Η πανελλήνια έρευνα για την ενδοσχολική βία και τον εκφοβισμό από το Υπουργείο Παιδείας

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Όπως διαπιστώνεται από την έρευνα:

–    Τα φαινόμενα εκδηλώνονται με διαφορετικό τρόπο στις επιμέρους βαθμίδες εκπαίδευσης και, σε γενικές γραμμές η σοβαρότητα των περιστατικών τείνει να κλιμακώνεται με την ηλικία.

–    Στο δημοτικό σχολείο οι πιο συνηθισμένες εκφάνσεις εκφοβισμού με ιδιαίτερα χαμηλές τιμές,  αφορούν στη σωματική βία, στη λεκτική βία και την άσχημη συμπεριφορά

–    Στο γυμνάσιο  και στο λύκειο τα φαινόμενα εκφοβισμού εστιάζουν στον τόπο/χώρα καταγωγής, στο ότι ανήκει σε κάποια άλλη παρέα ή μειονότητα, στο φύλο, ενώ εμφανίζεται ένα σημαντικό ποσοστό για άλλους λόγους που δεν προσδιορίζονται.

Σε σχέση με τις συμπεριφορές που θα εκδηλώσει το παιδί στο σχολικό περιβάλλον, λειτουργούν καθοριστικά :

–    Η οικογένεια και οι συνθήκες που βιώνει το παιδί στο οικογενειακό του περιβάλλον, η σχέση του με τους γονείς, η επικοινωνία και η αίσθηση ασφάλειας, τα πρότυπα που η οικογένεια μεταφέρει.

–    Η εξοικείωση των παιδιών με τη βία καθώς και η αποδοχή της βίας ως μέσου επίλυσης διαφορών από το στενότερο ή ευρύτερο περιβάλλον.

–    Το σχολικό περιβάλλον που δημιουργεί αίσθηση ασφάλειας (ή ανασφάλειας) στα παιδιά, που αποτελεί (ή δεν αποτελεί)  χώρο δημιουργικής έκφρασης και μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά (ή όχι) στην εκδήλωση φαινομένων εκφοβισμού.

–    Στο επίπεδο του σχολείου, η ύπαρξη περιστατικών εκφοβισμού που μένουν ατιμώρητα καλλιεργεί κλίμα ατιμωρησίας και προκαλεί φόβο σε ευάλωτα παιδιά.

–    Σε ατομικό επίπεδο, διαταράσσεται η ζωή και η ψυχοσύνθεση των παιδιών που εμπλέκονται άμεσα, ιδίως των θυμάτων. Η άρνηση του παιδιού για το σχολείο είναι «σημάδι», ιδίως στις μικρές ηλικίες, η αλλαγή στη συμπεριφορά, το «κλείσιμο» στον εαυτό του, η απομόνωση και περιθωριοποίηση από το περιβάλλον, η αντικοινωνική συμπεριφορά ή η επιθετικότητα απέναντι σε άτομα του οικογενειακού περιβάλλοντος.

–    Σε μεγαλύτερες ηλικίες (δευτεροβάθμια εκπαίδευση) καταγράφηκε μια μεγαλύτερη δυσκολία έκφρασης των συμπτωμάτων, αλλά και μια τάση των παιδιών να θέλουν να αντιμετωπίσουν μόνα τους τα περιστατικά χωρίς την παρέμβαση των γονέων.

–    Βασική ανάγκη των θυμάτων αποτελεί το να νιώσουν υποστήριξη, και να ενδυναμωθούν, για να μην αισθάνονται ανασφάλεια και να έχουν τη σιγουριά ότι ο θύτης θα τιμωρηθεί.

–    «Κλειδί» στην αντιμετώπιση του φαινομένου και στην άμβλυνση των συνεπειών που μπορεί να έχει, αποτελεί η συνεργασία και η κοινή δράση οικογένειας και σχολείου. Η συνεργασία σχολείου και οικογένειας αναγνωρίζεται ως καθοριστικής σημασίας, αλλά στην πράξη διαπιστώνεται ότι τα εμπόδια είναι αρκετά και ουσιαστικά, καθώς γονείς και οι εκπαιδευτικοί προσπαθούν να οριοθετήσουν τον ρόλο τους, ενώ θεσμοθετημένες μορφές επικοινωνίας και συνεργασίας δεν λειτουργούν ή δεν είναι πάντα αποτελεσματικές.




Αφήστε μια απάντηση