Ιούν 12
04

Συζυγία και αγιότητα

Κάτω από (Χωρίς κατηγορία) από στις 04-06-2012

Claudine de Faÿ

Γράφει ο π. Βασίλειος Καλλιακμάνης

α) Ο χριστιανικός γάμος έχει υποστεί διαχρονικά έντονη εκκοσμίκευση. Παράλληλα απαξιώθηκε σε μανιχαϊκούς, εγκρατητικούς, γνωστικιστικούς ή άλλους παλαιούς και νέους κύκλους.
Τόση ισχυρή ήταν η τάση αυτή στην ιστορία της εκκλησίας, ώστε ανάγκασε τους αγίους Πατέρες να συζητήσουν το θέμα αυτό στο πλαίσιο τοπικών αλλά και Οικουμενικών Συνόδων και να εκδώσουν ιερούς κανόνες. Οι σχετικοί κανόνες καταδικάζουν όσους υποτιμούν τη δημιουργία του Θεού, δεν δέχονται τη βιβλική αλήθεια ότι ο Θεός «άρσεν και θήλυ εποίησεν τον άνθρωπον» και απέχουν από το γάμο όχι για λόγους άσκησης, αλλά διότι προέρχεται δήθεν από το Σατανά!

β) Η αποϊεροποίηση του γάμου ήταν πιο έντονη στο δυτικό χριστιανικό κόσμο. Αυτό φαίνεται τόσο από την καθιέρωση της υποχρεωτικής αγαμίας του κλήρου όσο και από το γεγονός ότι στις λαϊκές τάξεις ο γάμος θεωρούνταν βέβηλη πράξη. Γι’ αυτό, όπως έχει αποδείξει με τις έρευνές του ο γάλλος ακαδημαϊκός G. Duby, στη Δύση καλούσαν τον ιερέα να αγιάσει τη νέα οικία και τη συζυγική κλίνη, όχι όμως και να ευλογήσει το γάμο των νεονύμφων. Κι όταν ο ιερέας καλούνταν για ευλογία, απλώς επικύρωνε τη συμφωνία των συζύγων που είχε συναφθεί ενώπιον δύο ή τριών μαρτύρων.
γ) Στη θεολογία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης μπορεί να προκρίνεται η παρθενία, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υποτιμάται ο γάμος, που έχει μυστηριακό χαρακτήρα. Ο βιολογικός δεσμός και η συζυγία ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα καθαγιάζεται και προσλαμβάνει πνευματικές διαστάσεις. Η διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου που εμφανίζει το γάμο ως σύμβολο ενώσεως Χριστού και Εκκλησίας είναι λίαν χαρακτηριστική (βλ. Εφεσ. 5, 23 κ.ε.). Γι’ αυτό και σε ορισμένα μέρη της Ελλάδος υπάρχει η πεποίθηση ότι εκείνος που συμβάλλει στο χωρισμό ενός ανδρογύνου και τη διάλυση μιας οικογένειας μοιάζει με εκείνον που γκρεμίζει μια εκκλησία.
δ) Είναι γεγονός αναντίρρητο ότι ο γάμος διέσωζε καλύτερα την ιερότητά του, όταν συναρθρωνόταν με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Στις μέρες μας με την εισαγωγή νεότερων κοινωνικών αντιλήψεων, που προσέλαβαν νομική ισχύ, ο γάμος και η συζυγία απαξιώνονται και τείνουν να εκφυλισθούν. Από την άλλη καλλιεργείται η εντύπωση ότι αγιότητα και συζυγία δεν συμβιβάζονται. Η αντίληψη αυτή όχι μόνο δεν είναι σύμφωνη με τη χριστιανική παράδοση, αλλά διαψεύδεται και από τους βίους των αγίων.
ε) Και γράφονται αυτά, διότι στις 13 Φεβρουαρίου η Εκκλησία τιμά ένα ζευγάρι αποστόλων, που ήταν στενοί συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου. Πρόκειται για τον Ακύλα και την Πρίσκιλλα, οι οποίοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και βοήθησαν σημαντικά στο ιεραποστολικό έργο των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Όπως αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, όταν ο Απ. Παύλος αναχώρησε από την Αθήνα και έφθασε στην Κόρινθο, εκεί βρήκε έναν Ιουδαίο από τον Πόντο, που τον έλεγαν Ακύλα. Αυτός είχε έρθει πρόσφατα από την Ιταλία με τη γυναίκα του Πρίσκιλλα εξαιτίας ενός διωγμού. Μετά τη συνάντηση ο Παύλος, «διά το ομότεχνον είναι, έμενε παρ’ αυτοίς και ειργάζετο• ήσαν γάρ σκηνοποιοί τη τέχνη» (Πραξ. 18, 3).
στ) Κι όπως αναφέρει ο όσιος Νικόδημος Αγιορείτης στο Συναξαριστή, «τόσον δε πολλά ηγάπησεν τους δύο τούτους ο Απόστολος και διά την αρετήν των και την εις Χριστόν πίστιν, ώστε αναφέρει δι’ αυτούς εις τρεις επιστολάς του». Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Παύλος δεν μνημονεύει μόνο τον Ακύλα, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής που δεν έδιναν σημασία στις γυναίκες. Εκφράζεται θερμά και για τη σύζυγό του Πρίσκιλλα, ενώ στην προς Ρωμαίους Επιστολή την προτάσσει έναντι του συζύγου της. «Ασπάσασθε Πρίσκιλλαν και Ακύλαν τους συνεργούς μου εν Χριστώ Ιησού, οίτινες υπέρ της ψυχής μου τον εαυτόν τράχηλον υπέθηκαν» (Ρωμ. 16,3-4). Οι δύο αυτοί συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου μετέτρεψαν το σπίτι τους σε «κατ’ οίκον εκκλησίαν», και όπως σημειώνει ο άγιος Νικόδημος, «με τοιαύτην πολιτείαν ευηρέστησαν οι μακάριοι ούτοι εις τον Χριστόν και εις τον μακάριον Παύλον και εποίησαν πολλά θαύματα. ΄Υστερον δε συλληφθέντες από τους απίστους απεκεφαλίσθησαν και ούτω διέβησαν από την γην εις τους ουρανούς».
ζ) Στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, η οικογένεια αποδεικνύεται ότι αποτελεί τον πιο ισχυρό και σταθερό θεσμό της κοινωνίας. Κι ίσως χρειάζεται όλοι εκείνοι που συνέβαλαν στο ξεθεμελίωμα της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας να ανανήψουν. Η οικογένεια μπορεί να απορροφήσει τους κοινωνικούς κραδασμούς που γεννούν η ανεργία, ο αποκλεισμός, η φτώχεια και η ανέχεια. Κι όταν μάθουν οι άνθρωποι να μοιράζονται τη ζωή τους με έναν, δύο, τρεις ή και περισσότερους ανθρώπους, καταρχήν τους οικείους, τότε μπορούν να γίνονται ευρύχωροι και να ανοίγονται φιλάδελφα σε κάθε άνθρωπο. Τότε κάνουν το σπίτι τους «κατ’ οίκον εκκλησία», αγιάζονται εν Χριστώ και αγιάζουν τον κόσμο.

πηγή: Μακεδονία, 12/2/2012



Αφήστε μια απάντηση