Νοέ 12
10

Ποτέ μου δὲν ξανατραγούδησα ἔτσι…

Κάτω από (Χωρίς κατηγορία) από στις 10-11-2012

Τοῦ Γιώργου Ἰωάννου

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἡ πρωτεύουσα τῶν προσφύγων, ἐκδ. Κέδρος.

Συμβαίνει συχνά, διάφοροι γνωστοί μου ὅταν μιλοῦν γιὰ κατηχητικά, χριστιανικὲς ὀργανώσεις καὶ τὰ πα- ρόμοια, νὰ στρέφονται πρὸς ἐμένα καὶ νὰ μοῦ λένε: «Ἐσὺ τὰ ξέρεις καλὰ αὐτά, πρέπει νὰ καθίσεις νὰ τὰ γράψεις». Καὶ καγχάζουν προκαταβολικὰ γιὰ τὰ ὅσα πιὰ ἐγὼ θὰ κά- τσω νὰ γράψω, νὰ ἀποκαλύψω, καί, κατὰ τὴν προσδοκία τους, νὰ διακωμωδήσω. Ἀκό- μα καὶ ἕνας ἐκδότης μὲ πίεζε πρὸ ὀλίγων ἐτῶν νὰ γράψω ἕνα βιβλίο γιὰ τὰ κατηχητικά, ἔστω μόνο γιὰ τὰ κατηχητικὰ τῆς Θεσσαλονίκης, γιὰ νὰ γε- λάσουμε καὶ νὰ πουλήσουμε, κατὰ τὴν ἔκφρασή του. Ἐγὼ στὸν ἐκδότη αὐτόν, καὶ σὲ κάθε παρόμοιο, συνη- θίζω νὰ λέω, ὅτι καὶ νὰ γράψω κάποτε γιὰ τὰ κατηχητικὰ δὲν πρόκειται νὰ γράψω ποτὲ μ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ αὐτό, ὄχι μόνο γιατὶ δὲν προσφέρονται, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἔχω φάει γιὰ χρόνια τὸ ψωμί τους, δηλαδὴ ἔχω τραφεῖ στὰ συσσίτιά τους σὲ καιροὺς χαλεπούς, πράγμα ποὺ τὸ θεωρῶ ἱερὸ δεσμὸ καὶ ἀκατάλυτο. Ἀλλὰ γιὰ νὰ λέμε καὶ τοῦ στραβοῦ τὸ δίκαιο, οἱ γνωστοί μου δὲν στρέφονται ἄδικα πρὸς ἐμένα γιὰ τὸ θέμα αὐτό, γιατὶ κι ἐγὼ ἔχω δώσει πολλὲς ἐνδείξεις γιὰ νὰ πιστεύουν ὅτι θὰ ἤθελα νὰ κάνω κάποτε κάτι τέτοιο. Ἀρκετὲς φορὲς μέσα σὲ ὁρισμένα κείμενά μου ἔχω ρίξει πετριὲς πρὸς τὰ ἐκεῖ κι αὐτὸ τὸ ἔκανα ὄχι μονάχα γιατὶ αὐτὰ ποὺ τοὺς καταμαρ- τυρῶ εἶναι ἀληθινά, ἀλλὰ καὶ γιατὶ μ’ ἀρέσει, ἐκεῖ ποῦ κατὰ βάθος συμπαθῶ, νὰ πειράζω. […] Ἄλλο αὐτὸ καὶ ἄλλο ἡ φριχτὴ παραγνώριση, ἡ κακό- τητα πέρα γιὰ πέρα, ἡ διάθεση γιὰ ἐξόντωση καὶ κονιορτο- ποίηση, ἁπλῶς ἐπειδὴ πρόκειται περὶ πιστῶν χριστιανῶν. Αὐτὸ ὄχι μόνο τὸ ἀρνοῦμαι ἀλλὰ καὶ τὸ ἀποκρούω, ὅπου κι ἂν τὸ συναντήσω. Καὶ τὸ συναντῶ ἀρκετὰ συχνὰ νὰ ἐκπέμπεται ἀπὸ πλάσματα φριχτά, κουτά, ἀνίδεα, κακά, ποὺ δὲν ξέρουν ποῦ πᾶνε τὰ τέσσερα, μὲ ζωὲς ἀνακα- τωμένες, σκοτεινές, ἄστατες, στηριγμένες πάνω στὴν ἀσυ- νέπεια