1ο ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ

«Απορίες αθωότητας»


Είδα μια μέρα όμορφους τους ανθρώπους.
Ήμουν παιδί.
Είπα μια μέρα πως τους σιχαίνομαι.
Ήμουν έφηβη.
Έμεινα να παλεύω ανάμεσα στα δυο.
Ίσως και να μεγάλωσα….

…κι ας είναι τα νύχια μου απαλά ακόμα
και η χροιά μου ασθενική κι ονειροπόλα,
όταν το λέει με θρήνο,
πως δε μπορεί να βλέπει αυτόν τον ουρανό,
που έπαψε να μας κοιτά απ’ τη ντροπή του,
αφού δε βρήκε έλεος να μας δώσει.
Κι εμάς να γράφουμε ελπίδες σε χαρτί υγρό,
κάποιος θεός να το υπογράψει .

Με ρώτησες μια μέρα γιατί δε γελώ.
Είναι πολύ περίπλοκο για να το καταλάβεις.

Πάτησα ένα ματόκλαδο που πρώτα είχα φυσήξει.
Έμεινε πάνω στο χέρι μου γυμνή μια μαργαρίτα,
να αναστενάζει απελπισμένη για τα χαμένα της φτερά.
Δεν είναι η μόνη.

Τώρα τα μάτια μας τα δακρυγόνα
δεν τα αφήνουν να στεγνώσουν.
Κι η σύριγγα της αδικίας που μας τρυπά,
δε σταματά να μας ναρκώνει να ξεχνάμε.

Μα ούτε θεός δε μας λυπάται πια,
Απ’ τα μαλλιά να μας τραβήξει.
Εμάς που τα παιδιά μας κλαίνε πριν να γεννηθούν.
Εμάς που ξεχάσαμε ποιοι είμαστε και ποιοι μας γέννησαν σ’ αυτή τη γη,
την εύφορη, την άγια.
Εμάς που ήδη δε ξέρουμε που να κοιτάξουμε,
τώρα που όλα έχουν ρημάξει.

Με ρώτησες μια μέρα γιατί γράφω ποιήματα.
Έξυσα το μολύβι μου κι άνοιξα μια ανεπούλωτη πληγή.
Σου έδειξα το αίμα της, τα ιδρωμένα χέρια μου
και το σεισμό στο μέτωπό μου
και είπες πως κατάλαβες.


ΣΟΦΙΑ ΜΙΜΙΛΙΔΟΥ 16 ΕΤΩΝ 2ο ΓΕΛ ΕΔΕΣΣΑΣ




Αφήστε μια απάντηση