Η Ελληνική Μυθολογία στο νηπιαγωγείο


Στην αρχαία Ελλάδα τα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία μάθαιναν τα ομηρικά ποιήματα και ο δάσκαλος χρησιμοποιούσε τα αποφθέγματα των ποιημάτων για να εμφυσήσει στα παιδιά κανόνες συμπεριφοράς. Ο Όμηρος υπήρξε ο κατεξοχήν «διδάσκαλος συμπεριφοράς». Ο μύθος ακόμη και σε μεγαλύτερες ηλικίες των παιδιών όπως για παράδειγμα στους έφηβους αποτελούσε όργανο ηθικής διαπαιδαγώγησης (Grimall, 1969). Οι μύθοι χρησιμοποιούνταν ως μέσο διαπαιδαγώγησης αφού περιείχαν κρυμμένες αλήθειες και λειτουργούσαν συμβολικά και αλληγορικά. Κατά την παιδική ηλικία οι μύθοι γοητεύουν το παιδί προσφέροντας τους ερμηνείες για τη φύση, τον άνθρωπο και την κοινωνία. Αργότερα ωριμάζοντας επέρχεται η απομυθοποίηση και ως ενήλικας πια, αναπτύσσει λογική κρίση και αποκτάει επιστημονική γνώση ( Βώρος, 1984).
Η μυθολογία χρησιμοποιήθηκε εκτός των άλλων στην αρχαία Ελλάδα από τους ενήλικες (γονείς κ.ά.), για την άσκηση κοινωνικού ελέγχου των παιδιών. Αργότερα το σχολείο αναλάμβανε να ενισχύσει και να εξοικειώσει τα παιδιά με τον κόσμο της μυθολογίας (Buxton, 2014).
Η Ελληνική μυθολογία εστιάζοντας στις ανθρώπινες αξίες αποτέλεσε και αποτελεί θεμελιώδες μορφωτικό αγαθό για τους Έλληνες αλλά και για όλο τον δυτικό κόσμο δίνοντας έμπνευση για δημιουργία. Δυστυχώς στον χώρο της ελληνικής εκπαίδευσης σύμφωνα με έρευνα που έχει διεξαχθεί από τους Γουργιώτου και Κοντάκος 1999 (Κοντάκος 2003, σελ. 159), οι εκπαιδευτικοί συγχέουν τους μύθους με τα παραμύθια. Η απουσία επιστημονικών ερευνών σχετικά με την παιδαγωγική λειτουργία σε συνάρτηση με την ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού, μας επιβεβαιώνει ότι δυστυχώς στη χώρα μας δεν έχει γίνει προσπάθεια να μπει η ελληνική μυθολογία μέσα στις τάξεις σε αντίθεση με ξένους ερευνητές που δείχνουν απεριόριστο ενδιαφέρον για το αντικείμενο. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό όμως ότι η μυθική σκέψη οδηγεί στην ορθολογική σκέψη και συνεπώς έχει απεριόριστα οφέλη για το παιδί. Ως εκ` τούτου επιβάλλεται να εισαχθεί στην εκπαίδευση ( Κοντάκος, 2003).
Η μυθική κατανόηση ξεκινάει με την ανάπτυξη της γλώσσας και παίζει κυρίαρχο ρόλο στην διαπαιδαγώγηση του παιδιού που από την ηλικία των δύο χρόνων μέχρι την ηλικία των επτά ή οκτώ αναπτύσσει και κατακτάει τον γλωσσικό κώδικα. Παρόλο που τα παιδιά ζούνε σε έναν κόσμο που κυριαρχεί ο γραπτός λόγος, ο προφορικός λόγος είναι αυτός που βοηθάει στην κατανόηση της μυθικής σκέψης από τα παιδιά. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της μυθικής κατανόησης είναι η χρήση αντίθετων εννοιών και η φαντασία. Σύμφωνα με τις ανθρωπολογικές μελέτες του Levi- Strauss όπως αναφέρει ο Χατζηγεωργίου (2002, σελ. 120), οι αντίθετες έννοιες αποτελούν το κυριότερο χαρακτηριστικό της δομής των μύθων πολλών φυλών. Η αφηγηματική σκέψη που διακατέχεται από ένα διαφορετικό είδος λογικής δημιουργεί ιστορίες, συνεπώς σχετίζεται άμεσα με τον αφηγηματικό τρόπο σκέψης. Η αφηγηματική σκέψη με τη σειρά της οδηγεί στον μετασχηματισμό της ανθρώπινης εμπειρίας αφού μέσα από τις ιστορίες μπορούμε να οραματιστούμε και να προσεγγίσουμε τη δράση. Ο οραματισμός οδηγεί στη φαντασία και αυτή με τη σειρά της οδηγεί στην σχολική επιτυχία και στην προσωπική ανάπτυξη (Χατζηγεωργίου, 2002).
Αν εξαιρέσουμε το νηπιαγωγείο που η παρουσία της ελληνικής μυθολογίας έγκειται στο ενδιαφέρον και στη γνώση ορισμένων εκπαιδευτικών, η διδακτική αξιοποίηση των μύθων και ειδικότερα των κλασσικών ελληνικών μύθων, έχει κάνει την είσοδο της στην ελληνική εκπαίδευση, ξεκινώντας από το δημοτικό και συνεχίζεται στις ανώτερες βαθμίδες (Γυμνάσιο, Λύκειο). Οι μύθοι αποτελούν μορφωτικό μέσο και θα πρέπει να διδάσκονται ανάλογα με τον βαθμό συνθετότητάς τους ακόμη και στις μικρότερες ηλικίες. Τα παιδιά μέσα από την μυθολογία μπορούν να εξοικειωθούν με βασικά πρότυπα του ανθρώπου και με τις εμπειρίες των μυθικών προσώπων. Επίσης η σύνδεση της σημερινής κοινωνίας με τον μυθικό κόσμο επιτρέπει στο παιδί να θέτει ερωτήματα, να ικανοποιεί τις συμβολικές του ανάγκες, να επικοινωνεί, να κοινωνικοποιείται και να μαθαίνει με έναν τρόπο απολαυστικό. Εξάλλου οι μύθοι στην παιδική ηλικία δεν ερμηνεύονται αλλά βιώνονται από τα ίδια τα παιδιά και για αυτόν τον λόγο θα πρέπει να είμαστε προσεχτικοί στην επιλογή τους (Κοντάκος, 2002).
Η ελληνική μυθολογία εξάπτει το ενδιαφέρον των παιδιών και την έμφυτη περιέργεια τους προσφέροντας πληροφορίες για άγνωστους κόσμους μέσα από ιστορίες γεμάτες περιπέτεια. Αν και έχει κατακριθεί από ορισμένους ερευνητές ότι προκαλεί φόβο στα παιδιά μέσα από τις φρικαλεότητες που εμφανίζονται στις αφηγήσεις, προσφέρει στο παιδί τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με τους φόβους του και να τους αναγνωρίσει. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι οι φρικαλεότητες που εμφανίζονται στους μύθους δεν πρέπει να αποτελούν εμπόδιο για τη χρήση τους αφού τα παιδιά τις αντιλαμβάνονται εντελώς διαφορετικά από ότι οι μεγάλοι και αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο. Ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να λάβει υπόψη του την ατομική ανάπτυξη του κάθε παιδιού και να προσαρμόσει το κείμενο αναλόγως. Επίσης η μυθολογία κατηγορήθηκε ότι προτάσσει επιθετικές συμπεριφορές μέσα από τις αφηγήσεις της. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι η επιθετικότητα συναντάται μόνο ως δίκαιο αγωνιστικό στοιχείο. Σύμφωνα με αυτό μπορούμε να πούμε ότι η ελληνική μυθολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα σύστημα αξιών. Εκτός αυτού οι μύθοι ευνοούν τη συντήρηση της κοινωνικής γνώσης και εκπληρώνουν σημαντικές γνωστικές λειτουργίες εκτός από την ψυχολογική και την γνωσιολογική. Μέσα από πνευματικές διαδικασίες οι οποίες γίνονται ολοένα και πιο σύνθετες καταφέρνουν να μορφώσουν και να διαπαιδαγωγήσουν μικρούς και μεγάλους. Εκτός των άλλων μπορούν να βοηθήσουν στη δημιουργία μιας περιβαλλοντικής συνείδησης στα παιδιά, αφού ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη φύση και τον άνθρωπο (Καλδή, 2002).
Μέσα από τους μύθους τα παιδιά παίρνουν απαντήσεις στα ερωτήματά τους υποστηρίζοντας έτσι τη νοητική τους η ζωή. Αυτό συμβαίνει διότι οι μύθοι έχουν μία σημαντική κοινωνικό-ποιητική δύναμη. Επίσης τα παιδιά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την καταγωγή και το σκοπό του κόσμου όπως και τα κοινωνικά ιδανικά για τα οποία αξίζει κανείς να αγωνίζεται. Οι μύθοι εκφράζουν μία εσωτερική σύγκρουση συμβολικά και προσφέρουν δρόμους για τη λύση της. Δεν υπάρχει . Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι μύθοι επιτελούν ένα διδακτικό σκοπό θέτοντας υψηλές απαιτήσεις, μέσα από τις ιστορίες των μυθικών προσώπων που προσφέρουν εξαιρετικές εικόνες για την ανάπτυξη του Υπερεγώ με αποτέλεσμα να γίνονται όχημα για την ολοκλήρωση της προσωπικότητας του παιδιού.

Η αφήγηση στο νηπιαγωγείο


«Κόκκινη κλωστή δεμένη
Στην ανέμη τυλιγμένη
Δώστης κλότσο να γυρίσει
Παραμύθι ν` αρχινίσει.» ή ακόμη
« Μύθι, μύθι παραμύθι
Το κουκί και ο ρεβύθι
Εμαλώνανε στη βρύση.
Και περνάει η φακή
Και τους βάζει φυλακή.
Και η φάβα της φωνάζει, Φακή βγάλτα έξω, δεν πειράζει»

Η αφήγηση στο νηπιαγωγείο εξυπηρετεί πολλούς σκοπούς με κυρίαρχο σκοπό την ψυχαγωγία και την μετάδοση χαράς στα παιδιά. Ωστόσο, από έρευνες που έχουν γίνει έχει αποδειχτεί ότι η αφήγηση βοηθάει και στην ανάπτυξη των επικοινωνιακών δεξιοτήτων των παιδιών προσχολικής ηλικίας, όπως και στην οικοδόμηση της πραγματικότητας και της προσωπικής ταυτότητας.
Στο χώρο του νηπιαγωγείου είναι πολύ σημαντικό να διαμορφώνονται καταστάσεις τέτοιες που να δίνουν στα παιδιά ευκαιρίες για διήγηση βιωμένων εμπειριών και αφήγηση ιστοριών. Η αφήγηση στα παιδιά προσχολικής ηλικίας μπορεί να γίνει πολύ ελκυστική αν συνοδεύεται από την παρουσίαση εικόνων αλλά και με τη συνοδεία άλλων εποπτικών μέσων όπως οι κούκλες που δίνουν ζωντάνια, παραστατικότητα και γραφικότητα στο λόγο. Η χρησιμοποίηση εικόνων στην προσχολική ηλικία αποτελεί κυρίαρχη πρακτική δεδομένου ότι η εικόνα παρέχει πλήθος ωφελειών για το μικρό παιδί. Η ωραία εικόνα φέρνει το παιδί σε επαφή με την τέχνη και την ποιοτική ζωγραφική, αιχμαλωτίζει την προσοχή των παιδιών και καλλιεργεί την φαντασία τους (Κρασανάκης, 1993). Επίσης δημιουργεί συναισθηματικές αντιδράσεις όπως φόβο, χαρά, τρόμο, γέλιο, και στάσεις ζωής όπως για παράδειγμα υγιή αντιμετώπιση απέναντι στον ρατσισμό, στις διαφυλικές σχέσεις κ.ά. Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγαν οι Levin et al 1976 όπως αναφέρει η Γιαννικοπούλου (1997), οι εικόνες συντελούν στην καλύτερη απομνημόνευση και κατανόηση των ιστοριών που συνοδεύουν κι έχουν πολύ ευεργετική επίδραση σε παιδιά που προέρχονται από κατώτερες οικονομικά και κοινωνικά τάξεις καθώς και σε παιδιά με ελαφρά νοητική καθυστέρηση. Παρόμοιες έρευνες έχουν γίνει στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα αποδεικνύοντας ότι η εικόνα ενισχύει τον λόγο και η αφήγηση γίνεται περισσότερο ελκυστική για τα παιδιά βοηθώντας τα παράλληλα να απομνημονεύουν με μεγαλύτερη ακρίβεια πληροφορίες της ιστορίας. Ωστόσο υπάρχουν και είδη κειμένων που μπορούν να υποστηριχθούν χωρίς την παρουσία εικόνων όπως τα λαϊκά παραμύθια. Η αφήγηση χωρίς την χρήση εικόνων και άλλων εποπτικών μέσων έχει επίσης μεγάλα οφέλη για το παιδί αφού τα βοηθάει να εξασκηθούν στον προφορικό λόγο για να μπορέσουν να εξυπηρετήσουν πολλές από τις επικοινωνιακές τους ανάγκες. Εξάλλου τα παιδιά στην εποχή μας είναι βουτηγμένα από πολύ νωρίς στον κόσμο των εικόνων και προσπαθούν να τον χειριστούν για να τον κατανοήσουν (Αναγνωστοπούλου, 2001). Το μικρό παιδί μέσα από αυτή τη διαδικασία μαθαίνει να επικεντρώνει την προσοχή του σε ένα ακουστικό ερέθισμα αψηφώντας τα άλλα, ασκείται να αντιλαμβάνεται τη σημασία των λέξεων, να σέβεται το χρόνο που μιλάει κάποιος άλλος, να θυμάται. Επομένως εξασκεί την προσοχή, την αντίληψη και την μνήμη του και εξελίσσεται σε έναν καλό ακροατή. Επιπροσθέτως η αφήγηση χωρίς εποπτικά μέσα δίνει τη δυνατότητα στον αφηγητή να εκμεταλλευτεί τη «δημιουργική αμοιβαία αφήγηση» ( Interactive storytelling). Πρόκειται για μια διαδικασία όπου αφηγητής που οι ακροατές επεμβαίνουν καθοριστικά πάνω στο κείμενο τροποποιώντας το λιγότερο η περισσότερο, με αποτέλεσμα να προκύπτει μια εντελώς καινούρια ιστορία. Με αυτόν τον τρόπο τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη δημιουργία νέων ιστοριών. Υπάρχουν πολλοί τρόποι που μπορούν να κάνουν τη διαδικασία αποτελεσματική και ευχάριστη όπως η εικονογράφηση από τα ίδια τα παιδιά των ηρώων της ιστορίας, την εικονογράφηση των σκηνών της ιστορίας και δραστηριότητες αφήγησης από τα ίδια τα παιδιά χρησιμοποιώντας τις ζωγραφιές τους τοποθετώντας τις κατά χρονολογική σειρά ή η κατάταξη τους σε σύνολα με βάση κάποιο κριτήριο ( Γιαννικοπούλου, 1997).
Η αφήγηση μιας ιστορίας ενδείκνυται για υλοποίηση διαφόρων δραστηριοτήτων στο νηπιαγωγείο οι οποίες αποτελούν σημαντικό κομμάτι στη διαδικασία της μάθησης αφού καλλιεργούν και αναπτύσσουν τον ψυχοκινητικό, νοητικό, συναισθηματικό, κοινωνικό και ηθικό τομέα. Μέσα από την συμμετοχή στις δραστηριότητες το παιδί εκφράζεται δημιουργικά, προβάλλει τον εσωτερικό του κόσμο, επικοινωνεί και συνεργάζεται με τους άλλους και εκτονώνεται σωματικά και ψυχικά. Η φαντασία του παιδιού κατέχει μια πλατιά θέση κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων οι οποίες μπορούν να υλοποιηθούν την ίδια μέρα μετά την αφήγηση αλλά και αρκετές μέρες μετά.