Αρχική » ξένη λογοτεχνία (Σελίδα 2)

Αρχείο κατηγορίας ξένη λογοτεχνία

Ξεκινήστε εδώ

Ο βυσσινόκηπος

Άντον Τσεχωφ

Βυσσινόκηπος

 

Ο τόπος και ο χρόνος

Με τα θεατρικά του έργα ο Τσέχωφ απεικονίζει πλατιές εικόνες της ρωσικής  πραγματικότητας των αρχών του εικοστού αιώνα. Η καθημερινή ζωή, οι άνθρωποι του λαού, οι υπάλληλοι, οι βαθμούχοι, οι μικροαστοί και οι μικροκτηματίες αποτελούν τον κόσμο του Τσέχωφ, σύμβολα του συμπιεσμένου ανθρώπου και του αποπνιχτικού περίγυρου της ζωής.

Ωστόσο, ο ρεαλισμός του Τσέχωφ δεν αποτυπώνει απλώς πιστές εικόνες της ζωής του καιρού του, αλλά και καταστάσεις που αγγίζουν πέρα από τόπο και χρόνο. Τα παθήματα των ανθρώπων που περιέγραψε ο Τσέχωφ ανήκουν στην εποχή του, όμως οι ηθικές θέσεις και τα αισθήματα που προκαλούν έχουν καθολικότητα και δεν εκφράζουν μόνο τον άνθρωπο της τσαρικής Ρωσίας, αλλά μπορούν να παρουσιάζουν αναλογίες και συγγένειες με τις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων σε κάθε εποχή και κάτω από διαφορετικές συνθήκες.

Στο Βυσσινόκηπο  ο Τσέχωφ αφηγείται με συμπόνια, αλλά και σατρική διάθεση μια στιγμή από τη ζωή των ανθρώπων, που έζησαν λίγο πριν από την κατάρρευση της φεουδαρχίας και την άνοδο μιας πρωτόγονης, αλλά δυναμικής καπιταλιστικής αστικής τάξης στη Ρωσία, ενώ στον ορίζοντα  διαφαίνονταν οι επερχόμενες δυνάμεις του σοσιαλισμού.[1]

Προς το τέλος της δεύτερης πράξης ο ήχος μιας «χορδής που κόπηκε και σβήνει θλιβερά» είναι « το ρίγος της ιστορίας»[2] για το οποίο τα πρόσωπα του δράματος δίνουν τις πιο κοινότυπες εξηγήσεις. Ο Λοπάχιν εκπρόσωπος της νέας ανερχόμενης τάξης δίνει μια εξήγηση ορθολογική, «θα κόπηκε ο κάδος στα λατομεία».Ο Γκάεφ ονειροπόλος ακούει τον ήχο της φύσης, «ίσως να ΄ταν  κανένα πουλί- κανένας ερωδιός…» Η Λιούμποβα ανατριχιάζει, φοβάται και δεν ξέρει γιατί. Μόνο ο Φιρς, ο γέρο-υπηρέτης φαίνεται να συνδέει τον ήχο μ΄ένα ανάλογο ήχο που ακούστηκε στο παρελθόν κατά την απελευθέρωση των μουζίκων.

Ο ίδιος ήχος επαναλαμβάνεται στο τέλος της τέταρτης πράξης με τη σκηνή άδεια και το γέρο-υπηρέτη νεκρό στη σκηνή. Μια εποχή έχει τελειώσει ανεπιστρεπτί.

Ωστόσο το φάσμα των χαρακτήρων που επέλεξε ο Τσέχωφ, για να αφηγηθεί την ιστορία του, δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι αντιπροσωπευτικό της εποχής, αλλά περιέχει αποκλεισμούς. Το ιδανικό σημείο συνάντησης που επέλεξε είναι ένα κτήμα. Αυτή ακριβώς η επιλογή που καθρεφτίζει το θεμελιώδες πρόβλημα της εποχής, της γαιοκτησίας είναι παράλληλα και περιοριστική. Έτσι στο δράμα δε θα συναντήσουμε συνειδητό εκπρόσωπο του προλεταριάτου, ούτε μορφές επαναστατικές «πιο σίγουρες από τον αιώνιο φοιτητή», ούτε αντιδραστικούς που είναι «σοβαρότεροι και πιο ύπουλοι» από τον Γκάεβ και την Λίουμποβα. Ο κήπος γίνεται χώρος συνάντησης ενός μόνο  μέρους της κοινωνίας και χώρος έκφρασης ενός μέρους των καινούριων ιδεών.[3] Όμως ο μοναδικός σκοπός  του Τσέχωφ δεν ήταν να περιγράψει την κοινωνία, αλλά να αφηγηθεί  μια ιστορία ανθρώπινη και συγκινητική. Το θέατρο του Τσέχωφ παρουσιάζει όχι μόνο το «κοινωνικό ον», αλλά και τον άνθρωπο «τον περιορισμένο στην υπαρξιακή του μοναξιά», οι ήρωές του είναι «μορφές αιώνιες κι ενδεχόμενες».[4]

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Η Λιούμποβα Αντρέγεβνα εγκαταλείπει το Παρίσι και τον εραστή της και επιστρέφει στο σπίτι της, στο Βυσσινόκηπο, από όπου είχε «δραπετεύσει» πριν πέντε χρόνια, μετά το θάνατο του συζύγου της και του μικρού της γιου. Ύστερα από πέντε χρόνια αγώνα με έναν ολέθριο εραστή, αναγκάζεται να επιστρέψει στο σπίτι όπου εξανεμίστηκαν τα νιάτα της, δίχως τον εραστή και δίχως χρήματα. Ωστόσο, ο κόσμος που ξαναβρίσκει δεν της μοιάζει σε τίποτα πια και το σπίτι δεν της ανήκει , είναι υποθηκευμένο και πρόκειται να βγει σε πλειστηριασμό.

Η πρώην κάμαρα των παιδιών, το παλιό νεκροταφείο κι ο βυσσινόκηπος, το σαλόνι του σπιτιού και τέλος πάλι η κάμαρη των παιδιών αποτελούν το σκηνικό, όπου συναντιούνται τα πρόσωπα του δράματος.

Στην πρώτη πράξη  η ώρα είναι δύο τη νύχτα, ο ήλιος αρχίζει να ανατέλλει και φωτίζει το δωμάτιο των παιδιών και το βυσσινόκηπο, που φαίνεται από το ανοιχτό παράθυρο. Στη σκηνή βρίσκονται ο Λοπάχιν, γιος μουζίκου και σύγχρονος εκπρόσωπος της αστικής τάξης, ο γραμματικός Επιχόντωφ και  η Ντουνιάσα,η καμαριέρα, που περιμένουν την άφιξη της Λιούμποβα. Σε λίγο καταφθάνει η Λιούμποβα συνοδευόμενη από την κόρη της Άννια και την γκουβερνάντα Σαρλόττα που είχαν ταξιδέψει ως το Παρίσι, για να την συνοδεύσουν στο ταξίδι της επιστροφής. Μαζί τους μπαίνουν στη σκηνή  ο αδελφός της Λιούμποβα, ο Γκάεφ, η Βάρια η ψυχοκόρη, ο κτηματίας Συμεόνωφ Πίσσικ και ο πιστός γέρο-υπηρέτη Φιρς, που είχαν πάει στο σταθμό, για να την υποδεχθούν. Η Λιούμποβα  συγκινημένη θυμάται τα παιδικά της  χρόνια κι ακούει για όσα μεσολάβησαν κατά την απουσία της. Υπάρχουν πρόσωπα που δεν ζουν πια κι αυτά που την περίμεναν έχουν αλλάξει. Παιδιά δεν υπάρχουν στο κτήμα, τα  κορίτσια έγιναν γυναίκες κι οι μεγάλοι έχουν γεράσει. Ακόμη κι ο Πέτια ο τριαντάχρονος φοιτητής, φίλος της Άννιας φαίνεται στη Λιούμποβα γερασμένος. Μόνο ο βυσσινόκηπος παραμένει ολόιδιος, «νέος…και γεμάτος ευτυχία».

Μάταια ο Λοπάχιν  προσπαθεί να  επαναφέρει τη Λιούμποβα στην πραγματικότητα. Το κτήμα κινδυνεύει κι  ο μόνος τρόπος για να σωθεί , είναι να χωριστεί  σε οικόπεδα, όπου θα χτιστούν εξοχικές κατοικίες που θα αποφέρουν πάγιο εισόδημα. Φυσικά το σπίτι πρέπει να γκρεμιστεί και ο βυσσινόκηπος να κοπεί. Όμως και η Λιούμποβα και ο Γκάεβ θεωρούν αδιανόητη την πρόταση του Λοπάχιν, παρόλο που δεν υπάρχει άλλη λύση.

Στη δεύτερη πράξη τόπος συνάντησης  είναι η ύπαιθρος.  Στο φόντο είναι ο βυσσινόκηπος και το αρχοντικό. Τα πρόσωπα κάθονται  ανάμεσα στις πλάκες του παλιού κοιμητηρίου. Η Ντουνιάσα κι ο Επιχόντωφ που της έκανε πρόταση γάμου, ο Γιάσσα, ο κανούργιος καμαριέρης της Λιούμποβα, και η Σαρλόττα ξεκουράζονται μετά τον περίπατό τους και συνομιλούν, για την ακρίβεια ονειροπολούν και μονολογούν. Η Ντουνιάσα  ονειρεύεται ταξίδια στο εξωτερικό, ο Επιχόντωφ που της έκανε πρόταση γάμου παίζει κιθάρα, τραγουδά και συμφωνεί, αξίζει να ταξιδέψει κανείς και ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Νιώθει, ωστόσο, ο Επιχόντωφ « σαν μια μικρή βαρκούλα που τη χτυπούν τα κύματα απ’ όλες τις μεριές» κι αναρωτιέται αν είναι προτιμότερο να ζήσει κανείς ή να αυτοκτονήσει. Η Σαρλόττα  νιώθει μόνη, «και ποια είμαι εγώ», μονολογεί,  «γιατί είμαι στον κόσμο;».

Στο σκηνικό μπαίνουν ο Λοπάχιν, η Λιούμποβα, ο Γκάεβ, ο Πέτια με την Άννια και ο Φιρς. Η Λιούμποβα έχει πάρει τηλεγράφημα από τον άπιστο εραστή της που την ικετεύει να επιστρέψει. Ο Λοπάχιν προσπαθεί να πείσει τα δυο αδέλφια να πουλήσουν το κτήμα, για να αποφύγουν τον πλειστηριασμό, αλλά εκείνοι βρίσκουν την πρότασή του χυδαία. Ο Πέτια ο αιώνιος φοιτητής βλέπει στο βυσσινόκηπο τη «σκλαβιά των ζωντανών ψυχών…τη δουλοπαροικία». «Δεν μπορείτε να χωνέψετε» λέει «ότι είστε καταχρεωμένοι σ’ αυτούς τους δουλοπάροικους κι ότι αν υπάρχετε σήμερα το χρωστάτε σ’ αυτούς!» Η Άννια  αφοσιωμένη στον Πέτια δηλώνει πως δεν αγαπάει πια το βυσσινόκηπο.

Στην Τρίτη πράξη επικρατεί ατμόσφαιρα γιορτής. Στη μεγάλη σάλα του σπιτιού η Λιούμποβα δίνει χορό και με αγωνία περιμένει να επιστρέψει ο Γκάεβ από τον πλειστηριασμό του βυσσινόκηπου, όμως  ακόμη διστάζει να αντιμετωπίσει την αλήθεια κατάματα .Η ορχήστρα παίζει και τα πρόσωπα του δράματος χορεύουν. Η Λιούμποβα θυμώνει με τον Πέτια που επικρίνει τον εραστή της πως την εκμεταλλεύτηκε και τον κατηγορεί με τη σειρά της για σεμνοτυφία και ανικανότητα ν’ αγαπήσει. Η τρίτη πράξη κλείνει με την επιστροφή του Γκάεφ και του Λοπάχιν, που είναι πια ο περήφανος  ιδιοκτήτης του βυσσινόκηπου και ήδη καταστρώνει τα σχέδιά του για τις εξοχικές κατοικίες.

