Άρθρα: ασκητική

ΠΟΙΟΝ ΑΔΙΚΩ, λέει ο πλούσιος, προστατεύοντας αυτά που μου ανήκουν;


Πες μου λοιπόν, τι σου ανήκει; Από που τα πήρες και τα έφερες στη ζωή σου;

Δεν ήρθες στον κόσμο γυμνός; Γυμνός δεν θα επιστρέψεις στη γη; Που τα βρήκες αυτά που έχεις τώρα; Αν πιστεύεις ότι στα χάρισε η τύχη είσαι άθεος, δεν αναγνωρίζεις τον δημιουργό, δεν νοιώθεις ευγνωμοσύνη γι αυτόν που στα έδωσε· αν όμως παραδέχεσαι ότι προέρχονται απ τον Θεό, πες μου για ποιο λόγο στα έδωσε;

Μήπως είναι άδικος ο Θεός και μοιράζει άνισα τα απαραίτητα για τη ζωή; Γιατί εσύ είσαι πλούσιος κι εκείνος φτωχός; Όχι γι’ άλλο λόγο παρά για να ανταμοιφθείς εσύ για την καλοσύνη και τη σωστή διαχείριση της περιουσίας, κι εκείνος για να κερδίσει τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής.

Όμως εσύ τα έκρυψες όλα στους αχόρταγους κόλπους της πλεονεξίας· νομίζεις λοιπόν ότι κανένα δεν αδικείς όταν τόσους στερείς από τα αγαθά αυτά;

Ποιος είναι πλεονέκτης; Όποιος δεν περιορίζεται στα απαραίτητα. Ποιος άρπαγας; Εκείνος που αφαιρεί την περιουσία των άλλων.

Εσύ δεν είσαι πλεονέκτης; Δεν είσαι άρπαγας; Δεν κρατάς για τον εαυτό σου όσα σου δόθηκαν για να τα διαχειρισθείς προς όφελος όλων; Αυτός που γδύνει τον ντυμένο θα ονομαστεί λωποδύτης αλλά αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό μήπως δεν αξίζει αυτή την ονομασία;

Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του πεινασμένου, τα ρούχα που συσσωρεύεις είναι του γυμνού, τα παπούτσια που τα ‘χεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου, τα λεφτά που θάβεις για να μη στα κλέψουν είναι του φτωχού. Είναι τόσοι αυτοί που αδικείς όσοι αυτοί που θα μπορούσες να βοηθήσεις.

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ!!!

Δεκ 11
30

paul klee

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

Δ ὲν εἶναι καθόλου εὔκολο νὰ βρεῖ κανεὶς τὴν ὑψη- λότερη ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ νὰ τῆς δώσει τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ βραβεῖο, ὅπως ἀκριβῶς δὲν εἶναι εὔκολο νὰ βρεῖ μέσα σ’ ἕνα ὁλάνθιστο καὶ μοσχοβόλο λιβάδι τὸ πιὸ ὡραῖο κι εὐωδιαστὸ λουλούδι, καθὼς πότε τὸ ἕνα καὶ πότε τὸ ἄλλο τοῦ τραβάει τὴν προσοχὴ καὶ τὸν προκαλεῖ νὰ τὸ κόψει πρῶτο. […] Καὶ ἂν ὁ Παῦλος, ποὺ ἀκολουθεῖ κι αὐτὸς τὸ Χριστό, θεωρεῖ τὴν ἀγάπη ὡς τὴν πρώτη καὶ μεγαλύτερη ἐντολή, ὡς τὴ σύνοψη τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, τὸ καλύτερο μέρος της θεωρῶ πὼς εἶναι ἡ ἀγάπη στοὺς φτωχοὺς καί, γενικότερα, ἡ εὐσπλαχνία καὶ ἡ συμπάθεια στοὺς συνανθρώπους. Γιατὶ τί- ποτα ἄλλο δὲν εὐχαρι- στεῖ τόσο πολὺ τὸ Θεὸ καὶ τίποτα ἄλλο δὲν Τοῦ εἶναι τόσο ἀγαπητὸ ὅσο ἡ εὐσπλαχνία. Αὐτή, μαζὶ μὲ τὴν ἀλήθεια, πηγαίνει μπροστά Του καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ Τοῦ προσφερ- θεῖ πρὶν ἀπὸ τὴν Κρίση. Μὰ καὶ σὲ τίποτα ἄλλο δὲν δίνεται ὡς ἀνταπό- δοση ἀπὸ Ἐκεῖνον, ποὺ κρίνει μὲ δικαιοσύνη καὶ ζυγίζει μὲ ἀκρίβεια τὴν εὐσπλαχνία, ὅσο στὴ φιλανθρωπία. Σ’ ὅλους λοιπὸν τοὺς φτωχοὺς καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ γιὰ ὁποιανδήποτε λόγο κα- κοπαθοῦν, ὀφείλουμε νὰ δείχνουμε εὐσπλαχνία, σύμφω- να μὲ τὴν ἐντολή: «Νὰ μετέχετε στὴ χαρὰ ὅσων χαίρονται καὶ στὴ λύπη ὅσων λυποῦνται» (Ρωμ. 12, 15). Καὶ ὀφεί- λουμε νὰ προσφέρουμε στοὺς ἀνθρώπους, ὡς ἄνθρωποι κι ἐμεῖς, τὴν ἐκδήλωση τῆς καλοσύνης μας, ὅταν τὴ χρει- άζονται, χτυπημένοι ἀπὸ κάποια συμφορά, λ.χ. χηρεία ἢ ὀρφάνια ἢ ξενιτιὰ ἢ σκληρὰ ἀφεντικὰ ἢ ἄδικους ἄρχοντες ἢ ἄσπλαχνους κλέφτες ἢ δήμευση περιουσίας ἢ ναυάγιο. Ὅλοι εἶναι ἀξιολύπητοι. Ὅλοι βλέπουν τὰ χέρια μας, ὅπως ἐμεῖς βλέπουμε τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Τί θὰ κάνουμε λοιπὸν ἐμεῖς, ποὺ ἔχουμε τιμηθεῖ μὲ τὸ μεγάλο ὄνομα «χριστιανοὶ» καὶ ἀποτελοῦμε τὸν διαλεχτὸ καὶ ξεχωριστὸ λαό, ὁ ὁποῖος ὀφείλει νὰ καταγίνεται σὲ καλὰ καὶ σωτήρια ἔργα; Τί θὰ κάνουμε ἐμεῖς οἱ μαθητὲς τοῦ πράου καὶ φιλάνθρωπου Ἰησοῦ, ποὺ σήκωσε τὶς ἁμαρτίες μας, ταπεινώθηκε, παίρνοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση μας, κι ἔγινε φτωχός, γιὰ νὰ γίνουμε ἐμεῖς πλούσιοι μὲ τὴ θεότητα; […] Ἂς μὴ γίνουμε, ἀγαπητοί μου φίλοι καὶ ἀδελφοί, κα- κοὶ διαχειριστὲς τῶν ἀγαθῶν