καὶ τὴν ἀνακρίβεια. Αὐτοὶ ἀνοίγουν τὴ στοματάρα τους καὶ λένε: «Τὰ κατηχητικά! Οἱ παπάδες!». Ὄχι, αὐτοὶ δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ μιλᾶνε γιατὶ εἶναι ἐμπαθεῖς καὶ ἀμαθεῖς. Οὔτε κἂν δικαίωμα σὲ ἀπάντηση ἔχουν, παρὰ μόνο στὴν περιφρόνησή μας. Σίγουρα δὲν ἦταν τέλεια τὰ πράγματα καὶ «ἐκεῖ». Οὔτε τόσο χριστιανικά, οὔτε τόσο ἅγια, οὔτε, προπάντων, τόσο ἀνθρώπινα μερικὲς φορές. Καὶ σίγουρα ἦταν διαβρωμένα καὶ μονόπαντα ἀπὸ ἐγκόσμιες καταστάσεις καὶ σκοπιμότητες καὶ διαιρέσεις τῆς στιγμῆς – καὶ τί στιγμῆς! Καὶ σίγουρα – σιγου- ρότατα – ἐγώ, ἕνα παιδὶ ποὺ μπῆκε ἐκεῖ στὰ δεκαπέντε του καὶ βγῆκε περίπου στὰ δεκαεν- νιά του, δὲν εἶδα παρὰ μονάχα ἕνα μέρος τῆς ἐκεῖ πραγματι- κότητας, ἕνα μέρος τῆς καλο- σύνης ἢ τῆς σκληρότητας, τῆς ὑστεροβουλίας ἢ τῆς ἀγάπης. […] Καὶ ὅμως ἕνα μέρος τῆς ση- μερινῆς κοινωνικῆς πραγματι- κότητας, τῆς πλοκῆς τῆς σημε- ρινῆς πραγματικότητας, ἀκόμα καὶ τοῦ «κατεστημένου», καὶ ὄχι μόνο της πόλης μας, μὰ καὶ ὅλης της χώρας, μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορία τῶν χριστιανικῶν ὀργα- νώσεων προκύπτει. […] Τὰ «Κατηχητικά», ποὺ ἀργότερα μάθαμε νὰ τὰ λέμε «Χριστιανικὴ Κίνηση» ἢ καὶ ἁπλῶς «Κίνηση», δὲν ἦταν κα- μιὰ ὑπόθεση ποὺ ἄρχισε ἀπὸ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη. Ἄρχι- σε ἀπὸ τὰ βαθιὰ προπολεμικὰ χρόνια, ἀπὸ τὸ 1937, ΄38 καὶ ΄39, κατάπεσε γιὰ ἕνα διάστημα μὲ τὶς πολεμικὲς ἐπιχει- ρήσεις, ὅταν χάσαμε τ’ αὐγὰ μὲ τὰ καλάθια καὶ ξαναφού- ντωσε – καὶ φούντωσε γιὰ καλά – μέσα στὴν κατοχὴ καὶ τὸν ἐμφύλιο. Προπολεμικὰ οἱ ὀργανωτές τους ἔψαχναν νὰ βροῦν τὸ δρόμο τους. Δροῦσαν πιὸ πολὺ μέσα στοὺς μεγάλους παρὰ στοὺς μικρούς. Δροῦσαν μέσα στὴν καταπατημένη ἀλλὰ συχνὰ εὐγενικῆς καταγωγῆς προσφυγιά, αὐτὴν τῆς Θράκης καὶ τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τῶν παραλίων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ποὺ σιχαινόταν κάθε τι τὸ βλαχομακε- δονικό, ποὺ διψοῦσε γιὰ ἀστικῆς ὑφῆς, πνεύματος καὶ τό- νου λόγους, γιὰ συναρπαστικὲς ἀφηγήσεις καὶ ρητορεῖες, γιὰ ζύμωμα τῆς ζωῆς της