• φωτόδεντρο
  • Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων

    Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων
  • Aγ. Γραφή

    Aγ. Γραφή
  • kutsal kitap

    startmenu
  • τυπικόν

    content
  • γραφείο νεότητας Αρχιεπισκοπής

    γραφείο νεότητας Αρχιεπισκοπής
  • Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών

    Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
  • Ι. Μ. Ν. Σμύρνης

    Ι. Μ. Ν. Σμύρνης
  • Συναξαριστής

    Συναξαριστής
  • EDUCATION AND religion

    religion
  • εθελουσία λήθη 2

    biz029
  • εθελουσία λήθη 3

    12 - 1.jpgPadraic MoodCollector
  • Π.Θ.Σ. ΚΑΙΡΟΣ

    foto kairos
  • ΠΑΝΣΜΕΚΑΔΕ

    logo
  • Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

    mesopelaga
  • religionslehrer.gr/

    religionslehrer.gr/
  • thriskeutikametaxi

    thriskeutikametaxi
  • θρησκευτικά αλλιώς

    θρησκευτικά αλλιώς
  • e- Θρησκευτικά.

    e- Θρησκευτικά.
  • Virtual School

    Virtual School
  • stavrodromi

    stavrodromi
  • δός μοι τοῦτον τὸν ξένον

    δός μοι τοῦτον τὸν ξένον
  • προφίλ

    SL384668

῾Η θυσία ἑνὸς δούλου. 667

Διήγημα τοῦ Χάινριχ Μπελ

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Σταυρός χωρίς ἀγάπη», ἐκδ. Μεταίχμιο

Γάιος Δέκιμος Μογκουντιάκος, ἰδιοκτήτης μιᾶς βιοτεχνίας ποὺ ἔφτιαχνε γύψινες προτομὲς καισάρων, ἐν ζωῇ καὶ μή, καθὼς καὶ εἴδωλα ὅλων τῶν ἐθνῶν, ποὺ ὁ ἕνας του γονιὸς καταγόταν ἀπὸ τὸν Ρῆνο, ἐνῷ ὁ ἴδιος ἦταν ρωμαῖος πολίτης, μπῆκε μιὰ φορὰ κατὰ τὰ μέσα Ἰουλίου τοῦ ἔτους 134 μ.Χ. στὸ γραφεῖο του στὴν ὡραία πόλη τῆς Κολωνίας, κοντὰ στὸ Καπιτώλιο, μὲ τὴν κακοκεφιὰ ζωγραφισμένη στὸ πρόσωπό του· ἀπὸ τὴν ὡραία, μοντέρνα βίλα ποὺ εἶχε σὲ κάποιο προάστιο τὸν εἶχε φέρει μέχρι τὴν πόρτα τοῦ γραφείου ἡ ἅμαξά του. Τὰ κορίτσια τοῦ γραφείου, οἱ νεαροὶ γιὰ τὶς ἐξωτερικὲς δουλειές, οἱ σχεδιαστές καὶ οἱ ἐργάτες ἄρχισαν νὰ τρέμουν βλέποντας τὸν τρομερὸ θυμὸ τοῦ ἀφεντικοῦ τους, ποὺ ὅπως ὅλα τὰ ἀφεντικὰ ἦταν στὴν προσω- πική του ζωὴ μιὰ χαρὰ ἄνθρωπος… Tὸ πρόσωπο ὅμως τοῦ πενηντάχρο- νου, φαλακροῦ καὶ χοντροῦ Γάιου φωτίστηκε μόλις ἀντίκρισε στὴν πο- λυθρόνα τῆς αἴθουσας ὑποδοχῆς τὸ φίλο καὶ συνεργάτη του, τὸν Πομπήιο, πού διηύθυνε ἕνα ὑπο- κατάστημα στὴ Ρώμη καὶ ὀργάνωνε τὶς πωλήσεις στὴν Ἰταλία. “Τὶ γίνεται, ἀγαπητὲ Πομπήιε;” εἶπε χαρούμε- να στὸ φίλο του. “Γιατὶ δὲν ἦρθες νὰ μείνεις στὸ σπίτι μου, ἤ μήπως ἔχεις καμιὰ ἐνδιαφέρουσα περιπε- τειούλα στὴν Κολωνία;” Γέλασε πο- νηρὰ σὰν λαδερὸς λουκουμὰς καὶ ὁδήγησε τὸν Πομπήιο στὸ γραφεῖο του. ῾Ο Πομπήιος ἁπλώθηκε στὸ κόκκινο ἀνάκλιντρο σὰν ἔμπειρος τεμπέλης καὶ ἤπιε μιὰ γουλιὰ ἀπὸ τὸ βαρὺ κρασί, προτοῦ ἀπαντήσει μὲ τὴ λεπτὴ φωνὴ του ποὺ θύμιζε εὐνοῦχο: “ Ἄχ… τὰ ἀρθριτικὰ καὶ τὰ νεῦρα μου μὲ ἔχουν τσακίσει· τὸ χειρότερο ὅμως εἶναι πὼς τὸ μέλλον διαγράφεται ζοφερὸ γιὰ τὴ δουλειὰ μας” εἶπε καὶ τὸ λεπτὸ του πρόσωπο σκυθρώπιασε. ῾Ο Γάιος ἄρχισε νὰ γελάει μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ, τόσο πού ἡ χοντρὴ κοιλιά του κουνιόταν πάνω κάτω, ἔπειτα χτύπησε τὰ πλα- δαρὰ του μάγουλα γιὰ νὰ συνέλθει ἀπὸ τὰ γέλια. “Πάντα ἀπαισιόδοξος, καλέ μου Πομπήιε, πάντα ἀπαι- σιόδοξος· οἱ πωλήσεις μας πῆγαν καλὰ τὸν τελευταῖο χρόνο· στὶς ἀποθῆκες μας δὲν ἔχει μείνει τίποτα· ἀκόμα καὶ κεῖνες τὶς λιγοστὲς προ- τομὲς τοῦ ἀπαίσιου τοῦ Νέρωνα τὶς πουλήσαμε σὲ κάτι γριὲς παρθένες ποὺ δὲν βλέπουν πιὰ καλὰ… ἀλλὰ καὶ τὰ παλιὰ ἀνάγλυφα, ἀπὸ τοὺς κίονες τοῦ Τραϊανοῦ, τὰ δώσαμε κι αὐτά, χά χά, κι ἐσὺ ἐξακολουθεῖς νὰ εἶσαι ἀπαισιόδοξος!”. ῾Ο Πομπήι- ος σκούπισε κάπως πειραγμένος τὸ μαλθακό του στόμα. “Δὲν μιλάω γιὰ τὸ παρελθόν, γιὰ τὸ μέλλον μιλάω· ξέρεις ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναθεματισμένη αἵρεση τῶν χρι- στιανῶν ἐξαπλώνεται ὅλο καὶ πιὸ πολύ, τουλάχιστον στοὺς πληβείους ποὺ πείθονται μὲ κάθε ἀνοησία ποὺ διαθέτει κάποιο κοινωνικὸ ἐπίχρι- σμα (στοὺς πολιτικοὺς κύκλους τῶν Ρωμαίων οἱ γνῶστες μιλοῦν γιὰ μιὰ καινούργια ἐξέγερση σὰν ἐκείνη τοῦ Σπάρτακου). Καὶ ξέρεις ἄλλωστε ὅτι αὐτὰ τὰ χαμηλὰ στρώματα ἦταν πάντα οἱ καλύτεροι πελάτες γιὰ τὰ μπιχλιμπίδια τῆς βιοτεχνίας σου· τὴ χρονιὰ ποὺ μᾶς πέρασε μάλιστα» ἡ φωνὴ του ἄλλαξε τώρα, ἀκούστη- καν τὰ κορίτσια τοῦ γραφείου νὰ ῾Η θυσία ἑνὸς δούλου Διήγημα τοῦ Χάινριχ Μπελ Ὁ Πορτρέτο Φαγιούμ35 γελάνε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα «κατάφε- ρα μὲ κόπο νὰ πουλήσω στὴ Ρώμη μόνο τὶς μισὲς προτομὲς καὶ τὰ μισὰ ἀνάγλυφα ἀπ᾽ ὅσα πουλούσαμε μέχρι τώρα· τὰ ἄλλα μισὰ τὰ ἔδω- σα στοὺς ἐμπόρους ποὺ πηγαίνουν στὴ Σμύρνη καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια, σὲ πολὺ χαμηλὴ τιμή, ἀγαπητέ μου, σὲ πολὺ χαμηλὴ τιμή”. Σταύρωσε τὰ χέρια μπροστὰ στὸ στῆθος καὶ μὲ τὴν ἱκανοποίηση ἑνὸς χορτάτου γου- ρουνιοῦ κοίταξε τὸν Γάιο, ποὺ τώρα ἔδειχνε βυθισμένος σὲ σκέψεις, ἐνῷ ὁ ἰδρώτας κυλοῦσε στὸ χλωμὸ καὶ παχύ του πρόσωπο. Πέρασαν με- ρικὰ λεπτὰ ποὺ ἔμειναν σιωπηλοί, ὕστερα ὁ χοντρός Γάιος χτύπησε μὲ τὸ χέρι τὸ μέτωπό του τόσο, πού τὸ πλαδαρό του σῶμα τραντάχτηκε ἀπ᾽ τὴν κορυφὴ μέχρι τὰ νύχια. “Εὕρη- κα!” μούγκρισε. “Εὕρηκα, εἶναι τόσο ἁπλὸ… ,ἄχ, τόσο ἁπλὸ… εὕρηκα!” ῎Εμεινε νὰ γελάει γιὰ λίγο ἀπὸ μέσα του, τρομαχτικά, χωρὶς νὰ βγάζει ἦχο, κι ἔπειτα λύτρωσε τὸν Πομπήιο ἀπὸ τὴν ἀγωνία ποὺ τὸν εἶχε κυριεύσει. “Εἶναι τρο- μερὰ ἁπλό. Θὰ φτιάξουμε γύψινα ὁμοιώματα ποὺ θὰ ἀπευθύνονται σ᾽ αὐτοὺς τοὺς χριστιανούς. Εἰκόνες αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀπελευθέρω- σε τὴν ἀνθρωπότητα… χά… χά”. ῾Ο Πομπήιος εἶχε μείνει ἐμβρόντητος καὶ ξέχασε ὅλη του τήν ἀξιοπρέπεια πού εἶχε ὡς ρωμαῖος πολίτης· γονάτι- σε καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει: “Εἶσαι μεγαλοφυΐα… μεγα- λοφυΐα, Γάιε, πραγματικὴ με- γαλοφυΐα”. ῾Ο Γάιος ὅμως, τοῦ ὁποῖου ἡ διάθεση εἶχε χαλάσει πάλι, μουρμούρισε δύσθυμα: “῾Υπάρχει ὅμως ἕνα πρόβλημα: οἱ προτομὲς μας εἶναι φτιαγμένες ὅλες σύμφωνα μὲ τὸ πρωτότυπο ἤ τουλάχιστον σύμφω- να μὲ τὴν πρωτότυπη προτομή· τὶς πρωτότυπες προτομὲς τὶς φυλᾶμε σὰν κόρη ὀφθαλμοῦ στὸ ἀρχεῖο μας· ὑπάρχει καμιὰ εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ;”. “ Ὄχι, ἦταν ἕνας ῾Εβραῖος ποὺ τὸν σταύρωσαν γύρω στὰ τριάντα του”. ῾Ο Γάιος σκέφτηκε γιὰ λίγο κι ἔπειτα εἶπε χαμογελώντας: “Θὰ φτιάξουμε μινιατοῦρες ποὺ θὰ παριστάνουν ἕναν σταυρωμένο Ἑβραῖο, αὐτοὶ εἶναι ὅλοι ἴδιοι. Τὸ σταυρὸ θὰ τὸν φτιάξουμε ἀπὸ ξύλο -ὅσο γιὰ τριαντάχρονο Ἑβραῖο, ἔχουμε ἕναν· τὸν σκλάβο μου τὸν Κάντο, ἕναν Σημίτη ἀπὸ τὴ Συρία· θὰ τὸν βοηθήσουμε νὰ ἀνέβει στὸ σταυρὸ καὶ θὰ ποῦμε στοὺς σχε- διαστές μας νὰ φτιάξουν μιὰ ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ πιστὴ ἀπεικόνιση ἑνὸς σταυρωμένου τριαντάχρονου Ἑβραίου”. Χωρίς νὰ περιμένει τὴν ἀπάντηση τοῦ Πομπήιου, τράβηξε τὸ σχοινὶ ποὺ κρεμόταν πάνω ἀπὸ τὸ γραφεῖο του, χτύπησε τὸ κουδούνι καὶ ὅταν στὴν πόρτα ἐμφανίστηκε μιὰ κοπέλα ποὺ ὑποκλίθηκε μὲ σε- βασμὸ, ἐκεῖνος εἶπε κοφτά: “Στεῖλε κάποιον στὸ σπίτι μου νὰ φέρει τὸ σκλάβο μου, τὸν Κάντο”. »Μισὴ ὥρα ἀργότερα τρεῖς πελώριοι ξανθοὶ σκλάβοι τοῦ Γάι- ου, ποὺ κανονικὰ ἡ δουλειά τους ἦταν νὰ ἀνακατεύουν τὸ γύψο στὸ ἐργαστήριο, ἦταν τώρα στὸ προ- αύλιο κι ἔφτιαχναν ἕνα σταυρὸ ἀπὸ φρεσκοκομμένες σανίδες. ῾Ο Γάιος, ὁ Πομπήιος, μερικοὶ σχεδιαστὲς καὶ ὁ σκλάβος Κάντος στέκονταν λίγο πιὸ κεῖ καὶ κοιτοῦσαν. ῾Ο Κάντος, πού εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἀφρικὴ μόλις πρὶν ἀπὸ λίγους μῆνες, ἦταν χριστιανός· ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος ποὺ φρόντιζε τὸν κῆπο τοῦ Γάιου καὶ ποὺ μόνη του περιουσία ἦταν ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ ἀγάπη. Μὲ τὸν ἤπιο τρόπο ποὺ τὸν χαρακτήρι- ζε πάντα, θέλησε νὰ προβάλλει ἀντιρρήσεις γιὰ ὅλον αὐτὸν τὸ χλευασμό, ὁ Γάιος ὅμως σήκωσε τὸ χοντρό του χέρι καὶ τοῦ ἔδωσε μιὰ γερὴ γροθιὰ στὸ πρόσωπο, ἔτσι πού τὸ στόμα του πλημμύρισε στὸ αἷμα. ῞Οταν τελείωσαν τὸ σταυρὸ καὶ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸν Κάντο, ἐκεῖνος πλησίασε πάλι τὸν κύριό του καὶ εἶπε σιγανά: “Δὲν θὰ τὸ κάνω· εἶμαι χριστιανός”. ῞Ολοι ἔβαλαν τὰ γέλια· “Τὶ μᾶς λές! Χριστιανός!”. ῾Ο Γάιος ἔκανε νόημα στοὺς σκλάβους νὰ τὸν ἀφήσουν, ἔκλεισε στοὺς ἄλλους τὸ μάτι προσέχοντας νὰ μὴν τὸν δεῖ ὁ Κάντος καὶ εἶπε ἤρε- μα: ” Ἐντάξει, μπορεῖ νὰ σ᾽ ἀφήσω νὰ ζήσεις, πές μου ὅμως πῶς σταύρωσαν τὸν Χριστό σας”. ῾Ο Κάντος στεκόταν σιωπηλὸς μὲ τὸ κεφάλι σκυφτὸ καὶ ἡ σιωπὴ ἄγγι- ξε τὴν καρδιὰ ἀκόμα κι αὐτοῦ τοῦ ἄξεστου ἀνθρώπου· ὁ Πομπήιος ὅμως πῆρε τὴ ζώνη του κι ἄρχισε νὰ χτυπᾶ τὸν Ἑβραῖο στὴν πλάτη μέχρι ποὺ τὰ ροῦχα του κολλοῦσαν ἀπ᾽ τὸ αἷμα· καὶ ὁ Γάιος ὅμως γιὰ νὰ καταπνίξει τὶς ἐνοχές του, ἄρχισε νὰ φωνάζει μὲ τρομερὴ φωνή: “Μίλα, ἑβραϊκὸ σκυλί!”. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιποι ξέχασαν τὴν ἀρχική τους ἀναστάτωση καὶ παρατηρώντας αὐτό τὸν ἀξι- οθρήνητο, καταματωμένο Ἑβραῖο ξαφνικὰ ξέσπασαν σὲ τρανταχτὰ γέλια. Καὶ τότε ὁ Κάντος, χωρὶς νὰ σηκώσει τὸ κεφάλι, ἄρχισε νὰ λέει σι- γανά: “Τὸν κάρφωσαν πάνω στὸ σταυρὸ… κι ἔσπασαν τὰ κόκαλα τῶν ἄλλων δύο πού εἶχαν σταυρώσει μαζὶ του· ὅταν ὅμως πλησίασαν τὸν Ἰησοῦ καὶ εἶδαν ὅτι ἦταν ἤδη νεκρός, τοῦ τρύπησαν μὲ μιὰ ξιφολόγχη τὸ ἕνα πλευρὸ κι ἀπὸ μέσα ξεπήδησε αἷμα καὶ νερό”. ῾Ο Γάιος ἔκανε στοὺς σκλάβους του ἕνα κοφτὸ νεῦμα, ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ μόνο οἱ ἀφέντες ξέρουν νὰ κάνουν, καὶ κεῖνοι ἔπιασαν ἀμέσως τὸν Ἑβραῖο καὶ τὸν κάρφω- σαν στὸ σταυρό. ῾Ο Κάντος ἔμεινε τελείως σιωπηλός· ἐπικρα- τοῦσε ἀπόλυτη ἡσυχία, τὸ μόνο πού ἀκουγόταν ἦταν ὁ ἀνεπαίσθητος θόρυβος τῶν μολυβιῶν ποὺ γλι- στροῦσαν πάνω στὸ χαρτί. Καὶ ξαφ- νικὰ ὁ Πομπήιος πῆρε ἕνα σφυρὶ καὶ χτύπησε τὸν σταυρωμένο Ἑβραῖο στὰ πλευρὰ φωνάζοντας: “Εἴμαστε ρεαλιστές!”. ῾Ο Κάντος ἔβγαλε μιὰ τρομαχτικὴ κραυγὴ καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα του…»

;


Αφήστε μια απάντηση

Copyright © …για το Μάθημα των Θρησκευτικών          Φιλοξενείται από Blogs.sch.gr
Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων