Ε’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ – ΓΛΩΣΣΑ – ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

 ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ 3

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΥΝΤΕΜΗ 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ 1 (από την τράπεζα πληροφοριών ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ)

Πολυγραφότατος και πολυδιαβασμένος λογοτέχνης, ο επονομαζόμενος και Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας. Η «πένα» του έχει αμεσότητα, λυρισμό, δύναμη και ρεαλισμό. Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70.

Γεννήθηκε το 1906 ή κατ’ άλλους το 1912 στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας και το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδης. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά του περιπλανήθηκε αρκετά, μέχρι να εγκατασταθεί το 1923 στο χωριό Εξαπλάτανος της Έδεσσας.

Η οικογένειά του ήταν εύπορη, αλλά έχασε τα πάντα στον Μεγάλο Ξεριζωμό. Έτσι, ο νεαρός Δημήτρης αναγκάστηκε από τα νεανικά του χρόνια να εργαστεί σκληρά ως λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος και επιστάτης στα έργα του Γαλλικού Ποταμού (Λουδίας). Από τον ποταμό Λουδία εμπνεύστηκε το φιλολογικό του ψευδώνυμο Λουντέμης. Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ’ όλα τα γυμνάσια της χώρας.

Στα ελληνικά γράμματα εμφανίσθηκε πολύ νωρίς, το 1927, με δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε εφημερίδες της Έδεσσας. Το 1930 ποιήματα και διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Εστία», ενώ το 1934 υπογράφει για πρώτη φορά ως Μενέλαος Λουντέμης στο διήγημά του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια».

Έπειτα από μια οδύσσεια μετακινήσεων, ο Λουντέμης θα έλθει στην Αθήνα και θα γνωριστεί με αριστερούς διανοούμενους, οι οποίοι σύχναζαν στη λέσχη «αν Σουσί» της οδού Πατησίων. Καθοριστική ήταν η γνωριμία του με τους διακεκριμένους ομοτέχνους του Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να βρει δουλειά ως βιβλιοθηκάριος στην «Αθηναϊκή Λέσχη» και να ανασάνει οικονομικά.

Την ίδια εποχή αναπτύσσει στενή φιλία με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Δημήτρη Βέη, ο οποίος θα τον δεχθεί ως ακροατή στις παραδόσεις του, αφού ο Λουντέμης δεν μπορούσε να εγγραφεί στη Φιλοσοφική, καθώς δεν είχε τελειώσει το γυμνάσιο, λόγω των πολιτικών του περιπετειών και της οικονομικής του ανέχειας. Το 1938 ήταν ήδη φτασμένος συγγραφέας και τιμήθηκε με το Μέγα Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για τη συλλογή διηγημάτων του «Τα πλοία δεν άραξαν».

ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ2

Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ’ αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη, μαζί με το Θεοδωράκηκαι τον Ρίτσο.

Το 1956 τον μετέφεραν στην Αθήνα από τον τόπο εξορίας του για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» αναφέρονται «….προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας….». Στη δίκη που έγινε με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47, οι μάρτυρες υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος».

Επιφανείς πνευματικές προσωπικότητες έσπευσαν να τον υπερασπιστούν (Άγις Θέρος, Γιώργος Θεοτοκάς, Κώστας Βάρναλης, Στράτης Δούκας, Ασημάκης Πανσέληνος, Κώστας Κοτζιάς), υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο του «είναι ένα εξαιρετικό έργο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη στην πορεία του προς το μέλλον». Απολογούμενος, ο Λουντέμης δέχτηκε παρέμβαση του προέδρου, ο οποίος του είπε πως «αν πράγματι νιώθεις στοργή για το παιδί και τη γυναίκα σου, θα ‘πρεπε να ‘χεις κάνει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ». Και η απάντηση του Λουντέμη: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ».

Μετά τη δίκη και την απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του, το κλίμα είναι βαρύ για τον Λουντέμη. Εκπατρίζεται στο Βουκουρέστι και χάνει την ελληνική ιθαγένεια από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, αλλά νοσταλγεί πάντα την πατρίδα, «ένα ελληνικό καφεδάκι…μιά ρετσίαν..», έγραφε σ’ ένα φίλο του. Μετά την μεταπολίτευση ανακτά την ελληνική ιθαγένεια και επιστρέφει στην Ελλάδα το 1976. Δεν πρόλαβε να χαρεί για την επάνοδό του και στις 22 Ιανουαρίου 1977 πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και ενταφιάζεται στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

 

 

LOYNTEMHS 1

 

Ο Μενέλαος Λουντέμης ανήκει στους έλληνες λογοτέχνες του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Η ιδιοτυπία του έργου του έγκειται στον «ερασιτεχνικό» τρόπο γραφής, τον οποίο υπηρέτησε εν πλήρει συνειδήσει, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δε τον ενδιαφέρει η Τέχνη, αλλά η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (Κνουτ Χάμσουν, Μαξίμ Γκόργκι, Παναΐτ Ιστράτι κ.ά.): ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία, που αγγίζει κάποτε το μελοδραματισμό, βιωματική γραφή, ηθογραφικά και συμβολικά στοιχεία.

Στη λογοτεχνία του Λουντέμη δεσπόζει η τάση του να στρέφεται εξ’ ολοκλήρου γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο – αφηγητή, που ανήκει στους περιθωριακούς τύπους των καταπιεσμένων κοινωνικά στρωμάτων και το οποίο μας δίνει την προσωπική του οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου του έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου. Μέρος της κριτικής (Ζήρας) του καταλογίζει τεχνικές και εκφραστικές ατέλειες, στρατευμένο ύφος που αποβαίνει σε βάρος της οικονομίας της, αφήγησης, αλλά αναγνωρίζει τον λυρικό του οίστρο. Κάποιοι άλλοι θεωρούν το έργο του απολύτως ξεπερασμένο σήμερα, καθώς αναφέρεται σ’ ένα κόσμο που δεν υπάρχει πια.

Ποιήματα του Λουντέμη μελοποίησαν οι αδερφοί Κατσιμίχα («Ερωτικό Κάλεσμα») και ο συνθέτης Σπύρος Σαμοίλης («Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος») με ερμηνευτή τον Αντώνη Καλογιάννη.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ 2 (από τη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)

Ήταν το μοναδικό αγόρι από τα πέντε παιδιά του Γρηγόρη Μπαλάσογλου (που με την εγκατάσταση του στην Ελλάδα έγινε Βαλασιάδης) και της Δόμνας Τσουφλίδη. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα σε πολύ νεαρή ηλικία, δημοσιεύοντας ποιητικές συλλογές στην «Αγροτική Ιδέα» της Έδεσσας το 1927 και το 1928, τις οποίες υπέγραφε με το πραγματικό του όνομα (Τάκης Βαλασιάδης). Γύρω στο 1930 δημοσιεύει ποιήματα και διηγήματα του στο περιοδικό «Νέα Εστία». Η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο του ήταν το 1934 στο διήγημα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια». Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας το 1938 για τη συλλογή διηγημάτων του.Τα πλοία δεν άραξαν και με τη Χρυσή Δάφνη Πανευρώπης στο Παρίσι το 1951. Επίσης τιμήθηκε και με το βραβείο <<Μενέλαου Λουντέμη>> που το καθιέρωσε πρός τιμήν του ή Ελληνική Εταιρία Λογοτεχνών καί απονέμεται κάθε χρόνο στο καλύτερο πεζογράφημα του προηγούμενου έτους.Προς τιμήν του, στο Βουκουρέστι δόθηκε το όνομα του σε δημόσιο κτίριο (Λουντέμειο Μέγαρο). Σύμφωνα με το Βασίλη Βασιλικό, «θεωρείται ο πιο πολυδιαβασμένος Έλληνας έπειτα από τον Νίκο Καζαντζάκη».[3]

Πρόσφυγας από την Γιάλοβα στον Μεγάλο Ξεριζωμό,[4] εγκαθίσταται με την οικογένεια του πρώτα στην Αίγινα, μετά στην Έδεσσα και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας, στο οποίο έζησε από το 1923 μέχρι το 1932 που έφυγε για την Κοζάνη. Έζησε για λίγο στο κρατικό οικοτροφείο της Έδεσσας. Η οικογένεια του ήταν εύπορη, αλλά χρεοκόπησε κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ο Λουντέμης αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά στην εφηβεία του ως λαντζιέρης, λούστρος, ψάλτης, δάσκαλος σε χωριά της Αλμωπίας, ακόμη και ως επιστάτης στα υπό κατασκευή την εποχή εκείνη, έργα του Γαλλικού ποταμού. Στην Δ΄ τάξη του – εξατάξιου τότε – Γυμνασίου «αποσύρθηκε» για πολιτικούς λόγους και απεβλήθη απ’ όλα τα Γυμνάσια της χώρας. (Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του απ’ όλα τα γυμνάσια της χώρας.)

Μέσα από μια οδύσσεια συνεχών μετακινήσεων, από την Έδεσσα σε ένα οικοτροφείο της Κοζάνης κι από εκεί στο Βόλο, ακολουθώντας κάποιο περιφερόμενο «μπουλούκι» της εποχής, φτάνει τελικά στην Αθήνα και συνδέεται στενά με τους Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να διοριστεί βιβλιοθηκάριος της «Αθηναϊκής Λέσχης» το 1938 και να ανασάνει κάπως οικονομικά.[5] Την ίδια εποχή, η φιλία του με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Νικόλαο Βέη, θα τον βοηθήσει να παρακολουθήσει ως ακροατής μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Θα ακολουθήσουν αρκετές συγγραφικές επιτυχίες και θα γίνει μέλος της Eταιρίας Eλλήνων Λογοτεχνών, με πρόεδρο τότε τον Nίκο Kαζαντζάκη.

Κατοχή και Εμφύλιος

Στην κατοχή πήρε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση στο πλευρό του ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων.[6] Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο – ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ’ αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άι Στράτη, μαζί με τον Θεοδωράκη, τον Ρίτσο και τον Θέμο Κορνάρο.

Εκπατρισμός στη Ρουμανία

Το 1958 δικάζεται εκ νέου για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και απαγορεύεται η κυκλοφορία των βιβλίων του. Μετά τη δίκη εκπατρίζεται στο Βουκουρέστι και το 1967 χάνει την ελληνική ιθαγένεια από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου.[7] Το 1956 εξελέγη μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου της Ειρήνης. Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, ως και λίγο μετά τη μεταπολίτευση. Την περίοδο της αυτοεξορίας ο Λουντέμης πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια, φτάνοντας μέχρι την Κίνα και το Βιετνάμ. Το οδοιπορικό του αυτό το αποτύπωσε το 1966 στο βιβλίο του «Μπατ-Τάι». Το 1976 επανακτά την ελληνική του ιθαγένεια και επιστρέφει στην Ελλάδα. Ένα χρόνο αργότερα, το 1977, πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και η σορός του εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα.

Μεταφράσεις και μελοποιήσεις των έργων του

Βιβλία του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, κυρίως στις ανατολικές χώρες, όπως η Πολωνία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία κ.ά. Επίσης κάποια απ’ αυτά μεταφράστηκαν στα κινεζικά και στα βιετναμέζικα. Στην Ευρώπη δημοσιεύθηκαν αρκετά αποσπάσματα από το έργο του, κυρίως σε καλλιτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Tο μυθιστόρημα του «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» έχει μεταφραστεί και στα γερμανικά. Κάποια ποιήματα του μελοποιήθηκαν, με γνωστότερα το «Ερωτικό κάλεσμα» από τους αδερφούς Κατσιμίχα και το «Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος» που ερμηνεύει ο Αντώνης Καλογιάννης σε μουσική του Σπύρου Σαμοΐλη.

Πνευματική κληρονομιά

Ο Μενέλαος Λουντέμης άφησε πίσω του πνευματική κληρονομιά περίπου σαράντα πέντε βιβλίων, που τον καθιστούν έναν από τους πολυγραφότερους Έλληνες συγγραφείς και μια κόρη, τη Μυρτώ. Ο Λουντέμης ανήκει στους Έλληνες λογοτέχνες του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Το έργο του καθίσταται ιδιότυπο λόγω του «ερασιτεχνικού» τρόπου γραφής του συγγραφέα, τον οποίον υπηρέτησε με πλήρη συνείδηση, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δεν τον ενδιαφέρει η Τέχνη. Αντίθετα, σκοπός του είναι η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (Μαξίμ Γκόρκι, Κνουτ Χάμσουν). Χαρακτηρίζεται από τη ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία, που αγγίζει κάποτε και το μελοδραματισμό, βιωματική γραφή, ηθογραφικά και συμβολικά στοιχεία. Ο Λουντέμης έχει την τάση να στρέφεται γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο – αφηγητή, που ανήκει στους περιθωριακούς τύπους των καταπιεσμένων κοινωνικά στρωμάτων και μας δίνει την προσωπική οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου.

ΔΕΙΤΕ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΝΕΛΑΟ ΛΟΥΝΤΕΜΗ

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΕΡΤ

ΜΙΚΡΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΛΟΥΝΤΕΜΗ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ’ ΑΣΤΡΑ»

ΑΚΟΥΣΤΕ- ΔΕΙΤΕ 

ΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ’ΑΣΤΡΑ»

 ΕΝΑ ΒΙΝΤΕΟ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

 

ΟΙ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ΜΑΣ!

ΟΙ  ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ  ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ  ΜΑΣ

 

Ποτέ σου να μην το χαλάς του φίλου το χατίρι ….

  • γιατί δεν ανταλλάσσει σε ούτε  και με  ζαφείρι(Ευγενία)

  • μην κοροϊδέψεις σου ποτέ τον φίλο σου Σωτήρη

(Τζων-Μαρκ)

  • Πήγε στον κύριο Δημητρό να δώσει σου ποτήρι

    (Σάνα)

  • Γιατί μ’ αυτόν καλοπερνάς στης ζωής το πανηγύρι(Στεφανία)

 

«Το δέντρο και το πουλί» – ένα παραμύθι για τη μετανάστευση, τη διαφορετικότητα, τη μοναξιά και την αγάπη

ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ.

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα δέντρο. Ένα δέντρο απλωτό, με λεπτά μικρά φύλλα.

 

Την άνοιξη γέμιζε με ροζ χνουδωτά μπαλάκια που ανέδυαν ένα διακριτικό άρωμα. Τα χνουδωτά μπαλάκια, όταν ερχόταν η ώρα, φύσαγε ο αέρας απαλά, να τα πάρει για ντάμες στο χορό του, μα καθώς ήταν πολύ-πολύ ελαφρά, δε μπορούσε καλά να τα στριφογυρίσει. Έτσι, τα απόθετε λίγο πιο κάτω, ίσα να μπορούν να φυτρώσουν χωρίς να τα σκιάζει το μεγάλο δέντρο που τα είχε γεννήσει, η Μητέρα.

 

Όσο να σκάσουν από το χώμα, τα ζέσταινε μεγάλη Μάνα.

 

Ύστερα, ξεμυτούσαν, βλαστάρια λιανά, φοβισμένα, να τουρτουρίζουν στην παγωνιά και να γονατίζουν στις βροχές και τις ανεμοδούρες, να τρέμουν στα βαριά πατήματα των μεγάλων ζώων και να λιποψυχούν κάθε φορά που πλησίαζαν κοπάδια κι ούτε που να μπορούν να κρυφτούν αφού καθώς γνωρίζουμε, τα βλασταρούδια, πόδια σαν τα παιδούδια δεν έχουν, μόνο καρφωμένα είναι πάντα στο ίδιο χώμα.

 

Κι όμως, τα καταφέρνανε, λίγο πολύ, τα περισσότερα, γιατί είχαν τη Μητέρα. Ακόμα κι αν δεν έφτανε η φυλλωσιά της να τα αντικρύζει, ένιωθαν το θρόισμα της. Ολημερίς τους  μιλούσε και μια τα καλόπιανε, μια τα κανοναρχούσε πώς να ρουφάν καλά με τα ριζάκια τους το νεράκι για να μεγαλώσουν. Να μεγαλώσουν πάνωθε μα και  κάτωθε πιότερο ακόμα. Και με το μούχρωμα πάλι τα νανούριζε, και παραμύθια τους έλεγε για δέντρα παράξενα, για δέντρα αγιασμένα,  και τα παρηγορούσε που ήταν μακριά της, πως σα μεγαλώσουν θα τη βλέπουν τη Μητέρα πιο καλά και θα τη χαιρετάνε κιόλας.

 

Μα ένα πρωί, ο άνεμος ήταν πιο θυμωμένος. Κι ένα ροζ μπαλάκι το στριφογύρισε πιο πολύ. Και πέσαν τα σποράκια του χάμω, όλα, παρεκτός ένα, που έμεινε μες το ροζ αερόπλοιο να χορεύει αντάμα τον άνεμο που δε τ’ άφηνε με τίποτα να πέσει χάμω, και το ‘ σπρωχνε και το πήγαινε, ώσπου η Μητέρα εξαφανίστηκε, κι ακόμα δε το άφηνε να πέσει, και πήγαινε και πήγαινε, ώσπου το σποράκι ζαλίστηκε και σα να κοιμήθηκε μέσα στη ζάλη αυτή.

 

Όταν ξύπνησε, ήταν ολομόναχο. Ως και το ροζ αερόπλοιο είχε εξαφανιστεί. Ίσως να χόρευε ακόμα με τον αέρα, άδειο πια από γέννημα.

 

Τη Μητέρα, όχι να τη βλέπει μα ούτε και να τη νιώθει. Τίποτα. Καθόλου.

Έβαλε τα δυνατά του. Δε μπορεί. Του είχε πει πως θα τη νιώσει. Να κάνει υπομονή. Θα τη νιώσει. Σφίχτηκε. Σκέφτηκε τη μεγάλη Μάνα. Να χωθεί εκεί. Ναι αυτό πρέπει να κάνει. Κρύωνε, μ’ όλο που ένα μικρό χνουδάκι, σαν ουρίτσα, του είχε απομείνει να το ζεσταίνει λιγουλάκι.

 

Έπρεπε να περιμένει τη βροχή. Να περιμένει.

 

Κάποτε ένιωσε το νερό να κυλάει και να υγραίνει τη γη. Και να μαλακώνει η μεγάλη Μάνα και να ανοίγει. Κι ύστερα να τον ρουφά μέσα της. Φοβήθηκε, στην αρχή φοβήθηκε πολύ. Νόμιζε πως θα ήταν ένα άγγιγμα, ένα κουκούλωμα, ένα χουχούλισμα, όπως ένιωθε μέσα στο χνουδωτό μπαλάκι. Ύστερα λούφαξε στη ζεστασιά της γης,  εξαντλημένο από την κούραση και το φόβο κι αποκοιμήθηκε στους χτύπους της ζωής που οργίαζε εκεί κάτω από το χώμα…

 

Ίσως και να μην υπήρχε ποτέ, σκέφτηκε. Ίσως και να μην υπήρξε ποτέ η Μητέρα. Ίσως να ήταν μόνο η μεγάλη Μάνα και να ονειρεύτηκε τη Μητέρα. Η μεγάλη Μάνα, ήταν σκληρή. Γρήγορα, του είπε, γρήγορα, είναι ώρα να βγεις έξω στον κόσμο. Κι εκείνος βγήκε. Βγήκε μια μέρα με λιακάδα, μετά από μια ψηλή βροχή που μαλάκωσε το χώμα που τον σκέπαζε. Μα μόλις ξεμύτισε, ο ήλιος κρύφτηκε. Ο ουρανός πάγωσε.  Το είναι του όλο πάγωσε. Άκαρδη Μάνα, μ’ έδιωξες από τη ζεστασιά σου, φώναξε. Η γη δεν αποκρίθηκε. Μόνο αγκάλιασε σφιχτά τις ρίζες του. Στην αρχή πόνεσε. Μα ύστερα ένιωσε μια θέρμη να τον τυλίγει. Η ίδια που τον τύλιγε κάτω από τη γη.  Έτσι άντεξε.

Ψήλωσε. Έβγαλε φύλλα πολλά. Τη μεγάλη Μάνα, πια δε την άκουγε καθόλου. Μόνο στα ακρόριζά του ένιωθε πότε τη δροσιά και πότε τη ζεστασιά της, καθώς προχώραγαν σκάβοντας μέσα της όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο μακριά.

Τέντωνε τα φύλλα του μήπως νιώσει τη Μητέρα. Τίποτα.

Τώρα πια έβλεπε τα άλλα δέντρα, τα μεγάλα που το περιστοίχιζαν. Ήταν πολύ διαφορετικά. Τα φύλλα τους δεν έμοιαζαν με τα δικά του, δεν είχε ποτέ ξαναδεί τέτοια φύλλα. Μοιάζαν λίγο με χορτάρι, ή σαν αγκάθια πράσινα.

Έκανε να τα χαιρετήσει με το θρόισμα των φύλλων του. Μα δεν ήξερε πώς χαιρετάνε. Δεν ήξερε να πει το όνομά του. Δεν ήξερε να πει τίποτα. Δεν ήξερε να μιλά. Δεν έμαθε ποτέ να μιλά. Η Μητέρα, αν υπήρχε, ήταν πολύ μακριά. Μόνο στη γη ήξερε να μιλά με τις ρίζες του. Μα τα δέντρα μιλάνε μεταξύ τους με τα φύλλα τους.

Στην αρχή προσπάθησε. Κουνούσε τα φύλλα του όπως μπορούσε. Παρακολουθούσε τις ομιλίες των άλλων δέντρων και προσπαθούσε να καταλάβει τι λένε. Δοκίμαζε να αντιγράψει τις κινήσεις αλλά τα δικά του φύλλα ήταν πολύ διαφορετικά και δεν έβγαινε ο ίδιος ήχος.

Κουράστηκε. Να τον βοηθήσει η Μητέρα. Ξανακοίταξε τελευταία φορά πέρα, μακριά, στον ορίζοντα. Αποφάσισε πως Μητέρα δεν υπάρχει. Όχι για κείνον.

Τα πουλιά γέμιζαν τα γειτονικά δέντρα με φωνούλες, φωλίτσες, αυγά και κουτσουλιές. Ζήλευε λίγο. Στην αρχή μόνο. Ύστερα το συνήθισε κι αυτό. Κανένα πουλί δεν ήρθε ποτέ στα δικά του φύλλα. Δεν ήξερε γιατί. Δεν ήξερε ούτε τη γλώσσα των πουλιών. Η Μητέρα δε τους την είχε μάθει. Το δέχτηκε. Δε του χρειαζόταν για να ζήσει. Είχε τροφή, ήλιο, αέρα. Ότι ακριβώς χρειάζεται ένα δέντρο για να ζήσει και να μεγαλώσει.

 

Ένα πρωί, στο ξημέρωμα, ο ήλιος χρύσιζε τα φύλλα των γειτόνων του. Τα νεογέννητα πουλάκια ξυπνούσαν σιγά σιγά και γέμιζαν τη γειτονιά με τις πεινασμένες φωνούλες τους, Οι μυρωδιές που έφερνε το αεράκι έκαναν το δέντρο να ριγήσει. Αυτό μάλλον εννοούσαν όταν έλεγαν ομορφιά. Κάπου, κάπως τη θυμόταν αυτή τη λέξη. Ομορφιά. Ένιωσε όμορφα. Για μια στιγμή νόμισε πως άκουγε τη Μητέρα. Για μια στιγμή μόνο. Κι ύστερα τίποτα. Ο ήλιος έλαμπε τώρα πιο δυνατά και τα φύλλα έστεκαν ακίνητα σαν υποταγή. Ένιωσε δυνατός. Απ’ τις ρίζες του ως το τελευταίο του φυλλαράκι ανάσανε βαθιά. Τότε βγήκε μόνη της μια κραυγή, μια πολύ δυνατή κραυγή. Για μια στιγμή όλα πάγωσαν, ακινητοποιήθηκαν, έμειναν ασάλευτα, όπως στη φωτογραφία.  Ύστερα αμέσως, σαν κάποιος να πήρε ένα κραγιόνι μαύρο και να μουτζούρωσε τη φωτογραφία.

Δε χρειαζόταν να ζει. Αυτή η σκέψη, σχηματίστηκε μέσα στη μουτζουρωμένη φωτογραφία, στην αρχή αχνά και ύστερα όλο και πιο ξεκάθαρα, ώσπου ξεκόλλησε από τη φωτογραφία και πήρε μια δική της υλική υπόσταση, κάτι σαν γυαλί, κάτι σαν ζελατίνα, κάτι σαν ατμός. Και μετά άρχισε να παίρνει χρώματα, πολλά χρώματα, τα πιο χαρούμενα χρώματα, τα πιο λυπημένα χρώματα, τα πιο δυνατά χρώματα, τα πιο αδύναμα χρώματα.

 

Ο καιρός περνούσε. Το δέντρο ζούσε.  Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο….

 

Η σκέψη-που-ξεκόλλησε-από-τη-φωτογραφία αιωρούνταν κάπου ανάμεσα στα φύλλα του.

Χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο…

 

Και τότε ήρθε το πουλί. Ένα πουλί που δεν είχε ξανάρθει σε τούτα τα μέρη. Με κάτι μεγάλες μαυροκίτρινες φτερούγες, απλωτές με λεπτά μικρά πούπουλα. Το πουλί κάθισε πάνω στο δέντρο. Το δέντρο ρίγησε. Το πουλί ρίγησε κι αυτό. Ήταν η μυρωδιά από ένα ροζ μπαλάκι που είχε μόλις σκάσει στο άγουρο δέντρο. Το πουλί έσκυψε πάνω στο κλαδί και τσίμπησε  το ροζ μπαλάκι. Η μυρωδιά του ξεχύθηκε τώρα πιο έντονη. Το δέντρο ρίγησε. Το πουλί ρίγησε. Το πουλί έφτιαξε τη φωλιά του πάνω στο δέντρο. Γέννησε δυο μικρά κίτρινα αυγά. Το δέντρο αγκάλιασε καλά τη φωλιά, να μη την πιάνει ο δυνατός αέρας, ούτε ο καυτός ήλιος, ούτε η παγωμένη βροχή. Το πουλί άρχισε να μιλά. Να μιλά μια γλυκιά λαλιά. Το δέντρο δεν είχε ξανακούσει τέτοια λαλιά σε όλη τη μικρή ζωή του, σε όλο το μικρό του κόσμο. Το δέντρο ρίγησε. Σ’ αγαπάω, σκέφτηκε με όλο του το είναι.  Το πουλί ένιωσε το θρόισμα των φύλλων να το αγκαλιάζει γλυκά. Το πουλί ρίγησε. Λάλησε γλυκά.

 

Πουλί και δέντρο, δέντρο και πουλί, μαζί ζούσαν. Μαζί. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι… Ροζ μπαλάκια, κιτρινόμαυρα πουλάκια. Πέταγαν μακριά. Φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας… Πουλί και δέντρο, δέντρο και πουλί ζούσαν μαζί.

 

Η σκέψη-που-ξεκόλλησε-από-τη-φωτογραφία είχε εξαφανιστεί.

 

Και τότε έγινε. Φύσηξε αέρας δυνατός. Και πήρε το πιο όμορφο ροζ μπαλάκι που είχε ποτέ γίνει. Το δέντρο θρόισε τα φύλλα να το συγκρατήσει. Ο αέρας θύμωσε και άρπαξε πιο δυνατά το ροζ μπαλάκι. Το δέντρο θύμωσε. Ρίγησε απ’ τις ρίζες ως τα φύλλα. Και τότε μια δυνατή κραυγή τράνταξε τον αέρα. Κι ο αέρας ρίγησε. Ξεθύμανε. Και απίθωσε το μπαλάκι απαλά κάτω στα ριζά του δέντρου. Το δέντρο αναθάρρησε. Θρόισε τα φύλλα του ανακουφισμένο. Μα ο αέρας αποκρίθηκε πώς να μη χαίρεται γιατί το ροζ μπαλάκι δεν έχει ζωή. Ούτε νερό, ούτε φαί, ούτε αέρα θα ‘χει στα ριζά σου, είπε στο δέντρο. Και το δέντρο ρίγησε. Πάγωσε. Μαζεύτηκε. Κοκκάλωσε. Το πουλί ταράχτηκε. Άπλωσε τις φτερούγες του πάνω στο κλαδί. Τσίμπησε τη φλούδα. Κελάηδησε το πιο γλυκό λάλημα. Μα το δέντρο τίποτα. Ύστερα άκουσε τον αέρα που γελούσε ενώ χανόταν στα βάθη του δάσους.  Το ροζ μπαλάκι, έτσι άκουσε να λέει ο αέρας. Μα ποιο ροζ μπαλάκι;

 

Το δέντρο άρχισε να ιδρώνει. Σταλαγματιές-σταλαγματιές πάνω στα φύλλα του, σαν την πρωινή δροσιά. Μα ήταν ζεστές. Ιδρωμένες. Τότε προσπάθησε. Πρώτη φορά προσπάθησε με όλο του το είναι. Κούνησε κάθε φυλλαράκι, κάθε κλαδάκι, κάθε ίνα κάθε μόριο που μπορούσε να κινηθεί, με μεγάλη προσοχή. Και άκουγε. Άκουγε με μεγάλη προσοχή πώς ηχούσε κάθε κίνησή του, κάθε κυματισμός της φυλλωσιάς κάθε μάζεμα κι άπλωμα του κορμιού του. Και σιγά σιγά, άρθρωσε μια μια τις συλλαβές. Μπα –λά – κι. Παι-δά-κι. Ροζ. Δι- κό μου. Χώ-μα. Πα-ρα-κα-λω. Πιο μα-κριά. Που-λί. Αν μ’α –γα-πας. Λί-γο. Λί-γο μα-κριά.

 

Το πουλί αφουγκραζόταν έκπληκτο. Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς έλεγε το δέντρο. Ήταν όμως σίγουρο πως το δέντρο, το δέντρο του, μιλούσε! Δεν ήταν δυνατόν. Κι όμως μιλούσε. Κι ήταν γεμάτο σταγόνες ιδρωμένες. Το δέντρο ήταν στεναχωρημένο. Το δέντρο κάτι του ζητούσε. Ροζ μπαλάκι, ροζ μπαλάκι. Αυτές οι λέξεις του ανέμου δεν του έφευγαν από το μυαλό. Κι ύστερα το μάτι του έπεσε στο διπλανό ανθάκι. Ροζ μπαλάκι. Μα αυτό ήταν το ανθάκι του δέντρου.

 

Το δέντρο αναθάρρησε. Μπορεί να με καταλάβει, σκέφθηκε. Κι η σκέψη αυτή, γέμισε όλο το κορμί και τα φύλλα, και τα κλαδάκια και τα ανθάκια, κι όλο του το είναι. Τώρα άρχισε να μιλά πιο δυνατά, πιο καθαρά, πιο θαρρετά. ΡΟΖ ΜΠΑΛΑΚΙ, ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΑΚΙ. ΚΑΤΩ ΣΤΟ ΧΩΜΑ. ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ. ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ. ΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ.

Το πουλί άνοιξε τα φτερά του και βρέθηκε σε δευτερόλεπτα στο χώμα. Τσίμπησε το ροζ μπαλάκι και Το ‘πιασε γερά με το ράμφος του. Ύστερα πέταξε λίγο πιο κει, σε μια ανοιχτωσιά. Γύρισε και κοίταξε το δέντρο.

 

-Εντάξει, αποκρίθηκε το δέντρο γέρνοντας τη φυλλωσιά το όσο πιο χαμηλά μπορούσε.

 

Το πουλί, άφησε το ροζ μπαλάκι απαλά πάνω στο χώμα. Ύστερα πέταξε ξανά πάνω στο δέντρο. Το δέντρο αγκάλιασε το πουλί με το φύλλωμά του. Το πουλί κελάηδησε πιο γλυκά από κάθε άλλη φορά. Το δέντρο ψιθύρισε λόγια αγάπης στο πουλί. Το πουλί πέταξε και λάλησε σε κάθε κλαδάκι και τσίμπησε απαλά κάθε ροζ μπαλάκι και μοσχομύρισε γύρω τριγύρω όλη η γειτονιά. Κι ύστερα πουλί και δέντρο κοιμήθηκαν αποκαμωμένα έναν ύπνο μακρύ και γλυκό, γεμάτο ροζ μπαλάκια και πουλάκια, γλυκούς ψίθυρους λαλιές και μυρωδιές.

 

Και η σκέψη-που-ξεκόλλησε-από-τη-φωτογραφία δε γύρισε ποτέ, ποτέ ξανά στο δέντρο.

 

Μόνο μια γλυκιά μελαγχολία, σα μακρινή ανάμνησή της, τριγύριζε το δέντρο, όταν τύχαινε ν’ αργήσει το πουλί να γυρίσει κοντά του απ’ τα  πετάγματά του Όμως, τα πουλάκια είχανε γεμίσει κάθε γωνίτσα της φυλλωσιάς του και οι γλυκολαλιές τους και τα τσιμπήματά τους στον κορμό του αναγάλιαζαν το δέντρο. Όταν ήρθε η ώρα για το πουλί να μην ξαναγυρίσει, το δέντρο κατάλαβε. Το πουλί πέταξε σε κάθε κλαδί, όπως εκείνη την ημέρα. Γλυκομίλησε  σε κάθε ροζ μπαλάκι. Και τα τσίμπησε απαλά ένα ένα. Ύστερα, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε μακριά, πολύ μακριά.

 

Ποτέ δεν ξαναγύρισε το πουλί. Κι όμως, καμιά φορά τις νύχτες, το δέντρο το ένιωθε πως ήταν εκεί γύρω. Ένιωθε το λάλημά  του και τα πεταρίσματά του και τα τσιμπήματά του. Και τα πουλάκια, που είχαν πια γίνει πουλιά, ανήσυχα τιτίβιζαν και ψάχνανε τη Μητέρα. Το δέντρο ριγούσε, τα πουλάκια ριγούσαν, ο αέρας ριγούσε. Κι οι μυρωδιές σκορπούσαν την αγάπη σ’ όλη τη γειτονιά.

 ΤΕΛΟΣ

 ©Παπαποστόλου Ελένη, 2011