φορούσατε όταν σας επιτέθηκαν;». Με οργή που δυναμώνει τα αιτήματά μας, να απαιτήσουμε την άμεση εκκίνηση θεσμικών διαδικασιών στην κατεύθυνση που περιγράψαμε παραπάνω. Η κρίση δεν αποτελεί δικαιολογία. Το κοινωνικό κράτος πεθαίνει και η αριστερά οφείλει να μην το αφήσει να πέσει πάνω στα σώματα των γυναικών.

 

Η Χρυσάνθη Χειμώνα είναι υπεύθυνη του Τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής του Συνασπισμού. Το αφιέρωμα του RΝΒ θα διαρκέσει μέχρι την Κυριακή 27 Νοεμβρίου.

 

Δείτε εδώ όλα τα κείμενα του αφιερώματος

Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ – για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης» πραγματοποίησε απογευματινή συνάντηση εκπαιδευτικού και κοινωνικού χαρακτήρα στην αίθουσα εκδηλώσεων του Βιβλιοπωλείου «Αρμός» στην Αθήνα, την Τρίτη 19/03/2013 στις 18:30 με θέμα:

«Εκκλησία και Γυναίκα»

Το θέμα προσεγγίσαν με εισηγήσεις τους οι:

Παπαγεωργίου Νίκη, Επίκουρη Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ, που εστίασε κυρίως στο ρόλο της γυναίκας στη σύγχρονη θρησκειακή εκπαίδευση, τόσο στην τριτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια, με τίτλο της εισήγησής της:

«Η γυναικεία συμβολή στη σύγχρονη θεολογική επιστήμη».

Ξεκινώντας από τις πρώτες φοιτήτριες της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ στα 1941 κατέδειξε τη σημερινή κατάσταση όπου η πλειονότητα του θεολογικού προσωπικού στη δευτεροβάθμια είναι γυναίκες και είναι μαζί με τον τομέα της κοινωνικής αλληλεγγύης το πεδίο δράσης των σύγχρονων ορθοδόξων γυναικών.

Στη συνέχεια της θεολογικής εσπερίδας η Αθανασοπούλου – Κυπρίου Σπυριδούλα, θεολόγος, PhD Manchester, Διδάσκουσα στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο παρουσίασε το θέμα:

«Φεμινισμός και Νεο-φεμινισμός στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία»

όπου πολλά σημεία, τακτικές αλλά και θεολογικές /δογματικές θέσεις επηρέασαν και καθόρισαν τη στάση της Ελλαδικής κυρίως Ορθόδοξης Εκκλησίας στο θέμα της θέσης της γυναίκας στην εκκλησία, διατηρώντας τη σε έναν βοηθητικού χαρακτήρα ρόλο και μη επιτρέποντάς της την πλήρη συμμετοχή στη Λατρεία, με κορύφωσή του τη μη χειροτόνησή τους σε καμιά βαθμίδα ιεροσύνης.

Ο Γιοκαρίνης Κωνσταντίνος, νομικός – θεολόγος, PhD ΑΠΘ, Διδάσκων στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών με το θέμα:

«Γυναίκα και ιεροσύνη: εσχατολογική προοπτική »

έκανε την τρίτη παρουσίαση/προσέγγιση. Εστιάζοντας στο ρόλο της γυναίκας στην Εκκλησία, έκανε μια μικρή ιστορική αναδρομή στη στάση της ρωμαιοκαθολικής και Παλαιοκαθολικής Εκκλησίας απέναντι στο θέμα της ιεροσύνης των γυναικών ενώ μας κατέδειξε μια άλλη θεολογική προοπτική, αυτή του Πατριαρχείου Αντιοχείας όπου πλέον καταργήθηκαν οι ευχές του σαραντισμού και η εσχατολογική ισότητα των δύο φύλων προσπαθεί να εφαρμοστεί εδώ και τώρα στα πλαίσια της Όγδοης Ημέρας.

Τη συζήτηση που ακολούθησε, με πολλές ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις, συντόνιζε ο Καπετανάκης Γιώργος, θεολόγος, PhD ΕΚΠΑ. Κύρια θέματα που απασχόλησαν τους παρευρισκομένους ήταν η αγαμία των επισκόπων που οδηγεί σε πρακτικές μισογυνισμού και υποβάθμισης της γυναίκας, η πρακτική των Προτεσταντών και κυρίως των Αγγλικανών στο θέμα της ιεροσύνης και αρκετά παρόμοια. Η συνάντηση έκλεισε «…δι ευχών των αγίων Μητέρων ημών».

του Γιώργου Σκαλτσά

Δρ. της Ecole Pratique des Hautes Etudes (Παρίσι), Θεολόγου καθηγητή

Η εισήγηση αυτή θα επιχειρήσει να προτείνει ένα γόνιμο προβληματισμό γύρω από τις ψυχώσεις πού βαραίνουν πολλούς χριστιανούς γύρω από τη σεξουαλική και βιολογική τους κατάσταση. Θα αποπειραθεί να δείξει ότι στον Χριστιανισμό, όπως σε κάθε ιστορικό μέγεθος, συνυπάρχουν «σκοταδιστικές» και διαφωτιστικές ή προοδευτικές τάσεις. Μέλημά μας είναι να αναδείξουμε μιαν απελευθερωτική δυναμική πού αναπτύχθηκε στο χώρο της θεολογίας και της εκκλησιαστικής ζωής αλλά πού κατεπνίγει μέσα στη συνήθως τραγική πορεία της Ιστορίας.

Το άφυλο του Θεού

Ο Γρηγόριος Νύσσης, θεολόγος του 4ου αι., θα εντοπίσει σε κείμενα της Π.Δ. ότι ο Θεός αποκαλείται εκεί (Άσμα Ασμάτων) αντί για Πατέρας, μητέρα. Αφού τονίσει ότι δεν πρέπει να είμαστε σχολαστικοί για τα ονόματα που επισημειώνονται στο Θεό, θα καταλήξει λέγοντας ότι το θείον δεν είναι ούτε άρρεν ούτε θήλυ.

Δεν θα διστάσει να αποκαλέσει τον Θεό-Δημιουργό μητέρα, ως την γεννητική αιτία των Όντων, τα οποία κατά συνέπειαν είναι όλα αδελφά μεταξύ τους, τολμηρή καινοτομία για την ανδροκρατούμενη κοινωνία του, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι κανένας άλλος θεολόγος δεν αποτόλμησε κάτι παρόμοιο.

Το γεγονός ότι άλλοτε η Γραφή μετέρχεται τη λέξη Πατέρας κι άλλοτε Μητέρα για να μιλήσει για τον Θεό σημαίνει ότι δεν πιστεύει πώς τα ονόματα αποδίδονται πάντα στον Θεό κατά κυριολεξία αλλά μάλλον κατά μεταφορά, δηλ. μεταφέρουμε ή προβάλλουμε ενσυνειδήτως στοιχεία ή καταστάσεις της δικής μας ανθρώπινης πραγματικότητας πάνω στο Θεό, τα οποία δεν ανταποκρίνονται πάντα στην πραγματικότητα.

Το άφυλο του Θεού αποτελεί ένα καλό παράδειγμα αποφατικής Θεολογίας, της λογικής εκείνης μεθόδου διά της οποίας οι Πατέρες προσπάθησαν να καθαρίσουν, κατά το δυνατόν, τις διάφορες έννοιες περί Θεού, με σκοπό ο τελευταίος να μην εξομοιώνεται με δικές μας καταστάσεις, και κατά συνέπεια, να μετατρέπεται σε είδωλο, δηλ. σε δική μας αναπαράσταση. Η αποειδωλοποίηση του Θεού αποτελεί αναγκαιότητα, διότι εμείς οι άνθρωποι εύκολα μεταπίπτουμε σε αναπαραστάσεις ξένες απολύτως προς τον Θεό, που τις δανειζόμαστε συνήθως από τον χώρο της θρησκείας. Η θρησκεία δεν είναι τίποτε άλλο παρά το σύνολο των διαφόρων φαντασιώσεων που οι άνθρωποι σχηματίζουν για τον Θεό, ερήμην του ίδιου του Θεού. Πολλά στοιχεία θρησκευτικότητας, βέβαια, παρεισέφρυσαν μέσα στον Χριστιανισμό, με αποτέλεσμα και αυτός να μετατρέπεται σε θρήσκευμα, δηλ. να αντιπροσωπεύει είδωλα για τον θεό.