ποὺ μᾶς δόθηκαν. Ἂς μὴν κοπιάζουμε γιὰ νὰ θησαυρίζουμε καὶ ν’ ἀποταμιεύουμε, ἐνῷ ἄλλοι ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν πείνα. Ἂς μιμηθοῦμε τὸν ἀνώτατο καὶ κορυφαῖο νόμο τοῦ Θεοῦ, ποὺ στέλνει τὴ βροχὴ σὲ δικαίους καὶ ἀδίκους καὶ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο ἐπίσης γιὰ ὅλους. […] Δῶσε κάτι, ἔστω καὶ ἐλάχιστο, σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀνάγκη. Γιατὶ καὶ τὸ ἐλάχιστο δὲν εἶναι ἀσήμαντο γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὅλα τὰ στερεῖται, μὰ οὔτε καὶ γιὰ τὸ Θεό, ἐφόσον εἶναι ἀνάλογο μὲ τὶς δυνατότητές σου. Ἀντὶ γιὰ μεγάλη προσφορά, δῶσε τὴν προθυμία σου. Κι ἂν δὲν ἔχεις τίποτα, δάκρυσε. Ἡ ὁλόψυχη συμπάθεια εἶναι μεγάλο φάρμακο γι’ αὐτὸν ποὺ δυστυχεῖ. Ἡ ἀληθινὴ συμπόνια ἀνακουφίζει πολὺ ἀπὸ τὴ συμφορά. Δὲν ἔχει τὴ μικρότε- ρη ἀξία, ἀδελφέ μου, ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ζῶο, πού, ἂν χαθεῖ ἢ πέσει σὲ χαντάκι, σὲ προστάζει ὁ νόμος νὰ τὸ σηκώσεις καὶ νὰ τὸ περιμαζέψεις (Δευτ. 22, 1-4). Πόση εὐσπλαχνία, ἑπομένως, ὀφείλουμε νὰ δείχνουμε στοὺς συνανθρώπους μας, ὅταν ἀκόμα καὶ μὲ τ’ ἄλογα ζῶα ἔχουμε χρέος νὰ εἴμαστε πονετικοί; «Δανείζει τὸ Θεὸ ὅποιος ἐλεεῖ φτωχό», λέει ἡ Γραφὴ (Παροιμ. 19, 17). Ποιός δὲν δέχεται τέτοιον ὀφειλέτη, πού, ἐκτός, ἀπὸ τὸ δάνειο, θὰ δώσει καὶ τόκους, ὅταν ἔρθει ὁ καιρός; Καὶ ἀλλοῦ πάλι λέει: «Μὲ τὶς ἐλεημοσύνες καὶ μὲ τὴν τιμιότητα καθαρίζονται οἱ ἁμαρτίες» (Παροιμ. 15, 27α). Ἂς καθαριστοῦμε λοιπὸν μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, ἂς πλύ- νουμε μὲ τὸ καλὸ βοτάνι τὶς βρωμιὲς καὶ τοὺς λεκέδες μας, ἂς γίνουμε ἄσπροι, ἄλλοι σὰν τὸ μαλλὶ κι ἄλλοι σὰν τὸ χιόνι, ἀνάλογα μὲ τὴν εὐσπλαχνία του ὁ καθένας. «Μα- κάριοι», λέει, «ὅσοι δείχνουν ἔλεος στοὺς ἄλλους, γιατὶ σ’ αὐτοὺς θὰ δείξει ὁ Θεὸς τὸ ἔλεός Του» (Ματθ. 5, 7). Τὸ ἔλεος ὑπογραμμίζεται στοὺς μακαρισμούς. Καὶ ἀλλοῦ: «Μακάριος εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ σπλαχνίζεται τὸν φτωχὸ καὶ τὸν στερημένο» (Ψαλμ. 40, 2). Καί: «Ἀγαθὸς ἄνθρωπος εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ συμπονάει τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς δανεί- ζει» (Ψαλμ. 111, 5). Καί: «Παντοτινὰ ἐλεεῖ καὶ δανείζει ὁ ῾H φιλοπτωχία Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου Γρηγόριος ὁ θεολόγος καὶ οἱ πτωχοί (11ος αἰ.) Μικρογραφία, Ἱ. Μονὴ Παντελεήμονος Ἁγίου Ὄρους23 δίκαιος» (Ψαλμ. 36, 26). Ἂς ἁρπάξουμε τὸ μακαρισμό, ἂς τὸν κατανοήσουμε, ἂς ἀνταποκριθοῦμε στὴν κλήση του, ἂς γίνουμε ἀγαθοὶ ἄνθρωποι. Οὔτε ἡ νύχτα νὰ μὴ διακόψει τὴν ἐλεημοσύνη σου. Μὴν πεῖς, «Φύγε τώρα κι ἔλα πάλι αὔριο νὰ σοῦ δώσω βοήθεια» (Παροιμ. 3, 28), γιατὶ μπορεῖ ἀπὸ σήμερα ὣς αὔριο νὰ συμβεῖ κάτι, ποὺ θὰ ματαιώσει τὴν εὐεργεσία. Ἡ φιλανθρωπία εἶναι τὸ μόνο πράγμα ποὺ δὲν παίρνει ἀναβολή. «Μοίραζε τὸ ψωμί σου σ’ ἐκείνους ποὺ πεινοῦν καὶ βάλε στὸ σπίτι σου φτωχούς, ποὺ δὲν ἔχουν στέγη» ( Ἠσ. 58, 7). Καὶ αὐτὰ νὰ τὰ κάνεις μὲ προθυμία. « Ὅποιος ἐλεεῖ», λέει ὁ ἀπόστολος, «ἂς τὸ κάνει μὲ εὐχαρίστηση καὶ γλυκύτητα» (Ρωμ. 12, 8). Μὲ τὴν προθυμία, τὸ καλό σου λογαριάζεται σὰν διπλό. Ἡ ἐλεημοσύνη ποὺ γίνεται μὲ στενοχώρια ἢ ἐξαναγκασμό, εἶναι ἄχαρη καὶ ἄνοστη. Νὰ πανηγυρίζουμε πρέπει, ὄχι νὰ θρηνοῦμε, ὅταν κάνουμε καλοσύνες. […] Ὅσο εἶναι καιρὸς λοιπὸν ἂς ἐπισκεφθοῦμε τὸ Χριστό, ἂς Τὸν περιποιηθοῦμε, ἂς Τὸν θρέψουμε, ἂς Τὸν ντύσου- με, ἂς Τὸν περιμαζέψουμε, ἂς Τὸν τιμήσουμε. Ὄχι μόνο μὲ τραπέζι, ὅπως μερικοί, ὄχι μόνο μὲ μύρα, ὅπως ἡ Μαρία, ὄχι μόνο μὲ τάφο, ὅπως ὁ Ἀριμαθαῖος Ἰωσήφ, ὄχι μόνο μὲ ἐνταφιασμό, ὅπως ὁ φιλόχριστος Νικόδημος, ὄχι μόνο μὲ χρυσάφι, λιβάνι καὶ σμύρνα, ὅπως οἱ μάγοι πρωτύτερα. Μὰ ἐπειδὴ ὁ Κύριος τῶν ὅλων θέλει ἔλεος καὶ ὄχι θυ- σία κι ἐπειδὴ ἡ εὐσπλαχνία εἶναι καλύτερη ἀπὸ τὴ θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων ἀρνιῶν, ἂς Τοῦ τὴν προσφέ- ρουμε μέσῳ ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, μέσῳ ἐκείνων ποὺ βρίσκονται σήμερα σὲ δεινὴ θέση, γιὰ νὰ μᾶς ὑπο- δεχθοῦν στὴν οὐράνια βασιλεία, ὅταν φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο καὶ πᾶμε κοντὰ στὸν Κύριό μας, τὸ Χριστό, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν

Δεκ 11
30

paul-klee-rose

Τοῦ Γιάννη Καλιόρη

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ κοινωνία τῆς ὀρθοπεταλιᾶς», ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2004, σελ. 437-439

Ὑ πάρχει μιὰ ὁρισμένη διαφάνεια ποὺ δὲν παραπληροφορεῖ, ἁπλῶς, ἀλλὰ κατὰ κανόνα εὐτελίζει − ὅταν δὲν ἐξευτελίζει. Πρόκειται γιὰ τὴ θεληματικὴ «αὐτοδιαφανοποίηση» μὲ τὶς δημόσιες ἐκμυστηρεύσεις, ὅπου ὅλα τὰ ἐν οἴκῳ ἐκτίθενται ἐν δήμῳ, ἐπωνύμως κι αὐτοπροσώπως, περιλαμβάνοντας καθ’ ὁδὸν καὶ ἄλλα πρόσωπα, ἀμέτοχα κι ἀνυποψίαστα, πρὸς μεγάλη τέρψη τοῦ φιλοθεάμονος κοινοῦ. Στὴν ἐμπορεύσιμη αὐτή «διαφάνεια» ὑπάγονται χον- δρικῶς δύο κατηγορίες ψυχικοῦ ἐκθεατρισμοῦ: οἱ αὐτά- ρεσκες ἐκμυστηρεύσεις μὲ χαρακτήρα εὐτελιστικό, καὶ οἱ δραματικὲς ἐξομολογήσεις πασχόντων ἀτόμων μὲ χαρα- κτήρα αὐτοεξευτελιστικό. Ἡ πρώτη περιλαμβάνει τὶς ἐκμυστηρεύσεις (κυρίως σὲ περιοδικὰ καὶ κιτσοχλιδάτες ἐκπομπὲς λαϊφστάιλ) ἐκθεια- ζόμενων – καὶ αὐτοεκθεσιαζό- μενων – ἀτόμων ποὺ θέτουν ὑποψηφιότητα ἐπωνυμίας· ἢ ναρκισσευόμενων ἐλαφρο- αστέρων εἰς ἀναζήτηση με- γαλύτερης ἐπιφανείας διὰ τῆς ἐμφανείας· ἢ μετόχων σὲ ριάλιτι τηλεπαιχνίδια τύπου Μεγάλου Ἀδελφοῦ κ.λπ., εἰς ἀναζήτηση χρηματικοῦ ἐπά- θλου κι ἐφαλτηρίου φήμης· εἴτε ἁπλῶς ὅσων διεκδικοῦν ὅπως ἔλεγε ὁ Ἄντυ Γουόρχολ τὸ δεκαπεντάλεπτο τῆς τηλε- οπτικῆς διασημότητος ποὺ κάθε ἄνθρωπος δικαιοῦται γιὰ μία τουλάχιστον φορὰ στὴ ζωή του. Ἐκεῖνο ποὺ ἐκπλήσσει εἶναι ἡ αὐτάρεσκη εὐκολία μὲ τὴν ὁποία ἐκτίθενται σὲ κοινὴ θέα – καὶ σκηνοθετοῦνται σὲ θέαμα – οἱ ἀπόρρητες ἐκ πρώτης ὄψεως ψυχικὲς στιγμές. Αὐτὸ δείχνει τὴν ἀνάγκη τοῦ φαίνεσθαι καὶ τῆς ἐπιδοκιμα- σίας ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο: πὼς ἡ ἐκμυστή- ρευση ἀνεβαίνει εὔκολα στὴν ἐπιφάνεια γιατὶ δὲν ἔρχεται ἀπὸ μεγάλο βάθος, πιθανώτατα διότι δὲν ὑπάρχει καὶ τέ- τοιο βάθος. Ἐκεῖνο ποὺ ἐκτίθεται εἶναι κάποια παρασκήνια ἴσως τοῦ ἑαυτοῦ ὄχι ὅμως βαθύτερες ἐσοχές, ἄδηλες καὶ μὴ ἀνιχνεύσιμες σὲ μιὰ ρηχὴ ἐνδοχώρα, ἀπ’ ὅπου φαίνεται πὼς ἀπουσιάζει ἡ πολύτιμη ἐκείνη μυχιότης ποὺ εἶναι βιώ- σιμη μόνο στὸ πλαίσιο μιᾶς ἀπόλυτης προσωπικῆς σχέσης, ὅπου τὰ πρόσωπα εἶναι χ ω ρ ὶ ς ἰ σ ο δ ύ ν α μ ο τ ὸ ἕ ν α γ ι ὰ τ ὸ ἄλλο, κι ὅπου αὐτὴ ἡ σχέση ἔχοντας βάθος ἐσωτερικὸ καλλιεργεῖ ἀκριβῶς κι αὐτὴν τὴ μυχιότητα, τὴν οἰκεία στὸν καθένα ἐσωτερικότητα κι εὐαισθησία. Ὅταν, ὅμως, στὴ σύγχρονη συνθήκη τοῦ γενικευμέ- νου καταναλωτικοῦ ἤθους καὶ τῆς ἀγοραίας λογικῆς, τὰ ἄτομα παγιδεύονται στὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἑαυτοῦ των, ὑποκαθιστώντας στὴ διάρκεια τὴ βραχύβια ποικιλία, ὅπου ο ὐ δ ὲ ν ἐ ν α λ λ α ξ ι μ ώ τ ε ρ ο ν τ ο ῦ ἀ ν α ν τ ι κ α τ ά σ τ α τ ο υ καὶ ὅπου οἱ σχέσεις, βιωνόμενες ὡς ἀντικαταστατὲς μεταξὺ ἀτόμων ἀντικαταστατῶν, ὑποβαθμίζονται μοιραῖα, τότε τὰ τελευταῖα εὔκολα βγάζουν τὸ μέσα πρὸς τὰ ἔξω ἀκριβῶς γιατὶ αὐτὸ τὸ μέσα βρίσκεται πολὺ κοντὰ στὸ ἔξω, ὁπότε κι ἡ δημοσιοποίησή του δὲν κοστίζει πολλὰ πράγματα διότι καὶ τὰ δημοσιοποιούμενα δὲν σημαίνουν πολλὰ πράγματα. Δὲν ἀποτελοῦν δηλαδὴ βίωμα πολύτιμο καὶ αὐταξιωμένο, ἀλλὰ μᾶλλον «μέσον» καὶ «ἀτοῦ» αὐτοδιαφημιστικῆς προ- βολῆς, γι’ αὐτὸ καὶ εὔκολα προσφέρονται στὴν ὀφθαλμο- λαγνικὴ βουλιμία τοῦ κοινοῦ, ἀνταλλάσσοντας, σὲ ὀθόνες καὶ περίπτερα, τὶς ἀπόρρητες στιγμὲς μὲ ἐφήμερη συνήθως ἔξοδο ἀπὸ τὴν ἀφάνεια ἢ μὲ ἄμεσα ὑλικὰ ὀφέλη καὶ προσ- δοκία κάποιας προοπτικῆς· εἴτε ἁπλῶς μὲ ἱκανοποίηση αὐτάρεσκων αἰσθημάτων, καὶ γενικὰ μὲ διεύρυνση κοι- νωνικῆς ἐπιφανείας χάρη στὴν ἀβανταδόρικη τηλε-ἐμφάνεια, ὅπου ὁ ἐσωτερικὸς κόσμος καθίσταται «διαφανής» ἐκθε- σιαζόμενος μὲ μοδάτη ἐπιτή- δευση, ἀρχῆς φυσικὰ γενο- μένης ἀπὸ τὸ πιὸ ἐνδιαφέρον καὶ θελκτήριο: σεξουαλικὲς προτιμήσεις καὶ ἰδιομορφίες. Ἔτσι, ὅσο εὔκολα γδύνεται πλέον τὸ σῶμα δημοσίως, γινόμενο ἐμπόρευμα (ὡς παρά- σταση ὀπτικὸ-εἰκονική, ἑστία συστήματος σημείων ἀνέρα- στου ἐρωτισμοῦ κι ἀναμεταδότης ἄλλων ἐμπορευμάτων), ἄλλο τόσο ἐκτίθεται σὲ κοινὴ θέα καὶ ὅ,τι ἀπομένει ἀπὸ μιὰ ἐσωτ ε ρικ ότ ητ α στὴν ὁποίαν ἔχουν ἐπιπέσει ἔμποροι, διαφημιστὲς καὶ ΜΜΕ, μετατρέποντάς την σὲ ἐσωτερικό- τητα ἐπικερδή, σὲ ἕνα ἀκόμα ἐμπόρευμα κοντὰ στὰ ἄλλα, τηλεοπτικὸ καὶ διαδικτυωμένο. Ὁπότε ἡ τέτοια διαφάνεια − ἀλλὰ σ’ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο δὲν ὑπάρχει ἄλλη – ἀναδείχνεται σὲ μείζονα ἐχθρὸ τῆς ἐσωτερικότητος, τῆς μόνης ἀντιολι- σθητικῆς δυνάμεως ἀπέναντι στὴ φθορά. n Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ κοινωνία τῆς ὀρθοπεταλιᾶς», ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2004, σελ. 437-439

Δεκ 11
17

Τοῦ Δημητρίου Γ. Κουτρουμπῆ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ Χάρις τῆς Θεολογίας»,
ἐκδ. Δόμος.

ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Ἐὰν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ ἠσπάζοντο τὴν πτωχείαν δὲν θὰ ἐβλάπτετο  ἡ οἰκονομία;

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Ἐὰν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ ἠσπάζοντο ἐλευ-θέρως καὶ οἰκειοθελῶς –ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸν Χριστόν– τὴν πτωχείαν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβοῦν τρία τινά: Νὰ ἔλθῃ τὸ «τέλος» τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος θὰ ἐξε- πλήρωνε τὸ «τέλος» του, θὰ ἐπραγματοποιοῦσε τὸν προ- ορισμόν του, καὶ δὲν θὰ εἶχε πλέον λόγον ὑπάρξεως ὑπὸ τὴν σημερινὴν μορφήν του. Θὰ ἦτο ἕτοιμος διὰ νὰ μετα- μορφωθῇ εἰς Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν αὐτὸ δὲν συνέβαινε –ἐπειδὴ οἱ χριστιανοὶ ἀποτε- λοῦν μίαν μικρὰν μειοψηφί- αν ἐν τῷ κόσμῳ– θὰ ἠμπο- ροῦσε νὰ συμβῇ κάτι ἄλλο, πολὺ σπουδαῖο ἐπίσης: νὰ ἀρχίσῃ ὁ ἐκχριστιανισμὸς τοῦ κόσμου, νὰ ἀρχίσουν τὰ ἑκα- τομμύρια τῶν μὴ χριστιανῶν νὰ δέχωνται τὸ Εὐαγγέλιον. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους (ὄχι ὁ μόνος, ἀλλ’ ἕνας ἀπὸ τοὺς σοβαρωτέρους) τῆς μὴ διαδό- σεως τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι ὁ πλοῦτος τῶν χριστιανῶν. Ἡ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους των τῆς πτωχείας θὰ συνέβαλεν εἰς τὸ νὰ πείσῃ τοὺς μὴ χριστιανοὺς ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι ἁπλὴ ὡραιολογία, ἀλλὰ μία πίστις ἱκανὴ νὰ μεταμορφώνῃ ριζικῶς τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου. Ἐὰν αἱ δυὸ αὐταὶ λύσεις μᾶς φαίνονται κάπως ὑπερ- βολικῶς «ἀποκαλυπτικαί», ὑπάρχει καὶ μία τρίτη: ἡ ἀποδοχὴ τῆς πτωχείας ἐκ μέρους τῶν χριστιανῶν θὰ συνέβαλεν εἰς τὴν δημιουργίαν νέων μορφῶν οἰκονο- μικῆς ζωῆς. Ἤδη ἔχομεν ἕνα ἔμμεσον ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιδράσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς: τὸν σοσιαλισμόν. Δὲν εἶναι τυχαῖον ὅτι αἱ σοσιαλιστικαὶ ἰδέαι ἐπενοήθησαν, ἤρχισαν νὰ διαδίδωνται καὶ ἤρχισαν νὰ ἐφαρμόζωνται μέσα εἰς τὸ χριστιανικὸν πλαίσιον. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα μὴ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ ποὺ νὰ διενοήθη ποτὲ μίαν λύσιν ἀνάλογον μὲ τὸν σοσιαλισμόν. Τὸ κακὸν εἶναι ὅτι ἡ πρωτοβουλία δημιουργίας νέων μορφῶν οἰκονομικῆς ζωῆς, ποὺ συνοψίζεται μὲ τὸν ὅρον «σοσιαλισμός», διὰ λόγους συνδεομένους μὲ τὴν ἀδυνα- μίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἐπέρασε ἀπὸ τὰ χέρια τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν εἰς τὰ χέρια συχνὰ ἀνθρώπων ποὺ ἀπορρί- πτουν τὴν χριστιανικὴν ἑρμηνείαν τοῦ κόσμου. Ἀλλ’ οἱ τελευταῖοι αὐτοὶ ἢ ἦσαν πρώην χριστιανοὶ ἢ ἔδρασαν καὶ ἔγιναν ἀκουστοὶ κατὰ πρῶτον λόγον μέσα εἰς ἕνα κόσμον διαποτισμένον ἀπὸ τὰς χριστιανικὰς ἰδέας. Ἀλλ’ ἡ χριστιανικὴ πτω- χεία εἶναι κάτι τὸ εὐρύτερον καὶ τὸ περιεκτικώτερον ἀπὸ τὴν ἁπλὴν ὑλικήν, οἰκονο- μικὴν πτωχείαν. Εἶναι ἡ «κ έ – ν ω σ ι ς», ἡ ἀπαραίτητος διὰ τὴν «π λ ή ρ ω σ ι ν» τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεόν. Τί εἶναι ἡ «πτῶσις»; Ἡ προ- σπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ πλουτισθῇ καὶ νὰ πληρωθῇ ὄχι ἀπὸ τὸν πραγματικὸν Πλοῦτον, τὸν πραγματικὸν Θησαυρόν, τὸν Θεόν, ἀλλ’ ἀπὸ διάφορα ἐπὶ μέρους ἀγα- θά. Ὅλα ὅμως τὰ ἐπὶ μέρους ἀγαθά (τὰ «χρήματα») εἶναι πεπερασμένα. Διὰ τοῦτο δὲν ἠμποροῦν νὰ ἱκανοποιήσουν τὴν δίψαν τοῦ ἀνθρώπου διὰ τὸ Ἀπόλυτον. Ἔτσι ὁ ἄνθρω- πος, ὅταν εἶναι «χρημάτων ἐραστής», ἀγωνίζεται νὰ συ- γκεντρώσῃ, νὰ ἀπορροφήσῃ, νὰ ἀναλώσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα ἐπὶ μέρους ἀγα- θά (ὑλικά, οἰκονομικὰ ἢ ἄλλα) μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἔτσι θὰ θε- ραπεύσῃ τὴν ἔνδειάν του, θὰ πληρώσῃ τὸ κενόν του. Ἀλλ’ εἰς μάτην. Τὸ κενὸν ὄχι μόνον δὲν πληροῦται, ἀλλὰ διευρύνεται. Ὁ «χρημάτων ἐραστής» ὄχι μόνον δὲν «πλουταίνει», ἀλλὰ διαρκῶς περισσότερον «φτωχαίνει» – καὶ μάλιστα σκορπίζει τὴν πτωχείαν καὶ γύρω του. Ὡς μέσον θεραπείας αὐτοῦ τοῦ κακοῦ ὁ Χριστιανισμὸς προτείνει τὴν χριστιανικὴν πτωχείαν, δηλαδὴ τὴν ἀποκόλ- λησιν, τὴν ἀπογύμνωσιν, τὴν ἀπέκδυσιν τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ ἐπὶ μέρους ἀγαθά· καὶ τὴν στροφήν του («μετά- νοια») πρὸς τὸν μόνον Ἀγαθόν, πρὸς τὸν ἀληθῆ Πλοῦτον καὶ τὸν ἀληθῆ Θησαυρόν, τὸν Θεόν. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὰ ἐπὶ μέ- ρους διὰ νὰ εὕρῃ τὸ Ὅλον· νὰ παύσῃ νὰ ἀναζητῇ τὰ παράγωγα διὰ νὰ εὕρῃ τὴν Πηγήν. Κάθε τὶ ποὺ τὸν ἐμπο δίζει νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸν τὸν σκοπόν –παρὰ τὰ φαινόμε- να– ὄχι μόνον δὲν εἶναι «πλοῦτος», ἀλλ’ εἶναι «ἔνδεια» καὶ «πτωχεία», «ματαιότης». Ἡ χριστιανικὴ πτωχεία δὲν εἶναι αὐτοσκοπός· εἶναι μέσον. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐπλάσθη διὰ τὴν πτωχείαν καὶ τὴν ἔνδειαν, ἀλλὰ διὰ τὴν πληρότητα καὶ τὸν πλοῦτον. Ἡ τραγωδία εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος, παρασυρόμενος ἀπὸ τὸν πατέρα τοῦ ψεύδους, προσπαθεῖ νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸν τὸν προορισμόν, νὰ γίνῃ δηλαδὴ πλούσιος, ἀντλῶν ὄχι ἀπὸ τὸν Θησαυρὸν τῶν πραγματικῶν ἀγαθῶν, τὸν Θεόν, ἀλλ’ ἀπὸ φρέατα συντετριμμένα. Δι’ αὐτὸ ὁ Χριστιανι- σμός, ὡς μέσον λυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ αὐτὴν τὴν τραγωδίαν προτείνει τὴν ἀπόσπασιν καὶ ἀπογύμνω- σιν τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ φαινομενικὰ ἀγαθά, τὴν «κ έ – ν ω σ ι ν», ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν «π λ ή ρ ω σ ι ν» τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ ἓν Ἀγαθὸν οὗτινος ἀληθῶς ἐστι χρεία, τὸν Θεόν. ΕΝΣΤΑΣΙΣ: Αὐτό, δὲν εἶναι μία «συμφεροντο- λογική» ἀντίληψις τοῦ Χριστιανισμοῦ, μία μεταφορὰ τῆς συμφεροντολογικῆς νοοτροπίας τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώ- που ἀπὸ τὰ ἐπίγεια εἰς τὰ ἐπουράνια, ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα εἰς τὰ αἰώνια; ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Ὄχι. Διότι ἡ φύσις τοῦ ἀληθοῦς Ἀγαθοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὁ μόνος τρόπος κατοχῆς του εἶναι ὄχι ἡ ἐγωιστικὴ κατακράτησις καὶ ἀπόλαυσίς του, ἀλλ’ ἡ κ ο ι ν ω ν ί α, τ ὸ μ ο ί ρ α σ μ ά τ ο υ. Ὁ πλουτισμός, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπλάσθη ὁ ἄνθρωπος, δὲν εἶναι ἕνα «κλείσιμο», εἶναι ἕνα «ἄνοιγμα»· εἶναι ἡ ὁμοίωσις μὲ τὸν τριαδικὸν Θεόν, κάθε πρόσωπον τοῦ Ὁποίου δὲν ζῇ διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ διὰ τὰ ἄλλα. Ὁ ἀληθῶς πλούσιος ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κατακρατεῖ καὶ κατέχει, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατ’ εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ δίδει ἢ ἀκριβέστερον δίδεται. ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ: Ἀντὶ ἀφηρημένων καὶ θεωρητικῶν λύσε-ων τοῦ προβλήματος «πλοῦτος-πτωχεία» πολὺ ἀσφαλέ-στερος καὶ ἀποτελεσματικώτερος τρόπος ἀντιμετωπίσεώς του εἶναι ἐκεῖνος ποὺ προτείνει ἡ Ἐκκλησία: ἡ ἔμπνευσις καὶ ὁ φωτισμὸς ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ ἀπὸ τὴν ὡς ἄνω δογματικὴν διδασκαλίαν, ἡ ὁποία θὰ τοῦ ἐπιτρέπῃ νὰ προσαρμόζεται καὶ νὰ ζῇ τὴν ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τὰς εἰδικὰς καὶ συγκεκριμένας συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται.

n

Τοῦ Σταύρου Ζουμπουλάκη

Π αρέβαλον ἀδελφοὶ τῷ Ἀββᾷ Ἀντωνίῳ, καὶ λέγουσιν αὐτῷ⋅ εἶπε ἡμῖν λόγον, πῶς σωθῶμεν; λέγει αὐτοῖς ὁ γέρων⋅ ἠκούσατε τὴν γραφήν; καλῶς ὑμῖν ἔχει⋅ οἱ δὲ εἶπον⋅ καὶ παρὰ σοῦ θέλομεν ἀκοῦσαι, πάτερ⋅ εἶπε δὲ αὐτοῖς ὁ γέρων⋅ λέγει τὸ Εὐαγγέλιον⋅ Ἐὰν τίς σε ραπίσῃ εἰς τὴν δε­ ξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην⋅ λέγουσιν αὐτῷ⋅ οὐ δυ­ νάμεθα τοῦτο ποιῆσαι⋅ λέγει αὐτοῖς ὁ γέρων⋅ εἰ μὴ δύνασθε στρέ­ ψαι καὶ τὴν ἄλλην, κἂν τὴν μίαν ὑπομείνατε⋅ λέγουσιν αὐτῷ⋅ οὐδὲ τοῦτο δυνάμεθα⋅ λέγει ὁ γέρων⋅ εἰ οὐδὲ τοῦτο δύνασθε, μὴ δότε ἀνθ’ οὗ ἐλάβετε⋅ καὶ εἶπον⋅ οὐδὲ τοῦτο δυνάμεθα⋅ λέγει οὖν ὁ γέρων τῷ μαθητῇ αὐτοῦ⋅ ποίησον αὐτοῖς μικρᾶν ἀθήραν⋅ ἀσθενοῦσι γάρ⋅ καὶ λέ­ γει αὐτοῖς⋅ εἰ τοῦτο οὐ δύνασθε, κἀκεῖνο οὐ θέλετε, τί ὑμῖν ποιήσω; εὐχῶν χρεία. Ἀντώνιος, ιη΄ Ἡ σκηνὴ εἶναι τυ- πική. Μοναχοὶ ἐπι- σκέπτονται γέροντα, παραβάλλουσιν αὐτῷ, κατὰ τὴ συνήθη διατύπωση τοῦ Γεροντικοῦ, καὶ τοῦ ζη- τοῦν νὰ τοὺς πεῖ «ρῆμα», λόγον. Σὲ τοῦτον τὸν κόσμο τοῦ μονήρους βίου, τῆς σιωπῆς καὶ τοῦ ἐργοχείρου, οἱ ἄνθρωποι, ἀφενός, ζητοῦν λόγο καί, ἀφετέρου, ἐκεῖνο ποὺ κατεξοχὴν διακρίνει τοὺς γέροντες, τοὺς πεπειραμέ- νους δηλαδὴ πατέρες τῆς ἐρήμου, εἶναι ἀκριβῶς τὸ χά- ρισμα τοῦ λόγου. Οἱ ἀββάδες τοῦ Γεροντικοῦ, ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, δὲν κάνουν θαύματα, λένε μοναχὰ λόγο, «λόγον ζωηρόν», λόγο γιὰ νὰ ζήσουν καὶ νὰ σωθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ὁ καρπὸς τῆς πείρας συμπυκνώνεται σὲ ἕνα λόγο. Ὁ λόγος ποὺ ζητιέται εἶναι πρακτικός: πές μας τί νὰ κάνουμε γιὰ νὰ σωθοῦμε, εἶπε ἡμῖν λόγον πῶς σωθῶμεν. Ἄλλες περιέργειες δὲν ἔχουν θέση στὴν ἔρημο. Ἀντιστοί- χως, ὁ λόγος χαρίζεται σὲ ὁρισμένους μοναχούς, ἐπειδὴ ὑπάρχουν κάποιοι ἄλλοι ἀποφασισμένοι νὰ τὸν πράξουν. Ὅταν οἱ ἐργάτες τοῦ λόγου λείψουν, τότε ὁ λόγος γίνεται μάταιος καὶ αἴρεται τὸ χάρισμα. Παρέβαλον ἀδελφοὶ πρὸς τὸν Ἀββᾶν Φήλικα ἔχοντες μεθ’ ἑαυτῶν κοσμικοὺς καὶ παρεκάλεσαν αὐτόν, ἵνα εἴπῃ αὐτοῖς λόγον⋅ ὁ δὲ γέ­ ρων ἐσιώπα⋅ ἐπὶ πολὺ δὲ παρακαλούντων αὐτῶν, εἶπεν αὐτοῖς⋅ λόγον θέλετε ἀκοῦσαι; λέγουσιν αὐτῷ⋅ ναὶ Ἀββᾶ⋅ εἶπεν οὖν ὁ γέ­ ρων⋅ ἄρτι οὐκ ἔνι λόγος⋅ ὅτε ἠρώτων οἱ ἀδελφοὶ τοὺς γέροντας καὶ ἐποί­ ουν ἃ ἔλεγον αὐτοῖς, ὁ Θεὸς ἐπεχορήγει τὸ πῶς λαλῆσαι⋅ νῦν δέ, ἐπειδὴ ἐρωτῶσι μέν, οὐ ποιοῦσι δὲ ἃ ἀκού­ ουσιν, ᾖρεν ὁ Θεὸς τὴν χάριν τοῦ λόγου ἀπὸ τῶν γερόντων καὶ οὐχ εὑρίσκουσι τί λαλῆσαι ἐπειδὴ οὐκ ἔστιν ὁ ἐργα­ ζόμενος⋅ καὶ ἀκούσα­ ντες οἱ ἀδελφοὶ ταῦτα, ἐστέναξαν λέγοντες⋅ εὖξαι ὑπὲρ ἡμῶν Ἀββᾶ. Φήλιξ Ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος ἀρνεῖται νὰ πεῖ λόγο καὶ παραπέμπει στὴ Γραφή: ἠκούσατε τὴν γραφήν;. Ὄχι «ἀνέγνωτε» ἀλλὰ ἠκούσατε. Ἀνάμεσα στοὺς χιλιάδες μοναχοὺς τῆς Νιτρί- ας, τῆς Σκήτης καὶ τῶν Κελλιῶν (σημειωτέον ὅτι τὴν ἀφή- γηση τῆς ἱδρύσεως τῆς τρίτης αὐτῆς κοινότητας ἀπὸ τὸν Ἀμμοῦν, τὴ διαβάζουμε ἐδῶ, Ἀντώνιος, λγ΄) λίγοι ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ εἶχαν δυὸ τρία βιβλία στὸ κελλί τους καί, ἂν εἶχαν, θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ ἀπαλλάσσονταν ἀπὸ αὐτά, γιατὶ ἡ ἀκτημοσύνη εἶναι μείζων ὅλων τῶν βιβλίων, καταπῶς συμβουλεύει ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος ὁ τῆς Φέρμης (α΄). Τὴ Γραφὴ δὲν τὴ διάβαζαν –οἱ περισσότεροι ἄλλωστε ἦταν ἀγράμματοι–, τὴν ἄκουγαν κυρίως στὴ σύναξη τῆς Κυριακῆς καί, ὅσοι μποροῦσαν, τὴν ἀπομνημόνευαν. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Γεροντικοῦ γενικῶς οὔτε διαβάζουν οὔτε γράφουν, ἀκοῦνε καὶ μιλᾶνε ὅσο γίνεται λιγότερο. Τί εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸν ἅγιο Ἀντώνιο; Ἕνα πρα- κτικὸ βιβλίο, λόγος ποὺ σὲ καλεῖ, ἐσένα καὶ ὄχι κάποιον ἄλλο, νὰ τὸν ἐφαρμόσεις, νὰ τὸν τηρήσεις, καὶ ὄχι νὰ τὸν συζητήσεις ἢ νὰ τὸν ἑρμηνεύσεις. Κορυφαῖο παράδειγμα τέτοιας σχέσης μὲ τὸ Εὐαγγέλιο ἀποτελεῖ ὁ ἴδιος: Ὅταν ἄκουσε στὴν ἐκκλησία «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα, καὶ δὸς πτωχοῖς…» (Μτ. 19, 21), δὲν θεώρησε ὅτι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἀπευθυνόταν στὸν πλούσιο νεανία ἀλλὰ σὲ ἐκεῖνον τὸν ἴδιο προσω- πικά, οὔτε ἔκρινε ὅτι ἐννοεῖ κάτι ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ τόσο ἁπλὰ λέει. Τὸν πῆρε κατὰ γράμμα καὶ μοίρασε τὰ πλούτη του. Καὶ ὅταν μία ἄλλη Κυριακὴ ἄκουσε πάλι τὸ Εὐαγγέλιο νὰ λέει «Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔρι­ ον» (Μτ. 6, 34), πῆρε ξανὰ τὰ λόγια αὐτὰ τοῖς μετρη- τοῖς καί, ἀφοῦ χάρισε ὅσα λίγα εἶχε κρατήσει γιὰ χάρη τῆς ἀδελφῆς του, στὸ ἑξῆς «ἐσχόλαζε […] προσέχων ἑαυτῷ καὶ καρτερικῶς ἑαυτὸν ἄγων». Ἀξίζει νὰ τονίσουμε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὴ σημα- σία ποὺ ἔχει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀπόφαση τοῦ ἁγίου Ἀντωνί- ου νὰ γίνει μοναχὸς ἔχει τὴ ρίζα της στὸ Εὐαγγέλιο. Ἔχει γίνει μεγάλη συζήτηση γιὰ τὶς πηγὲς τοῦ μοναχισμοῦ καὶ τὶς ἐπιρροὲς ποὺ (ἀναμφισβήτη- τα) δέχτηκε κατὰ τὴ γένεσή της αὐτὴ ἡ μορφὴ χριστια- νικῆς ζωῆς ἀπὸ ἄλλες ἐξω- χριστιανικὲς μορφές, δὲν θὰ μπορέσουμε ὡστόσο νὰ τὸν κατανοήσουμε, ἂν δὲν λά- βουμε σοβαρὰ ὑπόψη μας, δὲν λέω νὰ υἱοθετήσουμε ἄνευ ὅρων, καὶ τὴν δική του αὐτοερμηνεία, ὅτι δηλαδὴ ὁ μονότροπος βίος τῶν μοναχῶν ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς εὐαγγελικῆς μονοτροπίας, τοῦ «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρί­ οις δουλεύειν», ὅτι τὸ ἱδρυτικὸ δίλημμα τοῦ μοναχισμοῦ «ἢ Θεὸς ἢ κόσμος», ὅπου κόσμος σημαίνει ὅλα ὅσα δὲν εἶναι Θεός, εἶναι ἕνα καθαυτὸ εὐαγγελικὸ δίλημμα. […] Οἱ παραβαλόντες μοναχοὶ δὲν μένουν ἱκανοποιημένοι. Ἡ Γραφὴ καλῶς ἔχει γιὰ αὐτοὺς ὅσο καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους, αὐτὸ τὸ ξέρουν, ἐκεῖνο ὅμως ποὺ θέλουν τώρα εἶναι τὸν δικό του λόγο. Τί ἀκριβῶς θέλουν δηλαδή; Θέ- λουν, φαίνεται, τὸν λόγο τῆς διακρίσεώς του, ἤγουν ἕναν λόγο ποὺ θὰ ἀπευθύνεται εἰδικὰ σὲ αὐτούς, ἐν γνώσει τῆς πνευματικῆς τους καταστάσεως, πρόσφορο νὰ τοὺς ὠφελήσει. Ἔρημος σημαίνει μονότροπος βίος, ὁμοιομορ- φία, ταυτόχρονα ὅμως θὰ συναντήσει κανεὶς ἐδῶ καὶ με- γάλη προσωπικὴ διαφοροποίηση. Κάθε μοναχὸς ἔχει τὴ βιογραφία του καὶ τὸν χαρακτήρα του, κυρίως ὅμως ἔχει τὴν πνευματικὴ ἡλικία του καὶ τὶς δικές του πνευματικὲς ἀνάγκες. Σὲ αὐτὸ τὸ πραγματικὸ ἔδαφος τῆς προσωπικῆς δια- φορᾶς, θεμελιώνεται ἡ πνευ- ματικὴ καθοδήγηση τῶν δια- κριτικῶν γερόντων. Ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος ἐπιμένει στὸ Εὐαγ- γέλιο: «Ἐάν τις σὲ ραπίσῃ εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην». Ξέρει καλὰ ὁ ἐρημίτης τί σημαίνει χριστιανισμός, πηγαίνει κατευ- θείαν στὸν πυρήνα τῆς εὐαγ- γελικῆς διδασκαλίας: ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλον ποὺ νὰ φτάνει μέχρι τὴν ἄρνηση τῆς ἴδιας τῆς αὐτοσυντήρησής σου, τῆς ἐμμονῆς εἰς τὸ εἶναι, τοῦ στερεότερου, δηλαδή, μονι- μότερου καὶ καθολικότερου γνωρίσματος τοῦ ἀνθρώπου. Νὰ ἀγαπᾶς τὸν φίλο σου ἢ τὸν πλησίον του, τοῦτο τὸ δί- δαξαν καὶ ἄλλες πνευματικὲς παραδόσεις, νὰ ἀγαπᾶς ὅμως τὸν ἐχθρό σου, αὐτὸ τὸ δίδα- ξε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ Εὐαγ- γέλιο. Νὰ ἀγαπᾶς τὸν ἐχθρό σου μέχρι θανάτου, τοῦ δικοῦ σου θανάτου, τοῦτο τὸ ἀνή- κουστο εἶναι ὁ χριστιανισμός. Ἐφαρμόστε, λοιπόν, αὐτὴ τὴν ἐντολή, λέει ὁ ἅγιος Ἀντώνιος, καὶ θὰ σωθεῖτε. Ποιός μπορεῖ ὅμως νὰ τὴν ἐφαρμόσει τούτη τὴν ἐντολή; Δὲν εἶναι, ἄρα, νὰ ἀπορεῖ κανεὶς ποὺ οἱ μοναχοὶ ἀπαντοῦν πὼς δὲν μποροῦν νὰ τὸ κάνουν. Ἡ ἀπορία βρί- σκεται ἀλλοῦ: γιατί ὁ διακριτικὸς γέρων προτείνει στοὺς ἄπειρους, κατὰ τεκμήριο, μοναχοὺς ποὺ πῆγαν νὰ τὸν συμβουλευτοῦν τοῦτο τὸ ἀκρότατο, τὸ ὁποῖο γιὰ νὰ τὸ τηρήσεις πρέπει νὰ ἔχεις φτάσει στὸ μέτρο τῆς ἡλικίας τοῦ Χριστοῦ; Μετὰ τὴ δήλωση ἀδυναμίας ἐκ μέρους τῶν μο- ναχῶν, ὁ ἀββᾶς δὲν θὰ κλείσει τὴ συζήτηση, ἀλλὰ θὰ τὴν συνεχίσει, μετριάζοντας τὴν ἀρχικὴ ἀπολυτότητά του: εἰ μὴ δύνασθε στρέψαι καὶ τὴν ἄλλην, κἂν τὴν μίαν ὑπομεί­ νατε. Νέα δήλωση ἀδυναμίας, νέος μετριασμός: μὴ δότε ἀνθ’ οὗ ἐλάβετε. Ὁ ἐρημίτης ὄντως ξέρει πολὺ καλὰ τί σημαίνει χριστιανισμός. Ξέρει δηλαδὴ ὅτι ἡ πνευματικὴ στρατηγικὴ τοῦ χριστιανισμοῦ δὲν εἶναι ἡ μαξιμαλιστικὴ στρατηγικὴ τοῦ «ἢ ὅλα ἢ τίποτε», οὔτε ἡ ἰσοπεδωτικὴ τοῦ «τί λάχανα, τί μπρόκολα», οὔτε ἡ βολονταριστικὴ τῆς ἐξ ἐφόδου καταλήψεως τῶν Χειμερινῶν Ἀνακτόρων τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ ἡ στρατηγικὴ τῆς κλιμάκωσης, τῶν ἀνα- βαθμῶν, τῶν σταδίων. Ἂν θεωρεῖ κανεὶς ἀνοίκεια τὴν ὁρολογία ποὺ χρησιμοποιοῦμε ἐδῶ, θὰ τοῦ ὑπενθυμίσουμε ἐν παρόδῳ ὅτι τὸ Γεροντικὸ καὶ ὅλα τὰ μοναστικὰ κείμενα εἶναι μία ἀγωνιστικὴ γραμματεία, μιὰ γραμματεία μάχης, ἡ ὁποία βρίθει ὡς ἐκ τούτου πολεμικῶν ὅρων. Ἡ πνευματικὴ αὐτὴ στρα- τηγικὴ ἀποδίδει σημασία καὶ στὰ μικρότερα κατορθώματα (ὅσο μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἀποδί- δει καμία σὲ μεγάλα, γιὰ λόγους ἀκριβῶς ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὴν πνευματικὴ κατάστα- ση καὶ πορεία τοῦ ἀνθρώπου) καὶ ὁδηγεῖ, ἂν ὁδηγήσει, στὴν οἰκείωση τῶν ἀρετῶν, σὲ βάθος χρόνου, διὰ τῆς ἕξεως. Ἡ πνευματικὴ στρατηγικὴ τῆς κλιμάκωσης, ἡ ὁποία ἀπο- τελεῖ στέρεη συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔχει ἀποτυπωθεῖ στὴ θεολογία της, στὴν ἠθικὴ διδασκαλία καί, κυρίως, στὴν πνευματικὴ καθοδήγησή της, κατάγεται ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ Εὐαγ- γέλιο: ἡ πλήρωσις τοῦ νόμου, τὴν ὁποία κηρύττει ὁ Χριστός, εἰσάγει αὐτομάτως καὶ ἀπὸ μόνη της τὴν ἔννοια τῶν σταδίων. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ὅτι «ὁ βλέ­ πων γυναῖκα εἰς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτῆς ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Μτ. 5, 28) ὁρίζει τὸ τέρμα τῆς διαδρομῆς, ὁ ρεαλισμὸς ὅμως τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς θεωρεῖ ὅτι τὸν βλέποντα εἰς τὸ ἐπιθυμῆσαι καὶ μοιχεύσαντα τὸν χωρίζει μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὸν βλέποντα εἰς τὸ ἐπιθυμῆσαι ἀλλὰ τελικῶς μὴ μοιχεύσαντα, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ἐντολὴ «οὐ μοιχεύσεις» ἰσχύει στὸ ἀκέραιο. Ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὸ τὸν χῶρο τῆς ἄκρας, καὶ πολλὲς φορὲς ἀκραί- ας, πνευματικῆς ἀπαιτητικότητας ποὺ εἶναι ὁ ἐρημητικὸς μοναχισμὸς τοῦ Γεροντικοῦ, ἡ ἀπόλυτη στάση ποὺ ἀξιώ- νει ἠθικὰ μόνο τὸν τελευταῖο ἀναβαθμὸ τῆς κλίμακας καὶ ἀπαξιώνει τοὺς προηγούμενους δὲν ἔχει θέση. […] Ὑπάρχει ὅμως ἕνα κατώτατο ὅριο στὴν ἠθικὴ κλίμα- κα, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀπαράβατο: νὰ μὴν κάνεις κακὸ σὲ ἄνθρωπο. Αὐτὸ σημαίνει τὸ μὴ δότε ἀνθ’ οὗ ἐλάβετε. Τὸ νὰ βλάψεις τὸν ἄλλο δὲν συγχωρεῖται γιὰ κανένα ἀπολύ- τως λόγο, τίποτε δὲν νομιμοποιεῖ μία τέτοια πράξη. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὅριον ὃ οὐ παρελεύσεται, γιὰ ἕναν ποὺ θέλει νὰ εἶναι μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ἂς θυμίσουμε ἐδῶ τὰ τέσσερα εἴδη ἀπαθείας, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή: Πρώτη γὰρ ἐστιν ἀπάθεια, ἡ παντελὴς ἀποχὴ τῶν κατ’ ἐνέρ­ γειαν κακῶν, ἐν τοῖς εἰσαγομέ­ νοις θεωρουμένη⋅ δευτέρα δέ, ἡ παντελὴς κατὰ διάνοιαν περὶ τὴν τῶν κακῶν συγκατάθεσιν ἀποβολὴ λογισμῶν, ἐν τοῖς μετὰ λόγου τὴν ἀρετὴν μετιοῦσι γινο­ μένη⋅ τρίτη, ἡ κατ’ ἐπιθυμίαν περὶ τὰ πάθη παντελὴς ἀκινησία, ἐν τοῖς διὰ τῶν σχημάτων τοὺς λό­ γους νοητῶς θεωρουμένοις τῶν ὁρωμένων. Τετάρτη ἀπάθεια, ἡ καὶ αὐτῆς τῆς ψιλῆς τῶν παθῶν φαντασίας παντελὴς κάθαρσις, ἐν τοῖς διὰ γνώσεως καὶ θεωρί­ ας καθαρὸν καὶ διειδὲς ἔσοπτρον τοῦ Θεοῦ ποιησαμένοις τὸ ἡγε­ μονικὸν συνισταμένη. Τὸ κατ’ ἐνέργειαν κακό, ἡ ἐμπράγματη ἁμαρτία, εἶναι προχριστιανικὴ κατάσταση. Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ ὡς χριστια- νοῦ ἀρχίζει ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔχει ξεκόψει («κόπτειν» εἶναι ἡ λέξη τοῦ Γεροντικοῦ) μὲ τὴν κατ’ ἐνέργειαν ἁμαρτία. Ἡ κλίμακα δηλαδὴ τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς ἔχει ἕνα πρῶτο σκαλὶ -ἀρκετὰ ἤδη δυσκατόρθωτο ὅσο καὶ ἐκεῖνο τὸ καβαφικό- καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ παντελὴς ἀποχὴ ἀπὸ τὸ κατ’ ἐνέργειαν κακό. Τὸ κακὸ τῶν κακῶν εἶναι νὰ βλάψεις ἄλλον ἄνθρωπο. Ὁ ἀββᾶς δὲν μπορεῖ νὰ κατεβάσει πε- ρισσότερο τὸν πνευματικὸ πῆχυ. Ὁ Ἀντώνιος δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσει, γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλο περιθώριο συγκατάβασης. Στρέφεται πρὸς τὸν μαθητή του καὶ τοῦ παραγγέλλει νὰ φτιάξει λίγη σούπα γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες, γιατὶ εἶναι ἄρρωστοι – καλὴ εὐκαιρία νὰ ἐκτιμήσουμε καὶ τὸ ἰδιότυπο χιοῦμορ τῶν γε- ρόντων. Ἂς φᾶνε λοιπὸν τὸ κουρκούτι τους καὶ ἂς πᾶνε στὸ καλό. Στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι καιρὸς νὰ γυρίσουμε στὴν ἀπορία ποὺ διατυπώσαμε παραπάνω: γιατί ὁ διακρι- τικὸς γέρων πρότεινε σὲ αὐτοὺς τοὺς ἀσθενεῖς -ἡ ἁμαρτία ὡς ἀρρώστια τῆς ψυχῆς εἶναι κοινότατος τόπος τῆς χρι- στιανικῆς ἠθικῆς- τὴν ἀκρότατη ἐντολή; Θὰ προσπαθή- σουμε νὰ ἀπαντήσουμε, κόβοντας δρόμο μέσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἡ διήγηση τοῦ Γεροντικοῦ τὴν ὁποία σχολι- άζουμε ἐδῶ ἔχει ἀναλογίες μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση τῆς συνάντησης τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν πλούσιο νεανία (Μτ. 19, 16-22, Μκ. 10, 17-22, Λκ. 18, 18-23) τὴν ὁποία ἔχουμε ἤδη μνημονεύσει, ὅταν κάνα- με λόγο γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐννοοῦσε τὸ Εὐαγγέλιο ὁ ἅγιος Ἀντώνιος. Τὸ ἐρώτημα εἶναι τὸ ἴδιο: «τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;» (Μτ. 19, 16), ἴδια εἶναι καὶ ἡ ἀπάντηση: «τήρησον τὰς ἐντολάς», κατὰ τὴν διατύπωση τοῦ Ματθαίου, «τὰς ἐντολὰς οἶδας», κατὰ τὴν ταυτόσημη ἀπάντηση τοῦ κατὰ Μάρκον καὶ τοῦ κατὰ Λουκᾶν. (Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ Χριστὸς παραπέμπει μὲ τὴν ἀπάντησή του στὴ Γραφή: «ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται;» [Λκ. 10, 26], ἀπαντάει ἀντιρωτώ- ντας στὸν ἐκπειράζοντα νομι- κό). Ἡ συνέχεια εἶναι γνωστή: ἀφοῦ ὁ νέος γνωρίζει καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς δὲν τοῦ ἀπομένει παρὰ νὰ μοιράσει τὰ ὑπάρχο- ντά του στοὺς φτωχούς. Ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτό, ὁ νεανίσκος ἔφυγε «λυπούμενος⋅ ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά». Γιατί ἄραγε ὁ Χριστὸς φορ- τώνει τὸν νεανία μὲ τέτοιο φορτίο; Ἐπειδὴ θέλει νὰ τοῦ φανερώσει, σὲ ἐκεῖνον καὶ στὸν καθένα, ὅτι δὲν εἶναι, ὅπως μὲ ὑπερβολικὴ σιγουριὰ νομίζει, ἀληθινὸς τηρητὴς τοῦ νό- μου, γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι εἶναι φιλάργυρος. Πῶς ἐφαρμόζει τάχα τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον, χωρὶς νὰ ἀνοίγει τὸ πορτοφόλι του; «Οἱ καρδιὲς ἀνοίγουν πολὺ εὔκολα στὴν ἐργατιά⋅ τὰ πορτοφόλια πολὺ δύσκο­ λα. Πιὸ δύσκολα ἀπὸ ὅλα ἀνοίγουν οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν μας», γράφει ἁπλὰ ὅσο καὶ διεισδυτικὰ ὁ Ἐμμανουὴλ Λε- βινᾶς. […] Μὲ ἄλλα λόγια ἡ προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν νεανία εἶναι ἐντέλει μιὰ προτροπὴ σὲ μετάνοια. Παρό- μοια, στὴ διήγηση τοῦ Γεροντικοῦ, ὁ διακριτικὸς γέρων παραγγέλλει στοὺς μοναχοὺς τὸ ἀκρότατο – ἡ κλίμακα τῶν ἀπαιτήσεων στὴν εὐαγγγελικὴ διήγηση εἶναι ἀνι- ούσα, στὸ Γεροντικὸ κατιούσα – γιὰ νὰ τοὺς ἀποκαλύ- ψει τελικὰ ὅτι δὲν ἔχουν ξεπεράσει ἀκόμη τὸ στάδιο τῆς ἐμπράγματης ἁμαρτίας. Ρωτοῦν γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἤγουν γιὰ τὴν κληρονομιὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, καὶ δὲν ἔχουν ἀκόμη λάβει τὴν ἀπόφαση νὰ μὴν κάνουν κακὸ σὲ ἄνθρωπο. Ἐρώτημα: δὲν θὰ μποροῦσε ὁ ἅγιος Ἀντώνιος νὰ ἀρκεστεῖ στὸ μὴ δότε ἀνθ’ οὗ ἐλάβετε καὶ νὰ παραλείψει τὶς δυὸ προηγούμενες ὑπέρογκες ἐντολές; Ἀσφαλῶς θὰ μποροῦσε, ἀλλὰ προτίμησε τὴν σωστότερη μέθοδο, ὥστε α) τὸ τέλειο νὰ μένει ἀκλόνητο στὴ θέση του, τὸ ἀπό- λυτο νὰ μὴν σχετικοποιεῖται, β) νὰ ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνθρώπινη ἀδυ- ναμία, γ) νὰ ὁρίζεται ὁ οὐδὸς τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος στρέφε- ται πρὸς τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς ἐκφράζει τὴν ἀδυναμία του νὰ τοὺς βοηθήσει: εἰ τοῦτο οὐ δύνα­ σθε κἀκεῖνο οὐ θέλετε, τί ὑμῖν ποι­ ήσω; Μήπως ὅμως ὁ ἀββᾶς ἀδικεῖ στὸ σημεῖο αὐτὸ τοὺς μοναχούς; Ἐκεῖνοι, σὲ καμία ἀπὸ τὶς τρεῖς ἀπα- ντήσεις τους, δὲν εἶπαν «οὐ θέλο- μεν ποιῆσαι» ἀλλὰ οὐ δυνάμεθα. Ἡ ἀπόσταση ποὺ χωρίζει τὸ «θέλω» ἀπὸ τὸ «δύναμαι» μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπὸ ἰλιγγιώδης ἕως ἀνύπαρκτη. Τί ἰσχύει ἄραγε ἐν προκειμένῳ; Μπορεῖ τὸ οὐ δυνάμεθα τῶν μο- ναχῶν νὰ συγκαλύπτει ἁπλῶς τὸ «οὐ θέλομεν»; Ναί, αὐτὸ πιστεύει ὁ γέρων. Γιὰ τὴν πρώτη (εὐαγγελι- κή) προτροπὴ ποὺ τοὺς ἀπευθύνει, δέχεται ὁ Ἀντώνιος νὰ ἰσχύει τὸ οὐ δυνάμεθα. Γιὰ τὴ δεύτερη τὸ ἴδιο, γιὰ τὴν τρίτη ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ τὸ δεχτεῖ. Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ κατ’ ἐνέργειαν κακὸ εἶναι ζήτημα ἀπόφασης, ἄρα βούλησης, καὶ ἐδῶ δὲν ἔχει θέση τὸ οὐ δυνάμεθα. Σωστὰ λοιπὸν μεταφράζει ὁ ἀββᾶς τὸ οὐ δυνά­ μεθα τῆς τρίτης ἄρνησης σὲ «οὐ θέλομεν». Καὶ τώρα λοιπὸν τί γίνεται μὲ τοὺς ἀδελφούς; Τί μπο- ρεῖ νὰ γίνει μὲ ἀνθρώπους – μοναχούς! – ποὺ δὲν ἔχουν λάβει τὴν ἀπόφαση νὰ μὴν ἀδικοπραγοῦν, νὰ μὴν ζη- μιώνουν τὸν ἄλλο; Ἡ κατάστασή τους φαίνεται νὰ εἶναι χειρότερη καὶ ἀπὸ τὴν κατάσταση τοῦ πλούσιου νεανία, γιατὶ ἐκεῖνος τουλάχιστον δὲν πράττει τὸ κακό. Ὁ Χριστὸς πρὶν πεῖ στὸν νεανία νὰ πουλήσει ὅσα ἔχει «ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτόν» (Μκ. 10, 21), ὅμοια καὶ ὁ Ἀντώνι- ος συμπαθεῖ τοὺς μοναχούς, δὲν τοὺς ἀποπαίρνει, ἀπορεί ἁπλῶς τί μπορεῖ νὰ κάνει γιὰ αὐτούς. Εὐχῶν χρεία, εἶναι ἡ ἀπάντηση. Καταρχὰς ἂς θέσουμε τὸ ἐρώτημα ποιός λέει αὐτὸ τὸ εὐχῶν χρεία. Εἶναι ἄραγε ἀπάντηση τῶν μοναχῶν στὴν ἐρώτηση τοῦ ἁγ. Ἀντωνίου, ἢ μήπως τὸ λέει καὶ αὐτὸ ὁ Ἀντώνιος, ἀπαντώντας ὁ ἴδιος στὴν ἐρώτησή του; Σύμ- φωνα μὲ τὶς ταξινομήσεις τοῦ Συντακτικοῦ, ἡ ἐρώτηση αὐτὴ δὲν ἀνήκει σὲ ἐκεῖνες ποὺ ἀπευθύνουμε σὲ κάποιον καὶ ζη- τοῦμε νὰ μάθουμε κάτι ποὺ δὲν ξέρουμε, ἀλλὰ στὶς ἐρωτήσεις ποὺ διατυπώνει ὁ ἐρωτῶν καθ’ ἑαυτὸν λέγων, ἐκφράζοντας ἀπορία, ἀμηχανία, ἀγανάκτηση. Ὁ Ἀντώνιος λοιπὸν ρωτάει καὶ ἀπαντάει ὁ ἴδιος. Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα ποὺ θέσαμε μπο- ρεῖ νὰ εἶναι εὔκολη, ἔχει ὅμως μεγάλη πνευματικὴ σημασία: ἂν τὸ εὐχῶν χρεία τὸ ἔλεγαν οἱ μο- ναχοί, αὐτὸ θὰ σήμαινε συνει- δητοποίηση ἐκ μέρους τους τῆς πνευματικῆς τους κατάστασης καὶ ἄρα ἀρχὴ μετανοίας. Χρειάζεται ἑπομένως προ- σευχή. Τίνος ἡ προσευχή; Τῶν μοναχῶν; Μήπως δηλαδὴ ὁ Ἀντώνιος τοὺς συμβουλεύει νὰ προσευχηθοῦν, προκειμένου νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκονται; Ὄχι, προφανῶς, γιατὶ ὁ γέρων γνω- ρίζει ὅτι ἡ πράξη προηγεῖται τῆς προσευχῆς καὶ ἀποτελεῖ προ- ϋπόθεσή της, ὅτι ἡ προσευχή, ἂν δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν πράξη, εἶναι μάταιος κόπος. Εἶπε πάλιν⋅ ἐὰν μὴ συμφω­ νήσῃ ἡ πράξις μετὰ τῆς εὐχῆς, εἰς μάτην κοπιᾶ ἄνθρωπος⋅ καὶ εἶπεν ὁ ἀδελφός⋅ τί ἐστι συμφώνησις πράξεως μετὰ εὐχῆς; καὶ εἶπεν ὁ γέρων⋅ ἵνα ὑπὲρ ὧν εὐχόμεθα, μηκέτι ποιῶμεν αὐτά. (Μωυσῆς, ιζ΄) Μήπως ἐκεῖνο ποὺ χρειάζονται οἱ μοναχοὶ στὴν κα- τάσταση ποὺ βρίσκονται εἶναι ἡ δική του προσευχή; Ἀποτελεῖ κοινὴ πεποίθηση ὅλων τῶν μοναχῶν ὅτι ἡ προ- σευχὴ τοῦ γέροντος ἔχει εὐεργετικὴ δύναμη καὶ γι’ αὐτὸ τὴν ἐκζητοῦν. Οἱ ἐρωτήσεις, αἴφνης, ποὺ ὑποβάλλονται στὸν μέγαν γέροντα, τὸν Βαρσανούφιο, συνοδεύονται μὲ τὴν παράκληση «εὖξαι ὑπὲρ ἐμοῦ». Ἐν προκειμένῳ ὅμως οἱ μοναχοί, ὅπως ἔχουμε ἤδη πεῖ, δὲν ζητοῦν τὴν εὐχὴ τοῦ γέροντος καὶ μοῦ φαίνεται ἐλάχιστα πιθανὸ ὅτι θὰ μι- λοῦσε ὁ ἅγιος Ἀντώνιος μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο γιὰ τὴ δική του προσευχή, ὅτι θὰ τὴν θεωροῦσε δηλαδὴ ἱκανὴ νὰ τοὺς γιατρέψει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Ἂν ὅμως δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο, τότε γιὰ ποιά εὐχὴ πρόκειται; Ὁ φί- λος μου π. Ἀντώνιος Πινακούλας θεωρεῖ ὅτι μὲ τὸ εὐχῶν χρεία ὁ ἅγιος Ἀντώνιος ἐννοεῖ αὐτὸ ποὺ θὰ λέγαμε σήμε- ρα «θέλουν διάβασμα» καὶ μοῦ ὑποδεικνύει μία ἔκδο- ση τοῦ corpus τῶν σχετικῶν μὲ τὸν ἅγιο Ἀντώνιο κειμένων ποὺ μεταφράζει μὲ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπο. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς συζητήσεις μαζί του πιστεύω πὼς ἔχει δίκιο. Ἔχοντας δεχτεῖ ὅτι τὸ εὐχῶν χρεία λέγεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἀντώνιο καὶ ἔχο- ντας ἀποκλείσει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἐννοεῖται ἡ προσευχὴ τῶν παραβαλόντων ἀδελφῶν, ἡ ἀπόσταση ποὺ χωρίζει τὴ δεύ- τερη ἐκδοχὴ (προσευχὴ τοῦ Ἀντωνίου) ἀπὸ τὴν τρίτη (ἀνά- γνωση εὐχῆς ὑπὸ τοῦ ἱερέως) δὲν εἶναι τεράστια. Πάντως, ἡ τρίτη ἐκδοχὴ ἐκφράζει μὲ μεγα- λύτερη ἔμφαση τὴν πεποίθηση τοῦ γέροντος ὅτι τοῦτοι οἱ μο- ναχοὶ ποὺ τὸν ἐπισκέφθηκαν νοσοῦν πνευματικὰ καί, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε γιὰ αὐτοὺς (ἂν δὲν κάνουν κάτι καὶ οἱ ἴδιοι), τοὺς παραδίδει στὴν προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ θέλει νὰ τοὺς πεῖ στὴ γλώσσα ποὺ καταλαβαίνουν. Ὁ νεανίας τῆς εὐαγγελικῆς διηγήσεως «ἀπῆλθε λυπούμε- νος». Ὁ Χριστὸς κατεδάφισε τὴν αὐτοεικόνα του, ἔφερε στὸ φῶς τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό του. Ἡ λύπη του ὅμως εἶναι καλὸ ση- μάδι, δείχνει ὅτι πληγώθηκε, ἄρα μπορεῖ νὰ μετανοήσει. Οἱ ἀδελφοὶ ποὺ ἐπισκέφθηκαν τὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο πῶς νὰ ἀπῆλθαν ἄραγε; Ἄδηλο. Ἡ διήγηση δὲν ἔχει ἐκείνη τὴ συνήθη κατακλείδα ὅτι ἔφυγαν οἰκοδομηθέντες ἢ ὠφε- ληθέντες, οὔτε πάλι μᾶς λέει πὼς ἀθύμησαν. Κανεὶς ἑπο- μένως δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ πῶς ἐπέστρεψαν εἰς τὰ ἴδια. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ ποῦμε, σὲ πλήρη συμφωνία μὲ τὸ πνεῦμα τῆς διηγήσεως, εἶναι νὰ ἐπαναλάβουμε ὅ,τι ἔγρα- ψε ὁ μέγας Βαρσανούφιος σὲ ἀδελφὸ ποὺ ζήτησε συγ- χώρηση: «ὁ θάνατος καὶ ἡ ζωὴ ἡμῶν εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν τυγχάνει». g Ἀπὸ τὸν συλλογικὸ τόμο «Σύναξις Εὐχαριστίας- Χαριστήρια εἰς τιμὴν τοῦ γέροντος Αἰμιλιανοῦ», ἐκδ. Ἴνδικτος.