μὲ τὴ νέα κατάσταση, γιὰ δικαί- ωση μεταφυσικὴ τῆς συμφορᾶς της, γιὰ ἑνότητα μέσα στὴ νέα πατρίδα, γιὰ ὁριοθέτηση τέλος πάντων αὐτοῦ τοῦ νέου χάους. Μιλᾶμε γιὰ ἐποχὲς ποὺ οἱ πρόσφυγες μόλις εἶχαν πά- ρει νὰ συνέρχονται, νὰ ἔχουν κουτσὰ στραβὰ μιὰ δου- λίτσα, ἕνα σπιτάκι σὲ μακρινὴ ἀνηφοριά, μιὰ παράγκα ἢ μιὰ δυὸ κάμαρες σὲ τουρκόσπιτο. Τώρα ἤθελαν πιὰ μιὰ κάποια ψυχαγωγία, μιὰ ἀνώτερη πνευματικὴ εὐχαρίστη- ση, μιὰ τακτικὴ ἀπασχόληση μὲ πράγματα ὄχι καὶ τόσο πεζὰ καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ βρῆκαν στὰ τακτικὰ κηρύγματα ποὺ ἐγκαινίασαν τὰ «κατηχητικά». Ἄρχισε νὰ διαδίδεται στὶς γειτονιές, ὅτι στὴν Ἀχειρο- ποίητο τὰ ἀπογεύματα τῆς Κυριακῆς ἕνας νεαρὸς παπὰς ἔκα- μνε κήρυγμα πολὺ ὡραῖο στὸν κόσμο καὶ δὲν μι- λοῦσε ἀκα- ταλαβίστικα οὔτε ἔλεγε π ρ ά γ μ α τ α βαρετά, ἀλλὰ μιλοῦσε γιὰ τὴ ζωή, τὶς δ υ σ κ ο λ ί ε ς της, τὶς δου- λειές, τὰ με- ροκάματα, τοὺς καβγά- δες, τὰ διαζύγια, τὸ κάπνισμα, τὸ ξεστράτισμα τῶν νέων – ὅλο γιὰ τέτοια. Συμβούλευε τὸν κόσμο καὶ «μέλι ἔτρεχε ἀπ’ τὸ στόμα του». Κι ἔβλεπες ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς νὰ ξε- κινᾶνε ἀπὸ τὶς γειτονιὲς γιὰ τὴν Ἀχειροποίητο. Καὶ ἡ τερά- στια βυζαντινὴ καὶ προσφυγική, θὰ ἔλεγε κανείς, ἐκκλη- σία ἐρχόταν καὶ ἔπηζε ἀπὸ κοσμάκη, ὄχι μόνο γεροντικό, ἀλλὰ κατὰ πλειοψηφία γεροντικό. […] Γιὰ τοὺς μεγάλους ἦταν αὐτὰ τὰ κηρύγματα, γιὰ τοὺς μικροὺς τὰ κατηχητικὰ σχολεῖα. […] Ἐγώ, καθὼς ἤμουν τότε στὴν τετάρτη τοῦ δημοτικοῦ, πήγαινα στὸ κατώτερο κατηχητικό, ποὺ χρησιμοποιοῦσε κι αὐτό, κάποιο ἄλλο ἀπόγευμα τῆς ἑβδομάδας, πάλι τὴν Ἀχειροποίητο. Δὲν ἤμασταν, βέβαια, τόσα πλήθη παιδιῶν, ὅσοι οἱ μεγάλοι τὰ κυριακάτικα ἀπογεύματα, ἤμασταν ὅμως πολλὰ καὶ καθι- σμένα μὲ τάξη σὲ καρέκλες στὸ δεξιὸ κλίτος καὶ μετὰ τὸ δεσποτικὸ ἀκούγαμε μὲ ἀπόλυτη προσοχὴ τὸν κατηχητή μας, ποὺ ἦταν κάποιος νεαρὸς κοντοκουρεμένος καὶ μὲ μουστακάκι. Σὰν ὄνειρο θυμᾶμαι τώρα ἕνα συμπαθητικὸ παιδί, ποὺ ἦταν βοηθὸς τοῦ κατηχητῆ μας καὶ πέθανε λίγο ἀργότερα. Τὸ παλικαράκι αὐτὸ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ φίλου μου Κορνήλιου Ρουτσώνη. Δὲν θυμᾶμαι ὅμως πολλὰ ἄλλα πράγματα ἀπὸ τότε, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς καταστάσεις ποὺ μὲ πλημμύριζαν. Οἱ καταστάσεις αὐτὲς εἶχαν μίαν ἀπερα- ντοσύνη καὶ μιὰ φωτεινότητα. Μιὰ ἀπέραντη ξεγνοιασιά, ἕνα κολύμπι μέσα σὲ ἕνα διαφανὲς ρευστό, ὅπου ἀφηνό- μουν χωρὶς καμιὰ ἀπολύτως ἀνησυχία. Ὅλα αὐτὰ τότε στὴν ἀρχὴ καὶ γιὰ πολὺ λίγο. Ὕστερα ἦταν καὶ τὸ τρα- γούδι. Στὸ κατηχητικὸ τραγουδούσαμε τόσο δυνατὰ καὶ τόσο μὲ τὴν ψυχή μας, ὥστε ἔνιωθες τὸ νοῦ σου ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς νὰ ψηλώνει. Ποτέ μου δὲν ξανατραγούδησα ἔτσι. Τί τραγού- δια λέγαμε δὲν θυμᾶμαι. Πά- ντως, ἕνα πρέπει νὰ ἦταν αὐτό: Εἶναι Θεός, αὐτὸς σκορπᾶ τὸν ἥλιο ποὺ τὴ γῆ θερμαίνει καὶ προστατεύει κι ἀγαπᾶ ὁλόκλη- ρη τὴν οἰκουμέ- νη… Παρ’ ὅλη τὴ χρήση τοῦ «εἶναι» ὡς ὑπαρκτικοῦ, τὸ τραγουδάκι εἶχε μιὰ μου- σικὴ θαυμάσια γιὰ χορωδία. Καθὼς τὸ λέγαμε μὲ πλανταγμένα φρένα καὶ ὑψωμένο τὸ κεφάλι γιὰ νὰ βγάζουμε ὅσο μπορούσαμε πιὸ δυνατὴ φωνή, βλέπαμε ψηλὰ στὴν ὀροφὴ τῆς Ἀχειροποιήτου τὶς δεκαοχτοῦρες νὰ πετοῦν ἀνήσυχες ἀπὸ δοκάρι σὲ δοκάρι καὶ νὰ ρίχνουν ἔτσι κάτι μεγάλα σὰν μπαμπάκια κομμάτια σκόνης, ποὺ ἔπεφταν ἀργὰ ἀργά, μὰ ποὺ ποτὲ θαρρεῖς δὲν ἔφταναν τουλάχιστον ὡς σκόνη στὰ κεφάλια μας. Οἱ δέσμες τοῦ ἥλιου ποὺ ἔμπαιναν ἀπὸ τὰ ψηλὰ παράθυ- ρα γίνονταν πιὸ πυκνὲς καὶ πιὸ χρυσὲς μὲ τὴ σκόνη, πιὸ ὑπερκόσμιες. Τὸ μάτι τοῦ Παντοκράτορα, μὲ τὶς ἀκτίνες στὴν Ὡραία Πύλη παραλάβαινε τὴ ματιά μας, ὅταν κατε- βάζαμε τὸ κεφάλι, καὶ τὴν ἔκανε ἀκόμα πιὸ ἀστραφτερή, διότι ἦταν ἀθώα. Ἤμουν ἕνα ξανθὸ δεκάχρονο παιδί, νοι- κοκυρεμένο καὶ καλοπλυμένο, ποὺ τουλάχιστο ἐκεῖνες τὶς ὧρες τὸ ἔνιωθε ὅτι λάμπει. Ἀλλά, βέβαια, ἤμουν καὶ παιδὶ μιᾶς λαϊκῆς γειτονιᾶς καὶ μάθαινα κι ἀπὸ κεῖ πολλά, ἰδίως τραγούδια. Μάθαινα καὶ στὸ σχολεῖο, μάθαινα κι ἀπὸ τὶς ταβέρνες κι ἀπὸ τὰ γραμμόφωνα. Τὸ 1942 ὅμως ξαναπῆγα σχολεῖο καὶ φυσικὰ ἔπεσα μὲ τὴν ἑπόμενη φουρνιά, ποὺ ἦταν παιδιὰ σαφῶς καλύτερα ἀπὸ τὰ προηγούμενα. Πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ τὸ μεσημέρι ἀντὶ νὰ πηγαίνουν πρὸς τὰ σπίτια τους καὶ τοὺς συνοικι- σμούς τους τραβοῦσαν πρὸς τὸ κέντρο τῆς πόλης, ὅπου ἔτρωγαν, λέει, σὲ κάποια συσσίτια γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔδι- ναν καθόλου ἐξηγήσεις. Καὶ ἐδῶ, στὰ συσσίτια, ἤθελα νὰ καταλήξω, γιὰ νὰ ξαναπιάσω τὸ νῆμα. Ἡ λέξη «συσσίτιο» γιὰ τὸν οἰκογενειακὸ κύκλο μας ἦταν μιὰ λέξη τρομερή. Χειρότερη κι ἀπὸ τὴ λέξη «γη- ροκομεῖο» σή- μερα. Ἦταν ἡ ἔσχατη κατάντια, ὁ προθάλαμος τῆς ἀρρώστιας, τῆς ἀδενοπάθει- ας καὶ τῆς φυμα- τίωσης. Στὸ σπίτι κάμναμε πὼς δὲν ξέρουμε ὅτι λ ε ι τ ο υ ργοῦν συσσίτια. Προ- σ π α θ ο ύ σ α μ ε νὰ τὰ βγάλουμε μόνοι μας πέρα, ἀλλὰ δὲν ἦταν πάντοτε εὔκολο. Καὶ τί θὰ ἦταν, ἄλλωστε, αὐτὰ τὰ συσσίτια; Τὰ φαγιά τους ἐκτὸς ἀπὸ νερόβραστα, θὰ ἦταν καὶ βρώμικα. Καὶ αὐτὴ ἡ λέξη, ἡ λέξη «βρωμιά», ἦταν μιὰ φοβερὴ λέξη ποὺ ἐπίσης μᾶς πολιορκοῦσε. Ὑπῆρχε μιὰ καμπουρίτσα, φιλενάδα τῆς γιαγιᾶς μου, ποὺ τὴν ἔλεγαν Βενετία καὶ τὴ φωνάζανε Βενέτω. Αὐτὴ ἦταν πολὺ θρήσκα, θρησκομανὴς γιὰ τὴν ἀκρίβεια, καὶ συνάμα ἐξαιρετικὰ γλυκομίλητη. […] Ἡ Βενέτω τὴ λέξη «συσσίτιο» τὴν εἶχε ὡς γλυκιὰ λέξη, χριστιανικὴ καὶ σωτηριώδη, ψυχῶν καὶ σωμάτων. Μιλοῦσε, λοιπόν, συχνὰ γιὰ τὰ περίφημα συσσίτια τῶν θεολόγων τῆς «Ζωῆς» καὶ ἔλεγε πὼς ἐγὼ τουλάχιστον ἔπρεπε νὰ γραφτῶ καὶ νὰ τρώω. Ἦταν εὔκολο. Ἐγὼ ὅταν ἄκουγα τὴ λέξη συσσίτιο καὶ ἀκόμα τὴ λέξη «ἐγγραφή», ἔφευγα ἀπὸ τὸ δωμάτιο, γιὰ νὰ τοὺς κάνω νὰ πάψουν. Ἔβλεπα πὼς πάλι ἐγὼ ὡς πρωτότοκος θὰ ξεκινοῦσα γιὰ τὴ νέα αὐτὴ διερεύνηση πρὸς τὸ ἄγνωστο. Κάποτε, ὅταν γύρισα στὸ δωμάτιο, κατάλαβα πὼς ἡ Βενέτω τοὺς εἶχε τουμπάρει. […] Καὶ ἔτσι μὲ τὴν καθοδήγηση τῆς Βενέτως ἀποφασίστηκε νὰ πάω νὰ ζητήσω τὴν ἐγγραφή μου. Ἡ Βενέτω ἤξερε τὸ σπίτι τῶν θεολόγων τῆς «Ζωῆς», ποὺ βρισκόταν σχεδὸν ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Διοικητήριο, καὶ μὲ καθοδήγησε τί ὥρα νὰ πάω γιὰ νὰ τοὺς πετύχω ἐκεῖ. Μὲ πυκνὸ ζόφο στὴν ψυχὴ ξεκίνησα τὸ ἄλλο ἀπομεσήμερο, χωρὶς νὰ πῶ σὲ κανέναν ποῦ πηγαίνω. Τραβοῦσα πρὸς ἕνα νέο ἐξευτελισμό, ἴσως καὶ διώξιμο. Χτύπησα τὴν πόρτα τους, ὅπως