Όμιλος Δημιουργικής Γραφής

Πρότυπο ΓΕΛ Ηρακλείου Κρήτης

Χωρίς κατηγορία


2 Βραβεία σε μαθητές του Ομίλου Δ.Γ. στον 8ο Διεθνή Μαθητικό Διαγωνισμό “Ελληνισμός της Ανατολής: Πόντος, Μικρασία, Θράκη”.

Μάι 202427
Χωρίς τίτλο

Εν μέσω εξετάσεων, λίγο πριν την εκπνοή της τρέχουσας Σχολικής Χρονιάς και στον απόηχο της λήξης των φετινών μας Δημιουργικών Συναντήσεων, πληροφορηθήκαμε με ιδιαίτερη χαρά τα αποτελέσματα του 8ου Διεθνούς Μαθητικού Διαγωνισμού με θέμα “Ελληνισμός της Ανατολής: Πόντος, Μικρασία, Θράκη”.

O συγκεκριμένος διαγωνισμός υλοποιείται από τη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Σερρών, το Υπουργείο Εσωτερικών (Μακεδονίας-Θράκης) και το Τμήμα Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης και Ψηφιακών Μέσων του Υ.ΠΑΙ.Θ.Α. με την υποστήριξη της Έδρας Ποντιακών Σπουδών του Α.Π.Θ. και του Πανελλήνιου Συνδέσμου Ποντίων Εκπαιδευτικών. Απευθύνεται σε μαθητές/τριες  όλων των τάξεων νηπιαγωγείων, δημοτικών σχολείων, Γυμνασίων και Λυκείων της Ελλάδας, της Κύπρου και της Ομογένειας, δημόσιων και ιδιωτικών και υλοποιείται με την έγκριση του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού της Ελλάδας και του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας της Κύπρου.

Σύμφωνα με ανακοίνωση της οργανωτικής επιτροπής στο Διαγωνισμό συμμετείχαν:

  • 191 σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, γενικής και ειδικής αγωγής
  • από Ελλάδα (155), Κύπρο (30) και Ομογένεια (5, Ηνωμένο Βασίλειο, Πολωνία, Κονγκό, Γερμανία)
  • 8.500 περίπου μαθητές
  • 365 εκπαιδευτικοί
  • 600 μαθητικές δημιουργίες

                Όπως προκύπτει από το σχετική ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ανάμεσα στους διακριθέντες μαθητές είναι και δύο μαθητές του Ομίλου μας. Πιο συγκεκριμένα:

α) Το ποίημα με τίτλο “Αλησμόνητη Πατρίδα” του Δημήτρη Δαδή, μαθητή της Β΄ τάξης του Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου, έλαβε το 3ο Βραβείο στην κατηγορία Ποίηση-Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης β) Το διήγημα με τίτλο “Πύρινα Κύματα” της Δέσποινας Αεράκη, μαθήτριας της Α΄ τάξης του Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου, έλαβε το 2ο Βραβείο στην κατηγορία Διήγημα-Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

           Θερμά συγχαρητήρια σε όλα τα παιδιά που συμμετείχαν στον Διαγωνισμό. Εκφράζουμε τις θερμές ευχαριστίες μας προς τη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Σερρών και συγκεκριμένα προς τον  Σύμβουλο Εκπαίδευσης Δασκάλων Διεύθυνσης Π.Ε. Ν. Σερρών, Γιάννη Πούλιο, που με άψογο τρόπο διοργάνωσε για ακόμα μια χρονιά τον συγκεκριμένο διαγωνισμό.

Οι Υπεύθυνοι Εκπαιδευτικοί της Δράσης

Μ. Φιολιτάκη (Υπεύθυνη του Ομίλου Δημιουργικής Έκφρασης και Γραφής)

Ν. Ψαρομήλιγκος (Φιλόλογος Πρότυπου ΓΕΛ Ηρακλείου)

Ακολουθούν τα κείμενα των παιδιών που διακρίθηκαν:

Δημήτρης Δαδής  “Αλησμόνητη πατρίδα”                                                                                               

Νεκρή μου πατρίδα, 

σε βλέπω και κλαίω.

Τα πρόσωπα δείχνουν 

πικρή απονιά.

 

Το χώμα μυρίζει 

πείνα και πόνο

ο άνθρωπος όμως 

ποτέ δεν ξεχνά.

 

Τα χνάρια του πίσω 

πάντα θ’ αφήνει

Σημάδια χαράζονται

μες την καρδιά.

 

Σαν έτοιμος να ‘ναι

και πίσω θα πάει

στους τόπους εκείνους

που ο χρόνος ξεχνά.

 

Εκεί που γεννήθηκε

κει που αντρώθη

στο μέρος που άλλοτε

αντηχούσε η χαρά

 

εκεί που μεγάλωσε

εκεί να πεθάνει

στο τόπο που τώρα

κραυγή σεργιανά.

________________________________________________

Δέσποινα Αεράκη “Πύρινα κύματα” 

Σαν ψέμα της φαινόταν, σαν ψέμα δίχως τέλος. Η θλίψη, ατέλειωτη κι ένιωθε σαν να την πνίγει  βαθιά. Το αδύναμο κορμί της έτρεμε στον παγωμένο χειμωνιάτικο αέρα, ρίγος την διαπερνούσε με κάθε ριπή του ανέμου. Τα μαλλιά της βρώμικα, ανακατεμένα, πλεγμένα ακόμα πλεξούδες από τα χέρια της μητέρας. Το φόρεμά της, που με τόση περφάνια είχε στολίσει με κεντήματα ρόδων και μενεξέδων, ήταν ένα κουρέλι, μια ανάμνηση του τι είχε χάσει, του τι έμεινε πίσω. Πίσω στο ματωμένο χώμα, στον καπνό του πύρινου χειμάρρου που κατάπιε μέσα σε μια στιγμή τη ζωή της όλη.

Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, τα βλέφαρά της σφάλισαν. Κι αυτή η στιγμή ήταν αρκετή για να γυρίσει σε εκείνο το πρωί, σ’ εκείνο το ξημέρωμα, σ’ εκείνες τις κραυγές πόνου. Πίσω εκεί. Πίσω στις ολάνθιστες κυδωνιές, με τη μεθυστική τους μυρωδιά και το άρωμα κανέλας του σπιτιού. Στα πρωινά που ξυπνούσε με τις φωνές των αδερφών της, τις οδηγίες της μάνας, το γάργαρο γέλιο του πατέρα καθώς έπινε γουλιά γουλιά τον βαρύ γλυκό του πριν φύγει για τη δουλειά. Η αγάπη της μικρότερης, της Νίνας, για το ράψιμο και την απαλή μελωδική φωνή της. Τα γλυκά χάδια της γιαγιάς της και τις ιστορίες της απ’ τα δικά της νιάτα. Σπίτι…

Τινάχτηκε όρθια ακούγοντας το κλάμα του μωρού που ήταν ακουμπισμένο στο στήθος της. Αναστέναξε, δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Το μικρό αγόρι, φωλιασμένο στο στέρνο της, άφηνε σπαρακτικούς λυγμούς και κραυγές που έσκιζαν τον αέρα. Η καρδιά της πονούσε για τον αδερφό της, το μικρό της, τον “πασά” και το καμάρι της μάνας. 

«Σώπα γιαβρί μου… Σώπα τζιέρι μου… μην κλαις…» 

Τα μάτια της έτσουζαν από τα δάκρυα που απειλούσαν να πέσουν και σαν λάβα να κατακάψουν το πρόσωπο μα και την ψυχή της, που έμοιαζε με βάρκα έτοιμη να πέσει από το χείλος ενός καταρράκτη, έτοιμη να σπάσει, να παρασυρθεί από τα πύρινα κύματα και να χαθεί. Ο πόνος την έπνιγε, έσφιγγε το λαιμό της και δεν την άφηνε να ανασάνει. Μα έπρεπε να αντέξει… Έπρεπε να παλέψει μ’ όλους τους δαίμονες κι όλα τα εμπόδια. Να κοιτάξει μπροστά και να ανασύρει κάτω από την στάχτη της ζωής της την ελπίδα, όση της έμεινε μετά την φωτιά. Ο Αλέξανδρος τη χρειαζόταν. Μα ‘κείνη χρειαζόταν να μην χάσει το μυαλό της, να κρατηθεί όρθια. Μα πόσο ν’ αντέξει η ψυχή του ανθρώπου όταν ήδη νιώθει σπασμένη…

Χωρίς να το καταλάβει, τα μάτια της σφάλισαν κι ο ύπνος την πήρε στην αγκαλιά του, της χάιδεψε τα μαλλιά σαν να την παρηγορούσε, σαν να της έδινε κουράγιο στέλνοντάς την στην παρέα των ονείρων.

 

Σ’ έναν ελαιώνα στεκόταν τώρα, μες στον γιομάτο ήλιο του μεσημεριού. Μόνη της, με τα μαλλιά της να μπλέκονται και να ανεμίζουν στο φύσημα του αγέρα. Εισέπνεε λαίμαργα την μυρωδιά της ελιάς, των φύλλων, της καταπράσινης χλόης. Ήθελε να απλώσει τα χέρια και να παρασυρθεί σε έναν ξέφρενο χορό, ακολουθώντας τον ρυθμό του καλοκαιριού, να γιορτάσει την εποχή του θέρους και τη γέννηση του αδερφού της. Και τότε την είδε. Στεκόταν εκεί, με το καφέ της φόρεμα γεμάτο σκόνη και την άσπρη ποδιά της δεμένη γύρω από τη μέση της, όπως συνήθιζε να ντύνεται κάθε ζεστή καλοκαιρινή μέρα. Τα μαλλιά της, μια καστανή περίτεχνη πλεξούδα τυλιγμένη γύρω από το κεφάλι της σαν ένα στεφάνι. Την έβλεπε να κοιτάει τους ελαιώνες, σαν να ήταν μόνη της κι ολάκαιρος ο κάμπος της ανήκε. Άκουγε το σφύριγμα του ανέμου, μα κάτι την έκανε να ανατριχιάζει. Η σκιά της φαινόταν μεγαλύτερη από ότι συνήθως, η αύρα της γκρίζα.   

«Μάνα;» φώναξε, με φωνή γεμάτη απορία κι ανησυχία  «Μάνα είσαι καλά;»

Μα απόκριση δεν πήρε. Είδε τη σκιά να γυρνάει και να την κοιτάει με ένα βλέμμα ψυχρό, σκοτεινό, όμοιο με συννεφιασμένο ουρανό του Νοέμβρη. Το μόνο που άκουσε ήταν το θρόισμα των φύλλων πριν η λατρεμένη μορφή γίνει σκόνη και σκορπιστεί στον ουρανό. 

«Όχι!» το ουρλιαχτό γρατζούνισε το λαιμό και έκανε το σώμα της να τρέμει.

«Όχι… όχι.. Μάνα, μη με αφήνεις, γιατί… γιατί να φύγεις… Μάνα σε χρειάζομαι… ΜΑΝΑ!»

 

Άλλος ένας εφιάλτης… σκέφτηκε, καθώς προσπαθούσε να ηρεμήσει την καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή. Είχε περάσει τρεις μέρες κάτω από τη σκιά της συκιάς. Με την καλοκαιρινή δροσιά της νύχτας ένιωθε να αρρωσταίνει, να χάνει κάθε ίχνος δύναμης. Τα μεστωμένα σύκα δεν αρκούσαν για να της δώσουν δύναμη και να την κρατήσουν στη ζωή. Έσφιξε τα δόντια και σηκώθηκε. «Για τον Αλέξανδρο, για τον Αλέξανδρο.» Μόνο ο μικρός της αδερφός την ένοιαζε. Έπρεπε να τον κρατήσει ασφαλή, ανέγγιχτο από την τραγωδία, τον πόνο, την ταλαιπωρία. Ευχόταν να μην είχε συμβεί τίποτα, ευχόταν να μπορούσε να έχει την οικογένεια της ξανά, κι όχι απλά μια ασπρόμαυρη, άψυχη κι απρόσωπη φωτογραφία στο μενταγιόν της. Κούνησε το κεφάλι της απαλά, προσπαθώντας να διώξει το συναίσθημα της νοσταλγίας που την κατέκλυζε, μα ένιωθε κάτι μέσα της να τρυπά τα βάθη της ύπαρξής της σαν φαρμακερή βελόνα, μια βάρβαρη υπενθύμιση της πραγματικότητας. Έκανε ένα βήμα μπροστά, ξεκίνησε να απομακρύνεται. Τα πόδια της πονούσαν, με το ζόρι στεκόταν όρθια μα θα πάλευε. Δεν θα εγκατέλειπε τη μάχη, ήταν έτοιμη, να πάει κόντρα σε όλους και σε όλα. «Πρέπει να φτάσεις κάπου… Πρέπει τουλάχιστον να σώσεις τον μικρό, πάση θυσία… Να έχει εκείνος ένα καλύτερο μέλλον.» Αγκάθια έγδερναν τα γυμνά και παγωμένα πέλματά της και κάθε εκατοστό του μονοπατιού ήταν κι ένα δάκρυ, χωρίς ήχο, μια ψιχάλα που έγινε μπόρα καθώς προχωρούσε. «Παναγιά μου, δώσε μου κουράγιο, βοήθησε με, σε ικετεύω…»

Με οδηγό το φως των λιγοστών άστρων, συνέχισε να περπατά γοργά μέσα στα καμένα δέντρα, τα ξεραμένα άνθη και το λασπώδες χώμα με τις κοφτερές μικρές πέτρες. Στο κατακόκκινό πρόσωπό της διακρίνονταν τα αυλάκια που είχαν σκάψει πάνω του τα στεγνά πλέον δάκρυά της. Με μάτια πρησμένα, χείλη γδαρμένα και σκασμένα και τα μαλλιά της κολλημένα στο μέτωπο της, κατέρρευσε στο νοτισμένο έδαφος. Οι ίριδές της ξεκίνησαν πάλι να βουρκώνουν, τα βλέφαρά της ήταν βαριά. Με το λίγο κουράγιο που της είχε μείνει, έσπρωξε τον εαυτό της να σηκωθεί, να προχωρήσει. Κι εκεί, ενώ βάδιζε αργά προς άγνωστη πια κατεύθυνση, ένιωσε ψιχάλες να πέφτουν και να την βρέχουν. Σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό. Και παρά το ότι οι μικρές σποραδικές σταγόνες μετατράπηκαν σε δυνατή καταιγίδα, εκείνη συνέχισε, χωρίς πλέον να διακρίνει τα δικά της δάκρυα από την βροχή.

«Τελικά, ο ουρανός θρηνεί μαζί μου, πονάει και κλαίει… Θα σβήσει άραγε τις φωτιές; Σήμερα; Αύριο; Κάποτε…»  

 

κάτω από: Πεζογραφία, Ποίηση, Χωρίς κατηγορία | με ετικέτα ,  |  | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο 2 Βραβεία σε μαθητές του Ομίλου Δ.Γ. στον 8ο Διεθνή Μαθητικό Διαγωνισμό “Ελληνισμός της Ανατολής: Πόντος, Μικρασία, Θράκη”.

Διακρίσεις στον 9ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνικής Έκφρασης του Δήμου Βύρωνα

Οκτ 202319

Ξεκίνημα μιας ακόμα δημιουργικής χρονιάς για τον “Όμιλο Δημιουργικής Έκφρασης και Γραφής” του Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου με τον πιο αισιόδοξο τρόπο…

Σήμερα, Πέμπτη 19 Οκτωβρίου, ανακοινώθηκαν από τον Δήμο Βύρωνα τα ονόματα των μαθητών που διακρίθηκαν στον 9ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνικής Έκφρασης Δήμου Βύρωνα 2022 στο πλαίσιο της Δράσης με τίτλο «στο βλέμμα του Μπάιρον».

https://www.dimosbyrona.gr/article.php?id=11992#

Έφηβοι μαθητές, ηλικίας 13-18 ετών και νέοι, ηλικίας 18-30 ετών, από όλη την Ελλάδα συμμετείχαν με λογοτεχνικό κείμενο, πεζό ή ποίημα και προσπάθησαν να εκφράσουν σκέψεις, προβληματισμούς και στοχασμούς με αφορμή ένα επίκαιρο θέμα: “Ειρήνη η μόνη επιλογή”. Πιο συγκεκριμένα, οι μαθητές κλήθηκαν να απαντήσουν λογοτεχνικά σε μια από τις παρακάτω φράσεις:

  1. «στον πόλεμο οι γονείς θάβουν τα παιδιά τους, στην ειρήνη τα παιδιά θάβουν τους γονείς» (Ηρόδοτος)
  2. «Ποτέ πια πόλεμος, ποτέ πια φασισμός» (Σύνθημα κατά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου)
  3. «Ο πόλεμος δεν μπορεί να γίνει ανθρώπινος, μόνο να καταργηθεί μπορεί» (Άλμπερτ Αϊνστάιν)
  4. «Μεσ’ στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του» (Γιάννης Ρίτσος)
  5. «Η ειρήνη δεν χαρίζεται, κερδίζεται» (Θεοδόσης Πιερίδης).

                Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην έκθεση αξιολόγησής της η Κριτική Επιτροπή του Διαγωνισμού, «Για άλλη μια φορά το θέμα του διαγωνισμού ήταν συνδεδεμένο με την επικαιρότητα του πολέμου και την ανάγκη για ειρήνη. Οι αναφορές των κειμένων, που έγραψαν τα παιδιά, στην Ουκρανία και τα αραβικά κράτη, θα αποτελούν για το μέλλον τη μαρτυρία της νεανικής σκέψης για τις σύγχρονες προκλήσεις».

            Το ποίημα με τίτλο “Χρωματίζοντας” της Στέλλας Σπυριδάκη και το ποίημα με τίτλο “Εσωτερικός Μονόλογος” της Ροδάνθης Μπριλάκη (μαθητριών του Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου και μελών του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής), απέσπασαν το 1ο και 2ο Βραβείο Ποιητικών Κειμένων αντιστοίχως στην κατηγορία Έφηβοι. Στην ίδια κατηγορία 3ο Τιμητικό Έπαινο έλαβε το ποίημα “Όνειρο Ιλαρό” του Δημήτρη Δαδή, ενώ Επαίνους Συμμετοχής έλαβαν οι μαθητές Κουτσάκης Αντώνης και Κουτεντάκη Εβελίνα με τα ποιήματά τους “Ώσπου να βγει ο ήλιος” και “Τόσο η ειρήνη…”.

           Θερμά συγχαρητήρια σε όλα τα παιδιά του που συμμετείχαν στον Διαγωνισμό. Εκφράζουμε τις θερμές ευχαριστίες μας προς τον Δήμο Βύρωνα, που με άψογο τρόπο διοργάνωσε για ακόμα μια χρονιά τον συγκεκριμένο διαγωνισμό, ο οποίος ιδιαίτερα φέτος αποτέλεσε πηγή σκέψης και προβληματισμού.

Ακολουθούν τα κείμενα των παιδιών που διακρίθηκαν:

 

Στέλλα Σπυριδάκη: «Χρωματίζοντας»

Ασπρόμαυρος κόσμος

κι οι άνθρωποι θηρευτές.

Θηρευτές όπλων,

θηρευτές κραυγών,

θηρευτές νεκρών.

Όχι.

Χρώματα.

Χρώματα αναζητώ.

Πρώτα…γαλάζιο

-ναι γαλάζιο.

Έντονο γαλάζιο.

Να βάψω τη θάλασσα,

τη μαύρη πλέον θάλασσα.

Κι έπειτα άσπρο,

με μανία να ζωγραφίζω την Ειρήνη.

Με κεφαλαία γράμματα, με ιριδίζοντα χρώματα φωτός·

σε κάθε γωνιά

σε κάθε προκυμαία

σε κάθε μαχαίρι.

Να το βλέπουν οι δολοφόνοι.

Μετά θα φωνάζω.

Θα βγω και θα φωνάζω.

Θα φωνάζω “Ειρήνη”.

Κι όλο και κάποιο σύννεφο θ’ ακούσει

-δε μπορεί.

Θα σταματήσει να βρέχει πόλεμο.

Μονάχα τα περιστέρια θα μιλούν.

Και τότε τα όνειρα θα γίνουν έγχρωμα.

 

Μπριλάκη Ροδάνθη: «Εσωτερικός μονόλογος»

Ποιον να κατηγορήσω

για τα χρόνια της άπνοιας;

Γενιές παλιές ή τωρινές

Την μάνα μου;

Τον γείτονα;

Το φωτεινό κουτί των άδειων ιδεών;

Τα τρένα που μ’ αφήνουν πίσω;

Τον πύρινο ήχο

του ουρανού.

 

Πρώτα φυτρώνουν τα λουλούδια.

Ύστερα ανθίζουν τα μπουμπούκια.

Όλα δελεαστικά

ανάποδα,

σε τούτη τη χώρα.

 

Στην γη των αγγέλων μην πας.

Νωρίς είναι…

Σε παρακάλεσα.

Μην πας.

Δεν έχω εισιτήριο.

Δεν έχεις εισιτήριο.

Μην πας.

 

Ξέρω μια χώρα που ο απόηχος της σύγχυσης

κόπασε

χρόνια τώρα.

Έλα μαζί μου.

Άγουρα τα φρούτα που σου έδωσαν.

Πάλι καλά

να λες.

 

Ψάχνουν εισιτήρια όλοι.

Να φύγουν

Θα φύγουν.

Για που;

Ο νους φυλακή

το σώμα ανήμπορο.

Για που;

(αν απόλαυσες την νιότη

μην τους πεις…)

 

Δημήτρης Δαδής: «Όνειρο ιλαρό»

Κι η ελπίδα

έρημη πλανιέται

ψάχνοντας να βρει τη λύτρωση

και να σωθεί.

Διάπλατα πόρτες

της ανοίγονται,

μα καμιά δεν μα καμιά δεν οδηγεί

εκεί που ίδια ποθεί.

 

Και κει,

στο τέρμα του βουβού δωματίου

μια πόρτα που άδεια μοιάζει

περιμένει.

Μα σαν την ανοίξει

λάβαρο υψωμένο και ζωσμένο σε φλόγες

θ’ αντικρίσει.

 

Μα όλα αυτά

εκείνη,

τα αγνοεί

γιατί αυτό που λαχταρά

είναι η πόρτα που κρύβει

το όνειρο,

που πάντα λησμονούσε.

 

Κι αν τελικά τις φλόγες παραμερίσει,

κι άλλες πόρτες πίσω τους

λουσμένες στο φως

θ’ ανοίξουν.

Και τότε ακτίνες λαμπερές

θα πλημμυρίσουν

την ψυχή της.

 

Κι όταν όλα αυτά

με κόπο θα ‘χει αποκτήσει

ήσυχη

θα μπορέσει να ψάξει

και για άλλες πόρτες!

 

κάτω από: Ανακοινώσεις, Ποίηση, Χωρίς κατηγορία | | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διακρίσεις στον 9ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνικής Έκφρασης του Δήμου Βύρωνα

Παραλαβή Επάθλων για την Τιμητική Διάκριση στον 15ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό των Εκδόσεων Πατάκη

Οκτ 20234
IMG20231025142016

Με πολύ μεγάλη χαρά οι μαθητές του Πρότυπου Γενικού Λυκείου παρέλαβαν και φέτος το έπαθλό τους για τη συμμετοχή τους στον 15ο Διαγωνισμό Γραπτού Λόγου των Εκδόσεων Πατάκη, ο οποίος διοργανώθηκε κατά το προηγούμενο Σχολικό Έτος 2022-23.

IMG20231025142029

Στο συγκεκριμένο διαγωνισμό η ομάδα μαθητών του Πρότυπου Γενικού Λυκείου εργάστηκε στο πλαίσιο του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής και έλαβε Τιμητική Διάκριση. Οι Εκδόσεις Πατάκη δώρισαν στη βιβλιοθήκη του Σχολείου μας 17 λογοτεχνικά βιβλία.

Την τιμητική διάκριση έφεραν στο Πρότυπο Γενικό Λύκειο οι μαθητές και οι μαθήτριες του Ομίλου:

  1. Κουτσάκης Αντώνης (Π.Λ.Η. Τάξη Α): Ποίηση “Ζωή Παντοτινή”
  2. Κουτεντάκη Εβελίνα (Π.Λ.Η. Τάξη Α): Ποίηση “Χαμένη ματιά”
  3. Κολυδάκης Ιάσονας (Π.Λ.Η. Τάξη Α): Ποίηση “Απόγευμα”
  4. Κοσμά Ανθή (Π.Λ.Η. Τάξη Β΄): Ποίηση “Αγάπης φλόγες”
  5. Γαγγιολάκη Καίτη (Π.Λ.Η. Τάξη Β): Ποίηση “Καταστροφή”
  6. Καραγιαννοπούλου Νάγια (Π.Λ.Η. Τάξη Β): Ποίηση “Στα σύννεφα”
  7. Φασουλά Λένα (Π.Λ.Η. – Τάξη Β): Ποίηση “3 π.μ.”
Ευχαριστούμε θερμά τις Εκδόσεις Πατάκη τόσο για την άψογη διοργάνωση του Διαγωνισμού όσο και για την δωρεά των συγκεκριμένων βιβλίων, τα οποία ευελπιστούμε ότι θα αποτελέσουν πηγή έμπνευσης και δημιουργίας.
                                                                                                               Εκ μέρους του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής
                                                                                                                                                                Μαρία Φιολιτάκη

Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού έχουν αναρτηθεί στη διεύθυνση:

https://www.patakis.gr/ekdotikos-oikos/post/21096/APOTELESMATA-15ou-DIAG%CE%9FNISMOU-GRAPTOU-LOGOU/

κάτω από: Ανακοινώσεις, Πεζογραφία, Ποίηση, Χωρίς κατηγορία | με ετικέτα ,  |  | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Παραλαβή Επάθλων για την Τιμητική Διάκριση στον 15ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό των Εκδόσεων Πατάκη

2 Βραβεία, 1 Εύφημος Μνεία, 6 Έπαινοι Συμμετοχής σε μαθητές του Ομίλου Δ.Γ. στον Παγκρήτιο Μαθητικό Διαγωνισμό Διηγήματος

Μάι 202314
20230512 201439

Διαφορετική και ιδιαίτερα συγκινητική ήταν για τους μαθητές του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής αυτή τη τελετή Απονομής καθώς πραγματοποιήθηκε στην πόλη μας.

Πιο συγκριμένα, την Παρασκευή 12/5/2023 στην Αίθουσα της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης, εκπροσώπων της πολιτικής εξουσίας, του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης Κρήτης, εκπροσώπων προσφυγικών Σωματείων της Πόλης μας και πλήθους κόσμου πραγματοποιήθηκε η Τελετή Βράβευσης για τον Παγκρήτιο Μαθητικό Διαγωνισμό Διηγήματος με θέμα την Μικρασιατική Καταστροφή. Ο διαγωνισμός αυτός συνδιοργανώθηκε από τον Σύλλογο Αλατσατιανών  και την Ένωση Φιλολόγων Νομού Ηρακλείου και είχε τη στήριξη του Δήμου Ηρακλείου, της Περιφέρειας Κρήτης και του Ομίλου “Καράτζης Α.Ε.”.

Όπως αναφέρθηκε από την οργανική επιτροπή, το διαγωνισμό αγκάλιασαν με ιδιαίτερη θέρμη μαθητές από Γυμνάσια και Λύκεια σχεδόν από όλους τους Νομούς της Κρήτης, οι οποίοι “πλησίασαν” μια από τις πιο σημαντικές ιστορικές στιγμές του Νεότερου Ελληνισμού, εμπνεύστηκαν από αυτή και προσπάθησαν να αποδώσουν στα κείμενά τους την βαρβαρότητα του πολέμου, τον πόνο της προσφυγιάς και την ελπίδα για μια νέα ζωή.

Στο συγκεκριμένο διαγωνισμό έλαβαν Βραβεία οι μαθητές του Ομίλου:

  1. Μπριλάκη Ροδάνθη (μαθήτρια Γ΄ Τάξης του Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου): 2ο Βραβείο στην Κατηγορία Λυκείου για το διήγημά της “Επιστολή 35η”
  2. Ψαρομήλιγκος Κωνσταντίνος (μαθητής Β΄ Τάξης του 2ου Γυμνασίου Ηρακλείου): 2ο Βραβείο στην Κατηγορία Γυμνασίου για το διήγημά του “Επίγεια Κόλαση”

Εύφημο Μνεία, για την κατάκτηση της 3ης θέσης στην κατηγορία Λυκείου, έλαβε η μαθήτρια Χάρις Ορφανού (Β΄ Τάξη Μουσικού Σχολείου Ηρακλείου) για το διήγημά της “Bay garip”.

Έπαινο για τη συμμετοχή τους έλαβαν οι μαθητές:

  1. Κουτσάκης Αντώνης (Α΄ Λυκείου, Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου)
  2. Δαδής Δημήτρης (Α΄ Λυκείου, Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου)
  3. Καγιαμπάκης Γιώργος (Α΄ Λυκείου, Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου)
  4. Τοχταμή Κωνσταντίνα (Γ΄ Λυκείου, Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου)
  5. Κτιστάκη Ραφαέλα-Ερασμία (Γ΄ Λυκείου, Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου)
  6. Χότζα Αγκνέσα (Γ΄ Γυμνασίου, 11ο Γυμνάσιο Ηρακλείου
  7. Αεράκη Δέσποινα (Γ΄ Γυμνασίου, Πρότυπου Γυμνάσιο Ηρακλείου)

Θερμά Συγχαρητήρια στους φορείς που συνεργάστηκαν για την άψογη διοργάνωση του διαγωνισμού, για την τόσο όμορφη Τελετή Απονομής και για τα πλούσια δώρα που δόθηκαν στα παιδιά. Το πιο σημαντικό όμως “δώρο” ήταν αυτό του κινήτρου για ενεργοποίηση της δημιουργικής φαντασίας των μαθητών μας με σκοπό την πρόσληψη μιας ιδιαίτερα φορτισμένης ιστορικής σελίδας του τόπου μας και την διατήρησή της στη μνήμη μας.

Ένα μεγάλο μπράβο αξίζει στα παιδιά μας αλλά και σε όλα τα παιδιά που συμμετείχαν.

Οι συνεργαζόμενες καθηγήτριες

Μαρία Φιολιτάκη (Πρότυπο ΓΕΛ Ηρακλείου)

Μαρία Αθανασάκη-Χρυσή Χουρσάν (11ο Γυμνάσιο Ηρακλείου)

 

Ακολουθεί φωτογραφικό υλικό καθώς και τα κείμενα των παιδιών που βραβεύτηκαν.

20230512 200642IMG 20230512 195917 20230512 20095220230512 20081320230512 20012820230512 200836

Κώστας Ψαρομήλιγκος: Επίγεια κόλαση

– Μη! Όχι! Όχι την κόρη μου. Ακούστηκε μια κραυγή και χάλασε την σιγή της αυγουστιάτικης, ξάστερης νύχτας.

 

Η ώρα ήταν 2:30 την νύχτα. Η μικρή Αντιγόνη, ανήσυχη από το ουρλιαχτό, πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι της και νυχοπατώντας, για να μην ξυπνήσει τον πατέρα της, έφτασε στην κάμαρα των γονιών της.

– Μαμά, ψιθύρισε, φοβάμαι. Άκουσες αυτήν την κραυγή;

– Ναι, αγάπη μου. Αλλά δεν χρειάζεται να φοβάσαι. Η κυρία Αξιότη, από δίπλα μάλλον βλέπει πάλι εφιάλτη.

– Είπε και κάτι για την κόρη της…

– Μα δεν έχει κόρη, αγάπη μου. Πήγαινε στο κρεβατάκι σου τώρα. Είναι ακόμα πολύ αργά

– Μαμά, είναι σίγουρα καλά η κυρία Αξιότη;

– Αύριο το πρωί θα πάμε να την επισκεφτούμε και θα το δεις και μόνη σου. Μια χαρά θα είναι.

Το επόμενο πρωινό η Αντιγόνη ξύπνησε νωρίς νωρίς για να προλάβει τον μπαμπά της που θα πήγαινε στην δουλειά. Της αρέσει, τώρα που είναι καλοκαίρι και προλαβαίνει να τον καλημερίσει πριν φύγει για το δικηγορικό γραφείο του. Αργότερα, σηκώθηκε και η μαμά της. Η Αντιγόνη δεν είχε ξεχάσει την υπόσχεση που της έδωσε: σήμερα θα πήγαιναν να επισκεφτούν την κυρία Αξιότη.

Η κυρία Αξιότη ήταν μια γλυκύτατη γριούλα και κάθε πρωί την ώρα που έφευγε η Αντιγόνη για το σχολείο της, την χαιρετούσε με ένα ζεστό χαμόγελο και της έλεγε «Να περάσεις όμορφα γιαβρί μου».

Η Αντιγόνη δεν ήξερε τι είναι αυτό «γιαβράμ» αλλά της άρεσε. Της άρεσε τόσο που τον σκύλο της τον έβγαλε «Αβράμ» από το «γιαβράμ».

– Θα πάμε να την επισκεφτούμε, αφού ετοιμάσω κάτι για να της κρατάμε, είχε πει η μητέρα και η Αντιγόνη περίμενε υπομονετικά.

Όταν το πεσκέσι για την κυρία Αξιότη ήταν έτοιμο, μάνα και κόρη έκλεισαν την πόρτα του κήπου, περπάτησαν δύο βήματα και στάθηκαν στο διπλανό σπίτι. «Στρατή Δούκα 13» έγραφε με μεγάλα γράμματα έξω από την πόρτα. Η Αντιγόνη έμενε στο 11. Χτύπησαν το κουδούνι και η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως, χωρίς ν’ ακουστεί καν η φωνή της κυρίας Αξιότη από το θυροτηλέφωνο. Ανέβηκαν με τα πόδια ως τον πρώτο όροφο και την βρήκαν να τους περιμένει στην πόρτα.

– Καλησπέρα κυρία Δήμητρα, έκανε κάπως αμήχανα η μαμά.

– Καλώς τις. Απάντησε εύθυμα η κυρία Αξιότη που κάθε άλλο παρά φάνηκε να παραξενεύτηκε από την αναπάντεχη επίσκεψη. Θα έλεγε κανείς ότι μάλλον τις περίμενε. Τι κάνεις τζιέρι μου; Ρώτησε την Αντιγόνη.

– Καλά είμαι. Εσείς όμως είστε καλά; Ρώτησε ανήσυχη και χωρίς να διστάζει η Αντιγόνη.

– Κυρία Δήμητρα, διέκοψε την Αντιγόνη η μητέρα της, εγώ και η Αντιγόνη ήρθαμε για να σας φέρουμε αυτό το γλυκό και για να δούμε αν χρειάζεστε κάτι. Είπε με βιασύνη, προκειμένου να προλάβει την απορία που ζωγραφίστηκε στο βλέμμα της γειτόνισσάς της μετά την τόσο αυθόρμητη ερώτηση της μικρής Αντιγόνης.

– Δεν χρειάζομαι κάτι, απάντησε σαστισμένη η κυρία Αξιότη αλλά τι σας κάνει να πιστεύετε ότι δεν είμαι καλά;

– Χθες το βράδυ σας ακούσαμε να φωνάζετε. Υποθέσαμε ότι κάτι συνέβαινε. Μάλλον κάναμε λάθος. Είπε η μητέρα.

– Καταλαβαίνω, απάντησε η κυρία Αξιότη. Όχι δεν κάνατε λάθος. Περάστε μέσα, σας παρακαλώ. Ας δοκιμάσουμε κι εκείνο το γλυκό που φέρατε και αν έχετε χρόνο μπορούμε να τα πούμε λίγο. Θα καταλάβετε…

Το σπίτι, όπως φαινόταν και απέξω, ήταν παλιό αλλά η κυρία Αξιότη, παρά τα χρόνια της, το φρόντιζε πολύ και το διατηρούσε σε καλή κατάσταση. Από το ταβάνι κρεμόταν ένα μεγαλόπρεπο φωτιστικό. Ο ξεθωριασμένος καναπές πρόδιδε το πέρασμα του χρόνου και ο σκαλιστός μπουφές και το ακριβό σερβίτσιο μέσα από τη βιτρίνα, μαρτυρούσαν μια αλλοτινή πολυτέλεια. Στους τοίχους κρέμονταν ασπρόμαυρες φωτογραφίες χαμογελαστών αλλά και σοβαρών προσώπων, περίτεχνες κορνίζες που πλαισίωναν φωτογραφίες μιας πόλης με ψηλά αρχοντικά σπίτια γύρω από ένα πολυσύχναστο λιμάνι. Εικόνες που αποτύπωναν στιγμές μιας άλλης εποχής, μακρινής αλλά ένδοξης.

– Καθίστε. Είπε η κυρία Αξιότη δείχνοντας δύο αναπαυτικές πολυθρόνες. Εγώ θα πάω να φέρω ένα ζεστό ρόφημα για να συνοδεύσουμε το κέικ της μαμάς σου που μοσχομυρίζει. Στράφηκε στην Αντιγόνη.

Σε λίγη ώρα γύρισε πίσω με έναν δίσκο και τρία φλυτζάνια, από τα οποία έβγαινε μια τόσο όμορφη ευωδία.

– Σαλέπι, είπε σαν να μάντεψε την ερώτηση. Θα σας αρέσει· δοκιμάστε. Μετά την πρώτη γουλιά, η ατμόσφαιρα έγινε ακόμη πιο φιλική σαν η ζέστη του ροφήματος να ζέστανε και τις καρδιές. Και τότε η κυρία Αξιότη στράφηκε προς την μητέρα της Αντιγόνης:

– Μπορείτε, να μου πείτε τι ακριβώς ακούσατε χθες το βράδυ;

– Φωνάζατε “Μη, μη όχι την κόρη μου!” Πετάχτηκε η Αντιγόνη.

Το πρόσωπο της ηλικιωμένης γυναίκας άλλαξε με μιας.

– Την κόρη μου…αναστέναξε μελαγχολικά. Ναι. Δίκιο έχεις, παιδί μου. Αχ, πόσο μου την θυμίζεις… Αλλά αν έχετε χρόνο μπορώ να σας τα πω από την αρχή, νιώθω πως ήρθε η ώρα να μιλήσω σε κάποιον. Δεν ξέρω αν το γνωρίζετε αλλά η καταγωγή μου είναι από την Σμύρνη.

– Τι είναι αυτή η Σμύρνη; Ρώτησε η Αντιγόνη.

– Η Σμύρνη… η “Κυρία των κυριών”. Η πιο λαμπρή πόλη της Μικράς Ασίας. Παλιά ήταν ελληνική όμως τώρα πια την έχουν στην κατοχή τους οι Τούρκοι. Την λένε «Γκιαούρ Ιζμίρ», «Άπιστη Σμύρνη». Εκεί ήταν το σπίτι μου. Ζούσα μαζί με τον άντρα μου και την κόρη μας. Όλα ήταν ειρηνικά: Τούρκοι, Έλληνες, Αρμένιοι συνυπήρχαμε αρμονικά και καθένας ήταν προσηλωμένος στην δουλειά του. Αυτά όμως μέχρι τον Πόλεμο του 1914. Πολλοί έφυγαν για τα αμελέ ταμπουρού, απ’ όπου λίγοι γύριζαν ζωντανοί. Το 1919, σαν τέλειωσε ο πόλεμος και ήρθε ο ελληνικός στρατός στη Σμύρνη, νομίζαμε ότι τελείωσε ο εφιάλτης. Ακόμα το θυμάμαι. 16 του Μάη ήταν. Σαν ήρωες τους υποδεχτήκαμε. Νομίζαμε ότι θα ζούσαμε σαν και πρώτα. Μα κάναμε λάθος. Στην αρχή, η όλη επίθεση πήγαινε καλά. Ο ελληνικός στρατός νικούσε και όλοι ήταν ευδιάθετοι και αισιόδοξοι στην Σμύρνη. Όμως, οι επιθέσεις ήταν άγριες ενάντια στους Τούρκους κι αυτοί δεν έκατσαν με σταυρωμένα χέρια: όταν ήρθε η ώρα της αντεπίθεσης πήραν το αίμα τους πίσω. Έλεγαν «δεν είχαμε δουλειά μέσα στην Τουρκία» και μέρα με την μέρα η κατάσταση χειροτέρευε. Οι Τούρκοι διέπρατταν βιαιότητες σε όσους είχαν την παραμικρή σχέση με την Ελλάδα. Και ξαφνικά όλα κατέρρευσαν. Φωτιές παντού και κόσμος που καιγόταν. Το σπίτι μας τυλίχτηκε στις φλόγες. Και εγώ αγκαλιά με την κόρη μου, τριών χρονών παιδάκι να τρέχω να ξεφύγω. «Τρέχα! Πάρε τη Μαρία και φύγε». Άκουσα τον άντρα μου να μου λέει. Δεν πρόλαβα να σκεφτώ τίποτα. Άρπαξα το παιδί και το ‘βαλα στα πόδια. Ο άντρας μου δεν μ’ ακολούθησε. Δεν έμαθα ποτέ τι απέγινε. Τρέξαμε στο Και και πλησιάσαμε προς την πρώτη βάρκα που βρήκαμε μπροστά μας. Όλοι έψαχναν διέξοδο από την επίγεια κόλαση, καθώς εγώ με την κόρη μου στριμωχνόμασταν στην βάρκα. Ακόμα αναθεματίζω εκείνη την στιγμή. Την κόρη μου την έλεγαν Μαρία. Όμως, μέσα στην σύγχυση κάποια μάνα φαίνεται έχασε το παιδί της και πέρασε την κόρη μου για δική της. Μεμιάς αρπάζει την Μαρία από την βάρκα και την τραβάει όξω λέγοντας «Yasemin burdasin», που σημαίνει «Γιασμίν εδώ είσαι» . «Μη, μη όχι την κόρη μου!» φώναξα. Τότε ένιωσα να χάνομαι… Θυμάμαι, ξύπνησα όταν η βάρκα έδεσε στην Μυτιλήνη. Μια γυναίκα μου φώναξε «Σήκω, φτάσαμε. Σωθήκαμε». Την κοίταξα, δεν της μίλησα, τι να της πω. Δεν ήξερα αν ζούσα ή είχα πεθάνει.

Εκεί σταμάτησε η κυρία Δήμητρα Αξιότη. Σκούπισε τα δάκρυα που έτρεχαν από το γέρικο, πονεμένο, γεμάτο ρυτίδες πρόσωπό της.

– Ω, δεν ξέρω τι να πω… Ψέλλισε η μαμά της Αντιγόνης. Λυπάμαι πολύ.

– Είναι τόσο άδικο είπε η Αντιγόνη και ξέσπασε και αυτή σε κλάματα.

– Μην κλαις, γιαβρί μου. Μην κλαις και μου σπαράζεις την καρδιά. Είπε η κυρία Αξιότη. Τώρα που είναι καλοκαίρι θα έρχεσαι να με βλέπεις που και που, ε; Ρώτησε ξανασκουπίζοντας τα δάκρυά της.

– Ναι, ναι! Είπε ενθουσιασμένη η μικρή Αντιγόνη. Σηκώθηκε, πήγε στην κυρία Αξιότη και την πήρε αγκαλιά χωρίς να τη ρωτήσει.

Πίσω από τους ώμους της γριούλας, είδε το κάδρο του τοίχου.  Τώρα η θάλασσα της πόλης του κάδρου δεν ήταν πια γαλήνια. Της φάνηκε σαν να ‘χε πελώρια κύματα και βάρκες που έπαιρναν κόσμο μακριά από την επίγεια κόλαση. Και στο βάθος της σιωπής που επικράτησε στο σπίτι της οδού «Στρατή Δούκα 13» άκουσε «Δεν είμαι η Γιασμίν. Η Μαρία είμαι.».

________________________________________________

Μπριλάκη Ροδάνθη: «Επιστολή 35η» 

Αθήνα, 1935

 

Αγαπητέ Αλέξανδρε,

θυμάσαι; Μου είπες να ‘μαι δυνατή και να σε περιμένω. Μου είπες να μην κλάψω.

Δύσκολα πράγματα μου ζήτησες και, που και που, με παίρνει το παράπονο. Τότε, κάθομαι κι εγώ στο μπαλκόνι του σπιτιού της αδελφής σου εδώ στην Κηφισιά και σου γράφω κι ας ξέρω ότι ποτέ δεν θα λάβεις το γράμμα μου.

Αχ και να μπορούσες να έβλεπες πως μεγάλωσε η Μαρία μας και ο Γιάννης μας. Ακούς; Αρραβωνιάστηκε ο γιόκας σου που σαν χθες τον έπαιρνες καβάλα στα γόνατά σου. Τη βραδιά του αρραβώνα, έβγαλα το καλό τραπεζομάντηλο -εκείνο που τύλιξα το μωρό μας φεύγοντας τότε από τη Σμύρνη- και έφτιαξα σεκέρ παρέ για το τσάι με τους συμπεθέρους· έγλειφαν τα χέρια τους. Σ’ άρεσε και σένα πολύ, θυμάσαι; Εξόν από κείνη τη μέρα, τώρα δεν έχω λόγο να το φτιάχνω. Και τότε το έφτιαξα γιατί ήθελα να σε φέρω κοντά μας με έναν τρόπο….

Η Μαρία μας όπως πάντα πεισματάρα δεν παντρεύτηκε. Σπουδάζει, δουλεύει και θέλει λέει να γίνει μεγάλη και τρανή επιστήμονας. Την βλέπω να ζορίζεται και σφίγγεται η καρδιά μου. Αν ήσουν εδώ σίγουρα θα επέμενες να την παντρέψεις· μα σαν την έβλεπες με τη στολή της, μπορεί και ν’ άλλαζες γνώμη.

Η γειτονιά μας… Δύσκολα περάσαμε μέχρι να μας δεχτούν. Είδα κι έπαθα να τους δείξω πως νοικοκυρά είμαι κι εγώ και πως κάποτε ήμουν αφέντρα του σπιτιού μου στην Σμύρνη. Μα πάνω απ’ όλα ήθελα να αποδείξω πως είμαι Ελληνίδα στην ψυχή και στο σώμα. Σάμπως είμαστε σκουπίδια μας κοιτούσαν τ’ “αδέλφια” μας -όπως έλεγες αυτούς που ζούσαν στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου… Ας είναι καλά η αδελφή σου που μας φιλοξενεί στο σπίτι της και μερικοί γείτονες αλλιώς ίσως να ‘χαμε χαθεί και ‘μεις από τύφο, στοιβαγμένοι σ’ έναν από τους καταυλισμούς.

Σαν πήγα μια φορά, με την ελπίδα να συναντήσω κάποιον από την Σμύρνη μας και να μάθω νέα σου, μαύρισε η ψυχή μου. Με πλησίασε ένας παππούς κι άρχισε να με τράβα. «Έλα κόρη μου, πάμε να φύγουμε από δω, έλα, Ειρήνη μου, πάμε σπίτι». Τρόμαξα. Τι να του έλεγα; Πως δεν είμαι η κόρη του; Και πού άραγε να ήταν η κόρη του; Χάθηκαν οι μισοί μας άνθρωποι στον δρόμο για τον λυτρωμό και έμειναν άλλοι τόσοι πίσω να θρηνούν γι’ αυτούς. Στον καταυλισμό δεν ματαπήγα από τότε. Τα μάτια του γέρου με στοίχειωσαν ακόμη και στον ύπνο μου. Κι ας μην ήταν αυτό το πιο φρικιαστικό περιστατικό που αντίκρισα από τον ξεριζωμό μας…Ίσως γατί γονέας είμαι κι εγώ και δεν θα μπορούσα ούτε να φανταστώ πως χάνω τα παιδιά μου.

Σαν έμαθα πως έπεσε το μέτωπο του Αφιον-Καραχισάρ έχασα κάθε ελπίδα να σε ξαναδώ. Ήδη είχα αργήσει πολύ να φύγω κρατιόμουν -βλέπεις-  απ’ την ελπίδα ότι θα επέστρεφες να φύγουμε μαζί, πως να αφήσω το σπίτι μας μόνη με δύο παιδιά; Η αρμένικη συνοικία καιγόταν ήδη, όταν αποφάσισα να τα μαζέψω. Ο χρόνος είχε τελειώσει. Άνοιξα ένα μπόγο και πέταξα μέσα δυο ρούχα, την ασημένια ζαχαριέρα και την εικόνα της Παναγιάς. Με το καλό τραπεζομάντηλο τύλιξα το μωρό που κοιμόταν ακόμα. Άρπαξα τα παιδιά και δεν ήξερα που να πάω. Μου ‘χες πει «Κάνε κουράγιο, θα γυρίσω. Μα αν καταλάβεις πως κάτι δεν πάει καλά, φύγε… ΦΥΓΕ και μην γυρίσεις πίσω. Πήγαινε στην αδερφή μου. Εκεί θα ‘ρθω κι εγώ….» μου ΄χες πει…… Στηρίχτηκα στην ελπίδα κι έφυγα.

Στον δρόμο για το λιμάνι ουρλιαχτά έσκισαν τον ζεστό αέρα. Τα μάτια μου έτσουζαν από τον καπνό που σαν στόμα αδηφάγο κατέτρωγε τα σπίτια μας. Πάλευα να κλείσω τα μάτια των παιδιών να μην κοιτούν γύρω τους. Δυο χέρια μου έδωσε ο Θεός και δε μπόρεσα να προστατεύσω τις ψυχές τους από το θέαμα.

Και τότε… σαν έφτασα στην προκυμαία, μεγάλο κρίμα έκανα, μα δεν γινόταν αλλιώς… Σαν έφτασα στο λιμάνι αλαφιασμένη, είδα κόσμο να σπρώχνεται να μπει στις βάρκες. Πλησίασα έναν άντρα και του έτεινα το δαχτυλίδι που μου έβαλες στο χέρι τη μέρα του αρραβώνα μας. Με κοίταξε πονηρά… Του ‘δωσα και το βαφτιστικό σταυρό του μωρού… Ήθελα να φύγω με κάθε τρόπο. Που να πήγαινα; Το ‘χα από ώρα καταλάβει πως η Σμύρνη δεν υπήρχε.

Όσο απομακρυνόμασταν από τη Σμύρνη, τα παιδιά ρωτούσαν… ρωτούσαν συνέχεια για σένα… και στην Λέσβο και στην Αθήνα, όταν φτάσαμε, πάλι για σένα ρωτούσαν. Τους έλεγα πως θα έρθεις να μας βρεις σύντομα. Μετά από δύο χρόνια έπαψαν πια να ρωτούν. Σε έψαξα πολύ, σε ψάχνω κάθε μέρα. Όταν συνάντησα τον Παναγή δεν είχε ακούσει τίποτα για σένα…δεν τον ρώτησα περισσότερα. Είχε χάσει την γυναίκα του και ήθελα να τον παρηγορήσω μα δεν έβρισκα τις κατάλληλες λέξεις. Πως να μιλήσεις στον πόνο;

Ο καθένας ψάχνει κάποιον. Όλοι μας έχουμε χάσει κάποιον. Όλοι μας ψάχνουμε δικούς μας ανθρώπους. Και μέσα σε όλα αυτά φαντάζει τρομακτική η σκέψη της λήθης που φαίνεται να λουφάζει απειλητικά. Να μην ξεχάσουμε τίποτα, να τα μεταφέρουμε όλα στα παιδιά στα εγγόνια μας: μνήμες, παραδόσεις, έθιμα. Να φτιάξουμε τον τόπο μας απ’ την αρχή σε άλλο τόπο.

Πάνε δώδεκα χρόνια πια…. Μου λείπεις. Μου λείπει και το όμορφο σπίτι μας, και η θέα της θάλασσας απ’ το μπαλκόνι. Μου λείπει η Σμύρνη μας. Άραγε ποιος να μένει τώρα στην γειτονιά μας, στο σπίτι μας; Θα έδινα τα πάντα για να γυρίσω πίσω έστω και για λίγο. Αλλά δεν μας αφήνουν να επιστρέψουμε γιατί τα πράγματα δεν έχουν καταλαγιάσει ακόμα. Προς το παρόν κάθομαι εδώ στο μπαλκόνι και εξασκούμαι στο να θυμάμαι χωρίς να σκέφτομαι, εξασκούμαι στο να θυμάμαι χωρίς να νιώθω τον πόνο να σκίζει τα σωθικά μου.

 

Σου στέλνω την αγάπη μου.

Περιμένω να ανταμώσουμε πάλι,

Ευθυμία

_______________________________

Χάρις Ορφανού: «Bay garip»

 

Αθήνα, 20/09/1922

Είχα χρόνια να γράψω ημερολόγιο. Μόνο όταν ήμασταν παιδιά, γράφαμε σε αυτό τα μυστικά μας και ό,τι μας έκανε χαρούμενους ή μας γέμιζε λύπη. Έτσι και τώρα. Μπορεί να μην είμαι παιδί αλλά κάτι με σπρώχνει να σκύψω στο τετράδιο. Γράφω γιατί δεν θέλω να ξεχάσω όσα έζησα σήμερα, γιατί η μνήμη συχνά μας προδίδει, μα τα γραπτά όχι. Αυτά νικάνε τον χρόνο.

Γυρνώντας σήμερα από το γραφείο, ύστερα από μία κουραστική μέρα με τον ουρανό να είναι πιο γκρίζος από κάθε άλλη φορά, θλιμμένος, λες και ήξερε τι θα ακολουθήσει. Σχεδόν νιώθοντάς τον σαν βάρος, περπατούσα στο πεζοδρόμιο σκυφτός. Σκεπτόμενος τα δικά μου προβλήματα προσπαθώντας να απωθήσω από την σκέψη μου την εξέλιξη των γεγονότων στο μέτωπο της Μικρασίας και να κλειστώ στον εαυτό μου σαν άμυνα. Τότε ήταν που με την άκρη του ματιού μου διέκρινα κάτι στη γωνιά του πεζοδρομίου. Πλησίασα πιο κοντά από περιέργεια χωρίς να είμαι σίγουρος για το τι ακριβώς ήταν αυτό που έβλεπα και με τραβούσε κοντά του. Όταν όμως έφτασα αρκετά κοντά του κατάλαβα ότι ήταν ένα παιδί.

Ήτανε κουλουριασμένο στην άκρη του πεζοδρομίου με τα μάτια κλειστά -εμφανώς καταβεβλημένο από την κούραση και με μία ώριμη δυστυχία στο πρόσωπό του. Φορούσε κάτι κουρέλια. Κοίταξα τριγύρω αναζητώντας με το βλέμμα κάποιον που θα μπορούσε να είναι γονιός του ή έστω κάποιο αδέρφι, αν είχε. Όμως ο δρόμος ήτανε άδειος. Έκατσα λίγο να το κοιτάζω. Να ‘ναι κορίτσι ή αγόρι; Πόσο χρονών; Πώς να βρέθηκε εδώ; Πολλά ερωτήματα πλημμύρισαν το μυαλό μου και παραμέρισαν κάθε άλλη σκέψη μου και έτσι ξέχασα ό,τι άλλο είχα στο νου μου. Ασήμαντα όλα μπρος σε αυτή τη ψυχούλα στην άκρη του πεζοδρομίου, ένα μέτρο μακριά μου.

Ξαφνικά, αυτό το παιδάκι άνοιξε τα μάτια του και με κοίταξε τρομαγμένο. Έκανα ένα μεγάλο βήμα πίσω βιαστικά. Κάτι που σίγουρα δεν ήθελα να κάνω ήτανε να το τρομάξω. Σήκωσε το κεφάλι του και τότε σαν να διέκρινα μία λάμψη στα μάτια του. Νομίζω κατάλαβε τις προθέσεις μου και ένιωσε κάπως ασφαλές στην δυστυχία του. Στάθηκε όρθιο με την λιγοστή δύναμη που είχε. Πλέον μπορούσα να καταλάβω ότι ήταν αγοράκι. Ζήτημα να ήτανε δέκα χρονών.

Δεν μιλούσε ελληνικά. Το κατάλαβα γιατί προσπαθούσε να μου πει κάτι σε μία γλώσσα άγνωστη σ’ εμένα. Δεν τα παράτησε όμως. Μετά από διάφορες κινήσεις με τα χέρια του και κάποιες σκόρπιες λέξεις που ηχούσαν στον άδειο δρόμο χωρίς να λάβουν καμία απάντηση, ξαφνικά το πρόσωπό του σαν να φωτίστηκε. Έβαλε το χεράκι του βιαστικά στην τσέπη του κουρελιασμένου παντελονιού, έβγαλε ένα ταλαιπωρημένο χαρτί και το έτεινε προς το μέρος μου. Άπλωσα το χέρι μου και το πήρα πολύ προσεκτικά σαν να καταλάβαινα ότι μέσα σε αυτό ήταν η ελπίδα του παιδιού που είχα μπροστά μου. Πρέπει να ήτανε κάποιο έντυπο ταυτοπροσωπίας από τη χώρα του. Τα μάτια μου απευθείας καρφώθηκαν στην φωτογραφία που είχε πάνω αυτό το χαρτί. Είδα ένα παιδί σαν όλα τα άλλα, χωρίς τρόμο στα μάτια του, με ζωηράδα και λάμψη που φώτιζε το προσωπάκι του. Φορούσε καθαρά ρούχα και ήταν πραγματικά πολύ όμορφο. Μα αυτό που μου τράβηξε πιότερο την προσοχή, ήταν το χαμόγελό του.

Δεν είχα δει ποτέ κάποιον να χαμογελάει έτσι. Σχεδόν μπορούσα να ακούσω το γέλιο του. Το χαμόγελό του πλατύ. Καταλάμβανε όλο του το πρόσωπο. Τα μάτια του κλειστά, φάνταζαν μικροσκοπικά μπροστά στα χείλη του. Φαινόταν να είχε βρει κάτι που λείπει από τις ζωές όλων μας.

Αμέσως, έστρεψα το βλέμμα μου στο παιδί που είχα μπροστά μου και αναζήτησα το χαμογελαστό προσωπάκι της φωτογραφίας. Δεν το είδα. Μπροστά μου βρισκόταν ένας ενήλικας που υποδυόταν το παιδί. Ξαφνικά, συνειδητοποίησα από που είχε έρθει αυτό το αγόρι. Ποιος ξέρει τι πέρασε για έρθει εδώ. Έψαξα για το χαμόγελό του στο ταλαιπωρημένο πρόσωπό του. Μάταια. Το μόνο που είδα ήταν ένα ενοχλημένο πρόσωπο. Δοκίμασε να μου ξαναπεί κάτι που δεν κατάλαβα και ύστερα έτεινε το χέρι του με σκοπό να του δώσω το έγγραφό του. Το πήρε και το φύλαξε πάλι βιαστικά στην τσέπη του. Εγώ χωρίς να ξέρω γιατί, σαν κάποια δύναμη να με ώθησε να το κάνω, χάιδεψα με το χέρι μου το κεφαλάκι του, μα ύστερα το τράβηξα βιαστικά πίσω. Πλημμυρισμένος από ένα αλλόκοτο συναίσθημα, γύρισα την πλάτη, έφυγα σαν να μην είχε συμβεί τίποτα και βυθίστηκα ξανά στις σκέψεις μου.

Μα νιώθω ένα περίεργο συναίσθημα από τότε. Αυτό με σπρώχνει και τώρα στο χαρτί. Ελπίζω αύριο να συναντήσω πάλι αυτόν τον μικρό και να του προσφέρω κάποια βοήθεια ή έστω να καταλάβω τι θέλει να μου πει.

 

Αθήνα, 20/09/1922

Σήμερα είναι η δεύτερη μέρα που βρίσκομαι εδώ.  Δεν ξέρω που ακριβώς. Δεν έχω κανέναν άλλο εκτός από εσένα. Tο μόνο αντικείμενο που πρόλαβα να πάρω προτού φύγουμε όλοι τρέχοντας από το σπίτι. Κι από όλους μόνο εγώ είμαι εδώ. Η μάνα κι ο πατέρας έμειναν πίσω. Εμένα με έβαλαν σε μία βάρκα και έτσι έφτασα εδώ, μα μου είπαν πως θα έρθουν και αυτοί. Μπορεί να μην τους έχω δει ακόμα αλλά τους πιστεύω, και αφού είπαν ότι θα έρθουν, θα το κάνουν, γιατί δεν μου λένε ποτέ ψέματα.

Κοιτάζω τα πρόσωπα των περαστικών μήπως και τους δω ή μήπως κάποιος μου πει ότι τους έχει κάπου δει. Κανείς όμως δεν απαντά.

Δεν μου αρέσει εδώ πέρα. Δεν έχω ούτε τους φίλους μου ούτε την οικογένειά μου, αν και, όπως σου έγραψα, πιστεύω ότι θα τους ξαναβρώ κάποτε.

Σήμερα βρήκα τσαλακωμένο ένα χαρτί που μου είχε δώσει ο μπαμπάς πριν με βάλει στην βάρκα. Νόμιζα ότι το είχα χάσει αλλά απλά είχα ξεχάσει ότι το έβαλα ανάμεσα στις σελίδες του ημερολογίου. Επίσης σήμερα συνάντησα έναν πολύ παράξενο άνθρωπο. Όταν ξύπνησα από τον μεσημεριανό μου ύπνο, όπως όταν με έβαζε η μαμά κάθε μεσημέρι μετά το φαγητό να κοιμάμαι, είδα έναν άντρα να με κοιτάει. Στην αρχή τρόμαξα και αυτός έκανε δύο βήματα πίσω. Νόμιζα ότι θα φύγει αλλά τελικά δεν έφυγε. Πρώτη φορά κάποιος έμεινε κοντά μου για τόσο πολύ, από τότε που έφυγα από το σπίτι. Συνήθως ούτε οι περαστικοί μου δίνουν σημασία και απλά συνεχίζουν με το γρήγορο περπάτημά τους. Σηκώθηκα και του μίλησα «Ailemi gördün mü?» (είδες την οικογένειά μου;) Μα αυτός δεν μου απάντησε, έμοιαζε σαν να μη είχε καταλάβει καν τι του είπα. Προσπάθησα να του το πω και με κινήσεις μα ούτε τότε έδειχνε να καταλαβαίνει. Τότε του έδωσα το δεύτερο πιο πολύτιμο αντικείμενο που είχα πάνω μου: το χαρτί που μου είχε δώσει ο μπαμπάς στη βάρκα και είχα βάλει ανάμεσα στις σελίδες του τετραδίου. Άπλωσε το χέρι του και το πήρε. Το κοίταζε για πολύ ώρα. Σκέφτηκα ότι θα έλεγε πάνω κάτι σημαντικό και σκέφτηκα ότι για να το κοιτάει τόση ώρα ίσως το καταλαβαίνει. Δεν τον διέκοψα. Μετά όμως άρχισε να κοιτάει μία εμένα, μία αυτό το χαρτί. Ήταν πολύ παράξενος αυτός ο κύριος. Προσπάθησα να τον ξαναρωτήσω αν είχε δει τους γονείς μου μιας που τώρα είχε διαβάσει αυτό το χαρτί και μπορεί να είχε κάποια παραπάνω πληροφορία για μένα. Όμως ούτε και τότε μου απάντησε. Θύμωσα και τέντωσα το χέρι μου για να μου το δώσει πίσω. Αυτός μου το έδωσε και μετά ακούμπησε με την παλάμη του το κεφάλι μου, έτσι όπως έκανε και η μαμά όταν δεν έκανα αταξίες.

Ύστερα έφυγε σκυφτός και λυπημένος. Έμεινα να τον κοιτάζω που απομακρυνόταν και η μορφή του μίκραινε όλο και περισσότερο στο σοκάκι, μέχρι που χάθηκε εντελώς. Αυτός ο άντρας ήταν πολύ παράξενος για αυτό τον ονόμασα «bay garip» (κύριο παράξενο). Εκτός από τη συνάντηση μου με τον «bay garip» δεν έγινε κάτι άλλο συνταρακτικό για να σου γράψω και ευτυχώς δηλαδή γιατί είναι αργά και νυστάζω. Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα. Ίσως κρυώνω λιγότερο. Ίσως έρθει πάλι ο «bay garip». Ίσως να βρω ακόμα και τους δικούς μου. Αύριο…όλα αύριο θα γίνουν καλύτερα…

 

 

 

κάτω από: Πεζογραφία, Χωρίς κατηγορία | με ετικέτα ,  |  | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο 2 Βραβεία, 1 Εύφημος Μνεία, 6 Έπαινοι Συμμετοχής σε μαθητές του Ομίλου Δ.Γ. στον Παγκρήτιο Μαθητικό Διαγωνισμό Διηγήματος

3o Βραβείο για μαθητή του Ομίλου Δ.Γ. στον Διαγωνισμό Διηγήματος “Καίτη Λασκαρίδη”

Μάι 202310
ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ 1024x482 1
Στον πολύ όμορφο και ζεστό χώρο της Ιστορικής Βιβλιοθήκης του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη, στον Πειραιά, ανακοινώθηκαν την Κυριακή 7 Μαΐου τα αποτελέσματα του 10ου Πανελλήνιου Μαθητικού Διαγωνισμού Διηγήματος, ο οποίο πραγματοποιείται κάθε χρόνο στη μνήμη της Καίτης Λασκαρίδη.
Το σκεπτικό των βραβεύσεων της Κριτικής Επιτροπής παρουσίασε στην τελετή ο Πρόεδρος της Επιτροπής, κ. Θεόδωρος Κατσικάρος, Δρ. Συγκριτικής Γραμματολογίας, εκπαιδευτικός, συγγραφέας ο οποίος ανακοίνωσε και τα βραβεία. Οι ηθοποιοί Ναταλία Swift και Δημήτρης Γεωργιάδης διάβαζαν αποσπάσματα από διακριθέντα κείμενα και επιδόθηκαν τα έπαθλα στους Νικητές.
Ανάμεσά τους ήταν και ο Κώστας Ψαρομήλιγκος, μαθητής του 2ου Γυμνασίου Ηρακλείου και μέλος του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής, ο οποίος με το διήγημά του “Το κουτί των ψυχών” κατάφερε να διακριθεί ανάμεσα σε 260 διηγήματα μαθητών Γυμνασίου και να αποσπάσει το 3ο Βραβείο.
Είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς γι αυτή τη διάκριση, συγχαίρουμε τον Κώστα και του ευχόμαστε καλή συνέχεια στην περιδιάβασή του στα μονοπάτια της σκέψης και του ονείρου.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες στο Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη για την άψογη διοργάνωση του διαγωνισμού καθώς και για την τόσο  όμορφη τελετή, η οποία είχε στόχο αποκλειστικά και μόνο να τιμήσει τους μικρούς συγγραφείς και να προβάλει το έργο τους.
Θερμές ευχαριστίες στη συνεργαζόμενη εκπαιδευτικό του 2ου Γυμνασίου, κα Καλλιόπη Χρονάκη  και στον Διευθυντή του Σχολείου, κο Μανόλη Χουρσανίδη. Τέλος, ευχαριστούμε θερμά τη συγγραφέα Μαρία Δασκαλάκη για την μεγάλη της συνδρομή στην επιτυχία του Κώστα.
Τα αποτελέσματα του Διαγωνισμού μπορείτε να τα δείτε πατώντας ΕΔΩ.
Βίντεο από την Τελετή Απονομής μπορείτε να δείτε πατώντας ΕΔΩ.
Ακολουθεί το διήγημα του Κώστα Ψαρομήλιγκου

Κώστας Ψαρομήλιγκος: Το κουτί των ψυχών

Αλικάντε 1571 μ.Χ.

Εγώ, ο λοχαγός Κάρλος Θερβάντεθ ο ΙΙΙ, τα είκοσι πλοία μου, διακόσιοι στρατιώτες, εκατό κωπηλάτες, δεκαεννιά υπολοχαγοί, δέκα γραφείς, ένας γεωγράφος και τριάντα νέγροι δούλοι ξεκινήσαμε για να κατακτήσουμε την Πόλη.

Αφού τελειώσαμε τις ετοιμασίες για το ταξίδι, ήρθε η μέρα της αναχώρησης. Τριγύρω δάκρυα και αγκαλιές που εμένα με άφηναν αδιάφορο και με έκαναν να πλήττω. Όμως, η άφιξη ενός γέροντα με παραξένεψε και έτσι πήγα να του μιλήσω.

Καθόταν στην προβλήτα κρατώντας αγκαλιά ένα κουτί. Ένα ξύλινο, ξεφτισμένο και χιλιοταλαιπωρημένο κουτί.

– Γειά σου, γέροντα. Χαιρέτησα τον ασπρομάλλη, γενειοφόρο γέροντα.

– Γειά σας κύριε… Απάντησε ο γέροντας κάνοντας μια παύση.

– “Λοχαγέ” τον βοήθησα.

– Α! Μάλιστα! ΄Ωστε έχω την τιμή να συνομιλώ με τον λοχαγό Θερβάντεθ, να υποθέσω.

– Σωστά, του απάντησα με ήρεμο τόνο.

– Τότε, θα μου επιτρέψετε να σας δωρίσω αυτό, είπε και μου έτεινε το κουτί.

– Ω, σας ευχαριστώ αλλά δεν μπορώ να δεχτώ ένα δώρο από έναν άγνωστο.

– Συγχωρέστε με για την παράλειψη. Το όνομά μου είναι Χάβεθ, μου συστήθηκε.

–  Ωραία, σχολίασα. Όμως αδυνατώ να κατανοήσω την αξία αυτού του ξεχαρβαλωμένου κουτιού.

Ο γέροντας ακούγοντάς με να μιλάω έτσι, σήκωσε το κεφάλι ψηλά και μουρμούρισε: «Σώσον, Κύριε τον λαόν σου». Μετά, γυρίζοντας προς το μέρος μου είπε:

– Από τα λόγια σας συμπεραίνω ότι δεν έχετε ποτέ βρεθεί σε κάποια εκκλησία της Ισπανίας Παρασκευή βράδυ.

– Ποτέ δεν έχω βρεθεί σε εκκλησία, του απάντησα λακωνικά.

Ο Χάβεθ μόρφασε και ξαναμουρμούρισε εκείνο το “Σώσον κύριε τον λαόν σου”.

– Οπότε θα πρέπει εγώ να σου διηγηθώ τον μύθο που μας συντροφεύει κάθε βράδυ Παρασκευής … Άρχισε ο γέροντας αλλά τον διέκοψα.

– Εσύ πως και ξέρεις τι λένε κάθε Παρασκευόβραδο στην εκκλησία;

– Είμαι ιερέας, απάντησε με στόμφο.

Μετά από αυτό κοκκίνισα διότι, αν και δεν πήγαινα στην εκκλησία, γνώριζα ότι οι ιερείς ήταν αξιοσέβαστα πρόσωπα.

– Ω, συγνώμη, πάτερ. Συνεχίστε, τον παρότρυνα.

– Όπως λοιπόν, σου έχω προαναφέρει, ο μύθος ή η αλήθεια, κανείς μας δεν ξέρει, έχει ως εξής:

«Ήταν μέρα-μεσημέρι στην έρημο και ένας φτωχός, καταπονημένος νέος ήταν έτοιμος να αφήσει την τελευταία του πνοή και, για να τον θυμούνται, σκέφτηκε να βάλει σε ένα κουτί μερικά ρούχα του. Όμως, πριν προλάβει να ολοκληρώσει αυτή την τελευταία του πράξη, ξεψύχησε».

Εκεί μόρφασα. Όχι για τον θάνατο μιας και έχω βρεθεί σε πολλές μάχες αλλά, για την ηρεμία του ιερέα Χάβεθ, που εξιστορούσε ένα τέτοιο γεγονός χωρίς να μοιρολογεί ούτε να λυπάται, έστω και λίγο, το αδικοχαμένο παλικάρι. Αφού όμως δεν είχα διάθεση να τον διακόψω, συνέχισα να ακούω.

«Οι σκέψεις και η ψυχή αυτού του παλικαριού έμειναν αναλλοίωτες και φυλαγμένες μέσα στο κουτί. Ο Ύψιστος όμως…»

Και βλέποντάς με να απορώ πρόσθεσε:

«Ο Θεός, όμως, για να τιμήσει τον νέο και την ψυχή του, έστειλε το κουτί καταμεσής στο πέλαγος. Εκεί που ένας καπετάνιος με το πλοίο και τους ναύτες του πάλευαν με τα κύματα. Την ύπαρξη του κουτιού στη θάλασσα αντιλήφθηκε ο ύπαρχος του πλοίου, που σαστισμένος με το γεγονός ότι το κουτί επέπλεε αποφάσισε ότι παρά τους κινδύνους θα το έπαιρνε στην κατοχή του. Πήρε μια βάρκα, κατέβηκε στη θάλασσα και κατάφερε να αγγίξει το κουτί. Πριν όμως το πάρει μαζί του ένα μεγάλο κύμα τον έπνιξε. Όμως επειδή ο ύπαρχος είχε ταξιδέψει και είχε ταλαιπωρηθεί πολύ στη ζωή του, ο Θεός σκέφτηκε να τον ανταμείψει και αυτόν διαφυλάσσοντας την ψυχή και τις σκέψεις του στο ίδιο κουτί. Έτσι, σύμφωνα με αυτόν τον θρύλο όποιος έχει μαζί του αυτό το κουτί συντροφεύεται από τις ψυχές των δύο αυτών ανθρώπων και μπορεί να αφουγκραστεί και τις συμβουλές τους.»

– Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, αυτό το πολύτιμο κουτί είναι αυτό που περιέχει τις σκέψεις και τις ψυχές των παλικαριών;

– Έτσι νομίζω, είπε ο γέροντας κοιτώντας με με χαμόγελο ικανοποίησης, που σχηματίστηκε στο πρόσωπό του όταν με άκουσε να αποκαλώ το κουτί του «πολύτιμο» και όχι πια «ξεχαρβαλωμένο».

– Και γιατί δεν το ανοίγουμε να δούμε; Στο άκουσμα της ερώτησής μου, τρόμος περιέλουσε το βλέμμα του πατήρ Χάβεθ.

– Επειδή αν συμβαίνει όντως αυτό, τότε οι σκέψεις μια άλλης άγνωστης και άκρως επικίνδυνης εποχής θα απελευθερωθούν και θα τριγυρνούν ελεύθερα στον κόσμο μας.

Δήλωσε ορθά-κοφτά και στη συνέχεια, πρόσθεσε:

– Παρότι αμφιβάλλω για το αν είσαι το σωστό άτομο, επειδή αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να έχω άλλη επιλογή, σου εμπιστεύομαι αυτό το κουτί και ο Θεός βοηθός.

– Τιμή μου, πάτερ, του απάντησα με βλέμμα που γυάλιζε από περιέργεια.

– Την ευλογία μου, είπε και μου παρέδωσε το κουτί. Εγώ κοίταξα το περίεργο απόκτημά μου σαν υπνωτισμένος και όταν σήκωσα το βλέμμα, αντιλήφθηκα ότι μου είχε ήδη γυρίσει την πλάτη και απομακρυνόταν μέχρι που χάθηκε από τα μάτια μου…

Έμεινα εκεί κάμποση ώρα να κοιτώ πότε το κουτί, πότε τον ορίζοντα περιμένοντας μήπως εμφανιστεί και πάλι ο γέροντας αλλά όταν αντιλήφθηκα ότι κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να συμβεί πήρα τον δρόμο προς το πλοίο. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόμουν τη συζήτηση με τον γέροντα.

Όταν όμως έφτασα στο πλοίο, έπρεπε να παραμερίσω τις σκέψεις μου γιατί αντίκρισα ένα μπουλούκι ανάκατων δούλων, στρατιωτών, κωπηλατών και υπολοχαγών, οι οποίοι μιλούσαν όλοι μαζί και προσπαθούσαν μάταια να συνεννοηθούν. Έπρεπε επειγόντως να βάλω  τάξη σε αυτό το χάος. Πήρα βαθιά ανάσα και βροντοφώναξα:

– ΠΡΟΣΟΧΗ!

Όλοι τους, δούλοι, στρατιώτες, κωπηλάτες και υπολοχαγοί γύρισαν, πάτησαν δυνατά τα πόδια τους και περίμεναν ακίνητοι. Τόσο ακίνητοι που νόμιζα ότι δεν ανέπνεαν και αν δεν τους έδινα την επόμενη εντολή θα σωριάζονταν κάτω ξέπνοοι.

– Εμπρός! Όλοι στα πλοία! Αναχωρούμε! Διέταξα.

Αμέσως, το μέχρι πριν από λίγο μπουλούκι μετατράπηκε σε οργανωμένες ομάδες και κάθε μια από αυτές κατευθύνθηκε σε συγκεκριμένη κατεύθυνση ώστε να προετοιμαστεί για αναχώρηση.

Σε λίγο το πλοίο ξανοιγόταν στο πέλαγος.

 

Μια μέρα μετά, η Ισπανία ούτε που φαινόταν πίσω μας. Εγώ, αγκαλιά πάντα με το κουτί, περιφερόμουν στο πλοίο και έδινα διαταγές, ενώ ένιωθα συνεχώς τα βλέμματα όλων γύρω να είναι καρφωμένα πάνω μου.

Είχαν ήδη περάσει τέσσερις μέρες από την συνάντησή μου με τον πατέρα Χάβεθ και την αναχώρησή μας, όταν με πλησίασε ο γεωγράφος και είπε λίγο διστατικά:

– Κύριε, πολύ πιθανόν να καθυστερήσουμε να φτάσουμε στην Νάπολη.

– Γιατί; Τον κοίταξα όλο απορία, αυστηρότητα αλλά και έπαρση.

– Διότι οι κωπηλάτες και οι δούλοι διαμαρτύρονται εξαιτίας της εξάντλησης και της πείνας τους και δηλώνουν ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν το ταξίδι.

– Τότε σκοτώστε έναν να τους κοπεί η λιγούρα, απάντησα με ειρωνεία.

– Μα…κύριε… έχουν το πάνω χέρι… έχουν ομήρους. Είπε και υποχώρησε τρία βήματα προς τα πίσω περιμένοντας το ξέσπασμα της οργής μου.

Πετάχτηκα όρθιος. Αυτό ήταν άνω ποταμών! ΑΝΤΑΡΣΙΑ! Και μάλιστα από τους δούλους. Να μας έχουν στο χέρι τα αποβράσματα κρατώντας ομήρους!

Άρπαξα το σπαθί μου και κατευθύνθηκα με ορμή προς το κεντρικό μέρος του πλοίου. Τότε αντιλήφθηκα ότι επικρατούσε απόλυτη σιγή. Παράξενο μου φάνηκε μιας και οι δούλοι δεν συνήθιζαν να κάνουν τόση ησυχία σε οποιαδήποτε περίσταση.

Παρατηρώντας γύρω μου είδα ένα δούλο να κρατάει τον γραφέα του πλοίου μου.

– Άφησε αμέσως τον γραφέα ελεύθερο! Πρόσταξα με θυμό.

– Δεν εκτελώ διαταγές. Μόνο δίνω. Αντιγύρισε ο δούλος και έκοψε το κεφάλι του γραφέα.

Εκείνη τη στιγμή και καθώς το νεκρό σώμα του γραφέα έπεφτε με γδούπο στο κατάστρωμα, μπόρεσα για έναν ανεξήγητο λόγο να ανακτήσω την ψυχραιμία μου και αντιλήφθηκα ότι τα υπόλοιπα δεκαεννιά πλοία είχαν περικυκλώσει το δικό μας. Όλα έδειχναν ότι στα άλλα πλοία οι δούλοι είχαν τον απόλυτο έλεγχο. Τα κανόνια τους είχαν στραφεί προς το μέρος μας και η οσμή από τα φυτίλια που άναβαν έφτανε σε εμάς μέσω της θαλασσινής αύρας.

– Θα κάνουμε μια συμφωνία. Είπε ο δούλος που νωρίτερα είχε σκοτώσει τον γραφέα.

– Τί έχεις στο μυαλό σου; Του απάντησα χωρίς να έχω χάσει το προκλητικά υπεροπτικό μου ύφος, παρά το γεγονός ότι ήμουν σε μειονεκτική θέση.

Αμέσως, ένας άλλος δούλος, βούτηξε βίαια έναν στρατιώτη και του έτεινε το μαχαίρι του.

– Σε περίπτωση που δεν επιθυμείς να υπάρξει συμφωνία, βλέπεις ότι είμαι έτοιμος να στείλω αυτόν τον κακομοίρη να κάνει παρέα στον προηγούμενο. Είπε και έδειξε με τον αντίχειρά του τον γραφέα που κείτονταν στο κατάστρωμα σαν πέτρινο άγαλμα.

Έκανε μια παύση συνεχίζοντας όμως να με κοιτά για να δει τις αντιδράσεις μου. Φάνηκε σαν να διάβασε την απάθεια στο βλέμμα μου.

– Επειδή αντιλαμβάνομαι ότι μάλλον δεν δίνεις δεκάρα γι αυτούς εδώ, συνέχισε, σε ενημερώνω ότι στα γύρω πλοία υπάρχουν δεκάδες όμηροι που πιστεύω ότι σε νοιάζουν περισσότερο.

Καταλάβαινα τι ήθελε να πετύχει. Ο στόχος του ήταν να με καθυστερήσει μιλώντας μου, ώστε να αρχίσουν οι κανονιοβολισμοί από τα γύρω πλοία ενώ αυτός θα είχε την ευκαιρία μέσα στον αλαλαγμό να διαφύγει, πηδώντας σε ένα από τα πλοία που θα είχαν πλευρίσει το δικό μας. Αλλά τι μπορούσα να κάνω για να το αποφύγω;

– Ποια είναι η συμφωνία; Μίλα γιατί αν δεις γύρω σου, δεν νομίζω ότι προλαβαίνουμε. Υπάρχουν ήδη…

– Δεν με ενδιαφέρει! Φέρε το κουτί! Ούρλιαξε ο δούλος με τέτοιο τρόπο που οι φλέβες στο λαιμό του λες και ήταν έτοιμες να εκραγούν.

Για πρώτη φορά αντιλήφθηκα το αδιέξοδο και τρόμαξα. Έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Να δώσω το κουτί; Φάνηκε ότι ήταν η μόνη λύση.

– Εντάξει. Απάντησα.

Στο άκουσμα της απάντησής μου, όλοι άρχισαν να μουρμουρίζουν και να σχολιάζουν έκπληκτοι την απόφασή μου, ενώ οι κωπηλάτες των γύρω πλοίων έσβησαν τα φυτίλια των κανονιών.

Σε λίγα λεπτά δύο γεροδεμένοι κωπηλάτες με άρπαξαν από τους ώμους και με έσυραν προς την κάμαρά μου. Καθώς κατεβαίνανε τη σκάλα αντιλήφθηκα ότι πίσω μας ερχόταν ο δούλος με τον οποίο είχα κάνει τη συμφωνία και που όλα έδειχναν ότι είναι ο επικεφαλής. Δεν ήταν τόσο γεροδεμένος τελικά και ίσως αν τον αντιμετώπιζα σώμα με σώμα είχα ελπίδες να ανακτήσω τον έλεγχο του στόλου μου.

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου, όταν έφτασα στην καμπίνα μου. Οι δύο δούλοι με έσπρωξαν μέσα και περίμεναν στην πόρτα, καθώς εγώ άνοιξα την ντουλάπα μου αναζητώντας το κουτί.

Το βρήκα εκεί ακριβώς που το είχα τοποθετήσει πριν από μία ώρα, τότε που είχα την εντύπωση ότι θα ανέβαινα στο κατάστρωμα για έναν έλεγχο ρουτίνας. Μόλις το πήρα ένιωσα τα κρύα χέρια αυτού που τώρα ήταν κυρίαρχος του πλοίου μου να το αρπάζει και πριν προλάβω να ξεστομίσω τον παραμικρό ήχο, τον είδα να ανοίγει το καπάκι με λύσσα.

Στο άνοιγμα του κουτιού ένιωσα τα μάτια μου να τσούζουν και νόμιζα ότι έχασα την όρασή μου. Η λάμψη από εκατοντάδες χρυσά φλουριά ήταν εκτυφλωτική. Βρήκα την όραση αλλά ένιωσα να χάνω την γη κάτω από τα πόδια μου και μαζί και την λαλιά μου.

– Ζήτω! Είμαι πλούσιος! Έλεγε και ξαναλεγε χοροπηδώντας ο μέχρι πριν από λίγο ρακένδυτος και εξαντλημένος δούλος μου.

Τώρα όχι μόνο ήταν αρχηγός του πλοίου μου και όριζε τη ζωή μου αλλά φάνηκε ότι θα όριζε τη ζωή εκατοντάδων άλλων ανθρώπων. Άρχισα να σκέφτομαι πόσο αφελής ήμουν που πίστεψα σε έναν τσαρλατάνο γέρο και που δεν είχα κάνει το αυτονόητο: να ανοίξω απλώς το κουτί.

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου και να τα βάλω με τον εαυτό μου γιατί τελικά αποδείχτηκε ότι οι δούλοι μου εξακολουθούσαν να φέρονται σαν όχλος εξαγριωμένος ακόμη και τώρα που είχαν το πάνω χέρι.

Εξαιτίας των επιφωνημάτων του δούλου-αρχηγού, όλοι οι υπόλοιποι έτρεξαν να δουν τι είχε συμβεί και στη θέα των νομισμάτων άρχισαν να λογομαχούν και στη συνέχεια ήρθαν στα χέρια. Κάποιοι μάλιστα δεν δίστασαν να βγάλουν τα μαχαίρια τους και να τα τείνουν προς το μέρος των πριν από λίγο συμμάχων τους.

Πλέον δεν επρόκειτο για καβγά αλλά για πόλεμο. Η κατάσταση ήταν δύσκολη και φαινόταν ότι θα δυσκόλευε ακόμη περισσότερο καθώς οι δούλοι των άλλων πλοίων αντιλήφθηκαν την αναταραχή και ξεκίνησαν τους κανονιοβολισμούς.

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι έπρεπε να εκμεταλλευτώ την αναμπουμπούλα και να απομακρυνθώ. Με γρήγορες και σχεδόν αυθόρμητες κινήσεις άρπαξα από το μπράτσο τον γεωγράφο και ξεκινήσαμε να τρέχουμε προς την πλώρη. Πήραμε φόρα και με ένα σάλτο βρεθήκαμε στον “Κυρίαρχο των Θαλασσών”.

Σε αυτό το πλοίο ήταν ο υπολοχαγός Λόπεζ, δεκαπέντε στρατιώτες και δύο γραφείς, οι οποίοι πολεμούσαν πλέον σώμα με σώμα με τους δούλους για να πάρουν και πάλι τον έλεγχο του πλοίου μας. Αμέσως ρίχτηκα και εγώ με τον γεωγράφο στην μάχη και σε λίγη ώρα αφού σκοτώσαμε κάμποσους δούλους, αιχμαλωτίσαμε τους υπόλοιπους και ανακτήσαμε τον έλεγχο του πλοίου.

Με το νέο πλέον πλήρωμά μου ξεκινήσαμε να κανονιοβολούμε τα άλλοτε πλοία μας στην προσπάθειά μας να ανοίξουμε τον θαλάσσιο δρόμο προς τη σωτηρία μας.

Βυθίσαμε τελικά τρία και μέσα σε αυτά ήταν και το «Μπρούμι». Το άλλοτε μεγαλειώδες πλοίο, όπου βρισκόταν το θαλάσσιο αρχηγείο μου, η κάμαρά μου και φυσικά μαζί και το μυστηριώδες κουτί κατευθύνονταν προς το βυθό παίρνοντας μαζί τους το μεγαλείο και την ανοησία μου.

Όταν τα κανόνια σίγησαν στρέφοντας το βλέμμα προς την πρύμνη του πλοίου, διαπίστωσα το μέγεθος της καταστροφής: από τα τριακόσια εξήντα ένα μέλη του πληρώματός μου είχαν απομείνει εκατόν ογδόντα έξι. Από αυτά οι εκατόν εξήντα ήταν στρατιώτες, οι οκτώ γραφείς, οι δεκαέξι υπολοχαγοί, ο ένας γεωγράφος και εγώ. Το πλήγμα ήταν βαρύ και δεν είχαμε άλλη επιλογή: έπρεπε να γυρίσουμε στην Ισπανία.

Έτσι, τα εννέα εναπομείναντα πλοία πήραν καταρρακωμένα τον δρόμο του γυρισμού…

 

Σε τρεις μέρες πιάσαμε λιμάνι.

Ο βασιλιάς Φίλιππος όταν πληροφορήθηκε τις απώλειες δυσανασχέτησε αλλά μόλις του εξήγησα τι ακριβώς είχε συμβεί έδειξε κατανόηση και με προέτρεψε να αναζητήσω τον γέροντα και να μάθω τι ακριβώς ήξερε για το κουτί και αν γνώριζε και ο ίδιος για τον θησαυρό. Μου τόνισε ότι θα έπρεπε να σιγουρευτούμε για το αν θα μας καταδίωκε κάποια κατάρα, τώρα που άνοιξε το κουτί και που χάθηκε στα βάθη της θάλασσας.

Συμφωνήσαμε να αναχωρήσουμε την επόμενη Κυριακή για την Νάπολη, αφού πρώτα έχουμε λάβει εγγύηση της ασφάλειάς μας.

Εκείνη τη μέρα οι συγγενείς των μελών του πληρώματος που είχαν επιστρέψει σώοι είχαν οργανώσει σπονδές και μεγαλόπρεπα συμπόσια ως έκφραση ευγνωμοσύνης ή ως προσευχές για την ανάπαυση των ψυχών όσων είχαν για πάντα χαθεί στον θαλάσσιο τάφο τους. Όλη η πόλη επικοινωνούσε με κάθε τρόπο με τους θεούς ή τον Θεό, ανάλογα την πίστη του καθενός.

Όμως εγώ δεν μετείχα σε καμία τέτοια τελετή. Ακολούθησα τη συμβουλή του βασιλιά και αναζήτησα τον πατέρα Χάβεθ προκειμένου να διασφαλίσω ότι την επόμενη φορά ο στόλος θα φτάσει στον προορισμό του.

Βρήκα τον γέροντα στην εκκλησία των Αγίων Πάντων. Συγκράτησα τα συναισθήματά του καθώς είχα καταλάβει ότι αν ήθελα να μάθω κάτι θα έπρεπε να συνομιλήσω μαζί του με τους δικούς του όρους. Εκείνος θεώρησε σκόπιμο να με ξεναγήσει στην εκκλησία γνωρίζοντας ότι δεν είχα βρεθεί ποτέ άλλοτε σε παρόμοιο χώρο. Μετά το τέλος της περιήγησης του διηγήθηκα τα τρομερά γεγονότα που ακολούθησαν την αναχώρησή μου μαζί με το κουτί που μου εμπιστεύτηκε.

Διαπίστωσα ότι δεν είχε ιδέα τι περιείχε το κουτί. Με κοίταζε ίσια στα μάτια με απορία αλλά και με μια απόκοσμη γαλήνη.

– Υπάρχει περίπτωση τα φλουριά να ανήκαν στους δύο αδικοχαμένους άντρες; Του απηύθυνα το ερώτημά μου στο τέλος της συζήτησής μας.

– Ίσως τέκνον μου. Κανείς δεν ξέρει. Αλλά αν όντως ισχύει αυτό, τότε είναι όντως αδικοχαμένοι.

– Όπως αδικοχαμένοι είναι και οι άντρες του πληρώματός μου…Του είπα με νόημα περιμένοντας της απόκρισή του.

Δεν απάντησε κάτι. Σηκώθηκε και απομακρύνθηκε.

Εγώ έμεινα σαν μαγνητισμένος να τον κοιτάζω, όπως τότε που έφυγε αφήνοντάς με αγκαλιά με το κουτί στην προβλήτα του λιμανιού.

 

κάτω από: Πεζογραφία, Χωρίς κατηγορία | με ετικέτα ,  |  | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο 3o Βραβείο για μαθητή του Ομίλου Δ.Γ. στον Διαγωνισμό Διηγήματος “Καίτη Λασκαρίδη”

Χριστουγεννιάτικες ευχές και εορταστικά χαμόγελα!!!

Δεκ 202223
τίτλο

Σε εορταστικό κλίμα πραγματοποιήθηκε η τελευταία συνάντηση του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής για το 2022. Αφού διαβάσαμε ποιήματα, χαϊκού και μαντινάδες για τα Χριστούγεννα, είδαμε πίνακες ζωγραφικής, φορέσαμε τα πιο φωτεινά μας χαμόγελα και ανταλλάξαμε ευχές με έναν μοναδικό τρόπο.

Μπορείτε να δείτε τις ευχές μας πατώντας ΕΔΩ.

τίτλο

319246443 1346749659484362 1496648411658071197 n 319440628 1459535304456220 3521880739284861842 n τίτλο1

 

κάτω από: Χωρίς κατηγορία | | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Χριστουγεννιάτικες ευχές και εορταστικά χαμόγελα!!!

Παραλαβή Επάθλων: 7ου Πανελλήνιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Δήμου Βύρωνα

Μαρ 202218
IMG 20220318 091006

Με μεγάλη χαρά και συγκίνηση παραλάβαμε το Βραβείο και τον Τιμητικό Έπαινο, καθώς και την προσεγμένη έκδοση του Δήμου Βύρωνα, στην οποία περιλαμβάνονται και τα ποιήματα των μαθητριών του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής που διακρίθηκαν στον 7ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Λογοτεχνικής Έκφρασης Δήμου Βύρωνα 2020 στο πλαίσιο της Δράσης με τίτλο «στο βλέμμα του Μπάιρον».

Στο συγκεκριμένο διαγωνισμό έλαβαν μέρος έφηβοι μαθητές, ηλικίας 13-18 ετών και νέοι, ηλικίας 18-30 ετών, από όλη την Ελλάδα με λογοτεχνικό κείμενο, πεζό ή ποίημα και θέλησαν με αφορμή τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση να εκφράσουν σκέψεις και στοχασμούς πάνω σε κάποιον από τους τρεις θεματικούς άξονες:

  1. στα ιδανικά και το στόχο μιας επανάστασης,
  2. στη δύναμη του πολιτισμού που καθορίζει την ταυτότητα ενός λαού
  3. και στην διεκδίκηση επαναπατρισμού των Γλυπτών του Παρθενώνα που εκλάπησαν μερικά χρόνια πριν από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, και μέχρι σήμερα «ζουν» σκλαβωμένα ενώ η πατρίδα τους έχει ελευθερωθεί.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην έκθεση αξιολόγησής της η Κριτική Επιτροπή του Διαγωνισμού, «Μεταξύ των υποβληθέντων υπήρξαν πραγματικά ενδιαφέροντα έργα. Η επιτροπή αντιμετώπισε τα κείμενα με ιδιαίτερη συμπάθεια για τη διάθεση των εφήβων να δημιουργήσουν, αντιμέτωποι με τη μεγάλη λειτουργική αναστάτωση που γνώρισαν φέτος τα σχολεία μας.  Υπήρξαν κείμενα που βαθμολογήθηκαν με την ίδια συνολική βαθμολογία, με αποτέλεσμα, σε κάποιες περιπτώσεις να αντιστοιχούν περισσότερα βραβεία ανά κατηγορία» (https://www.dimosbyrona.gr/article.php?id=10517)

Το ποίημα με τίτλο “Απατηλό Όραμα Ελευθερίας” της Ροδάνθης Μπριλάκη (μαθήτριας του Πρότυπου Γενικού Λυκείου Ηρακλείου και  μέλους του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής), απέσπασε το 2ο Βραβείο Ποιητικών Κειμένων στην κατηγορία Έφηβοι. Πρόκειται για ένα ποίημα, που όχι μόνο υμνεί την ελευθερία αλλά και αναφέρεται στους αιματηρούς αγώνες των Ελλήνων.

20220322 222119

Στον ίδιο διαγωνισμό έλαβε 2ο Τιμητικό Έπαινο με ένα ποίημα αναφερόμενο στα μάρμαρα του Παρθενώνα (“Μαρμάρινες Καρδιές”) η Στέλλα Σπυριδάκη, επίσης μαθήτρια του Πρότυπου Γενικού Λυκείου και  του Ομίλου μας.

20220322 221932

Ένα μεγάλο μπράβο και στα δύο κορίτσια αλλά και σε όλα τα παιδιά που συμμετείχαν στον Διαγωνισμό.

Εκ μέρους του Ομίλου Δημιουργικής Γραφής

Μαρία Φιολιτάκη

 

κάτω από: Ανακοινώσεις, Ποίηση, Χωρίς κατηγορία | με ετικέτα ,  |  | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Παραλαβή Επάθλων: 7ου Πανελλήνιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Δήμου Βύρωνα
dimigrafi
Ιούλιος 2024
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  


Άνοιγμα μενού
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων