Δεκ 11
29

Ὁ ἄλλος ἥλιος

Κάτω από (θεολογωντας, μνημη χριστουγέννων) από στις 29-12-2011

p. klee

Τοῦ Ὀλιβιὲ Κλεμὰν

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ ἄλλος ἥλιος»,
ἔκδοση Σπορᾶς.

Mιὰ φορά. Ὁ πατέρας μου μοῦ μίλησε μιὰ φορά. Τὸν ἄλλον καιρὸ σιω- ποῦσε. Διάβαζε βιβλία. Γι’ αὐτὰ δὲ μιλοῦσε σὲ κανέναν. Ὅμως, τὰ βρῆκα μέσα στὴν ἀξιολογότατη βι- βλιοθήκη του. Οἱ ἀδελφοὶ Καραμα- ζώφ, τοῦ Ντοστο- γιέφσκι, ὁ πατὴρ Σέργιος, τοῦ Τολ- στόι, ὁ βίος τοῦ ἁγίου Σεργίου, τοῦ Μπόρις Ζάϊτσεφ. Ὁ πατέρας μου σιωποῦσε. Ζοῦσε τὴν οἰκογενειακὴ ζωὴ καὶ σιωποῦσε. Ἡ ἀδελφή του ζοῦσε μόνη της στὸ χωριὸ καὶ σι- ωποῦσε. Ὡστόσο, ὅλα τὰ πράγματα, ποὺ ἦταν γύρω της, ἰδιαίτερα τὰ φυτά, ἦταν ζωντανά. Βέβαια, ἦταν ἄθεη, σὰν τὸν πατέρα της. Ὅμως, βρῆκα μέσα στὸ συρτάρι, στὸ ὁποῖο ἔβαζε τὰ πιὸ ἀγαπημένα της πράγ- ματα, ἕνα ἀντίτυπο τοῦ Εὐαγγελίου κατὰ Ἰωάννη. Ὁ βίος τοῦ ἁγίου Σεργίου, τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννη. Αὐτὸ ἦταν τὸ μυστικό τους. Παρακολού- θησα αὐτὸ τὸ πελώριο γεγονός: τὸ σαβάνωμα ὁλόκληρου τοῦ λεξι- λογίου, ποὺ ἀναφέρεται στὸν Θεὸ καί, ταυτόχρονα, τὸ τέλος ἑνὸς πο- λιτισμοῦ. Ὅταν σκέφτομαι αὐτὸ τὸ τυπικὸ τοῦ σβησίματος, αὐτὴ τὴ μακρά, συνολικὴ σιωπή, γύρω ἀπ’ τὴ φωτιὰ τοῦ σπιτιοῦ, μοῦ φαίνεται, πὼς ἔχω ζήσει σ’ ἕναν ἄλλο κό- σμο, ἀπ’ αὐτούς, ποὺ μελετοῦν οἱ ἐθνολόγοι. Αὐτὸς ὁ πολιτισμὸς ἦταν πολυ- σύνθετος. Δὲ μίλησα, παρὰ μονάχα γιὰ μιὰ φόρμα του. Κατάρρευσε, ἀλλ’ ὄχι ταυτόχρονα παντοῦ. Γιὰ πολλὰ γαλλικὰ περιβάλλοντα κι εἰδικότερα γιὰ τοὺς χριστιανούς, ἡ κατάρρευση εἶναι γεγονὸς σύγχρο- νο. Ἀναμφίβολα, αὐτὴ εἶναι ἡ σκλη- ρή, ἀλλά, τελικά, ὠφέλιμη δοκιμα- σία τῆς ἐλευθερίας. Συνειδητοποιεῖ πὼς βρίσκεται στὴν ἔσχατη φάση. Πὼς γλιστράει στὶς ἐναλλακτικὲς θρησκεῖες, στὶς πολιτικὲς ἢ στὶς ἄλ- λες. Ὅμως, ἐμφανίζονται, ταυτόχρο- να κι οἱ πρόδρομοι ἑνὸς ἀνανεωμέ- νου Χριστιανισμοῦ. Ἡ προφητικὴ δύναμη τῶν μεγά- λων Ρώσων, ὅπως τοῦ Ντοστογιέφ- σκι, φανερώνεται, μὲ τὸ ὅτι αὐτοὶ μπόρεσαν νὰ τὰ γνωρίσουν ὅλα αὐτὰ ἕνα αἰώνα πρὶν ἀπὸ μᾶς. Ἔλλει- ψη τῶν οὑμανιστικῶν παραδόσεων, ἀναμφίβολα. Ὅ,τι καὶ νάταν, ἐκεῖνοι προχώρησαν ἕνα αἰώνα μπροστὰ ἀπὸ μᾶς, ἴσαμε τὸ τέρμα τοῦ ἀθεϊ- σμοῦ. Ἐμεῖς γιὰ πολὺ καιρό, κατορ- θώσαμε νὰ κάνουμε τὸ ζήτημα θέμα γιὰ κουβέντα. Νὰ τὸ κάνουμε ἕνα θέμα φιλολογίας. Θαυμάσια φιλο- λογικὴ ἀρρώστια τῶν πολιτισμένων λαῶν! Μένουμε προστατευμένοι ἀπὸ σοφίες, ἀπὸ ρυθμοὺς κι ἀπὸ παιχνίδια, τὴ στιγ- μή, ποὺ οἱ μεγά- λοι Ρώσοι, ἀντιμε- τωπίζοντας ἄμεσα τὸν ἀθεϊσμὸ τῶν θεωριῶν μας, διαι- σθάνονταν τὴν κό- λαση, τὸν θάνατο, τὴν ἀνάσταση: τὸ παραδεισιακὸ ξέ- φωτο, τὸ πασχά- λιο τραγούδι τῶν καμπάνων. Θυμη- θεῖτε τὸν Ντοστο- γιέφσκι στὴν ἐξορία. Ὕστερα ἀπ’ τὴν κόλαση, ποὺ ἔζησε, καθὼς περίμενε τὴν κρεμάλα καὶ καθὼς ἀντίκρυσε τὸν νεκροθάλαμο. Ακούει συχνὰ τὶς κωδωνοκρουσίες τοῦ Πάσχα κι ἡ βεβαιότητα τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, τοῦ Θεοῦ, ποὺ σταυρώθηκε καὶ νίκησε τὸν θάνατο, τὸν συνεπαίρνει: «Ὑπάρ- χει! Ὑπάρχει!». Ἀπὸ τότε, ὁλόκληρη ἡ Ρωσία γνώρισε τὴν κάθοδο στὸν ᾅδη. Κι οἱ μαρτυρίες τῆς ἀνάστασης  ἔρχονται ἀπὸ κεῖ. Τὸ παράδοξο πλε- ονέκτημα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι, πὼς ἡ ἴδια ἡ ἱστορία μᾶς σπρώχνει στὸ ἔσχατο. Στὸ στομίο τοῦ πιστολιοῦ ἢ στὰ πόδια τοῦ σταυροῦ, ἔλεγαν οἱ «παρακμασμένοι» τοῦ τέλους τοῦ περασμένου [19ου] αἰώνα. Ἀπό τότε, τὸ στόμιο τοῦ πιστολιοῦ πῆρε Ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο Ὁ συγγραφέας – γνωστὸς θεολόγος σήμερα – ἀφηγεῖται τὰ παιδικά του χρόνια μέσα σ’ ἕνα συνειδητὰ ἀθεϊστικὸ περι­ βάλλον καὶ τὶς ἀφετηρίες τῶν προσωπικῶν, ἐκείνων, ἀναζητήσεων ποὺ θὰ τὸν ὁδηγοῦσαν, ἀργότερα, ν’ ἀσπαστεῖ τὴν ὀρθόδοξη πίστη. Πειραϊκὴ Ἐκκλησία35 παράδοξες διαστάσεις. Στηθήκαμε ὅλοι μπροστά του. Λοιπόν, ὁ βίος τοῦ ἁγίου Σερ- γίου ἢ τὸ Εὐαγγέλιο κατὰ Ἰωάννη ἦταν πραγματικὰ τὸ μυστικό τους. Ὁ Θεὸς γινόταν τὸ μεγάλο μυστικὸ τῆς ἐποχῆς μας. Δὲ μοῦ μίλησαν ποτὲ γι’ αὐτόν. Κι ἀκόμα λιγότερο γιὰ τὸν Χριστό. Ὅταν κάποτε ἔκανα στὸν πατέρα μου τὶς ἀποφασιστικὲς ἐρωτήσεις: «Γιατί ζοῦμε; Γιατί πεθαί- νουμε;» μ’ ἀπάντησε − θυμᾶμαι βρι- σκόμουνα στὰ ἑπτὰ ἢ στὰ ὀχτώ μου χρόνια: − Ὅταν πεθαίνουν, δὲν ὑπάρχει, παρὰ τὸ μηδέν. Ὅμως, παρ’ ὅλο αὐτό, πρέπει νὰ προσπαθοῦμε νά- μαστε καλοί, νάμαστε δίκαιοι. − Κι οἱ ἄλλοι τί κάνουν; − Ξέρεις πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲν ὑπακούουν, παρὰ μονάχα στὸ συμ- φέρον τους. Ὅμως, πρέπει, παρ’ ὅλο αὐτό… Ὁ πατέρας μου, ὅταν ἀπαντοῦσε σὲ τέτοιες ἐρωτή- σεις ἔδειχνε παράξενος. Ἡ ἰδεολογία τῶν πρότυπων σχο- λῶν τῆς ἀρχῆς τοῦ αἰώνα μας [20οῦ] χρωμα- τισμένη μὲ λίγο σοσιαλισμό, ποὺ εἶχε καταντήσει θλιμμένος, σχη- ματοποιόταν ἀπ’ αὐτὸν αὐθόρμη- τα. Γιὰ τὸ θεμελι- ακὸ θέμα, ποὺ τὸ ἐρευνοῦσε μέσα στὴ βιογραφία τοῦ ἁγίου Σεργί- ου, δὲν εἶχε λεξι- λόγιο νὰ μιλήσει. Μιὰ μόνη λέξη σφράγιζε τὴν τυπο- ποιημένη φιλοσοφία του: τὸ μηδέν. Μὲ τὴν ἀδερφή μου − εἶναι δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου, εἶναι μιὰ μεγάλη ἀδερφὴ − περνῶ κάτω ἀπὸ μιὰ ὄμορφη γέφυρα τοῦ δέκατου ὄγδοου αἰώνα. Ἡ γέφυρα αὐτὴ συν- δέει τὴν παλιὰ πόλη μὲ τὸν λόφο. Ἐκεῖ κανονίσαμε νὰ πᾶμε, γιὰ νὰ λουστοῦμε στὸ φῶς. − Εἶναι παλιὰ ἡ γέφυρα; − Ὤ, ναί! Τὴ χτίσαν τὸν καιρὸ τοῦ Λουδοβίκου τοῦ δέκατου πέμπτου. Πολλοὶ ἄνθρωποι, ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ μᾶς, τὴν εἶδαν. Καὶ θὰ τὴ δοῦν πολλοὶ ὕστερα ἀπὸ μᾶς. − Κι ἐμεῖς; − Τὸ ξέρεις… ἐμεῖς θάμαστε νεκροί… − Τί εἶναι ὁ θάνατος; − Εἶναι τὸ μηδέν. Μιὰ στιγμή. Δὲ μπορῶ πιὰ ν’ ἀναπνεύσω. Μονάχα ἀναπνέοντας δυνατά, ὅπως εἶχα μάθει, μαζεύο- ντας τὴν κοιλιά, λιγοστεύει κανεὶς τὴν ἀγωνία. Καλοὶ ἄνθρωποι, σοφοὶ ἄνθρω- ποι, ποὺ δουλεύετε γιὰ χρόνια πολλὰ σὲ πανεπιστημιακὴ καρριέ- ρα, δίχως ποτὲ ν’ αὐτοκτονήσετε (ὅμως, μερικοὶ ἀπ’ τοὺς φοιτητές σας αὐτοκτονοῦν) μέσα στὴν κα- ταπίεση ἑνὸς αὐτονομημένου λεξι- λογίου − ἐπειδὴ δὲν παραπέμπει, παρὰ στὸν ἑαυτό του − ἔτσι, ποὺ ὅλα καταντοῦν ἀνακόλουθα, ἀνό- μοια, ἀδιάφορα. Καλοὶ ἄνθρωποι, σοφοὶ ἄνθρωποι, ἐσεῖς φαντάζεστε, πὼς δὲν ἔχω ἀνάγκη νὰ ρωτήσω κά- ποιον γιὰ τὸ νόημα, γιὰ τὸ μή-νόημα ἢ γιὰ τὴν ἀπουσία τοῦ νοήματος τῆς λέξης «μηδέν». Ὅταν πεθαίνουν, ὑπάρχει τὸ μη- δέν. Ὅλοι οἱ προηγούμενοι ἔχουν πεθάνει. Κι ὅλοι οἱ ἑπόμενοι θὰ πε- θάνουν. Κατοικοῦμε κοντὰ σ’ ἕνα σταθμό. Τὰ τρένα, τὰ τρένα εἶναι γεμάτα ἀπὸ πρόσωπα, ποὺ δὲ θὰ μπορέσω ποτὲ πιὰ νὰ τὰ ξαναδῶ. Τὰ τείχη μ’ ἐνοχλοῦν: ποιός κατοικεῖ πίσω ἀπ’ αὐτά; Ἀκόμα κι ἂν τὸ ἤξε- ρα γιὰ τοῦτο τὸν τοῖχο, ποὺ ὀρθώ- νεται μπροστά μου, στὸ βάθος τῆς αὐλῆς ὑπάρχουν κι ἄλλοι, ὁλοένα κι ἄλλοι. Κάποτε μᾶς πῆγαν ὅλους τοὺς μαθητὲς τοῦ σχολείου μου στὸ δημοτικὸ θέατρο, γιὰ νὰ δοῦμε τοὺς φολκλορικοὺς χοροὺς μιᾶς χώρας τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης. Ἀγάπησα μιὰ χορεύτρια, ποὺ μίλησα μαζί της ἐκεῖ. Ἔφυγε γιὰ πάντα. Ἄρχισα νὰ σκαλίζω ἀδιάκοπα, γιὰ χάρη της, μαλακὲς πέτρες στὴν αὐλὴ καὶ νὰ τὶς θάβω, λειτουργώντας τὸ τελετουρ- γικὸ τῆς ἀπελπισίας. Τὰ πολυαγαπη- μένα μου ἀστέρια, ξαφνικά, μὲ γέμι- ζαν μὲ τρόμο: ἴσως − ἔλεγε κάποιος μέσα μου − νάναι σβησμένα ἀπὸ χιλιάδες χρόνια κι ἐμεῖς νὰ βλέπαμε μὲ τὰ μάτια μας τὰ φαντάσματα τῶν πτωμάτων τους. Ἡ νύχτα κι ἡ ἀγω- νία μὲ ξυπνοῦσαν. Μέσα στὴ νύχτα, κάποιο πράγμα, κάποιος εἶχε καθί- σει πάνω στὸ στῆθος μου καὶ μοῦ προκαλοῦσε ἀσφυξία. Τὸ νομάτιζα «μηδέν». Τώρα ξέρω τὸ πραγματι- κό του ὄνομα. Δὲν ἄντεχα πιὰ τὸν ἀκανόνιστο χτύπο τοῦ αἵματός μου, ποὺ ἀναμεταδινόταν στὸ μαξιλάρι μου. Ἔτρεχα στὸ παράθυρο. Κι ἀπὸ κεῖ ἔβλεπα τὰ νεκρὰ ἀστέρια, τὸ πα- ράλογο ἄπειρο, τὸ διάστημα, ποὺ ἁπλωνόταν ἀκόμα κι ἀκόμα. Τίποτα πάνω ἀπ’ τὸ κενὸ καὶ μετὰ τὸ κενό. Ἀνοιγόταν μιὰ τρύπα ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές, ἔτσι, ποὺ νὰ πέφτει κανεὶς ἀδιά- κοπα, μὲ μιὰ σιω- πηλὴ κραυγή. Ρώτησα: − Τί ὑπάρχει πιὸ μα- κριὰ ἀπ’ τὰ ἀστέρια; − Κι ἄλλο μαῦρο, κι ἄλλα ἀστέρια. − Καὶ πιὸ μακριά; − Ἀκόμα κι ἄλλο, πάντοτε, χωρὶς τέλος, χωρὶς τέλος… Ἔτσι ἔζησα, μὲ τὸν τρόπο μου, αὐτὴ τὴν ἀνακάλυ- ψη, ποὺ ἀφανίζει τὴ Δύση καί, ξεκι- νώντας ἀπ’ αὐτή, σιγά-σιγὰ ὁλόκλη- ρη τὴ γῆ, ἀπ’ τὴν ἐποχὴ τοῦ δέκατου ἕβδομου αἰώνα: ὁ μαῦρος οὐρανός, τὸ κενό. Καὶ τὸ ἄγγελμα, ποὺ ὁ Ἰωάννης-Παῦλος κι ὁ Βινὺ ἔχουν βάλει στὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ: ὁ οὐρανὸς εἶναι κενός, ὁ οὐρανὸς εἶναι ὁ θάνατος. Ἀργότερα διάβασα τὴν κραυγὴ τοῦ τρελλοῦ: «Τί κατορθώσαμε, ὅταν ξεκολλήσα- με τὴ γῆ ἀπ’ τὸν ἥλιο της; Ποῦ πάει ἡ γῆ τώρα; Ποῦ θὰ πᾶμε καὶ μεῖς οἱ ἴδ- ιοι; Μακρυὰ ἀπ’ ὅλους τοὺς ἥλιους; Δὲ γκρεμιζόμαστε ἀδιάκοπα; Μπρο- στά, πίσω, στὰ πλάγια, ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές; Ὑπάρχει ἀκόμα ἕνα «πάνω», ἕνα «κάτω»; Δὲν προχωροῦμε χα- μένοι μέσα σ’ ἕνα ἀπέραντο ἄπειρο; Δὲ νοιώθουμε τὸ φύσημα τοῦ κενοῦ στὸ πρόσωπό μας; Δὲν κρυώνουμε; Δὲν ἔρχεται ἡ νύχτα, πάντοτε περισ-36 σότερη νύχτα;» Ἡ ἐμπειρία τοῦ κακοῦ, καθημερινὸ νόμισμα τοῦ θα- νάτου, σιγά-σιγὰ μὲ συνέπαιρνε: ὁ πόνος, ποὺ δὲ βαθαίνει τὴν ὕπαρ- ξη, ἡ κατάπτωση, ὁ θάνατος τῶν νεαρῶν ὑπάρξεων. Ἀκόμα, τὸ ἱστο- ρικὸ κακό, ἡ ἀνεργία, ἡ οἰκονομικὴ ἀσφυξία, ἡ αὔξηση τῶν ὁλοκληρω- τισμῶν καὶ τῶν πολέμων. Ὅλα αὐτὰ ἔπαιρναν, γιὰ μένα, τὸ γκρίζο χρῶμα τοῦ «μηδέν», ὅπως οἱ χέρσες περι- οχὲς τῆς πόλης, στὶς ὁποῖες ἄρχισα ν’ ἀλητεύω. Καὶ δὲν ὑπῆρχε καταφύγιο. Δὲν εἶχα μπεῖ ποτὲ σὲ μιὰ ἐκκλησία. Οὔτε ποὺ μοῦ ἦρθε ἡ ἰδέα. Κι ἂν ἔκλειναν ὅλες τὶς ἐκκλησίες, δὲ θὰ τόπαιρνα εἴδηση. Ὅταν ἔκανα τὸ πρῶτο μου ταξίδι στὸ Παρίσι εἴμουνα δώδεκα χρονῶν. Οἱ γονεῖς μου ἐπισκεφτή- κανε τότε πολλὲς ἐκκλησίες ἀπὸ χρέος «πολιτιστικό». Νομίζω, πώς, ἴσως, ὁ πατέρας μου ζητοῦσε κάτι ἄλλο σ’ αὐτὴ τὴν ἄσκοπη περιπλά- νηση. Ακολουθοῦσα ἐνοχλημένος. Οἱ μόνες, ποὺ μὲ γοήτεψαν ἦταν οἱ κολῶνες τῆς Παναγίας, αὐτὰ τὰ λεπτοκαμωμένα δεμάτια, ποὺ ἀνέ- βαιναν, ἀνέβαιναν καὶ μοῦ φαινό- ταν πὼς χάνονταν στὸ μισόφωτο. Ὁ Θεὸς τῆς γοτθικῆς τέχνης ἔχει ἐξο- ριστεῖ στὸν οὐρανό. Κι ὁ οὐρανὸς εἶναι ἄδειος, τὸ ἤξερα. Οἱ κολῶνες τῆς Παναγίας ἦταν γιὰ μένα σὰ μιὰ φωτιὰ ἀρχιτεκτονικῆς τέχνης, ποὺ τραβοῦσε πρὸς τὸ κενό. Μιὰ ἀνάμνηση πιὸ παλιά. Μιὰ πλατεία μὲ μαύρη ἄσφαλτο. Ἕνας πελώριος γκριζοπράσινος σταυρός. Πάνω στὸν σταυρὸ ἕνας ἄνθρωπος πεθαμένος. Πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι του μιὰ ἐπιγραφή: Ι.Ν.Β.Ι. Φαντα- ζόμουνα, πὼς ἤταν τὸ ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου. Στὴ βάση τοῦ σταυροῦ τυλιγόταν ἕνα φίδι. Στὸ στόμα του κρατοῦσε ἕνα μῆλο. Μοῦ ἄρεσε αὐτὴ ἡ «ἀνάπτυξη» τοῦ «ἑλικοει- δοῦς» γύρω ἀπὸ ἕνα ἄξονα. Κι οἱ λεπτὲς νευρώσεις τῶν φύλλων, ποὺ ἔφταναν ἀκόμα καὶ στὰ κοτσά- νια τῶν φρούτων. Ὅμως, πάνω ἀπ’ ὅλα, ἔβλεπα, πὼς ὁ ἄνθρωπος ἦταν πεθαμένος. Χριστιανοὶ − καὶ πρέπει νὰ τὸ προσδιορίσω − Χριστιανοὶ τῆς Δύ- σης, γιατί ἔχετε ἀναπαραστήσει πα- ντοῦ τὸν Χριστὸ σὰν πτῶμα, σὰν ἕναν πεθαμένο δίχως ἐλπίδα; Αὐτόν, ποὺ εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου; Τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἕνα πτῶμα. Τὸ Πνεῦμα δὲ σταμάτη- σε νὰ τὸ διαπερνάει… Πρὶν τρία χρό- νια πέρασα μερικὲς βδομάδες τοῦ καλοκαιριοῦ σὲ μιὰ ὑπέροχη κοι- λάδα τῶν Πυρηναίων, πού ‘χε μιὰ γλυκύτητα πράσινη καὶ γκρίζα. Ἡ περιοχὴ αὐτή, γιὰ μακρὸ διάστημα, εἶναι χώρα τῆς Χριστιανοσύνης. Πα- ντοῦ ὑπῆρχαν σταυροὶ ἀπὸ γκρίζα πέτρα. Κι ὁ Ἰησοῦς νεκρός. Τὸ μικρό μου ἀγόρι ἦταν τότε στὰ τρία του χρόνια. Δὲ μποροῦσα νὰ τοῦ πῶ, πὼς ὁ Ἰησοὺς εἶναι ἀναστημένος. Οἱ σταυροὶ μὲ διάψευδαν. Ὁ θάνατος καταβρόχθιζε τὴ ζωή. Αὐτὸ τουλά- χιστον ἔβλεπε. Πάει καιρός, ποὺ κι ἐγὼ βλέπω αὐτό. Περπατάω μαζὶ μ’ ἕνα φίλο, μέσα σὲ μία δεντροστοιχία ἀπὸ ἀμυ- γδαλιές. Ἐκεῖνος μοῦ μιλάει γιὰ τὴν ἱστορία, γιὰ τὸ ἀνέβασμα τῆς ζωῆς καὶ τῆς προόδου. Διστάζει ἀνάμεσα στὴν εὐτυχία καὶ στὸ μεγαλεῖο. − Κι ἐγώ, τοῦ λέω, φεῦ… − Ἀπὸ τί; − Ἀπ’ ὅλα. Δὲν ὑπάρχουν, παρὰ μονάχα πρόσωπα. Ἀκόμα καὶ στὴν περίπτωση, ποὺ καθένας ἀπὸ μᾶς μποροῦσε νὰ ζήσει χίλια χρόνια, ἕνα ἑκατομμύριο χρόνια, ἂν ὅλα καταβροχθίζονται μέσα στὸ μηδέν, γιατί νὰ ζήσουμε καὶ γιατί δὲ θάταν καλύτερο νὰ μὴν ὑπάρξουμε; Ἢ τότε, ἂς ξεχνᾶμε. Τότε ὅλα πρέπει νὰ τὰ ξεχνᾶμε. Ὅμως, δὲν ξεχνᾶμε – ἡ λήθη δὲν εἶναι ἀλήθεια – δὲ μποροῦ- με νὰ ξεχνᾶμε. Κι ὅμως, ὁ Θεὸς ἦταν ἐκεῖ. «Ὁ ἐρχόμενος». Ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἀγωνία. Σ’ αὐτὴ τὴν πεισματάρικη ἄρνηση − περίπου ἄξεστη − ποὺ κυ- μαίνεται ἀνάμεσα στὴ λησμοσύνη καὶ στὴν ἀποδοχή. Γιατὶ παύει νάναι ἄνθρωπος, ἐκεῖνος, ποὺ δέχεται σὰν αὐτονόητο τὸν κόσμο, τὸν σφρα- γισμένο ἀπ’ τὸν θάνατο. Ὁ Θεὸς ἐρχόταν μέσα στὴν ἀγω- νία, ἀλλά, ταυτόχρονα καὶ μέσα στὴν ἔκπληξη. Ἀγαποῦσα τὴ γῆ μὲ μιὰ ἀγάπη δυνατή, βίαιη, μὲ ξεσπάσμα- τα, κάποτε-κάποτε, σὰ σὲ χοντρο- κομμένες ἐκστάσεις: Ξάπλωνα πάνω της καὶ μὲ κουβαλοῦσε, σὰ φτερὸ στὸν ἄνεμο, πρὸς τὸν οὐρανό. Καὶ τὴν ἔνοιωθα τόσο πιὸ ἐλαφριά, ὅσο ἦταν βαρύτερη. Τὸ ἄπειρο, τὸ καθαρό, ἕνας κό- σμος ἀρχέγονος − ἔτσι μοῦ φαινό- ταν − σὰ μόλις ν’ ἀναδυόταν ἀπ’ τὴ θάλασσα, μισοπνιγμένος ἀπ’ τὰ ἕλη. Ἀκρογιαλιές, ἀμμόλοφοι, καλαμιές, ἐκτάσεις, ποὺ πάλλουν στὸν ἄνεμο, ποὺ ἀλλάζουν ἀδιάκοπα κάτω ἀπ’ τὴ σφαιρικὴ εὐλογία τοῦ ἐλεύθερου οὐρανοῦ. Τὸ γαλάζιο τονίζεται πιὸ μελαγχολικὸ μέσα ἀπ’ τὰ πεῦκα. Τὰ κλήματα, τὴν ἄνοιξη, εἶναι πυρσοὶ ἀναμμένοι, σπινθηροβολώντας μὲ τὰ καινούργια χρυσά τους φῦλλα. Ἡ γῆ ἔχει τὸ χρῶμα τῆς ὤχρας. Τὸ φῶς συμπυκνώνεται γλυκὰ μέσα στὴ λάμψη τῶν λουλουδιῶν τῆς ἀμυγδαλιᾶς, μέσα στὸ ὁλόλευκο μεθύσι τοῦ νάρκισσου. Τὰ βουνὰ ἔχουν κοπεῖ ἔτσι, ποὺ νὰ γίνονται κι ὁ γυμνὸς θρόνος τοῦ φεγγαρι- οῦ. Παντοῦ τὸ μυστικό, μέσα στὸ φανέρωμα, τὸ μυστήριο μέσα στὴν ἀφθονία τῆς ἔλλαμψης. Κάμποσες μέρες, τὸν χειμώ- να, τὸ φύσημα τῆς θάλασσας καὶ τῆς γῆς καταλαγιάζει. Ὅλα ἀκινη- τοποιοῦνται. Οἱ πρῶτες ἀμυγδα- λιές ἀνθίζουν. Ὀμορφιὰ ἀπόλυτη Ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο Τὸ παράδοξο πλεονέκτημα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι, πὼς ἡ ἴδια ἡ ἱστορία μᾶς σπρώχνει στὸ ἔσχατο. 37 κι εὔθραστη, μέσα στὴ γαλήνια ἄβυσσο τοῦ γαλανοῦ οὐρανοῦ. Τὰ λουλούδια βγαίνουν, σὰ μέσα ἀπ’ τὸ ξύλο. Λουλούδια δίχως φῦλλα, σὰ νὰ γεννιῶνται ἀπ’ τὸ σκληρό, τὸ ξερό, τὸν θάνατο. Σκελετοὶ μαῦροι, ποὺ ἀνθίζουν στὸ πρῶτο φύσημα, ὅπως τὰ κόκκαλα στὴν προφητεία τοῦ Ἰεζεκιήλ. Στὰ ἑβραϊκά, ἡ ἀμυ- γδαλιὰ ὀνομάζεται «ὁ ἄγρυπνος». Ὁ «ἄγρυπνος», αὐτός, ποὺ ξυπνάει. Ξύπνια μέσα στὸν χειμώνα. Μᾶς ξυ- πνάει σ’ ὅλη τὴν ὀμορφιά. Τότε μόλις καὶ τολμᾶμε νὰ περ- πατήσουμε. Ἀποφεύγουμε κάθε ἀπότομη κίνηση. Ὁ κόσμος εἶναι ἕνα κρύσταλλο, ποὺ ἡ παραμικρὴ ἀσυλ- λόγιστη κίνηση θὰ τὸ βεβήλωνε, κι ἴσως νὰ τὸ ἔσπαγε. Λοιπόν, θὰ προτιμοῦσα, τ’ ἀπο- γευματινὰ νὰ βροντοῦν ἀπ’ τὸν μαΐστρο. Lou Magistrau: O ἄνεμος κύριος. Τότε τὸ γαλάζιο δὲν εἶναι μονάχα οὐράνιο. Ἁπλώνεται πα- ντοῦ. Τὰ καταβροχθίζει ὅλα. Ἴσα- με τὸν βράχο, ἴσαμε τὸ κόκκαλο, ἴσαμε τὴν ὕπαρξη. Καταβροχθίζει τὸν ἄνθρωπο ἴσαμε τὴν καρδιά. Δὲ συγχωρεῖ τὴν παραμικρὴ πλαδα- ρότητα, ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ κρυφὴ ἀμφιταλάντευση. Ὅλα φλογίζουν. Κι οἱ φλόγες εἶναι κρύες, καθαρές, βαφτιστικές, ἔτσι σὰ νὰ προέρχονται ἀπ’ τὸ νερό. Φύση καθαρή, ξερή, χωρὶς τίπο- τα τὸ πρασινογάλαζο ἢ τὸ ὑγρό. Ὁ οὐρανὸς τῆς γῆς κι ἡ γῆ τοῦ οὐρα- νοῦ, ὅπως ἔχει πεῖ ὁ Λόρκα. Μέσα στὸν χερσότοπο, ἀκόμα καὶ τὸ φυτὸ γίνεται μεταλλικό. Πόσο μίσησα τὸ ὁλοπράσινο Νησὶ τῆς Γαλλίας, ποὺ ὅλα εἶναι φυτικά, ὑγρά, ἀκόμα καὶ τὰ βράχια, ἀκόμα κι ὁ οὐρανὸς − μιὰ σάρκα ἀδιάφανη, παντοδύναμη! Ἐνῷ στὶς μεσογειακὲς χῶρες, μόλις φτάσεις στ’ ἀπομονωμένα ὀροπέδια, ἀντικρύζεις τὴ φωτιὰ νὰ κρυσταλλί- ζει. Ἀκόμα κι ἡ σάρκα εἶναι οὐράνια. Εἴμουνα ἕνας μεσογειακὸς εἰδω- λολάτρης. Κι ὅταν ἀνάπνεα κι ὅταν ἔτρωγα κι ὅταν περπατοῦσα, σὲ κάθε ἐμπειρία, ξυπνοῦσε μέσα μου ἡ φωτιά. Πολυθεϊστική; Τὰ πράγ- ματα ἠχοῦν πολὺ ἁπλά. Ὁ ἄνεμος σηκώνεται, ὁ πλάτανος ἀρχίζει νὰ τραγουδάει. Ξέρω, πὼς ὁ πλάτα- νος ὑπάρχει. Τὴ μέρα ποὺ ἔμαθα ὅτι ἤξερα, ἄρχισα νὰ περπατάω, νὰ περπατάω. Ἀκόμα καὶ τὸ βράδυ, ἔστρεφα πρὸς τὴ μεγάλη περιοχή, ποὺ ἔκαιγε − ὅπως ἄλλοτε μέσα στὸ βραδινὸ τελετουργικὸ − μιὰ ξυλοφωτιά. Ἡ συνείδηση τῆς συνεί- δησης χόρευε μέσα μου. Μιὰ ἄλλη γνώση. Μιὰ ἄλλου εἴδους χαρά. Ἴσως ἔκσταση. Ἀλλὰ σκληρή, κρυ- σταλλική. Δεμένη ὅπως ὁ ὑπομο- νετικὸς ἱστὸς τοῦ ξύλου ἢ ἡ πέτρα, ποὺ κρατάω στὸ χέρι μου. Ναί, τὸ μυστικὸ μέσα στὴν ἐνάργεια. Κι