χτυποῦσαν μὲ εὐκο- λία δεκάδες ζητιάνοι τὶς πόρτες μας τότε. Βγῆκε ἕνας νε- αρὸς μὲ κοντὰ μαλλιὰ καὶ μουστακάκι. Πρόφερα τὶς λέξεις «ἐγγραφὴ» καὶ «συσσίτιο». Ὁ νεαρὸς ἐξαφανίστηκε ἀφή- νοντας γερτὴ καὶ ὄχι κλειστὴ τὴν πόρτα. Καλὸ σημάδι. Ὕστερα πρόβαλε κάποιος ἄλλος μὲ δυνατὴ ἐρευνητικὴ ματιά, ὀλίγον κοκκινοτρίχης καὶ πιὸ μουστακαλής. Μοῦ εἶπε νὰ πάω νὰ τὸν βρῶ τὸ ἀπόγευμα σ’ ἕνα κτίριο τῆς πλατείας Ἁγίας Σοφίας, στὸ ἰσό- γειο. Ἀποδείχτηκε πὼς ὁ κοκκι- νοτρίχης αὐτὸς ἦταν ὁ ἄρχων τῶν συσσιτί- ων, ὁ μέγας καὶ πολὺς Ἀθανάσι- ος Φραγκόπου- λος. Καὶ ἐπίσης ἀποδε ίχτηκε πὼς ἡ αἴθουσα τῶν συσσιτίων ἦταν τὸ πρώην καφενεῖο «Βυ- ζάντιο», ὅπου προπολεμικὰ περνούσαμε κα- μιὰ φορὰ γιὰ κανένα «ὑποβρύχιο». Ὅλο τὸ κτίριο ἀνῆκε στὴ «Φιλόπτωχο Ἀδελφότητα», ἀλλὰ ἐγὼ ἤξερα ἀπὸ συγγενή μας, πὼς πίσω ἀπὸ αὐτὸ τὸ κακομοίρικο ὄνομα, ποὺ ἐμφανιζόταν σὲ ὅλες τὶς μεγάλες πόλεις τῆς Μακεδο- νίας, κρύβονταν ὀργανώσεις σχετικὲς μὲ τὸν Μακεδονικὸ Ἀγώνα. Ὁ Φραγκόπουλος πῆρε τὸ ὄνομά μου καὶ μοῦ εἶπε νὰ πηγαίνω σὲ ὁρισμένη ὥρα κάθε μεσημέρι, μὲ τὸ πιάτο καὶ τὸ κουτάλι μου. Μόνο κουτάλι. Ἦταν κοφτὸς καὶ σχεδὸν ἀπειλητικός, ἀλλὰ ἡ αἴθουσα ἐξαιρετικὰ κα- θαρὴ καὶ ταχτοποιημένη. […] Μαζευόμασταν στὸ προαύλιο τῆς Ἁγίας Σοφίας ἢ στὰ πεζοδρόμια. Ἡ αὐλὴ τῆς Ἁγίας Σοφίας ἦταν πάντα ἀνοιχτὴ καὶ ἀνοιχτὴ προφανῶς γιὰ μᾶς. Ὅταν ὁ καιρὸς ἦταν κα- λός, καθόμασταν στὸ χορταράκι, κάτω ἀπὸ τὰ ψωραλέα πεῦκα τοῦ αὐλόγυρου. Ἀπὸ τότε πιστεύω ἄρχισε ἡ πραγματικὴ μόρφωσή μου. Οἱ ὧρες αὐτὲς τῆς ἀναμονῆς, ποὺ καμιὰ φορὰ ἦταν πολ- λές, γιατὶ ἐμεῖς τραβούσαμε ἀμέσως πρὸς τὰ κεῖ, ἀνεξάρ- τητα ἀπὸ τί ὥρα σχολούσαμε ἀπὸ τὸ σχολεῖο – οἱ ὧρες αὐτὲς ἦταν μεγάλες γιὰ μένα. Γλίτωνα ἀπὸ τὴν κτηνωδία τοῦ σχολικοῦ περιβάλλοντός μου, ὄχι μὲ καμιὰ ἀπομό- νωση, ὅπως ἤδη εἶχα ἐγκαινιάσει, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀνάμειξη, μὲ τὴ μείξη, μέσα στὴν ποικιλία καὶ τὸ πλῆθος. Ἀλλιῶς θὰ εἶχα πάει χαμένος, θὰ εἶχα στραγγαλιστεῖ. Πολὺ συχνὰ προχωροῦσα μέσα στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας, ποὺ εἶναι ἴσως ὁ ὡραιότερος ναός. Θαύμαζα μὲ δέος τὰ ψηφιδωτά. Ἐκεῖ μέσα δὲν ὑπῆρχε κατοχὴ καὶ Γερμανία. Ἦταν ἐκεῖ τὸ κράτος τοῦ Θεοῦ, ὅπου δὲν μποροῦσε νὰ σ’ ἀγγίξει ἀνθρώπινη βία. Ὣς ἐκεῖ μέσα ἀκουγόταν τὸ κα- μπανάκι τοῦ συσσιτίου γιὰ τὴ βάρδια μας. Τὰ ἀρχοντικὰ ψηφιδωτὰ εἶχαν κιόλας χορτάσει τὴ βυζαντινὴ ψυχή μου. Σχηματίζαμε μιὰ μεγάλη σειρά, ἕνας ἕνας. Τὸ πιάτο στὸ χέρι καὶ τὸ κουτάλι. Συχνὰ στὴν εἴσοδο μᾶς περίμενε μουρου- νόλαδο. […] Ἡ ὀμορφιὰ τῆς αἴθουσας πάντα μᾶς ἡμέρευε. Καταβάλ- λονταν προσπάθειες ὥστε νὰ μὴ μιλοῦμε δυνατὰ καὶ αὐτὸ ἐπιδροῦσε. Ξέραμε τὸ τραπέ- ζι μας καὶ τὸν πάγκο μας καὶ πηγαίναμε. Πρῶτος ἔδινε τὸ πιάτο του ὁ τελευταῖος στὸ βά- θος, ὁ κοντὰ στὴν τζαμαρία. Τὸ πιάτο πήγαινε χέρι χέρι καὶ γύριζε πάλι χέρι χέρι γεμάτο. Δὲν χυνόταν σχεδὸν ποτέ, ὄχι μόνο γιατὶ προσέχαμε ἀλλὰ καὶ γιατὶ τὸ φαγητὸ δὲν ἦταν ποτὲ πάρα πολύ. Αὐτὸ γινόταν μὲ καμιὰ τριανταριὰ πιάτα καὶ μετὰ τὸ καζάνι πήγαινε στὸ δι- πλανὸ τραπέζι. Ἄλλα καζάνια σερβίριζαν σὲ ἄλλα τραπέζια. Ἐπικρατοῦσε τάξη καὶ ἀπόλυτη σαφήνεια ὡς πρὸς τὴ διαδικα- σία κι ἔτσι τὸ σερβίρισμα τελεί- ωνε γρήγορα. Τὰ παιδιὰ ποὺ ὑπηρετοῦσαν ἦταν φοιτη- τές, ἐθελοντικὰ καὶ ὁλόψυχα δοσμένοι. Σπρώξαν αὐτοὶ καροτσάκι καὶ κουβάλησαν τσουβάλι καὶ ἔσκισαν ξύλα καὶ ἔτριψαν καζάνι καὶ καθάρισαν πατάτες, ὄσπρια καὶ λα- χανικὰ καὶ σκούπισαν αἴθουσες, ποὺ τοὺς πῆγε σύννεφο. Πότε πότε κρατοῦσαν καὶ μερικοὺς ἀπὸ μᾶς νὰ καθαρί- σουμε πατάτες. Τὸ θεωρούσαμε φοβερό. […] Οἱ ὁμιλίες ποὺ μᾶς ἔκαμναν ἦταν ἰδιαίτερα διακριτικὲς καὶ καθόλου στομφώδεις. Περὶ τὸ τέλος τοῦ φαγητοῦ μᾶς ἔλεγαν μερικὰ λόγια πάνω σὲ κάποιο θέμα. Τὰ θέ- ματα δὲν εἶχαν τίποτε ἀπὸ τὴ λαϊκὴ ὀρθοδοξία, ὅπως τὴν ξέρουμε. Δὲν ἔγινε ποτὲ λόγος οὔτε γιὰ καλογερίστικες ὑπερβολὲς οὔτε γιὰ τυπολατρίες. Ἡ ποιότητα ἦταν στα- θερὴ καὶ σίγουρη. Τὸ κατηχητικὸ μᾶς τὸ ὑπενθύμιζαν, ἀλλὰ σὲ τόνο φαι- νομενικὰ ἀδιάφορο. Τὰ περισσότερα παιδιὰ τοῦ συσσιτί- ου δὲν πατοῦσαν στὸ κατηχητικό. Ἀλλὰ κανεὶς – κανεὶς καὶ ποτέ! – δὲν ἔθεσε θέμα. Δὲν ἔτρωγαν μόνον αὐτοὶ ποὺ πήγαιναν στὸ κατηχητικό – κάθε ἄλλο. Ἡ λέξη «διώξιμο» δὲν ὑπῆρχε. Πιθανῶς, θὰ ἀκούγονταν ἂν παρουσιάζονταν ἐκεῖ μέσα ἠθικὰ παραπτώματα, ἀλλὰ δὲν ἔπνεε καθόλου τέτοιο πνεῦμα. […] Μέσα στὴν αἴθουσα δὲν γινόταν λόγος γιὰ τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ὀλίγη καὶ ἁπαλότατη χριστιανικὴ βιοθε- ωρία. Ἄλλωστε, ἡ καθημερινὴ πραγματικότητα ἦταν τόσο τραχιά, ὥστε δὲν σήκωνε ἠθικὲς λεπτολογίες. Μόνον ἀργότερα, μετὰ τὴ συνθηκο- λόγηση τῆς Ἰταλίας, ἄρχισαν τὰ ἀπροκάλυπτα ἐθνικὰ κηρύγμα- τα, χωρὶς νὰ θίγονται ἄμεσα οἱ Γερμανοί. […] Τὸ τί τρώγαμε στὸ συσσί- τιο τὸ ἔγραφα κάθε μέρα στὸ ἡμερολόγιό μου, ποὺ τὸ ἔχω ἀκόμα. Αὐτὰ τὰ ἴδια φαγητά, ἂν μᾶς τὰ μοίραζαν μὲ τὸ καζά- νι μέσα σὲ ἕνα οἰκόπεδο μὲ τὴν κουτάλα, θὰ ἦταν ἀκόμη πιὸ θλιβερὰ καὶ σίγουρα λιγότερο ὠφέλιμα. Τὸ λέω αὐτὸ γιατὶ καὶ ἄλλες ὁμάδες, ποὺ συχνὰ δὲν ἦταν παρὰ καμουφλαρισμέ- νες ἀντιστασιακὲς ὀργανώσεις, εἶχαν ἱδρύσει συσσίτια σὲ διά- φορες γειτονιές. Ἀλλὰ εἴτε ἀπὸ ἀδυναμία εἴτε ἀπὸ ἄγνοια καὶ ἔλλειψη βαθύτερης λαχτάρας εἶχαν δώσει σημασία μόνον στὸ καζάνι καὶ τὴν κουτάλα. Ὁ κόσμος ἔμπαινε στὴ γραμμὴ καὶ ἔπαιρνε μὲ τὰ κατσαρολάκια. Αὐτὸ ὅμως σὲ καταρράκωνε, σὲ μετέβαλε σὲ ζητιάνο. Χώρια πού, ἂν ἡ διανομὴ – ἄλλη φριχτὴ λέξη: «διανομή» – γινό- ταν στὸ ὕπαιθρο σὲ ἔδερνε συχνὰ καὶ ὁ καιρός. Τὸ ποῦ ἔβρισκαν καθημερινὰ τόσα τρόφιμα οἱ ἄνθρω- ποι τῶν κατηχητικῶν ἀποτελοῦσε μυστήριο. Πρέπει νὰ ἀγωνίζονταν συνεχῶς καὶ μὲ κάθε τρόπο. Πίσω ἀπὸ τοὺς Ζωικοὺς ὑπῆρχε ἕνα ὁλόκληρο ἐπιτελεῖο ἐγκρίτων πολιτῶν τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ ἔδιναν ἰδέες, ἔτρεχαν, παρακαλοῦσαν, ὑποχρεώνονταν, καὶ ἐν ἀνάγκῃ κουβα- λοῦσαν. […] Ὅσο πλησιάζαμε πρὸς τὴν ἀπελευθέρωση τὰ παιδιὰ τοῦ συσσιτίου ἀραίωναν. Ἄλλα ἔφευγαν γιατὶ εἶχαν πιὰ κάτι νὰ φᾶνε, ἄλλα γιατὶ ἔμεναν πολὺ μακριά, ἄλλα γιατὶ ἦταν μπερδεμένα καὶ τὰ κυνηγοῦσαν, ἄλλα γιατὶ εἶχαν βαρεθεῖ – γιὰ ἕνα σωρὸ λόγους, ποὺ ὅλοι τους εἶχαν ἕναν κοινὸ παρονομαστή· δὲν ἦταν πιὰ τόσο ἀπόλυτη ἡ ἔλλει- ψη τροφίμων. Κάποια στιγμὴ καταργήθηκε ἡ μία ἀπὸ τὶς μεσημεριανὲς βάρδιες. Εἶχε πάρει νὰ ξεθωριάζει κι αὐτὴ ἡ λάμψη…



Αφήστε μια απάντηση