Αρχική » ελληνικη λογοτεχνια (Σελίδα 2)

Αρχείο κατηγορίας ελληνικη λογοτεχνια

Ξεκινήστε εδώ

δημιουργική γραφή- μια τυχαία συνάντηση

Στα 45 μου χρόνια μετά από επίπονες προσπάθειες 20 χρόνων αποφάσισα επιτέλους να εκδώσω το βιβλίο με τίτλο «It ‘s time to go bye bye madam Bovary” που χρόνια κρατούσα στο συρτάρι. Οι πωλήσεις πάνε μη αναμενόμενα καλά, σε σύγκριση με προηγούμενα βιβλία μου. “Είναι και η συγκυρία της μεταφοράς στη μεγάλη οθόνη του μυθιστορήματος του Φλωμπέρ” λέει ο εκδότης μου. ‘Ετσι είπα να γιορτάσω με κάτι φίλους την επιτυχία του βιβλίου μου. Πρότεινα ένα wine Bar στο κέντρο, αλλά τελικά συμφωνήσαμε να βρεθούμε στου Bennigan ‘s. Kακό φαγητό τρισάθλιο σέρβις, ανεξήγητα τσιμπιμένες τιμές, ένα μαγαζί δίχως αύριο, σωστό φαλημέντο του κόσμου. Τους έπιασε μια ανεξήγητη νοσταλγία να δουν ματς και να πιουν μπύρες στου Bennigans. Υποχώρησα. Είπα να θυμηθώ κι εγώ τα παλιά…
Κι έτσι, απλά, από ένα παιχνίδι της τύχης, απλή σύμπτωση ή να τολμήσω να πω από διαίσθηση ή αναγκαιότητα, χωρίς προσμονή πια , ούτε ενοχή, ούτε ντροπή, ακριβώς τη στιγμή που είχα σταματήσει «να αναζητώ το χαμένο χρόνο», είχα την εξαιρετική συνάντηση που ονειρευόμουν χρόνια.

Όπως κάνω σε όλα τα ραντεβού μου πήγα πρώτος. Σαράντα λεπτά νωρίτερα. Οι άνθρωποι που πάνε αργά στα ραντεβού τους, διάβασα κάπου, είναι ατέρμονα αισιόδοξοι και απολαμβάνουν τη ζωή. Εγώ φθάνω πάντοτε πρώτος στα ραντεβού μου, αλλά ακόμη δεν έχει πέσει στα χέρια μου κάποια μελέτη ερμηνείας αυτής της συμπεριφοράς. Αν ρωτούσατε τον αγαπημένο μου Τσέχο συγγραφέα, τον Κ, ίσως με κατέτασσε σ΄εκείνους που έχουν χάσει την «ηδονή της βραδύτητας». Βιάζομαι. Και πάλι όμως η συμπεριφορά μου θα έκανε το διάσημο συγγραφέα να σκίσει τα βιβλία του. Είμαι μια κατηγορία από μόνος μου, πιο χαλαρός και αργόσχολος από μένα δεν υπάρχει, δεν υπάρχει σε όλη τη Θεσσαλονίκη, τη γνωστή για τη χαλαρουίτα της. Στην πραγματικότητα, έχω τη σοφία της βραδύτητας. Φθάνω πρώτος στα ραντεβού, κάθομαι μόνος και αναπολώ προηγούμενες συνατήσεις. Έτσι να μεγεθύνω με την αναμονή, τη διάρκεια της συνάντησης. Για να παραφράσω την εξίσωση των «υπαρξιακών μαθηματικών» του αγαπημένου μου διάσημου συγγραφέα, η απόλαυση του παρόντος είναι ευθέως ανάλογη με την ένταση της μνήμης. Δεν μπορώ να απολαύσω καμιά στιγμή, αν δεν συμπληρώνεται από τη μνήμη, αν δεν παρατείνεται με την προσμονή.
Και να που αυτή μου η ψυχολογική, πνευματική και επαγγελματική μου ανάγκη στάθηκε η αφορμή να ξαναδώ εκείνη με την οποία στα 25 μου χρόνια έζησα τον απόλυτο έρωτα. Αν δεν έβρεχε θα περίμενα στην παραλία ρεμβάζοντας. Αλλά βρέχει κι έτσι αποφασίζω να μπω μέσα. Διασχίζω τη μεγάλη αίθουσα τινάζοντας από πάνω μου τη βροχή και κατευθύνομαι αναποφάσιστος προς στο μπαρ, κοντοστέκομαι. Περιεργάζομαι τη σάλα, προσπαθώ να φρεσκάρω τη μνήμη μου. να δω τι άλλαξε από τότε. Τίποτα δε έχει αλλάξει, όλα έχουν μαρμαρώσει λες και βρίσκομαι σε παραμύθι των Γκριμ. Μόνο που δεν υπάρχει ψυχή εκεί μέσα. Μόνο εκείνη! Πιο όμορφη, πιο σαγηνευτική από τότε που ήταν 35 χρόνων. Όπως πάντα στο κέντρο της σάλας με το βλέμμα στραμμένο προς τη θάλασσα. Πάνω στο τραπεζάκι αναγνωρίζω το εξώφυλλο του «It ‘s time to go…” Ο μπάρμαν όπως και τότε άφαντος. Η κονσόλα ήχου να παίζει εκείνη την αγαπημένη μελωδία του 1996
I want to buy some illusions
Slightly used, just like new
There were lovely illusions
But they just wouldn’t come true
Όταν, εδώ στου Bennigan ‘s είκοσι χρόνια πριν, μετά από μήνες παθιασμένου έρωτα, η Ε., χωρίς υπεκφυγές και περιττές εξηγήσεις κοιτάζοντας τη θάλασσα μου είχε δηλώσει ότι δε θα ξανάρθει, δεν είχα τη δύναμη ν’ αντιδράσω. Ούτε κάποια πρακτική δυνατότητα να την αναζητήσω. Δεν είχαμε κανένα κοινό φίλο, δεν είχα το τηλέφωνό της, δεν ήξερα τη διεύθυνσή της. “Πάω σπίτι” μου είχε πει έτσι απλά. «Ίσως κάποια στιγμή ξαναβρεθούμε». Επί μήνες ταξίδευα με φουσκοθαλασσιά και δεν είχα καταλάβει τίποτα. Όταν το κύμα φούσκωνε έβλεπα στον έναστρο ουρανό, περίεργα φώτα και σημάδια που δεν μπορούσα να τα ερμηνεύσω. Κι όταν το κύμα χωρίς να συναντήσει κανένα εμπόδιο, έσβησε απρόσμενα απότομα κι έκανε συντρίμμια τις τζαμαρίες του Bennigan ‘s, κατάπια τεράστιες ποσότητες το πικρό νερό κι έμεινα ναυαγός στην ακτή του έρωτα. Δεν έφυγα, περίμενα εκεί, μη με λυπηθεί και επιστρέψει. Βρήκα κάτι κασόνια με μπύρες και σ΄αυτά επένδυα τις λιγοστές μου οικονομίες. Κατέβαζα τις μπύρες νοσταλγώντας κατά το ηλιοβασίλεμα. Άδειαζα τα κασόνια, τα έστηνα το ένα πάνω στο άλλο, καθόμουν πάνω τους κι έκανα γιόγκα περιμένοντας. Ήρθαν και διασώστες κάτι φιλαράκια. Προσπάθησαν να με απομακρύνουν με τη βία από την ακτή. Τίποτα εγώ.
Ήμουν ρομαντικός και ευαίσθητος, αλλά ακόνιζα και το μυαλό μου να βρω μια λύση.
Μια μέρα μου ήρθε επιτέλους η φαεινή ιδέα. Να κάνω ψυχοθεραπεία! Βέβαια στην ίδια ψυχολόγο που ήξερα ότι πήγαινε εκείνη. Μέσα στην πρώτη συνάντηση η ψυχολόγος κατάλαβε τις προθέσεις μου και με έδιωξε κακήν κακώς. Αλλά το νερό είχε μπει στ’ αυλάκι. Αποφάσισα πραγματικά να κάνω ψυχοθεραπεία. Διάλεξα μια ομάδα που εφάρμοζε τη μέθοδο συμπεριφορισμού και δημιουργικής έκφρασης. Ήταν η ομάδα που μου ταίριαζε. Η θεραπεία είχε μικρό κόστος, γιατί ο θεραπευτής ήταν νέος στο επάγγελμα και τότε η ψυχοθεραπεία δεν είχε γίνει ακόμη της μόδας. Έτσι, αφού δεν είχα μία στην τσέπη, έκρινα ότι πήρα την καλύτερη απόφαση.
Στην πρώτη συνάντηση ο θεραπευτής της ομάδας μας πρότεινε να κάνουμε καθημερινά τουλάχιστον τρία ευχάριστα πράγματα και να κρατάμε ημερολόγιο. Στη δεύτερη συνάντηση θα είχαμε χρόνο τρία λεπτά να παρουσιάσουμε τον εαυτό μας στην καθημερινότητά του. Το καλύτερο θα ήταν να προσχεδιάζαμε ένα κείμενο 300 λέξεων. Λοιπόν, εγώ δεν είχα τίποτε να γράψω. Από την ακτή μου δεν ξεκολλούσα. Έτσι, είπα να γράψω για την Ε. Οι λέξεις έρρεαν ποταμός. Αντί για 300 έγραψα τρεις χιλιάδες λέξεις. Όπως ήταν φυσικό ο συντονιστής δε με άφησε να το διαβάσω όλο. «Να διαλέξω ένα απόσπασμα και να το παρουσιάσω» είπα εγώ. «Έστω» υποχώρησαν όλοι. Έτσι, έπιασα να τους διαβάζω.
«Το στέκι μας, μια Irish παμπ, βρισκόταν στο εμπορικό κέντρο, περιοχή αεροδρομίου. Μια τεράστια ορθογώνια σάλα, ακριβώς στην παραλία, με θέα τη θάλασσα. Ήταν το είδος του μπαρ που προτιμούν τη μέρα οι πελάτες του εμπορικού κέντρου και το βράδυ φίλαθλοι, για να δουν πίνοντας μπίρες κανένα ματς στην τηλεόραση. Όπως καταλαβαίνετε, το μπαρ αυτό ήταν πολύ θορυβώδες. Τα απογεύματα από τους αναπαυτικούς καναπέδες περνούσε όλη η Θεσσαλονίκη. Είχε και τους πίσω καναπέδες όπου μπορούσες να κρυφτείς. Ήταν καλό μέρος για ραντεβού το ηλιοβασίλεμα κι όμως τα ζευγαράκια δεν το προτιμούσαν. Εκείνης της άρεσε. Έλεγε πως τη διασκέδαζε «η υβριδική του ταυτότητα». Σπορ καφέ και jazzBar. Διάλεγε πάντα μια κεντρική θέση με θέα στη θάλασσα. Δε φοβόταν μη μας δουν. Εκείνη δεν ήταν Θεσσαλονικιά κι εμένα δε μου καίγονταν καρφί. Δεν είχα να δώσω λόγο σε κανένα…».
Στα τρία λεπτά ο συντονιστής με διέκοψε. «Την επόμενη φορά να έχεις 300 λέξεις για το παρόν σου, μην αναμασάς το παρελθόν» μου είπε.
Μ΄αυτά και μ΄αυτά την Ε δεν την ξεπέρασα, αλλά έμαθα να παρατηρώ και να καταγράφω στο παρόν. Κι αφού εγώ παρόν δεν είχα, κατέγραφα τη ζωή των άλλων. Έτσι έγινα συγγραφέας και στου Bennigan ‘s δεν ξαναπάτησα. Και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, εκείνη χαμογελά με ένα χαμόγελο άγνοιας του τύπου «κάπου γνωριζόμαστε εμείς, θύμισέ μου» κι ας έχει το βιβλίο μου μπροστά της.
«Λεόν»;
«Ναι, είμαι εγώ» της λέω.
« Λεόν!» επαναλαμβάνει τώρα χωρίς μεγάλη κατάπληξη. «Είσαι εσύ!»
«Ναι, εγώ είμαι» επαναλαμβάνω και κατεβάζω το βλέμμα.
Μου απλώνει το χέρι της . «Περιμένω να ρθει να με πάρει η κόρη μου, σπουδάζει ιατρική στη Θεσσαλονίκη. Δεν κάθεσαι λίγο να τα πούμε μέχρι να έρθει», μου προτείνει. «Πώς περνάς;»
Θέλω να ξεσπάσω να γίνω μελοδραματικός.
«Ζω σ΄ένα κόσμο χωρίς ρολόγια, από τότε που έτσι άκαρδα με εγκατέλλειψες. Το μέλλον είναι πολύ αβέβαιο για να το σκεφθώ. Αλλά το παρελθόν είναι σχήμα που ζει μέσα στο παρόν μου. Έγινα συγγραφέας. Πριν αρχίσω το γράψιμο παίρνω μαζί μου Τσέχωφ, Τολστόι, Κούντερα, Προυστ, Φλωμπέρ, Τζόυς, Κάφκα, Χεμινγουέι, Μίλλερ, μια φωτογραφική μηχανή, ένα «φωτεινό θάλαμο» και ταξιδεύω στην πόλη που θέλω Moscow, Prague, Paris, Dublin, London, New York. Μπαίνω σ’ ένα μπαρ και τα πίνω. Φόντο των ιστοριών μου είναι πάντοτε ένα μπαρ, κάποιο κακόφημο μπαρ για one night stand, ένα ρομαντικό καφέ για τρυφερό ειδύλλιο… Πάντα μια αίσθηση déjà vu με κυριεύει και η ιστορία καταλήγει στο χαρτί. Τώρα τελευταία και στην οθόνη του υπολογιστή.
Είναι όμως και μια ματαιωμένη συνάντηση. Χρόνια την κρατούσα στο πιο κρυφό συρτάρι της μνήμης. Είναι μια ιστορία με φόντο το μπαρ Φλωμπέρ. Τον ήρωα της ιστορίας δεν τον γνωρίζω πολύ καλά, είναι ένας άφραγκος, ρομαντικός, νεαρός, φοράει το προσωπείο του Λεόν Ντυμπουά. Η ηρωίδα είναι μια κυρία ονόματι Ε. Μποβαρύ, μοιάζει λίγο και με μια Μπετίνα του Γκαίτε. Με κούρασαν κι οι δυο τους, δεν μπορούσα να βρω τη λύση. Έτσι για αυτήν την ιστορία ζήτησα τη βοήθεια του Ρολάν Μπαρτ, άφησα λευκές τις τελευταίες σελίδες να τις συμπληρώσει ο αναγνώστης».
Δεν λέω τίποτε απ’ όλα αυτά όμως.
«Περιμένω κάτι φίλους, αλλά θα κάτσω να τα πούμε για λίγο» ψελίζω.

Από την κονσόλα του ήχου ακούγεται η φωνή της Ute Lemper. «Oh tell me that there is a little love left in you…The case continues…».

Αγαπητοί αναγνώστες, είναι ιστορίες που το τέλος το δίνει οι ζωή, ιστορίες που το τέλος το δίνει ο συγγραφέας κι άλλες που το τέλος το δίνουν οι αναγνώστες. Έχετε στη διάθεσή σας ό, τι χρειάζεται για να ξαναγράψετε το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας του Λεόν και της Ε.. Αλλάξτε τους όρους ξαναγράψτε ακόμη και ολόκληρη την ιστορία. Είστε ελεύθεροι να επιλέξετε όποιο τέλος θέλετε, κατά προτίμηση unhappy. Απόλυτα ελεύθεροι.
Υ.Γ
Το bar Bennigan ‘s έκλεισε λίγους μήνες μετά για ανακαίνιση

Top
 
Yπενθυμίζουμε ότι η μηδενική χρέωση μέσω κινητής τηλεφωνίας ισχύει μόνο για τον παρόντα ιστότοπο και για τους ιστότοπους που αναφέρονται στο δελτίο τύπου του Υπουργείου Παιδείας & Θρησκευμάτων.
Η προβολή περιεχομένου από άλλο ιστότοπο που έχει ενσωματωθεί στον παρόντα ιστότοπο (π.χ. video youtube) ή το άνοιγμα συνδέσμων που οδηγούν σε εξωτερικό περιεχόμενο δεν υπάγονται στη μηδενική χρέωση.
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων