Νοέ 12
08

Χριστιανοί στην δημόσια σφαίρα

Κάτω από (πολιτικη θεολογία) από στις 08-11-2012

π. Γκαστόν Πιέτρι

Τον Αύγουστο γίναμε μάρτυρες ενός μεγάλου αριθμού συναντήσεων νέων χριστιανών σε όλη την χώρα, με αντικείμενο την πολιτική στράτευση. Πώς να μην χαρούμε για κάτι τέτοιο; Σήμερα δεν χρειάζεται πια να υπενθυμίζουμε στους νέους χριστιανούς αυτό που ήταν απαραίτητο να το κάνουμε την δεκαετία του ’70, πως δηλαδή το κοινό καλό απαιτεί από τους χριστιανούς να ασχοληθούν με την πολιτική διάσταση των προβλημάτων αλλά -όπως επισημαίναμε τότε- η πολιτική δεν είναι το άπαν. Ήταν τότε η εποχή που η πολιτικοποίηση ήταν της μόδας. Σήμερα το βασικό δεν είναι να συνειδητοποιήσουμε πως η πολιτική δεν είναι το παν, αλλά πως εξακολουθεί να είναι σημαντική. Οι ανθρωπιστικές δράσεις και η φιλανθρωπία χρειάζονται πράγματι απελπισμένα και επειγόντως νέες στρατεύσεις, στο βαθμό που επεκτείνεται η φτώχεια και η θέαση των καταστροφικών της επιπτώσεων. Αλλά η ίδια η λογική της φιλανθρωπίας ή της ανθρωπιστικής δράσης οδηγούν κάποια στιγμή, εμμέσως ή εμμέσως, σε πολιτικές αντιλήψεις. Διότι χωρίς συνολική πολιτική αντίληψη για την κοινωνία, καμία δομική αλλαγή δεν είναι δυνατή. Η πολιτική συγκαταλέγεται έτσι στις οδούς εκείνες στις οποίες είναι δυνατόν να γίνει αισθητή η «πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη» και το μεγαλείο της πολιτικής, πέραν των στείρων πλευρών της. Οι νέοι χριστιανοί έχουν συνείδηση πως αποτελούν μειοψηφία. Γνωρίζουν εξ εμπειρίας την δύναμη που τους προσφέρει η συσπείρωση. Θα ήταν λάθος εμείς, οι εκπρόσωποι των παλιότερων γενεών, να τους αποτρέψουμε, ως ζήτημα αρχής δήθεν, από το να συσπειρώνονται. Θα αδικούσαμε κατάφορα τους νέους εκείνους που αυθορμήτως θεωρούν πως η υπεράσπιση του ευαγγελίου τους επιτάσσει να συσφίξουν τους δεσμούς μεταξύ τους. Εξίσου λάθος όμως θα ήταν να ξεχάσουμε πως οι χριστιανοί είναι εξορισμού προορισμένοι να ζουν στη «διασπορά». Είναι ανάγκη να ξαναανακαλύψουμε σήμερα αυτό που μάθαμε οι χριστιανοί την δεκαετία του 1960 από τον μεγάλο θεολόγο Καρλ Ράχνερ (Karl Rahner), που επισήμανε τον κίνδυνο της «γκετοποίησης» και υπερασπιζόταν την «διασπορά». Και να θυμηθούμε πως τότε επρόκειτο για το «γκέτο» μιας εκκλησίας που ήταν ακόμα κοινωνικά ισχυρή. Σήμερα, παρά την αίσθηση μαζικοποίησης που προσφέρουν διάφορες εκδηλώσεις του τύπου «παγκόσμιες ημέρες νεότητας», οι νεανικές ομάδες των χριστιανών έχουν αντιθέτως την αίσθηση πως είναι εξαιρετικά ολιγομελείς σε σύγκριση με το αδιάφορο πλήθος, του συχνά εντελώς αποξενωμένου από τις χριστιανικές συνήθειες. Νιώθουν να αντιμετωπίζονται συχνά με την αμηχανία που επιδείκνυαν άλλοτε οι Ευρωπαίοι άποικοι προς τα ήθη και τα έθιμα κάποιας… αφρικανικής φυλής. Πώς να βαρύνουμε λοιπόν στις εξελίξεις; Ποιες πρωτοβουλίες να αναλάβουμε και ποιες δράσεις, ως χριστιανοί; Στην προσπάθεια να απαντηθούν παρόμοια ερωτήματα εμφανίζονται εξαιρετικά προβληματικές εκφράσεις όπως αυτή του «λόμπινγκ», ενώ ορισμένοι δεν διστάζουν να προβάλλουν την έννοιας της «αντικουλτούρας». Αλλά κατά πόσο αντιλαμβανόμαστε, πέραν της καλής προαίρεσης των μεν και των δε, τις επιπτώσεις τέτοιων προτάσεων; Η συσπείρωση των χριστιανών είναι ασφαλώς σημαντική, στο βαθμό που γίνεται γύρω από αξίες που οι χριστιανοί δεν δυσκολεύονται να διαπιστώσουν πως εκπορεύονται από το σχέδιο του Θεού για την ανθρωπότητα. Από την άλλη, οφείλουμε να προσέξουμε να μην υποκύψουμε στον πειρασμό υπερβολικά επιλεκτικών αντιλήψεων της κοινωνίας. Πράγμα που συμβαίνει πολύ συχνά, εν πολλοίς διότι εμπεριέχει σημαντικό βαθμό ευκολίας. Όταν πάντως πρόκειται περί πολιτικής, οι αξίες δεν έχουν καμία σημασία αν δεν καταλήγουν σε πολιτικούς στόχους. Και να ‘μαστε έξαφνα εμπρός σε μια σειρά από πολιτικά προγράμματα εκ των οποίων κανένα δεν πρέπει να έχει την υπεροψία να αυτοχαρακτηρίζεται ως «χριστιανικό». Πόσο μάλλον που, παρά τον θρυμματισμό που βιώνουμε, δεν παύει να υπάρχουν κοινές αξίες που ενώνουν χριστιανούς και μη. Το ερώτημα είναι: μπορούμε να τις βρούμε και να τις αναδείξουμε; Αν δεν παραδεχόμαστε πως κάτι τέτοιο συμβαίνει, θα ήταν σαν να παραδεχόμαστε πως έχουμε χάσει την πίστη μας στην ανθρώπινη λογική όπως την θέλησε ο Θεός, και την ικανότητά της να διακρίνει τι είναι ανθρώπινο και τι λιγότερο ανθρώπινο -ή πόσο μάλλον απάνθρωπο. Η εμπιστοσύνη μας όμως προς αυτήν την ικανότητα, ακόμα και στους μη χριστιανούς, είναι έκφραση της εμπιστοσύνης μας στον άνθρωπο -και τον Θεό. Αξίζει άρα τον κόπο να αναζητούμε τρόπους γόνιμης συνύπαρξης πιστών και μη. Είναι αλήθεια πως αυτή την εποχή βρισκόμαστε εμπρός σε επιλογές που αφορούν την φύση της οικογένειας, τον γάμο μεταξύ ομοφυλοφίλων και πολλές ακόμα όψεις της κοινωνίας σε τομείς όπως η βιοηθική, στις οποίες αντιλαμβανόμαστε πως η εκκλησία χρειάζεται να κάνει την φωνή της να ακουστεί ως τέτοια στον δημόσιο χώρο, ευελπιστώντας πως θα εκφράσει εκεί ορισμένες κοινές αξίες. Το να θέλουν ορισμένοι να στερήσουν αυτό το δικαίωμα από τους χριστιανούς θα ήταν μια φοβική αντίδραση, εντελώς άσχετη με την υγιή αντίληψη περί εκκοσμίκευσης. Από την μεριά της, η εκκλησία θα χρειαστεί να αποδείξει πως η συλλογική έκφραση της γνώμης της δεν θα εκφυλιστεί σε κάποια μορφή «λόμπινγκ». Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι αξίες. Αλλά υπάρχουν και άλλες αξίες, που το περίγραμμά τους ίσως να είναι κάπως πιο θολό, που αξίζει να εγείρουν τις συνειδήσεις μας: ο ρόλος των χρηματαγορών, η ευρωπαϊκή οικοδόμηση, το σταμάτημα της καλπάζουσας αύξησης της ανεργίας, οι στρατηγικές επιλογές στην ενέργεια: ιδού μια σειρά από ζητήματα όπου οι πολιτικοί στόχοι δεν μπορούν να συνταχθούν με μια μονοκοντυλιά, ούτε είναι δυνατό να υπάρξουν άξια λόγου πολιτικά προγράμματα χωρίς διαφωνίες. Ας προσπαθήσουμε όμως οι χριστιανοί που δεν μπορούμε να ομονοήσουμε σε ένα κοινό πολιτικό πρόγραμμα να συζητήσουμε τις διαφωνίες μας, και να το κάνουμε αυτό έχοντας ως κοινή αφετηρία την χριστιανική ανθρωπολογία: ιδού ένα απαιτητικό καθήκον! Αλλά ένα καθήκον που θα αποδειχθεί κατά πάσα πιθανότητα γόνιμο, στο βαθμό που θα συνδέεται με το άνοιγμα των χριστιανών προς όλους όσοι δρουν καθημερινά στον δημόσιο χώρο χωρίς να μοιράζονται μαζί μας την ίδια πίστη. Αυτή είναι η Λυδία λίθος της επιτυχημένης χριστιανικά διαβίωσης σε συνθήκες «διασποράς». Ο ευαγγελισμός, που καλούμαστε να ξαναζήσουμε υπό νέες συνθήκες, περνάει από μια τέτοια στάση. Αν δεν είναι αυτό, ο ευαγγελισμός θα καταντήσει μια άσκηση επίδειξης (της εναπομένουσας) «δύναμης» των χριστιανών στην σημερινή κοινωνία. Αλλά δεν είναι καθόλου αυτή η αποστολή του ευαγγελίου που μας χάρισε ο Χριστός.

Ο π. Gaston Piétri είναι δημοσιογράφος και ρωμαιοκαθολικός ιερέας στην Κορσική



Αφήστε μια απάντηση