ἔλε- γα − εἴμουνα τότε στὸ κατώφλι τῆς νειότης: « Ὕπαρξη, ὕπαρξη!» Τὸ βα- σίλειο τῆς ὕπαρξης. Ἔβαλα αὐτὸ τὸν τίτλο σὲ μιὰ συλλογὴ ποιημάτων, ποὺ τὰ ἔχω ὅλα ξεχάσει, ἐξὸν ἀπ’ τὸ ὅτι ὑμνοῦσαν, σὲ τρεῖς κύκλους, τὰ ἕλη καὶ τὶς ἀμμουδιὲς καὶ τ’ ἀμπέλια τῆς περιοχῆς. Ἡ ἀγωνία κι ἡ ἔκπληξη προ- χωροῦσαν μαζί. Ὅπως τὰ φῦλλα, μέσα στὸν χερσότοπο, εἶναι σκλη- ρά, σκούρα καὶ γυαλιστερὰ ἀπ’ τὴ μιὰ μεριὰ κι ἁπαλὰ καὶ φωτεινὰ ἀπ’ τὴν ἄλλη. Ἔτσι διάβαινα, μ’ ἕνα τρό- πο «ἐμβρυώδη», ἀπ’ αὐτό, ποὺ οἱ ἀρχαῖοι πνευματικοὶ ὀνομάζουν «μνήμη θανάτου» στὴν ἔκπληξη τοῦ «ὑπάρχειν». Ἦταν μιὰ πιθα- νὴ δικτύωση τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀνάστασης. Ὡστόσο, ἂν δὲ μεσολα- βοῦσε καμμιὰ ἀποκαλυπτικὴ διακο- πή, ὁ θάνατος δὲ θά ‘χε τὴν τελευ- ταία λέξη; Ὅμως, μιὰ φορά, σὲ μιὰ στιγμὴ ἀπελπισμένης στοργῆς − κάποιος, ποὺ τὸν ἀγαποῦσα, περνοῦσε μιὰ μεγάλη θλίψη καὶ δὲ μποροῦσα νὰ κάνω τίποτα − μιὰ φορὰ αὐ- θόρμητα, προσευχήθηκα. Ἤξερα τὴ λέξη «προσευχή» στὸν Θεὸ ἀπ’ τὶς Κυριακάτικες συζητήσεις. Ἕνα εἶδος τελετουργίας, εὐχαριστίας ἀνέβαινε ἀπὸ μέσα μου ἐπίσης, καὶ κατὰ τὶς στιγμὲς τῆς ἔκπληξης. Στὸ σχολειὸ − εἴμουνα τότε ἑφτὰ χρόνων − μᾶς ρώτησαν ποιές σκέψεις μᾶς γεν- νοῦσαν τὰ κρύα κι οἱ βροχὲς τοῦ Νοέμβρη. Ἀπάντησα γραπτά: «Σκέ- φτομαι τοὺς νεκροὺς κι αὐτὸ μὲ κάνει νὰ προσεύχομαι». Αὐτὸ ἦταν ἕνα μικρὸ σκάνδαλο. Ὁ δάσκαλος μοῦ ἐξήγησε, πὼς οἱ νεκροὶ εἶναι σὲ πολλὴ ζεστασιὰ μέσα στὴ γῆ. Δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα. Έχουμε χρέος νὰ σκεφτοῦμε τοὺς δυστυ- χισμένους. Αὐτούς, ποὺ δὲν ἔχουν μὲ τί νὰ ζεσταθοῦν. Ἦταν ἀλήθεια, εἴμουνα νικημένος. Κι ὅμως, οἱ νε- κροί. Εἶναι τόσο κοντά, ὅταν ὅλα τυ- λίγονται μέσα στὸ κρύο. Ἂν ξέραμε, μονάχα, τὸν δρόμο. Κανένας δὲν ἤξερε, λοιπόν, πὼς κάποιος ἔχει πεῖ: «εἶμαι ἡ ὁδός». Ἀργότερα, διαβάζοντας τὸν Ρῶσο προσκυνητή, ἀναγνώρισα αὐτὴ τὴν πρώτη − κι ἀναμφίβολα οἰκουμενι- κὴ − προσευχή: « Ἔχει λεχθεῖ μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη, πὼς κάθε στε- ναγμὸς καὶ κάθε κίνηση πρὸς τὴν ἐλευθερία τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ ἡ «μυστηριώδης» κίνηση τῆς δημιουργίας, αὐτὴ ἡ λαχτάρα, ἡ βαλμένη μέσα στὶς ψυχές, εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ προσευχή… εἶναι «τὰ πά- ντα ἐν πᾶσι!».



Αφήστε μια απάντηση