Στη τέταρτη πράξη τα πρόσωπα του δράματος βρίσκονται και πάλι συγκεντρωμένα στο πρώην δωμάτιο των παιδιών, αλλά νιώθει πια κανείς την ερήμωση. Ούτε κουρτίνες υπάρχου πια στα παράθυρα, ούτε πίνακες στους τοίχους. Κοντά στην εξώπορτα  είναι στοιβαγμένες  βαλίτσες και δέματα. Η Λιούμποβα φεύγει και πάλι για την Ευρώπη και τα υπόλοιπα πρόσωπα μετακομίζουν στην πόλη. Ο καθένας αποχαιρετάει με τον τρόπο του το βυσσινόκηπο. Η Άννια αποχαιρετά το παλιό σπίτι και χαιρετίζει την καινούργια ζωή . Η Λιούμποβα κι Γκάεβ  αποχαιρετούν τη νιότη και την ευτυχία. Η Ντουνιάσα κλαίει  κι ο Επιχόντωφ θα συνεχίσει να υπηρετεί στο κτήμα που θα έχει πια νέο αφέντη. Η Σαρλόττα φεύγει κι αυτή και δεν έχει που να πάει .Ο Λοπάχιν αναχωρεί κι αυτός και υπόσχεται να επιστρέψει την Άνοιξη.

Στο κλειδωμένο πια σπίτι μένει μόνο ο γέρο-υπηρέτης Φηρς, που κάθεται σε μια καρέκλα και αφήνει την τελευταία του πνοή. Εκεί στο σφραγισμένο σπίτι θα παραμείνει ως την Άνοιξη κι εκεί θα τον βρει στην επιστροφή του ο Λοπάχιν.

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΒΥΣΣΙΝΟΚΗΠΟΥ

Κατά τον G.Strehler ο Τσέχωφ στο Βυσσινόκηπο παρουσιάζει τη ρωσική κοινωνία σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, « χωρίς να παραμελεί την κοσμική περιπέτεια της ανθρώπινης ζωής».[5] Τα πρόσωπα τοποθετούνται μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο, χωρίς να περιοριστούν σε ιστορικά σύμβολα, χωρίς να χάσουν την «ανθρωπιά» τους. Ωστόσο ο Τσέχωφ  αφηγείται τη ζωή των ηρώων του, χωρίς να τους παρακολουθεί από την κλειδαρότρυπα και παράλληλα τονίζει τη μεταφυσική τους διάσταση, χωρίς να χάνεται το γήινο βάρος τους.

« Ο Τσέχωφ μπορεί να αποδοθεί μ’ αυτό που ονομάζω τρία κινέζικα κουτιά», λέει ο Strehler. Το πρώτο κουτί είναι το κουτί του  «αληθινού» το δεύτερο το κουτί της «Ιστορίας» και το τρίτο της «Ζωής»[6]

Το κουτί του  «αληθινού»

Ο Βυσσινόκηπος  είναι μια ανθρώπινη ιστορία πολύ ωραία και συγκινητική. Τα πρόσωπα αγαπούν, τσακώνονται, ονειρεύονται, αστειεύονται, εκφράζονται με τρυφερότητα κάνουν γενικά πράγματα της καθημερινότητας. Η Ντουνιάσα δέχτηκε πρόταση γάμου από τον Επιχόντωφ το γραμματικό κι η Βάρια περιμένει κι αυτή να τη ζητήσει σε γάμο ο Λοπάχιν. Η Λιούμποβα είναι μια γυναίκα που αγαπάει. « Τον  αγαπώ», λέει για τον εραστή της στο Παρίσι. «Είναι σαν μια πέτρα στο λαιμό μου, που με τραβάει στο βυθό, βουλιάζω μαζί της. Όμως τον αγαπώ…»[7]. Κι ύστερα θυμωμένη με τον Πέτια τον κατηγορεί, «στην ηλικία σας πρέπει να ξέρει κανείς τι θα πει αγάπη… πρέπει και σεις ο ίδιος ν’ αγαπήσετε… να ερωτευτείτε.».[8] Ο Πέτια όμως θεωρεί τον έρωτα « ανάξιο και χιμαιρικό» δηλώνει πως εμποδίζει τους ανθρώπους να γίνουν « ελεύθεροι κι ευτυχισμένοι»[9]. Η Άννια ερωτευμένη μαζί του συμφωνεί με το παραλήρημά του. Ο Πίσσικ ο κτηματίας  εκφράζει κι αυτός το θαυμασμό του για τη Σαρλόττα.  Στην Τρίτη πράξη ο σταθμάρχης, καλεσμένος στη γιορτή, διαβάζει  στο κέντρο της σάλας ένα απόσπασμα από την Αμαρτωλή του Τολστόι.

Παράλληλα στο δράμα του Τσέχωφ δεν υπάρχουν ήρωες «καλοί» και «κακοί». « Είναι καλός άνθρωπος» λέει για τον Λοπάχιν η Λιούμποβα και προσπαθεί να τον προξενέψει με τη Βάρια. Κι ο Λοπάχιν πάλι, που κέρδισε το κτήμα στον πλειστηριασμό, είναι αυτός που θα παρηγορήσει τη Λιούμποβα κλαίγοντας κι ο ίδιος.

«Δεν είστε αγνός κι αθώος», κατηγορεί η Λιούμποβα τον Τροφίμωφ, «κάνετε τον αθώο! …σεμνότυφο ανθρωπάκι! Ένα τέρας.». Όταν όμως ο Τροφίμωφ αντιδρά με φρίκη, η Λίούμποβα ανακαλεί, «…εγώ αστειεύτηκα… έλα  Πέτια… έλα αγνή ψυχή!… Σου ζητώ συγγνώμη.[10]

Ο Βυσσινόκηπος δεν έχει μεγάλη πλοκή, είναι όμως  «γεμάτος από θεατρικά κόλπα, στιγμιότυπα, ευρήματα, χαρακτήρες που αλλάζουν», είναι μια « διασκεδαστική ίντριγκα που τοποθετείται βέβαια μέσα στη ιστορία».[11]

 

Το κουτί της Ιστορίας

 

Τα πρόσωπα στο Βυσσινόκηπο είναι βέβαια άνθρωποι με « συγκεκριμένους χαρακτήρες ατομικούς», παράλληλα όμως αναπαριστούν « ένα τμήμα της ιστορίας που κινείται : την ιδιοκτήτρια μπουρζουαζία καθώς πεθαίνει από απάθεια, την καινούρια καπιταλιστική τάξη που ανεβαίνει κι αρπάζει τα αγαθά, τη νεότατη κι απροσδιόριστη επανάσταση που προαναγγέλεται».[12]Η Λιούμποβα κι ο Γκάγεφ είναι εκπρόσωποι της τάξης που χάνεται, ο  Λοπάχιν της τάξης που αναδύεται.

Ο κοινωνικός περίγυρος διαφαίνεται μέσα από τη δράση ή την αδράνεια  των προσώπων. Ο βυσσινόκηπος θ’ αλλάξει ιδιοκτήτη, αλλά η Λιούμποβα  κι ο Γκάγεφ αρνούνται να το παραδεχτούν, παριστάνουν πως αγωνίζονται να σώσουν το κτήμα τους υποσυνείδητα όμως, ξέρουν πως δεν θα τα καταφέρουν. Η Λιούμποβα συνεχίζει να σκορπίζει τα λιγοστά χρήματά της κι ο Γκάγεφ το αγαπημένο του παιχνίδι, το μπιλιάρδο, την « καταστροφική μανία της οικογένειας».[13] Στο « καπιταλιστικό παιχνίδι όμως, που παίζει στην αίθουσα του πλειστηριασμού, νικητής αναδεικνύεται ένας άλλος παίκης, ο Λοπάχιν. Αυτός είναι ο μόνος που έχει διάθεση για δράση και εκπροσωπεί την καινούρια τάξη που παίρνει τη θέση της στην ιστορία».[14]Τα υπόλοιπα πρόσωπα ή παραληρούν  ιδεολογικά,  ή απλώς ονειρεύονται μια καινούργια ζωή,[15] ή ακόμη είναι προσκολλημένα στο παρελθόν.

Ο Τροφίμωφ, ο αιώνιος φοιτητής, είναι «ένας νέος άνδρας, φτωχός, ονειροπόλος, ουτοπικός, που δε θα μπορέσει να γίνει επαναστάτης, που μόνο στα λόγια μένει και που οι ασχολίες του έρχονται σε αντίθεση με την πραγματικότητα: στο τέλος του έργου περιορίζεται να ψάχνει αδέξια τις γαλότσες του».[16]

Κανείς  στο βυσσινόκηπο δε μοιάζει με την επαναστατική μορφή του Νιλ, που παρουσιάζει ο Γκόρκι στους Μικροαστούς.

Η Άννια πάλι ονειρεύεται έναν καινούριο κόσμο που ωστόσο τον βλέπει μέσα από τα μάτια του θείου της του Γκάγεφ ή του Τροφίμωφ. Ωστόσο η Άννια αποδέχεται την πραγματικότητα, όταν λέει «το σπίτι που καθόμαστε, από καιρό τώρα, δεν είναι πια δικό μας σπίτι». «Εγώ θα φύγω», δίνει το λόγο της στον Τροφίμωφ.

Τα λόγια του γέρου υπηρέτη, του Φιρς καθρεφτίζουν τις αλλαγές, «τον παλιό καιρό», λέει, «σε κάθε χορό που δίναμε είχαμε στρατηγούς, βαρόνους ναυάρχους… τώρα προσκαλούμε τον υπάλληλο του  ταχυδρομείου … το σταθμάρχη…»[17]. «Σε βαρέθηκα παππού» του λέει κυνικά ο Γιάσσα, που ονειρεύεται να ζήσει στην Ευρώπη, «καιρός να του δίνεις για τον άλλο κόσμο». Μια στιγμή  μετά  η Άννια ανακοινώνει ταραγμένη πως ο βυσσινόκηπος πουλήθηκε. « Ποιος τον αγόρασε», ρωτάει η Λιούμποβα. «Εγώ τον αγόρασα» απαντάει περήφανα ο Λοπάχιν, «ναι, αγόρασα το χτήμα που ο παππούς μου κι ο πατέρας μου ήτανε μέσα σκλάβοι…ελάτε όλοι εδώ να δείτε το Γερμολάι Λοπάχιν, που θα βάλει τσεκούρι στο βθσσινόκηπο!… θα χτίσουμε σπίτια εδώ!…Τα εγγόνια και τα παραγγόνια  μας  θα χαρούνε δω πέρα μια καινούρια ζωή.»[18] Τα πρόσωπα βρίσκονται στο στρόβιλο της ιστορίας. Μια καινούρια εποχή τελειώνει κι ο Φιρς είναι νεκρός στο τέλος του έργου, μια νέα εποχή αρχίζει, αλλά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει  πως θα είναι.

Το κουτί της ζωής

Το τελευταίο κουτί του Strehler είναι το « Μεγάλο κουτί της ανθρώπινης περιπέτειας, του ανθρώπου που γεννιέται, μεγαλώνει, ζει, αγαπά δεν αγαπά, κερδίζει, χάνει, καταλαβαίνει, δεν καταλαβαίνει περνάει, πεθαίνει».[19] Κάθε πρόσωπο στο Βυσσινόκηπο αντανακλά όχι μόνο το κοινωνικό ον, αλλά και τον « άνθρωπο τον αποκομμένο από την κοινωνία του, περιορισμένο στην υπαρξιακή του μοναξιά».[20]

Σ’ όλη την πρώτη πράξη τα πρόσωπα κοιτάζουν γύρω τους και λένε «πόσο τα δωμάτια έμειναν ίδια, κι ο κήπος επίσης», τα πρόσωπα όμως έχουν αλλάξει». « Τα πράγματα δεν αλλάζουν, δεν κινούνται, ο κήπος, τα αντικείμενα, οι τοίχοι, τα δωμάτια, τα έπιπλα,  οι άνθρωποι όμως περνάνε γρήγορα».[21] Η Λιούμποβα όμως έχει την ψευδαίσθηση ότι δεν την αγγίζει ο χρόνος που κυλά, λέει στους άλλους ότι γέρασαν, δεν το λέει για τον εαυτό της, ενσαρκώνει την ψυχή που δεν αλλάζει, που μένει πάντα η ίδια, που τίποτα δεν την αγγίζει, ίσως. Η Λιούμποβα δεν θέλει να σκεφτεί το χρόνο που κυλά, την πλημμυρίζει η νοσταλγία για τη χαμένη παιδική ηλικία, γελάει και κλαίει μέσα στο παιδικό δωμάτιο, βλέπει την οπτασία της μητέρας της να περπατάει στον κήπο ντυμένη ολόλευκα κι έχει την ψευδαίσθηση πως ακούει μια μουσική που δεν φθάνει στ’ αυτιά των άλλων.  «Όταν κάποιος περιβάλλεται από ψέμα και τον αγγίζει ο θάνατος, εκείνο που κατεξοχήν επιθυμεί δεν είναι αυτό ακριβώς το ψέμα»; Νέοι και γέροι, ένα παιδί που πέθανε νωρίς, υπηρέτες που κι αυτοί αποχαιρέτησαν τη ζωή και τέλος ο Φιρς που κάθεται ακίνητος στη σκηνή, μιλούν για τη ζωή του  ανθρώπου έξω από τον ιστορικό χρόνο «από την πρώτη ως την τελευταία μέρα».[22]

Στην πρώτη πράξη η Λιούμποβα  κοιτάζει από το παράθυρο το βυσσινόκηπο και αναφωνεί, « ω, παιδικά μου χρόνια, αθώα μου χρόνια…Αν μπορούσα να ρίξω το βάρος που μου πλακώνει την καρδιά … το παιδί μου χάθηκε… πνίγηκε. Γιατί;».[23]

Στη δεύτερη πράξη τα πρόσωπα είναι τριγυρισμένα από ταφόπλακες. Αλλά και στην τελευταία πράξη μια χούφτα ανθρώπων ανάμεσα σε τάφους και αποσκευές ετοιμάζονται να φύγουν .Η Λιούμποβα  αποχαιρετά τη νιότη της λέγοντας « κήπε μου!… γλυκέ μου, ωραίε μου κήπε! Ζωή μου, νιότη μου, ευτυχία μου, έχετε γεια!… Έχετε γεια!…»[24]

Σύμφωνα με τον Loucien Pentilier  ο Βυσσινόκηπος είναι « η ιστορία μιας αγωνίας  δίχως φρίκη, μιας ειδυλλιακής αγωνίας, ασυνειδητης, ανεύθυνης…για την ακρίβεια η ιστορία ενός τρόπου αποθνήσκειν, ενός από τους πιθανους»[25]

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Αντόν Τσέχωφ, Τρεις αδελφές, Ο Βυσσινόκηπος, Ο γάμος, Το κύκνειο άσμα, τόμος Β΄, μετ. Λυκούργος Καλλέργης, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Ιωάννινα 1989.
  2. Καζαντζάκη Νίκου, Ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας, εκδ. Ελένη Καζαντζάκη, Αθήνα 1965.
  3. περιοδικό Δρώμενα, Αφιέρωμα στο Βυσσινόκηπο τεύχος
  4. περιοδικό Διαβάζω, Αντόν Τσέχωφ, τεύχος 169, Ιούνιος 1987.

[1] Αντόν Τσέχωφ, Τρεις αδελφές, Ο Βυσσινόκηπος, Ο γάμος , Το κύκνειο άσμα, Τόμος Β΄, μετ. Λυκούργος Καλέργης, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννενα 1986. σελ 24.

[2] Giorgio Strehler, Ο Βυσσινόκηπος έρευνα για το χρόνο, – Δρώμενα,τεύχος 3/4 Ιούλης –Σεπτέμβρης-Ιούλης, 1984.

[3] στο ίδιο, σελ.85 .

[4] στο ίδιο, σελ.86.

[5] Strehler, σελ.86.

[6] στο ίδιο, σελ85.

[7] Ο Βυσσινόκηπος, σελ. 185

[8] στο ίδιο, σελ 185.

[9] στο ίδιο, σελ. 175.

[10] Στο ίδιο, 186.

[11] Strehler, σελ. 85

[12] στο ίδιο, σελ. 86

[13] στο ίδιο, σελ.83.

[14] Kirrsikka Sikala,Ο Βυσσινόκηπος του Έφρος σελ .95, περιοδικό Δρώμενα 3/4

 

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων