ΑΠΟ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

Δημοσιευμένο στις 31 Ιανουαρίου 2018 Κατηγορία: Γενικά από Αποστολίδου Γεσθημανή

Για τα χωριά μας,η βραδιά της Κυριακής της Τυροφάγου σήµαινε: βραδιά της συγγνώµης, αρχή της νηστείας,αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής. Η νηστεία από το κρέας είχε αρχίσει από την προη­γούµενη Κυριακή των Απόκρεω. Την εβδοµάδα που µεσολα­βούσε µέχρι την Κυριακή της Τυροφάγου, τρώγαµε γαλακτερά και αβγά. Γι’ αυτό και το τραπέζι της Κυριακής αυτής, για µε­σηµέρι και βράδυ, είχε πίτες µε τυρί, ξινόγαλα και αυγά.

Πριν φτάσουµε όµως στο βραδινό τραπέζι της Κυριακής, αξίζει να σχολιάσουµε τις οικογενειακές επισκέψεις της συγχώρησης, που αποτελούσαν την κορυφαία ανθρώπινη, κοινωνική και χριστιανι­κή έκφραση της αγάπης, του σεβασµού, της σύσφιγξης των συγγενικών και φιλικών δεσµών, για τη Μεγάλη Σαρακοστή και τα Θεία Πάθη που περιμέναμε.

Το απόγευµα της Κυριακής άρχιζαν οι οικογενεια­κές και φιλικές επισκέψεις για να ανταλλαγούν συγγνώµες µεταξύ οικογενειών, μεταξύ των µικρότερων από τους µεγαλύτερους, όπου φιλούσαν απαραίτητα το χέρι. Είχαν µεγάλη σηµα­σία και βαρύτητα οι επισκέψεις αυτές στα πλαίσια των θρη­σκευτικών καθηκόντων, αλλά και των κοινωνικών σχέσεων µέσα στη µικρή κοινωνία του χωριού. Σχολιάζονταν πολύ άσχημα όποιος δεν αντάλλασε συγγνώµη µε συγχωριανό του που είχε πικράνει. Και ο ίδιος, νιώθοντας βάρος στη συνείδη­σή του για αυτή του την παράλειψη, δεν πήγαινε να µεταλάβει.

Κατά τις επισκέψεις προσφέρανε και συµβολικά δώρα, κά­ποιο φρούτο της εποχής, συνήθως πορτοκάλια ή µπισκότα ή κουλουράκια. Οι γονείς παίρνανε µαζί τους και τα παιδιά για να βλέπουν, να ακούν και να µαθαίνουν. Τα παιδιά τα φιλοδώ­ριζαν µε κέρµατα, πεντάρες, δεκάρες και εικοσάρες της επο­χής κι αυτά τα κάνανε αρµαθιά σε κόκκινη κλωστή, για να τα επιδείξουν τη Δευτέρα σε συνοµηλίκους τους και να παινευ­τούνε ποιος έχει περισσότερους και καλύτερους συγγενείς.

Μόλις τελείωναν οι επισκέψεις και συγκεντρωνόταν η οικογένεια στο σπίτι, παίζανε το παιχνίδι του βρασµένου αβγού. Λάμκατο έλεγαν!Ο παππούς ή ο πα­τέρας έδενε ένα σφιχτοβρασµένο και ξεφλουδισµένο αβγό µε γερή µάλλινη κλωστή στην άκρη µιας ρόκας γνεσίµατοςή ενός πλάστη και το περιέφερε µπροστά από τα ανοιχτά στόµατα των παιδιών και των εγγονών, που ήταν καθισµένα ολόγυρα, µε τα χέρια πίσω. Όποιος κατάφερνε να το χάψει, ήταν ο τυχερός του σπιτιού. Το έθιµογινόταν για να κλείσει το στόµα, όπως λέγανε οι παλιοί, γιατί σ’ όλη τη Σαρακοστή µέχρι το Πάσχα πρέπει να προσέχουµε και τι θα τρώµε και τι θα λέµε.

Τα τσόφλια του αβγού τα τυλίγανε σε ένα µαντίλι και πίστευαν ότι εκεί φυλάκισαν εκεί τις ψείρες, τους ψύλλους και τους κο­ριούς που τους τυραννούσανε όλη τη χρονιά. Όταν νύχτωνε για καλά πήγαιναν και τα αδειάζανε στην αυλή κάποιου σπιτιού που το όνοµα του νοικοκύρη ήταν µοναδικό στο χωριό και σ’ αυτόν παραπέ­µπαµε όλα τα ενοχλητικά έντοµα της χρονιάς.

Ελεάννα  Καρυπίδου

(Από το βιβλίο: «Στο περιβόλι της τοπικής μας παράδοσης»

του παππού μου, κ. Ιωάννη Παπαλαζάρου, )




Αφήστε μια απάντηση