Μεγάλες προσωπικότητες της θεολογίας, όπως ο Φίλων, ο Κλήμης, ο Ωριγένης και, αργότερα ο Νύσσης, θα αποδυθούν σε ένα τιτάνιο αγώνα να πείσουν τους Χριστιανούς που μετέφεραν πάνω τους ουκ ολίγες θρησκευτικές παραστάσεις, ότι με τον Θεό δεν πρέπει να διατηρούμε μια εμπορική ή συναλλακτική σχέση δούναι-λαβείν, δεν πρέπει να ζητάμε χατήρια ούτε να επιζητούμε την ευνοϊκή προστασία του, όπως με κάποιο Θεό αρσενικό πατέρα, κι ότι η σχέση μας μαζί του θα πρέπει να εδράζεται στην ανιδιοτέλεια. την ελευθερία και την ανανταπόδοτη αγάπη. Ο Θεός του χριστιανισμού δεν έχει απολύτως καμία σχέση με ένα Θεό εξουσιαστή κατά το πρότυπο του πατέρα, πού καταδυναστεύει και καταπιέζει τους υπηκόους του. Τόσο ως προς τις σχέσεις των τριαδικών προσώπων μεταξύ τους, όσο και ως προς τη σχέση τους προς τον κόσμο και τον άνθρωπο, ο Θεός αντιδιαστέλλεται πλήρως από κάθε μορφή βίας, καταναγκασμού, απειλών ή τρόμου, πράγμα πού πρακτικά σημαίνει ότι προλαβαίνουν υπό μίαν έννοια την κριτική της ψυχανάλυσης ή της φεμινιστικής θεολογίας. Η αποφατική κριτική στον Θεό Πατέρα επανατοποθέτησε τον ίδιο τον θεό άλλα και τη σχέση του με τον κόσμο σε μια εντελώς διαφορετική βάση, καθώς αποσυνέδεσε τον θεό από κάθε έννοια νομιμοποίησης της υπάρχουσας κοινωνικής ή κρατικής ιεραρχίας, θα μπορούσε δε να λειτουργήσει θετικά ως πρότυπο ανατροπής και απελευθέρωσης της πραγματικότητας. Τούτο σημαίνει ότι η θεολογία δεν λειτούργησε πάντοτε ως εγγυητής του κοινωνικού κατεστημένου, αλλά μάλλον ως κριτική των συγκεντρωτικών και μοναρχικών δομών του. Το φύλο στην τριαδική θεολογία δεν έχει χαρακτήρα κυριαρχίας, όπως διατείνεται ή φεμινιστική θεολογία, διότι διά της αποφατικής μεθόδου είναι ουσιαστικά απενεργοποιημένο.

Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα

Γεννάται το ερώτημα: αφού ο Θεός είναι άφυλος, τότε γιατί δημιουργώντας τον άνθρωπο και γενικότερα τον έμβιο κόσμο, τον κατασκεύασε έμφυλο; Στο θέμα αυτό, η θεολογία του πρώιμου χριστιανισμού δεν παρέχει, και ευτυχώς, μια και ενιαία απάντηση. Η θεολογία είναι ο χώρος κυρίως της ερμηνευτικής. της μορφής εκείνης λόγου, όπου κυριαρχεί η διαφωνία ή η συμφωνία, δηλ. ο διάλογος και η συζήτηση, οι αντιφάσεις, η κίνηση και ο διαρκής πλουτισμός, αντί για την καταθλιπτική μονομέρεια, τους μονολόγους, την στασιμότητα, την ακινησία και την υποταγή.

Οι Γνωστικοί

Κατά τους Γνωστικούς τώρα ο Κόσμος μας είναι προϊόν ενός κακού δημιουργού κι όχι του πραγματικού θεού Πατρός. Ο Θεός Δημιουργός είναι ένας ανόητος Θεός ο οποίος δεν γνωρίζει τι πράττει, διότι δημιουργεί εξαμβλώματα και εκτρώματα, δηλ., το σύνολο του Κόσμου μας, κόσμο σύγχυσης και χάους. Ο παράγοντας που διατηρεί αυτό το έκτρωμα είναι αναμφισβήτητα η διαδικασία της γέννησης, δηλ. της αναπαραγωγής. Όσο υπάρχει αναπαραγωγή των ειδών, τόσο παρατείνεται η ζωή της μεγάλης ανωμαλίας πού είναι ο Κόσμος. Επομένως συσχετίζεται η σεξουαλικότητα, η αναπαραγωγή της ζωής και ο θάνατος.

Οτιδήποτε σχετίζεται με τον Κόσμο είναι κακό, διότι συμβάλλει στη διαιώνιση του θανάτου: έτσι αντιλαμβανόμαστε, γιατί θεωρούσαν τη σεξουαλικότητα ταυτόσημη με την Πτώση, γιατί η σεξουαλική πράξη ήταν ακάθαρτη και μολυσμένη, γιατί πρέπει να καταστραφούν τα έργα της θηλυκότητας, όχι για να εμφανισθεί ένα άλλο είδος γέννησης, άλλα για να καταργηθεί η γέννηση γενικά, ως αιτία θανάτου, γιατί τα γεννητικά όργανα είναι ταυτισμένα με το σκότος και με την έδρα των δαιμόνων Έτσι απέρριπταν σαφώς τον γάμο, την τεκνογονία και τη σεξουαλικότητα, την ευχαρίστηση και την επιθυμία, διότι δεν ήθελαν να συνδράμουν το έργο ενός ανόητου δημιουργού, δηλ. την αναγκαιότητα του θανάτου. Η μόνη δυνατότητα για τους Γνωστικούς να ξεπεράσουμε τον θάνατο ήταν να ξεπεράσουμε τα φύλα, τη βάση της σεξουαλικότητας, πάνω στην οποία στηριζόταν όλο το σχέδιο της τρελής θείας πρόνοιας για τον Κόσμο. Μόνον οποίος γίνει άφυλος, όπως ο Θεός, ξεπεράσει δηλ. τις βιολογικές αντιθέσεις, μπορεί να είναι αθάνατος. Αν δεν γίνουν τα δύο εν, δεν θα μπορούσε να έλθει ή Βασιλεία του Θεού.

Οι Πατέρες

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση, της οποίας πολλά στοιχεία μπορεί να αναγνωρίζονται και στη δική μας χριστιανική εποχή, οι Πατέρες-θεολόγοι των πρώτων αιώνων απάντησαν με πολλούς τρόπους. Μπορεί να υπάρχουν διαφορές μεταξύ τους, εν τούτοις μια είναι η διήκουσα γραμμή: δεν υπάρχουν δύο θεοί, ο ένας ο Δημιουργός και ο άλλος ο Πατέρας, αλλά ο Κόσμος είναι έργο του Πατρός, και δεύτερον ότι ο Κόσμος και η δημιουργία είναι θετικά μεγέθη κι όχι η ενσάρκωση της κακίας. Μπορεί τα δύο φύλα να ξεπερασθούν, αλλά τούτο θα συμβεί στο τέλος της Ιστορίας. Προς το παρόν οι άνθρωποι πρέπει να ζήσουν και να διαχειρισθούν την έμφυλη κατάσταση τους.

Για τους Χριστιανούς, ο Κόσμος. δεν είναι ένα λάθος κάποιου άλογου Δημιουργού· ο Κόσμος είναι αποτέλεσμα της θείας Πρόνοιας, η οποία σχεδίασε λογικά και κατασκεύασε στη συνέχεια αυτό τον Κόσμο. Συνάγεται ότι τα πάντα στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της έμφυλης ζωής μας εξυπηρετούν κάποιον έλλογο σκοπό. Ο Θεός κατασκεύασε τον άνθρωπο ανάμικτο, από έλλογη και άλογη ζωή. Για να μπορέσει να ζήσει ομαλά και ισορροπημένα, δεν θα πρέπει να εκκόψει ή εκριζώσει τις δυνάμεις των ενστίκτων και της αλογίας, αλλά να προσπαθήσει να τα υπαγάγει στον λόγο, δηλ. να τις εκλογικεύσει και χαλιναγωγήσει. Ο λόγος δεν είναι ένας δυνάστης ή τύραννος του αλόγου, άλλα εκείνος πού το καθιστά έμμετρο ή σύμμετρο, είναι εκείνος πού του παρέχει τάξη, δομή και οργάνωση.

Οι ελληνικής παιδείας άνθρωποι αισθάνονταν μια διαρκή απειλή από το άλογο, διότι ήταν ανεξέλεγκτο, δεν επέτρεπε στον άνθρωπο να είναι ο εαυτός του. Στη σεξουαλική πράξη όλοι οι αρχαίοι έβλεπαν μια κατάσταση πού ξεπερνά τον λόγο μας, οι σπασμοί και oι εντάσεις της σεξουαλικής πράξεως εκκαλούσαν στο νου τους την επιληψία ή την τρέλα. Αυτή είναι η αίτια της δυσπιστίας έναντι της σεξουαλικότητας αλλά και της ενοχής με την οποία αυτή συνδέθηκε. Όπως μας βεβαιώνει και η φροϋδική ψυχανάλυση, άλλα όπως συνάγεται από σύνολη την αρχαία σκέψη, πού ακολουθούν και οι Πατέρες, χωρίς τιθάσευση ή εξύψωση των ορμών δεν μπορεί να υπάρχει έλλογη συγκρότηση της ζωής. αλλά μόνον ζούγκλα. Λόγος σημαίνει κανόνες, και σωφρόνως διατεταγμένη συγκρότηση της ζωής

Η τιθάσευση της φυσικής επιθυμίας, δηλ. η υπαγωγή της σ’ ένα έλλογο σύστημα αναφοράς, δεν μπορεί να γίνει παρά δια της υπαγωγής της σε θεσμούς. Σκοπός του γάμου, καθιερώθηκε η τεκνογονία, η οποία μάλιστα εξυψώθηκε διότι ήταν συμβατή με τη φύση άλλα και χρήσιμη για την Πολιτεία. Ό,τι δεν εξυπηρετούσε τις χρείες της κοινωνίας έπρεπε να εξοβελισ0εί, π.χ. η ηδονή. Έτσι γίνεται κατανοητό γιατί έπρεπε να απαγορεύονται οι σεξουαλικές σχέσεις προ του γάμου. Το ζήτημα αυτό έχει βέβαια φιλοσοφική προέλευση, ανάγεται μάλιστα στον 1ο μ.Χ. αι., με τη γνωστή διαμάχη Επικτήτου-Μουσωνίου, δύο στωικών φιλοσόφων. Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να γίνει κατανοητή και η απόρριψη της ομοφυλοφιλίας, η οποία από τον Πλάτωνα και εντεύθεν αντιστρατεύεται πρώτον την φύση και δεύτερον τις ανάγκες της Πόλης. Σε αντίθεση με την εποχή μας, ο άνθρωπος δεν ανήκε τότε στον εαυτόν του, αλλά υποτασσόταν στην Πόλη και την φύση. Η αυτονόμηση και η αυταξία της ηδονής συμβαδίζει με την απελευθέρωση του ατόμου, πού ξεκίνησε εκείνη την εποχή, και ολοκληρώθηκε στην δίκη μας.

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας, σε πλήρη αντίθεση προς τους Γνωστικούς, θα υποστηρίξει ότι ο άνθρωπος κατά την τεκνογονία, γίνεται συνεργός θεού, διότι προωθεί πρακτικά την πραγματοποίηση του θείου σχεδίου για την ύπαρξη του Κόσμου. Ενώ δηλ. οι Γνωστικοί συνέδεαν την γένεση ή γέννηση με τον θάνατο, ο Κλήμης τον αναφέρει στη ζωή και την προοδευτική αναπαραγωγή της.

Οι περισσότεροι Πατέρες αποδέχονται ότι η ηδονή είναι μέρος της δημιουργίας_ του Θεού, ότι ο ίδιος ο Θεός την εγκατασκεύασε μέσα στην ανθρώπινη φύση, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η διαδικασία της ζωής. Παρόλα ταύτα οι απόψεις τους ποικίλουν. Μια πρώτη κατηγορία θεολόγων υποστηρίζει την μεγάλη σημασία της ηδονής συναρμοσμένης με τον λόγο ως προς τη συνοχή της ίδιας της ζωής. Πάντα όμως αναζητείται η ωφελιμότητα και η χρηστικότητά της, γι’ αυτό η επιθυμία και η ηδονή υπόκεινται στον έλλογο σκοπό της αναπαραγωγής του είδους. Η ηδονή άλλοτε θεωρείται ξεναγός για την απαρχή των σεξουαλικών σχέσεων του ζευγαριού, άλλοτε υποβοηθεί την ίδια την κοινωνία και ένωση των ανθρώπων.

Από τους Γνωστικούς κυρίως είχε αναπτυχθεί -χωρίς να παραβλέπεται και η συνδρομή του πρώιμου Πλάτωνα, αλλά κυρίως των Στωικών στο εν λόγω θέμα- η ενοχή και η αισχύνη περί την ηδονή, αλλά και η ταύτισή της με το κακό και την αμαρτία, ως όργανο του κακού δημιουργού, προς αναπαραγωγή του θανάτου. Γίνεται έτσι κατανοητό γιατί αρκετοί συγγραφείς-θεολόγοι του πρώιμου Χριστιανισμού, υπό την επίδραση ακριβώς Γνωστικών ή εγκρατητικών κύκλων, ταύτιζαν το προπατορικό αμάρτημα με τη σεξουαλική πράξη.

Ο πρώτος που δυναμικά θα αρνηθεί την ταύτιση αμαρτίας και σεξουαλικότητας και θα προσπαθήσει να απενοχοποιήσει την σεξουαλικότητα είναι ο Κάλλιστος, σπουδαίος επίσκοπος Ρώμης, περί το 200 μ.Χ. Αυτός υιοθέτησε μιαν ιδιαίτερα ελευθεριάζουσα στάση έναντι της λεγομένης σεξουαλικής αμαρτίας. Οι σεξουαλικές σχέσεις του Χριστιανού δεν πρέπει να του καταλογίζονται ως αμαρτία, διότι ο ίδιος ήταν έτοιμος να συγχωρήσει αμέσως κάτι τέτοιο. Πολύς κόσμος, λόγω της επιεικείας του σύχναζε στο διδασκαλείο του, πράγμα το όποιο ίσχυε επίσης για πολλούς επισκόπους, πρεσβυτέρους και διακόνους, στους οποίους δεν επέτρεπε να παραιτηθούν, πολλώ μάλλον να καθαιρεθούν, για σεξουαλικά παραπτώματα. Η Εκκλησία δεν είναι ο χώρος των δήθεν καθαρών, αλλά ανθρώπων προοδευτικά πορευομένων. Με τον Κάλλιστο παύει η σεξουαλική πράξη να θεωρείται στοιχείο ακαθαρσίας, ανατρέποντας έτσι τις παραδοσιακές ιουδαϊκές και ελληνικές αντιλήψεις περί καθαρού και ακαθάρτου. Εκεί όμως που ο Κάλλιστος ξεπερνά τις κατεστημένες αντιλήψεις όλης της αρχαιότητας, είναι το γεγονός ότι αποδεχόταν ακόμη και την εκτός γάμου συμβίωση ανδρών και γυναικών, επιτρέποντας ένα είδος ιδιότυπης παλλακείας, δίχως η σχέση αυτή να επενδύεται ένθεσμο χαρακτήρα. Τέλος. θα αποσυνδέσει τη συμμετοχή στη Θ. Ευχαριστία από τυχόν σεξουαλικά «αμαρτήματα».

Με τον Μεθόδιο Ολύμπου τροχοδρομείται μια παράδοση που θα συνεχισθεί με τον Βασίλειο ʼγκυρας και θα κορυφωθεί με τον Ιωάννη Χρυσόστομο, σύμφωνα με την οποία ο έρωτας και η ηδονή είναι μέγα μυστήριο, δηλ. ενέχουν άρρητη δύναμη, διότι αναστατώνουν τις κοινωνικές και προσωπικές σχέσεις των ανθρώπων. Η ηδονή είναι μυστήριο, διότι είναι ανεξήγητο πώς μπορεί να αποσπάσει ένα άνθρωπο από τη φυσική σταθερότητα των συγγενικών ή φιλικών σχέσεων και να τον συνάψει με μια άγνωστη βιολογικά γυναίκα. Ο γάμος είναι μυστήριο, διότι για την ηδονή οι άνθρωποι είναι αποφασισμένοι να εγκαταλείψουν τα πάντα. Ο Μεθόδιος υποστηρίζει ότι ο κόσμος γέμισε παιδιά κι επομένως έπαυσε να παρίσταται αδήριτη η ανάγκη εμμονής στην περαιτέρω αύξηση του πληθυσμού της γης. Αφού όμως η παιδοποιία δεν είναι ο απώτερος σκοπός της σεξουαλικότητας, τότε ποιος είναι; Η απάντηση είναι ότι αυτός ο σκοπός είναι η πλήρης απενεργοποίηση της σεξουαλικότητας δια της εξάρσεως της αξίας της παρθενίας.

Ο Βασίλειος Αγκύρας, στηριζόμενος σε ιατρικά κείμενα της εποχής του άλλα ερμηνεύοντάς τα θεολογικά, θα τονίσει ότι ο ίδιος ο Θεός ενέβαλλε τον οίστρο της σεξουαλικής συμπλοκής του άρρενος με το θήλυ. Ενώ υποτάσσει το θήλυ στη δυναστεία του άρρενος εν τούτοις εξισορροπεί τα πράγματα τιθασεύοντας το άρρεν δια της ηδονής πού απελευθερώνει το θήλυ. Καθιστά το άρρεν αιχμάλωτο του θήλεος χάρη στην ηδονή. Η ηδονή επομένως, συνιστά τον τρόπο πού μηχανεύτηκε ο Θεός για να επιτευχθεί φυσική ισορροπία και ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα. Ο Θεός δεν εγκατέσπειρε την ηδονή μόνον για την παιδοποιία, αλλά και για τον ίδιο τον οίστρο της σεξουαλικής σχέσεως. Θα υποστηρίξει ότι δεν είναι καθόλου τυχαίο πού ο ίδιος ο Θεός χάρισε στις γυναίκες ιδιαίτερα εύπλαστο και μαλακό σώμα, αφού αποσκοπούσε είτε διά της αφής είτε διά του βλέμματος είτε διά του λικνίσματος και των αβρών κινήσεων όλων των μελών του να είναι μάλαγμα της ηδονής για το άρρεν, αιχμαλωτίζοντας πανταχόθεν όλες τις αισθήσεις του.

Κατά τον Χρυσόστομο, ο θεσμός του γάμου είναι το προσφορότερο και καταλληλότερο πλαίσιο, εντός του οποίου οι σύζυγοι καλούνται να απολαύσουν την ηδονή, δεδομένου ότι αυτό τους εξασφαλίζει, κατά κάποιον τρόπο, από απορριπτέες αμετρίες, όπως της μοιχείας ή της πορνείας. Αν δεν επικρατεί όμως ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα, αν ο σύζυγος απειλεί, εκφοβίζει ή εξευτελίζει την γυναίκα προπηλακίζοντάς την, αν ο άντρας δεν την θεωρεί κατοικώντας μαζί της ως ελευθέρα κι όχι ως δούλη, δεν θα μπορέσει ποτέ να απολαύσει την ηδονή στην πληρωματική εκδοχή της. Με τον Χρυσόστομο εισάγεται, το πρώτον, θεολογικά η τρυφερότητα των διασυζυγικών σχέσεων, η δε κοινωνική ανισότητα των δύο φύλων καθίσταται το όριο και το μέτρο της ηδονής. Ο γάμος, κατά τον Χρυσόστομο, γίνεται ένα εργαστήριο κοινωνίας, τρυφερότητας κι αγάπης, κι όχι το κέντρο εξυπηρέτησης πολιτικών, κρατικών ή φυσικών αναγκών.

Συμπεράσματα

Καταδεικνύεται από τη ζύμωση αυτή ότι ενυπάρχουν σαφείς τάσεις, με πρωτοβουλία και πρωτοπόρο δραστηριοποίηση της ίδιας της πρακτικής θεολογίας, τόσο η ηδονή όσο και η επιθυμία να απελευθερωθούν από τους έλλογους σκοπούς που προσδιόριζαν οι καταπιεστικές ανάγκες του Κράτους ή της Φύσης. Όσο ο άνθρωπος αποσπάται από το αποπνικτικό -μολονότι έως ένα βαθμό αναγκαίο- πλαίσιο της Φύσης ή του Νόμου της Πόλεως ή του Κράτους, τόσο πιο πολύ βεβαιώνεται ως αυτοκαθοριζόμενο άτομο, στην πρακτική εκδήλωση της ζωής. Όσο πιο πολύ ανατιμάται η επιθυμία, τόσο πιο πολύ καταξιώνεται το άλλοτε θεωρούμενο «άχρηστο», αυτό πού δεν μπορούσε να νομιμοποιηθεί από την Φύση ή το Κράτος.

Η απελευθέρωση της επιθυμίας συμβαδίζει με την μακρά κι επίπονη διαδικασία αυτονόμησης και ανάδυσης του ατόμου. Ο μοντερνισμός φαίνεται να εξαγγέλλεται μέσα από αυτές τις ανακατατάξεις, πράγμα πού βεβαιώνει την άποψή μας ότι εκκλησιαστική θεολογία και μοντερνισμός δεν συγκρούονται πάντοτε αναγκαστικά. Η θεολογία συνεπώς υπήρξε, και στο επίπεδο της ηθικής, κριτική του μεταφυσικού λόγου. Η χριστιανική ηθική ούτε οικουμενική ούτε διαχρονική μπορεί να είναι, διότι δεν βασίζεται σε καθολικές έννοιες, έμφυτες στην υπερβατικότητα του λόγου, αλλά στην δυναμική της κίνησης πού ταυτίζεται με την Ιστορία.

Έτσι εξηγείται από αρκετούς Πατέρες, γιατί στην αρχή της ανθρωπότητας, ακόμη και η αιμομιξία θεωρείται ηθικώς ανεπίληπτη, εν συνεχεία το αυτό ισχύει για την πολυγαμία, μέχρι να φθάσουμε στην μονογαμία και την παρθενία. Από την άλλη η παρθενία δεν ταιριάζει σε όλους. Το Σώμα του Χριστού διαθέτει μια τεράστια ποικιλία ανθρώπων, πράγμα πού σημαίνει ότι ο ηθικός λόγος θα πρέπει να είναι ανάλογος της μεγάλης τους ιδιαιτερότητας, θα πρέπει να είναι προσαρμοστικός και αναδιατακτικός, δηλ. να πτυχώνεται ανάλογα με τις παντοειδείς αποχρώσεις των μελών. Η αφηρημένη και καθολική ηθική που ήδη εφαρμόζεται στην εκκλησιαστική πρακτική, υπό την μορφή συνοδικών κανόνων, θα πρέπει να αποτελούσε πρόβλημα για μερίδα της πατερικής σκέψης. Τούτο επιβεβαιώνεται από την πεποίθηση ότι κανείς από τους ανθρώπους δεν έχει το ίδιο σώμα με τους άλλους ανθρώπους, κι επομένως τις ίδιες βιολογικές και ενστικτώδεις ορμές και επιθυμίες, πράγμα πού φυσικά διαμορφώνει την ηθική ως εξατομικευμένη διαδικασία.

Η ανάλυση πού προηγήθηκε νομίζουμε ότι μπορεί να συμβάλλει σ’ ένα γόνιμο προβληματισμό γύρω από μια μεταβλητή ηθική, ανάλογη προς τις εγγενείς βιολογικές δυνάμεις και δυνατότητες του καθενός. Μια ηθική της οποίας ο λόγος δεν θα είναι ολοκληρωτικός και αποπνικτικός, όπως συμβαίνει με την αφηρημένη και καθολική ηθική, άλλα βαθιά προσωπικός και απελευθερωτικός.

Βιογραφικό του Γιώργου Σκαλτσά

Ο κ. Γιώργος Σκαλτσας γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1960 και σπούδασε νομικά και θεολογία στο Α.Π.Θ. Συνέχισε τις θεολογικές μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Louvain-la-Neuve (Βέλγιο) και στο Παρίσι, στην Ecole Pratique des Hautes Etudes, απ’ όπου το 1992 έλαβε το Μεταπτυχιακό Δίπλωμα (DEA) με ειδίκευση στην Πατρολογία. Από το ίδιο ακαδημαϊκό ίδρυμα έλαβε το 1999 το διδακτορικό δίπλωμα με θέμα: «Η δυναμική της εσχατολογικής μεταμόρφωσης στον Γρηγόριο Νύσσης. Μελέτη στη σχέση αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και πατερικής σκέψης». Καθηγητής σήμερα στην εκκλησιαστική εκπαίδευση, έχει λάβει μέρος σε διεθνή επιστημονικά συνέδρια και έχει δημοσιεύσει μελέτες πατρολογικού περιεχομένου σε ελληνικά και ξένα έντυπα.

Σταύρου Γιαγκάζογλου, Δρ Θεολογίας, Συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και Δ/ντη του περιοδικού «Ίνδικτος»

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2003

http://www.acadimia.gr/content/view/77/76/lang,el/

Στον σημερινό γυάλινο κόσμο των αισθητικών ή παραισθητικών απολαύσεων και της εξουσίας του κέρδους, η θέση της γυναίκας είναι ίσως αντίθετη από εκείνη που οραματιζόταν στις απαρχές του το φεμινιστικό κίνημα. Η γυναίκα αποτελεί το ισχυρό δέλεαρ και χρησιμοποιείται εξευτελιστικά για τις όποιες επιλογές της σύγχρονης καταναλωτικής βουλιμίας. Η φεμινιστική θεολογία και το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν μέσα στο κλίμα μιας έντονης επίδρασης του εκκοσμικευμένου φεμινιστικού κινήματος στις δυτικές κοινωνίες. Αγαμία και αυθεντία στη δυτική εκκλησία Η προβληματική της φεμινιστικής θεολογίας έχει αφετηρία μία ριζοσπαστική κριτική της αυθεντίας και ιεροκρατικής εξουσίας του άγαμου ρωμαιοκαθολικού κλήρου. Η διάσταση και αντιπαράθεση κληρικών και λαϊκών στα πλαίσια του δυτικού μεσαιωνικού χριστιανισμού που κορυφώνεται με την προτεσταντική Μεταρρύθμιση, θα αποβεί σταδιακά αντιπαράθεση ανδρών και γυναικών στις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Αρχικά, η αυθεντία και η ιεροκρατική εξουσία του δυτικού κλήρου παρουσιάζεται ως δυσπιστία και κατόπιν, με την θεσμοθέτηση της αγαμίας, αποκρυσταλλώνεται ως άρνηση της σεξουαλικότητας. Συμβολικά ενδύεται με την καθαρότητα του κληρικού ως οντολογική υπεροχή, ώστε να μπορεί να τελεί την Ευχαριστία. Σ’ ένα τελείως διαφορετικό κλίμα η Ανατολική Εκκλησία αφόρισε «τους ασκούντας παρθενίαν και υπερηφανευομένους έναντι των εις γάμον διατελούντων», «τους μεμφομένους γάμον και έγγαμον γυναίκα», «τους μη θέλοντας λαμβάνειν μετάληψιν θείαν εκ πρεσβυτέρου όντος εις γάμου κοινωνίαν». Παράλληλα, η αριστοτελική προοπτική του Θωμά Ακινάτη θεωρεί ότι η imago Dei αναφέρεται μόνο στον άνδρα. Η γυναίκα κατά την αριστοτελική βιολογία των σχολαστικών είναι ένας ατελής άνδρας που υποτάσσεται ιεραρχικά στην υπεροχή του αρσενικού ανθρώπου. Η Μεταρρύθμιση θα πραγματοποιήσει τη μετατόπιση από τη διαφορά κληρικών (αγαμία) και λαϊκών (αμαρτία των σεξουαλικών σχέσεων) στην ιεραρχική αντιπαράθεση ανδρών και γυναικών. Οι άνδρες ως πρότυπα άσκησης της αυθεντίας και εξουσίας στη ζωή της οικογένειας, της πολιτικής και επαγγελματικής καθώς και της εκκλησιαστικής δομής και ιεραρχίας, θεωρούνται ανώτεροι από τις γυναίκες. Κατά τη Μεταρρύθμιση, όμως, η εκκλησιαστική εξουσία του άνδρα ανήκει όχι πλέον στην κληρικοκρατική άποψη αλλά στον πατέρα της οικογένειας που καθορίζεται ως τέτοια με την προϋπόθεση ότι σχηματίζει με τη γυναίκα του ένα ζεύγος. Η νέα μεταρρύθμιση της εποχής μας ως απελευθέρωση των γυναικών από την κυριαρχία του άνδρα στο σπίτι, την κοινωνία και την Εκκλησία οδήγησε στη χειροτονία των γυναικών, πραγματοποιώντας την «ισότητα» στο επίπεδο της εκκλησιαστικής ζωής. Ο σύγχρονος θεολογικός προβληματισμός Ορισμένες τάσεις της σύγχρονης δυτικής Πνευματολογίας, βοηθούμενες και από την ρωσική σοφιολογία (Al. Boukharev, Vl. Soloviev, και S. Boulgakov) ταυτίζοντας την Σοφία του Θεού με ένα «αιώνιο γυναικείο» στοιχείο στον Θεό ή κάνοντας λόγο για την «υποστατική μητρότητα» του Πνεύματος (P. Evdokimov), καταλήγουν σε συμπεράσματα που αποδίδουν στο ʼγιο Πνεύμα την οντολογία του θηλυκού στοιχείου και έτσι αντλούν επιχειρήματα για μία υπέρβαση της ανδρικής αποκλειστικότητας για την χειροτονούμενη ιερωσύνη. Ο αινιγματικός χαρακτήρας του Αγίου Πνεύματος για τους αμύητους στην εν Χριστώ ζωή οδηγεί σε τελείως ανθρωπομορφικά θεωρήματα για το τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. H Fr. Quere θεωρεί ότι οι γυναίκες αποκλείστηκαν από την ιερωσύνη επειδή θα διέτρεχαν ποικίλους κινδύνους σε συγκεκριμένο περιβάλλον. Δεν είναι δυνατόν, συμπεραίνει, να ανάγονται σε αιώνιους κανόνες οι ιστορικές συνθήκες, δομές και νοοτροπίες μιας ορισμένης κοινωνίας. Η Elizambeth Moltmann-Wendel θεωρεί ότι ο χριστιανισμός υπήρξε για ένα αρκετό διάστημα μία ουσιαστική πηγή ελευθερίας για τις γυναίκες. Ταυτόχρονα όμως άφησε να αναπτυχθεί μία κουλτούρα και θεολογία πατριαρχική. Ο χωρισμός της ανθρώπινης φύσης, κατά τον Philippe Sherrard, σε αρσενικό και θηλυκό γένος έχει την αιτία του στο ότι ο ίδιος ο Θεός περιλαμβάνει στον εαυτό του τις αρχές του ανδρικού και του θηλυκού. Το θείο είναι ανδρόγυνο. Στον άνθρωπο ως εικόνα του Θεού η ανδρόγυνη αυτή φύση του θείου συγκεντρώνεται σε δύο πόλους: τον άνδρα και τη γυναίκα. Για τον Paul Evdokimov το θηλυκό και το ανδρικό στοιχείο είναι συμπληρωματικά στον άνθρωπο. Η χάρη του Χριστού ανακεφαλαιώνει και ενώνει σε μία πληρότητα εν Θεώ το θηλυκό και ανδρικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Υφίσταται μία μυστική αναλογία ανάμεσα στο ανδρικό στοιχείο και τον Λόγο του Θεού από τη μια, και στο γυναικείο και το Πνεύμα από την άλλη, που ενσαρκώνει, εμπνέει και παρακαλεί. Το ʼγιο Πνεύμα συνιστά «υποστατική μητρότητα» και διαδραματίζει «γεννητικό ρόλο». Η ιερωσύνη δεν ανήκει στα γυναικεία χαρίσματα. Για την Elisabeth Behr-Sigel οι όροι Πατήρ-Υιός-Πνεύμα δεν έχουν καμία σεξιστική-γεννητική σημασία στην Τριαδική θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας. Παράλληλα, η κυριαρχία ανδρικών συμβολισμών στη Βίβλο, δεν αποκλείει και γυναικείες μεταφορές στον Θεό και τον Χριστό χωρίς, όμως, σχέση «σημαντική» με το συγκεκριμένο φύλο (π.χ. τρυφερότητα, μητρική στοργή, «αμνός άφωνος» κ.λπ.). Το σύγχρονο γυναικείο -παρά φεμινιστικό- κίνημα είναι σημάδι μιας μυστικής προώθησης του Αγίου Πνεύματος που ανυψώνει την ανθρωπότητα προς την Τριαδική Βασιλεία. Προκαλεί την Εκκλησία να τοποθετηθεί δίνοντας τη δική της μαρτυρία. Με βάση αυτές τις προϋποθέσεις, εξέδωσε το 1995, μαζί με τον επίσκοπο Διοκλείας Κάλλιστο Ware, βιβλίο όπου τοποθετείται θετικά απέναντι στην ιερωσύνη των γυναικών. Ευνοϊκά διακείμενη στην αναβίωση της γυναικείας διακονίας, η αδελφή Βέρνα Νόρμα Χάρισον είναι αντίθετη, για λόγους λειτουργικού συμβολισμού, στη χειροτονία των γυναικών. Παρ’ όλα αυτά, αποδεικνύει λαμπρά πως η απολυτοποίηση της διαφοροποίησης των ανθρώπινων φύλων (πηγαίνοντας μέχρι την προβολή της στο Θεό), έτσι όπως χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα ενάντια στην πρόσβαση των γυναικών στην ιερωσύνη, βρίσκεται σε αντίφαση με την ανθρωπολογία, τη χριστολογία, τη σωτηριολογία και την τριαδική θεολογία των καππαδοκών Πατέρων. Ο Th. Hopko θεωρεί ότι η ιερωσύνη ως λειτούργημα έχει καθαρώς χριστολογικό χαρακτήρα: «Ο ιερέας εκπροσωπεί τον Χριστό ενώ το κλειδί της κλίσεως των γυναικών βρίσκεται μυστικά και θεολογικά στο Πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος». Όπως ο τρόπος υπάρξεως του Υιού και του Πνεύματος είναι ασύγχυτος στα πλαίσια της κοινής θείας φύσεως, έτσι το ανδρικό και το θηλυκό φύλο δεν πρέπει να ταυτίζονται, ούτε να συγχέονται όσον αφορά τον ιδιαίτερο τρόπο υπάρξεως (σε άνδρα και γυναίκα) της κοινής-ομοούσιας ανθρώπινης φύσης. Για τον Alexander Schmemann η ιερωσύνη είναι του Χριστού. Δεν είναι ούτε των ανδρών, ούτε των γυναικών. Η «θεσμική» ιερωσύνη της Εκκλησίας δεν έχει οντότητα από μόνη της. Και αν ο φορέας, η εικόνα της μοναδικής ιερωσύνης, είναι άνδρας και όχι γυναίκα, είναι γιατί ο Χριστός είναι άνδρας και όχι γυναίκα… Το γιατί, συμπεραίνει ο Σμέμαν, δεν επιδέχεται απάντηση από καμία «κουλτούρα», «κοινωνιολογία», «ιστορία» ή «ερμηνεία» αλλά μόνον από την Θεολογία ως θεωρία και μέθεξη της εκκλησιαστικής εν Χριστώ εμπειρίας. Σύμφωνα με τον Χρήστο Γιανναρά, το ιερατικό ήθος και αξίωμα ως ευχαριστιακή χρήση του κόσμου ανήκει ομότιμα και στο ανδρικό και στο γυναικείο φύλο. Στην Βασιλεία καταργείται η διάκριση των φύλων, αφού αποτελεί αναγκαιότητα της φύσεως για την αυτονομημένη διαιώνισή της. Πάντως η διαφοροποίηση των φύλων δεν αντιπροσωπεύει μία οντολογική διάκριση (πχ. φύσεως και προσώπου, φύσεως και ενεργειών). Η διάκριση των φύλων είναι μία διαφοροποίηση των φυσικών ενεργειών και δεν συνιστά εικόνα του Θεού, δεν εικονίζει το θείο αρχέτυπο. Η υπέρβαση της διάκρισης των φύλων για την Εκκλησία δεν γίνεται με την συμβατική εξίσωσή τους. Η φυσική διαφορά υπερβαίνεται στην προσωπική σχέση, όταν διατηρείται η διαφοροποίηση των ρόλων ή φυσικών ενεργειών, που αντιπροσωπεύουν τα δύο φύλα. Ο άνδρας με την φυσική-ανδρική του ενέργεια τελετουργεί τη λογοποίηση του κόσμου και της γυναίκας, η οποία συμμετέχει κι αυτή προσφέροντας τη φυσική σάρκα. Η ποιμαίνουσα Εκκλησία κατά την Καίτη Χιωτέλη θα πρέπει να δώσει κάποτε το λόγο στο λογικό της ποίμνιο για την αντιμετώπιση από κοινού των σημερινών και φλεγόντων ζητημάτων. Πότε, επιτέλους, θα βρει και η γυναίκα τη σωστή θέση και αποστολή της στην ανανέωση της Εκκλησίας; Εκκλησιολογία ή κοινωνιολογία ; Οι υποστηρικτές της χειροτονίας των γυναικών θεωρώντας ότι «…η κεχειροτονημένη ιερωσύνη της Εκκλησίας στερείται πληρότητος εφόσον περιορίζεται εις εν μόνο γένος» και ότι η ιερωσύνη των γυναικών είναι «ευλογημένη υπό του Αγίου Πνεύματος…», θέτουν σε ολοκληρωτική αμφισβήτηση την μέχρι τώρα εκκλησιολογική και θεολογική παράδοση. Έτσι, αιώνες τώρα, από την αποστολική περίοδο, η ιερωσύνη της Εκκλησίας δεν είχε πληρότητα ως να μη δρούσε σ’ αυτήν το Πνεύμα του Χριστού ή οι ενέργειες της Αγίας Τριάδος να ήσαν ατελείς! Η φεμινιστική θεολογία και η πρακτική της χειροτονίας των γυναικών φανέρωσε τη διείσδυση κοινωνικών προβλημάτων στην εκκλησιολογία και κοινωνιολογικών αρχών στην θεολογική ερμηνευτική. Στη χριστιανική ανθρωπολογία η σχέση άνδρα και γυναίκας δεν είναι ταυτόσημη με την θεώρηση της κοινωνικής ανθρωπολογίας. Για την Εκκλησία προέχει και καθορίζει ο θεολογικός και όχι ο κοινωνιολογικός παράγοντας. «παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου». Μιας και τώρα μόλις αρχίζει η θεολογική θεώρηση του θέματος, θα πρέπει να δούμε τι είναι αυτό που εμποδίζει ουσιαστικά και όχι μόνο παραδοσιακά τη χειροτονία των γυναικών. Θα πρέπει να δούμε την ιερωσύνη της Εκκλησίας ως αντανάκλαση της Βασιλείας. Πολλά λειτουργήματα της στρατευομένης εκκλησίας δεν θα υφίστανται στη Βασιλεία. Η ιερωσύνη, όμως, που πηγάζει από το πρόσωπο και το έργο του Χριστού είναι εικόνα και δομή της ίδιας της Βασιλείας. Είναι το μυστήριο που ενοποιεί διά της Ευχαριστίας την Εκκλησία και τον κόσμο ολόκληρο. Η ιερωσύνη των γυναικών εκφράζει την εσχατολογική διάσταση της Εκκλησίας ή σαρκώνει κοινωνιολογικά ενδιαφέροντα, που αυτά αντί της Εκκλησίας αναλαμβάνουν, επί ματαίω, την υπέρβαση των ανθρώπινων διακρίσεων; Βιογραφικό του Σταύρου Γιαγκάζογλου Ο κ. Σταύρος Γιαγκάζογλου γεννήθηκε στη Δράμα το 1962. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., ενώ συνέχισε τις σπουδές του στην οικουμενική θεολογία (Γενεύη), καθώς και στην μεσαιωνική θεολογία και φιλοσοφία (Πανεπιστήμιο του Fribourg). Είναι διδάκτωρ θεολογίας του Α.Π.Θ. με ειδίκευση στον συστηματικό κλάδο. Συνεργάστηκε ως ερευνητής στο πρόγραμμα της Ακαδημίας Αθηνών «Ελληνισμός και Χριστιανισμός ως παράγοντες διαμόρφωσης της ελληνικής ταυτότητας». Συνεργάζεται επίσης με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο ως συγγραφέας στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Σπουδές στην Ορθοδοξία». Από το καλοκαίρι του 2000 ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού «Ίνδικτος», ενώ είναι και σύμβουλος έκδοσης στο περιοδικό «Αναλόγιον» που εκδίδει η Ι. Μητρόπολις Κοζάνης. Πρόσφατα εξελέγη Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Έχει συγγράψει μελέτες που καλύπτουν κυρίως το χώρο της συστηματικής θεολογίας και έχει ασχοληθεί ιδιαιτέρως με το έργο και τη θεολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.

senecio-1922

Κατερίνα Καρκαλά-Ζορμπά, Φιλόλογος Ξένων Γλωσσών, Θεολόγος

Πρόεδρος Οικουμενικού Φόρουμ Χριστιανών Γυναικών της Ευρώπης

http://www.acadimia.gr/content/view/78/76/lang,el/

Τι σημαίνει ο όρος «Φεμινιστική Θεολογία» (ΦΘ) και ποιές είναι οι θέσεις της; · Ποιά είναι η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας πάνω στο γενικότερο θέμα «Ο ρόλος της γυναίκας στην Εκκλησία» και ποιες προσπάθειες προσέγγισής του έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια; · Υπάρχει θέση στην Ορθοδοξία για μια ΦΘ ή υπάρχει θέση στη ΦΘ για την Ορθοδοξία; Το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα Ο ρόλος της γυναίκας στην κοινωνία μας άλλαξε ριζικά κατά τον αιώνα που πέρασε. Αυτό δεν άφησε ανεπηρέαστη και την Εκκλησία, ειδικά στη Δύση. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το γεγονός, ότι τόσο η ΦΘ, όσο και το ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών στη Δύση, παρουσιάζονται ακριβώς την ίδια περίοδο, όπου η γυναίκα ζητάει την χειραφέτηση της ως «δεύτερο φύλο» (Simone de Beauvoir). Το φεμινιστικό κίνημα, στη βάση του πολιτικό και «σεξιστικό» έχει ως κύριο σκοπό την ισότητα αντρών και γυναικών σε όλους τους τομείς, όπου πολλές φορές αυτή υποτιμάται, ή δεν υφίσταται. Αυτή η «σεξιστική» συμπεριφορά καθορίζει και τον τρόπο σκέψης και στάσης απέναντι στα διάφορα συστήματα αξιών, τα οποία έχουν σχέση με το γεγονός, ότι κάποιος ανήκει στο ένα ή στο άλλο φύλο. Το φεμινιστικό κίνημα καθ’ εαυτό ήταν αφορμή για τη γένεση της ΦΘ. Μαζί με την αλλαγή του ρόλου της γυναίκας στην ευρύτερη κοινωνία της Δύσης, υφίσταται ποικίλες αλλαγές και ο ρόλος της γυναίκας στην Δυτική Εκκλησία. Φεμινιστική Θεολογία στη Δύση Η ΦΘ εμφανίζεται στη Δύση ως μια Θεολογία γυναικών με φεμινιστικές τάσεις, οι οποίες διακρίνουν τις πατριαρχικές δομές στην κοινωνία και στην Εκκλησία. Ασκούν κριτική σε κάθε μορφή θεσμικής συμβίωσης και προσπαθούν να την ξεπεράσουν με έμπρακτη αντιπαράθεση. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι στη ΦΘ η γυναίκα βρίσκεται στο επίκεντρο και καταγράφονται εμπειρίες ζωής, καταπίεσης, παραγκωνισμού, περιθωριοποίησης, καθώς και φαινόμενα επιτυχημένης ζωής και απελευθέρωσης. Πρόκειται για μια μορφή συναφειακής (contextual) θεολογίας. Η προσέγγισή της δεν προϋποθέτει ένα αφηρημένο γυναικείο ον ή ακόμα τη γνώση γι’ αυτό το ον, αλλά πρόκειται για μια κριτική, για ένα νέο σχεδιασμό σε ολόκληρη τη θεολογική επιστημονική εξέλιξη. Με άλλα λόγια η ΦΘ, όπως αυτή αναπτύχθηκε στη Δύση, δεν είναι μια συμπλήρωση της παραδοσιακής θεολογίας, αλλά μια εντελώς νέα αντίληψη για τη θεολογία. Γένεση της Φεμινιστικής Θεολογίας Η ΦΘ εμφανίζεται, τον 19ο αιώνα και εντάσσεται στις γυναικείες κινήσεις, όχι μόνο ως μια νομική, κοινωνική και θρησκευτική ισότητα, αλλά ως μία αλλαγή των ίδιων αυτών των δομών της κοινωνίας και της θρησκείας, πέρα από κάθε «πατριαρχική» και «ανδροκεντρική» σκέψη. Έτσι νοείται η ΦΘ ως μια θεολογία, η οποία απελευθερώνει τη γυναίκα και μπορεί να ενταχθεί επίσημα στη σειρά των απελευθερωτικών φεμινιστικών κινήσεων κατά τον 20ο αιώνα. Όπως και εκείνα, έτσι και η ΦΘ ξεκίνησε από την Αμερική, όπου το 1890 βλέπουμε την πρώτη «Βίβλο των Γυναικών» της Elisabeth Cady, ενώ ακολουθούν πολλές άλλες γυναίκες μέχρι τις σύγχρονες τάσεις της ΦΘ, με ονόματα ευρωπαίων γυναικών, όπως των Catharina Halkes, Rosemary Radford Ruether, Elisabeth Moltmann-Wendel, Elisabeth Schussler-Fiorenza, Mary Daly, Mary Grey, κ.ά.. Με τον τρόπο αυτό η ΦΘ δεν είναι πια ένα μεμονωμένο γεγονός ή ένας αγώνας μεμονωμένων γυναικών, αλλά ως μια από συλλογική προσπάθεια με την ίδρυση θεολογικών οργανισμών, εταιριών, γυναικών στη θεολογική έρευνα, φόρουμ χριστιανών γυναικών, κ.α. Ο φεμινισμός συχνά ορίζεται ως μια «επανάσταση» στο κοινωνικό κατεστημένο, μιας και δεν πρόκειται μόνο για μια αναζήτηση των ίσων δικαιωμάτων σε έναν ανδρικό κόσμο, αλλά για μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου. Στη ΦΘ δεν πρόκειται για μια «απλή» αναζήτηση των ίσων δικαιωμάτων σε μια πατριαρχικά δομημένη Εκκλησία. Μάλιστα η Daphne Hampson, στο βιβλίο της «Θεολογία και Φεμινισμός» αναφέρει, ότι ο φεμινισμός αποτελεί μια «πένθιμη τυμπανοκρουσία για τον Χριστιανισμό». Πράγματι ο φεμινισμός θεωρείται η τελευταία «κρίση» του Χριστιανισμού, όπου όχι μόνο γίνεται μια προσπάθεια ανάκτησης ίσων δικαιωμάτων μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Εκκλησία, αλλά πολύ περισσότερο η αμφισβήτηση της «παραδοσιακής» κατανόησης του Θεού και της ανδρικής φύσης του Χριστιανισμού. Πρόκειται λοιπόν για μια εις βάθος αναθεώρηση των πραγμάτων και των εννοιών, ακόμα και αυτής της ίδιας της ιστορίας. Φεμινιστική Θεολογία – Κύρια χαρακτηριστικά ΦΘ, Αγία Γραφή και Παράδοση Η ΦΘ επιθυμεί γενικά να κατανοήσει την πορεία της Εκκλησιαστικής ιστορίας διαμέσου των αιώνων, μακριά από τα «παραδοσιακά» μοντέλα, τα οποία επινοήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά από άνδρες και συχνά υποτιμούν την γυναίκα. Όλα τα κείμενα της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, γράφτηκαν από άνδρες «για άνδρες» και ακόμα και αυτή η ιστορία του Χριστιανισμού για 2000 χρόνια δείχνει την «ιστορία», στα αγγλικά «His-story», δηλαδή την ιστορία «του» αφήνοντας μόνο λίγο χώρο για την ιστορία «της», δηλ. «Her-story». Η ΦΘ θέλει λοιπόν να σπάσει αυτόν τον πατριαρχικό κλοιό, έτσι ώστε να μπορέσει να προσφέρει στις γυναίκες τη δυνατότητα να αναπτύξουν τη δική τους ερμηνευτική προσέγγιση του Λόγου του Θεού μέσα από την ιστορία. Έτσι ακόμα κι αυτός ο Κανόνας της Αγίας Γραφής, όπως είδαμε και με την παράδοση ή την ιστορία, από τη στιγμή που γράφτηκε από άνδρες και είναι προϊόν ενός συγκεκριμένου πολιτισμού, θα πρέπει να αλλάξει. Κύριος λόγος είναι ότι οι γυναίκες στη Βίβλο βρίσκονται «στο περιθώριο», κάτι που έχει ως συνέπεια ότι πρέπει να γραφούν ξανά πολλά από τα κείμενα, έτσι ώστε να περιληφθούν και να ερμηνευθούν και μέσα από το πρίσμα των γυναικών. Παραδείγματα φεμινιστικής ερμηνευτικής · Από τη «μητέρα των ζώντων» στη «γυναίκα», ή από τη μητριαρχική στην πατριαρχική κοινωνία. · Η πτώση και η αμαρτία. · Ανδροκεντρικός τρόπος γραφής της Καινής Διαθήκης. · Οι μαθήτριες τους Ιησού (Μάρκ. 15,40-41). · Κοινωνικό-ιστορική ερμηνεία (Λουκ. 15,8-10) . · Φως σε ξεχασμένες ή παραμορφωμένες ιστορίες γυναικών από την Αγία Γραφή: η αιμορραγούσα γυναίκα (Μαρκ. 5,25-34), η συγκύπτουσα γυναίκα (Λουκ. 13,10-17), η μυράλοιψη (Μαρκ. 14,3-9), η Συροφοινίκισσα γυναίκα (Μαρκ. 7,24-30), κ.λπ. · Οι πρωτοχριστιανικές κοινότητες ως προσπάθεια ανάπτυξης μιας νέας μορφής ζωής στην οποία δεν υπάρχει πια διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών, πλουσίων και φτωχών, ελευθέρων και σκλάβων, κατά τη γνωστή ρύση του Αποστόλου Παύλου «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ου ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3,28). · Από την κοινότητα των μαθητών με ίδια δικαιώματα στην υποβάθμιση των γυναικών. · Το πέρασμα από την προφορική παράδοση στη γραπτή παράδοση. Η εικόνα του Θεού στη Φεμινιστική Θεολογία και η περιεκτική γλώσσα Η ΦΘ ασκεί κριτική και στρέφεται ενάντια σε έναν Θεό, ο οποίος έχει μόνο ανδρικά χαρακτηριστικά, προσπαθώντας να ανακαλύψει θηλυκά και μητρικά χαρακτηριστικά στην βιβλική εικόνα του Θεού, έτσι ώστε οι γυναίκες να μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στο «κατ’ εικόνα και ομοίωση του Θεού» (Schussler-Fiorenza). Εφ’ όσον το κατ’ εικόνα του Θεού βρίσκεται και στον άνδρα και στη γυναίκα, θα πρέπει να χρησιμοποιούμε θηλυκά και αρσενικά επίθετα για να περιγράψουμε το Θεό. «Η όποια ανθρώπινη ορολογία δεν αρμόζει για να εκφράσει κανείς τη θεiκή μεταφυσικότητα. Ο συνδιασμός όμως του αρσενικού και του θηλυκού μπορεί να φανερώσει καλύτερα το σύνολο του θεiκού στοιχείου, μιας και αυτά τα επίθετα προσδιορίζουν το σύνολο των ανθρώπων» (Kari E. Boresen). Η σύγχρονη ΦΘ ασχολήθηκε έντονα με την κριτική της γλώσσας μας, η οποία, αντικατοπτρίζοντας την κοινωνία την οποία εκφράζει, είναι «σεξιστική», μη-«περιεκτική». Μέσω της μορφολογίας μπορεί κανείς να αποδείξει, σε ποιο βαθμό οι γυναίκες υποβιβάζονται, περιθωριοποιούνται και στιγματίζονται έναντι των ανδρών, είτε είναι αυτό στο λεξιλόγιο, στις εκφράσεις και τις λεκτικές εικόνες, στις προσφωνήσεις και στις ιδιότητες των επαγγελμάτων. Αυτό φαίνεται τόσο στη γραμματική, με τον πληθυντικό αριθμό αρσενικού γένους και για το θηλυκό για σχεδόν όλους τους αόριστους προσδιορισμούς: «αγαπητοί φίλοι», «Γράμματα αναγνωστών», «ο λαός του Θεού», «ο καθένας», «οι γείτονες», «ο πλησίον», «ο ιατρός», κλπ. Κατά τις φεμινίστριες-θεολόγους, μ’ αυτόν τον τρόπο εκφράζεται η πατριαρχική δομή της κοινωνίας, καθώς και ο μηχανισμός καταπίεσης. Έτσι ακόμα και αυτή η επιστήμη της Θεολογίας ονομάζεται «Θεα-λογία», σε αντίθεση με την «Θεολογία» και βλέπουμε την ίδρυση της «Εταιρίας Γυναικών στη Θεολογική Έρευνα», καθώς και την ίδρυση κλάδου «ΦΘ» σε πολλά Πανεπιστήμια της Δύσης. Η Φεμινιστική Θεολογία και η χειροτονία των γυναικών Η «διακονία» στην Εκκλησία και ιδιαίτερα στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες, ήταν κάτι κοινό για όλους τους Χριστιανούς, άνδρες και γυναίκες. Μάλιστα εκεί βλέπουμε ότι γυναίκες ήταν αυτές οι οποίες συγκέντρωναν τις συνάξεις των Χριστιανών στα σπίτια τους και ήταν πολύτιμοι συνεργάτες και συνεχιστές του έργου των Αποστόλων (η Φοίβη, η Νύμφα, κ.ά.). Για τις φεμινίστριες-θεολόγοι «η χειροτονία των γυναικών αποτελεί το κριτήριο επαλήθευσης, μια ερώτηση-κλειδί και μια ερώτηση-τεστ, από την οποία μπορεί κανείς να αποδείξει συνάμα πως η ιεραρχία θεωρεί τις γυναίκες και πως οι γυναίκες θεωρούν τον εαυτό τους, δηλαδή σε ποιο στάδιο ωριμότητας βρίσκονται» (Ida Raming). Η απάντηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις προκλήσεις της ΦΘ Μπορούμε να πούμε ότι στην Ορθόδοξη θεολογική σκέψη και πράξη δεν υπάρχει ΦΘ με αυτόν τον όρο. Η Ορθόδοξη θεολογία έχει όμως να αντιπαραθέσει ή και να προτείνει στη ΦΘ μια θεολογία, όπου θα βρει κάποια από αυτά τα στοιχεία, τα οποία εκείνη κατακρίνει ή και απορρίπτει σε μια (πολλές φορές) καθαρά σχολαστική θεολογία, όπου όντως το γυναικείο πρόσωπο δεν έχει θέση, δεν είναι ενεργό. Χωρίς να θέλουμε να ωραιοποιήσουμε τα πράγματα, γιατί πρέπει να παραδεχθούμε ότι η ΦΘ ασκεί κριτική και στη δική μας θεολογική σκέψη και παράδοση ως «πατριαρχική», θέλουμε να καταθέσουμε εδώ τη δυνατότητα μιας μαρτυρίας της Ορθοδοξίας και αντί να ασκηθεί μια αρνητική κριτική, να γίνει προσπάθεια προσέγγισης στο θέμα της Φθ. Μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας: · όχι η αυστηρή όψη ενός Θεού κριτή και τιμωρού λόγω του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά ενός Θεού της αγάπης και της φιλανθρωπίας, ο οποίος αγαπά τον άνθρωπο και συγκαταβαίνει στον αμαρτωλό, · όχι ενός Θεού εξουσιαστή, αλλά ενός Θεού, ο οποίος δέχεται τη συνεργασία του ανθρώπου με «τη μετοχή του στην αγιαστική χάρη του Αγίου Πνεύματος», κάτι που διαφέρει κατά πολύ από την περί δικαιώσεως δυτική παράδοση, · όχι ενός Θεού στατικού με προκαθορισμένες θέσεις, αλλά μια συνεχή γέννηση και ενσάρκωση του Χριστού ανάμεσά μας, με έναν αγιασμό όλης της ύλης, όλης της φύσης, όλου του ανθρώπου, χωρίς να τα θεωρεί κακά και προς αποφυγή, · όχι ενός Θεού υπερβατικού με τον κόσμο και τον άνθρωπο, δηλαδή ενός κακού Θεού Δημιουργού και καλού Θεού Πατέρα του Ιησού Χριστού, αλλά ενός Θεού τριαδικού, ένας στην ουσία, αλλά ο οποίος ενεργεί στον κόσμο μέσω των ενεργειών του. Τελικά, η «ελληνορθόδοξη θεολογία διασώζει βασικές θεολογικές θέσεις που από τη μια ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των γυναικών και από την άλλη μπορούν να αποτελέσουν μια πρόταση προς την ανδροκρατική δυτική σκέψη» (Anne Jansen). Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η γυναικεία παρουσία ενδυναμώνεται μέσα από την πλειάδα των Αγίων Γυναικών, Οσίων, Ισαποστόλων, Μαρτύρων, Οσιομαρτύρων, Μεγαλομαρτύρων, οι οποίες, με κορυφή την Παναγία και Μητέρα του Χριστού και Υιού του Θεού, έχουν ιδιαίτερη θέση στην Αγιογραφία και Υμνογραφία της Εκκλησίας, αλλά και άφησαν το δικό τους στίγμα στην Ορθόδοξη Θεολογία. ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ · Συνέδριο Ορθοδόξων Γυναικών στο Μοναστήρι της «Αγάπια» στη Ρουμανία, (1976), με θέμα «Ορθόδοξες γυναίκες. Ο ρόλος και η συμμετοχή τους στην Ορθόδοξη Εκκλησία». · Διορθόδοξο Θεολογικό Συνέδριο στη Ρόδο, (1988), με θέμα «Η θέσις της γυναικός εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία και τα περί χειροτονίας των γυναικών». · Δεύτερη Διεθνής Σύσκεψη Ορθοδόξων Γυναικών (1990), στην Ορθόδοξο Ακαδημία Κρήτης, με θέμα: «Εκκλησία και Πολιτισμός». · Περιοδικό «ΜαryMartha», εκδίδεται από 1991 ως το 1998 από τη Leonie Liveris, Ορθόδοξη θεολόγος στην Αυστραλία. · Συμμετοχή στη «Δεκαετία των Εκκλησιών σε αλληλεγγύη με τις γυναίκες» (1988-1998). · Διορθόδοξο Ευρωπαϊκό Συνέδριο στην Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδίας (1994), με θέμα «Η Ορθόδοξη Γυναίκα στην Ενωμένη Ευρώπη». · Δύο Συνέδρια Ορθοδόξων και Παλαιοκαθολικών θεολόγων στη Λειβαδιά και στην Πολωνία (1996), με θέμα «Η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία και η χειροτονία των γυναικών ως οικουμενικό πρόβλημα». · Δύο Συνέδρια στη Δαμασκό (1996) και στην Κωνσταντινούπολη (1997) με θέμα «Διακρίνοντας τα σημεία των καιρών». Υπάρχει θέση στην Ορθοδοξία για μια ΦΘ; Υπάρχει τελικά θέση στην Ορθοδοξία για τη ΦΘ; Ή μήπως η Φθ έχει ανάγκη από την Ορθοδοξία; Μια Ορθοδοξία όμως απαλλαγμένη από επιδράσεις ξένες, που δεν έχουν να κάνουν με το ίδιο της το είναι. Κοιτάζοντας τα χαρακτηριστικά της ΦΘ ανακαλύπτουμε ότι η κριτική της απέναντι σε μια «ανδροκεντρική» εικόνα του Θεού, όπου λείπει η εικόνα του Θεού της αγάπης και της φιλανθρωπίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει να δώσει απάντηση. Η απουσία του γυναικείου στοιχείου στη Δύση, έρχεται αντιμέτωπη με την πλειάδα των γυναικών στην Ανατολή, στα πρώτα χρόνια της χριστιανικής ζωής, αλλά και τελευταία, με τη σημαντική συμβολή των γυναικών κατά τη περίοδο της τουρκοκρατίας, στους Παγκοσμίους Πολέμους, στη διάρκεια της Σοβιετικής εποχής, στην Κύπρο, κ.λπ, όπου γυναίκες είναι πάντοτε αυτές που συνεχίζουν την εκκλησιαστική και λειτουργική παράδοση. Στη μετα-μοντέρνα εποχή που ζούμε η ΦΘ περνάει μια κρίση στην οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία, «διακρίνοντας τα σημεία των καιρών» πρέπει και μπορεί να καταθέσει τη δική της μαρτυρία για την αληθινή ισότητα ανδρών και γυναικών, εφ’ όσον κατά τον ʼγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο «ένας κι ο ίδιος Δημιουργός για τον άνδρα και για τη γυναίκα για όλους ο ίδιος πηλός, η ίδια εικόνα, ο ίδιος θάνατος, η ίδια ανάσταση». ʼραγε ο χώρος της ΦΘ μπορεί να θεωρηθεί ως ένας χώρος Ορθόδοξης μαρτυρίας και ιεραποστολής; Βιογραφικό της Αικατερίνης Καρκαλά-Ζορμπά Η Αικατερίνη Καρκαλά-Ζορμπά είναι φιλόλογος ξένων γλωσσών και θεολόγος. Γεννήθηκε στο Βόλο το 1961 και μεγάλωσε στη Γερμανία, όπου και τελείωσε το γερμανικό Γυμνάσιο. Σπούδασε Γαλλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και έχει επάρκεια διδασκαλίας της Γερμανικής Γλώσσας. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα Πανεπιστήμια της Σορβόννης και της Nanterre του Παρισιού στη γαλλική γλώσσα, φωνητική και γλωσσολογία αντίστοιχα. Σπούδασε θεολογία στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι, όπου και παρακολούθησε το μεταπτυχιακό σεμινάριο. Ετοιμάζει μεταπτυχιακό στον τομέα της Οικουμενικής θεολογίας στο Α.Π.Θ. Μετά της σπουδές της εργάστηκε στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης και από το 1997 είναι διορισμένη στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Συνεργαζεται από το 1999 με την Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος, ιδιαίτερα στον τομέα γυναικών, ως υπεύθυνη της Σχολής Εθελοντικής Προσφοράς της Μητροπόλεως, καθώς και στο συντονισμό της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών. Από το 1990 συμμετέχει σε διάφορες Επιτροπές και έχει λάβει μέρος σε πολλά συνέδρια και σεμινάρια τόσο στην Ελλάδα, όσο και ατό εξωτερικό. Έχει κάνει πολλές εισηγήσεις και έχει γράψει διάφορα άρθρα σε επιστημονικές μελέτες και περιοδικά, κυρίως σε θέματα γύρω από το ρόλο της γυναίκας στην Εκκλησία και την κοινωνία. Από το 1998 είναι Πρόεδρος του Φόρουμ Χριστιανών Γυναικών της Ευρώπης και από το 1999 είναι μέλος της Ολομέλειας της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις» του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών. Προσφάτως ορίστηκε τακτικό μέλος της πρώτης Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Γυναικείων Θεμάτων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Είναι παντρεμένη με τον Κων/νο Ζορμπά και έχουν 3 παιδιά.