«Το δέντρο και το πουλί» – ένα παραμύθι για τη μετανάστευση, τη διαφορετικότητα, τη μοναξιά και την αγάπη

ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ.

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα δέντρο. Ένα δέντρο απλωτό, με λεπτά μικρά φύλλα.

 

Την άνοιξη γέμιζε με ροζ χνουδωτά μπαλάκια που ανέδυαν ένα διακριτικό άρωμα. Τα χνουδωτά μπαλάκια, όταν ερχόταν η ώρα, φύσαγε ο αέρας απαλά, να τα πάρει για ντάμες στο χορό του, μα καθώς ήταν πολύ-πολύ ελαφρά, δε μπορούσε καλά να τα στριφογυρίσει. Έτσι, τα απόθετε λίγο πιο κάτω, ίσα να μπορούν να φυτρώσουν χωρίς να τα σκιάζει το μεγάλο δέντρο που τα είχε γεννήσει, η Μητέρα.

 

Όσο να σκάσουν από το χώμα, τα ζέσταινε μεγάλη Μάνα.

 

Ύστερα, ξεμυτούσαν, βλαστάρια λιανά, φοβισμένα, να τουρτουρίζουν στην παγωνιά και να γονατίζουν στις βροχές και τις ανεμοδούρες, να τρέμουν στα βαριά πατήματα των μεγάλων ζώων και να λιποψυχούν κάθε φορά που πλησίαζαν κοπάδια κι ούτε που να μπορούν να κρυφτούν αφού καθώς γνωρίζουμε, τα βλασταρούδια, πόδια σαν τα παιδούδια δεν έχουν, μόνο καρφωμένα είναι πάντα στο ίδιο χώμα.

 

Κι όμως, τα καταφέρνανε, λίγο πολύ, τα περισσότερα, γιατί είχαν τη Μητέρα. Ακόμα κι αν δεν έφτανε η φυλλωσιά της να τα αντικρύζει, ένιωθαν το θρόισμα της. Ολημερίς τους  μιλούσε και μια τα καλόπιανε, μια τα κανοναρχούσε πώς να ρουφάν καλά με τα ριζάκια τους το νεράκι για να μεγαλώσουν. Να μεγαλώσουν πάνωθε μα και  κάτωθε πιότερο ακόμα. Και με το μούχρωμα πάλι τα νανούριζε, και παραμύθια τους έλεγε για δέντρα παράξενα, για δέντρα αγιασμένα,  και τα παρηγορούσε που ήταν μακριά της, πως σα μεγαλώσουν θα τη βλέπουν τη Μητέρα πιο καλά και θα τη χαιρετάνε κιόλας.

 

Μα ένα πρωί, ο άνεμος ήταν πιο θυμωμένος. Κι ένα ροζ μπαλάκι το στριφογύρισε πιο πολύ. Και πέσαν τα σποράκια του χάμω, όλα, παρεκτός ένα, που έμεινε μες το ροζ αερόπλοιο να χορεύει αντάμα τον άνεμο που δε τ’ άφηνε με τίποτα να πέσει χάμω, και το ‘ σπρωχνε και το πήγαινε, ώσπου η Μητέρα εξαφανίστηκε, κι ακόμα δε το άφηνε να πέσει, και πήγαινε και πήγαινε, ώσπου το σποράκι ζαλίστηκε και σα να κοιμήθηκε μέσα στη ζάλη αυτή.

 

Όταν ξύπνησε, ήταν ολομόναχο. Ως και το ροζ αερόπλοιο είχε εξαφανιστεί. Ίσως να χόρευε ακόμα με τον αέρα, άδειο πια από γέννημα.

 

Τη Μητέρα, όχι να τη βλέπει μα ούτε και να τη νιώθει. Τίποτα. Καθόλου.

Έβαλε τα δυνατά του. Δε μπορεί. Του είχε πει πως θα τη νιώσει. Να κάνει υπομονή. Θα τη νιώσει. Σφίχτηκε. Σκέφτηκε τη μεγάλη Μάνα. Να χωθεί εκεί. Ναι αυτό πρέπει να κάνει. Κρύωνε, μ’ όλο που ένα μικρό χνουδάκι, σαν ουρίτσα, του είχε απομείνει να το ζεσταίνει λιγουλάκι.

 

Έπρεπε να περιμένει τη βροχή. Να περιμένει.

 

Κάποτε ένιωσε το νερό να κυλάει και να υγραίνει τη γη. Και να μαλακώνει η μεγάλη Μάνα και να ανοίγει. Κι ύστερα να τον ρουφά μέσα της. Φοβήθηκε, στην αρχή φοβήθηκε πολύ. Νόμιζε πως θα ήταν ένα άγγιγμα, ένα κουκούλωμα, ένα χουχούλισμα, όπως ένιωθε μέσα στο χνουδωτό μπαλάκι. Ύστερα λούφαξε στη ζεστασιά της γης,  εξαντλημένο από την κούραση και το φόβο κι αποκοιμήθηκε στους χτύπους της ζωής που οργίαζε εκεί κάτω από το χώμα…

 

Ίσως και να μην υπήρχε ποτέ, σκέφτηκε. Ίσως και να μην υπήρξε ποτέ η Μητέρα. Ίσως να ήταν μόνο η μεγάλη Μάνα και να ονειρεύτηκε τη Μητέρα. Η μεγάλη Μάνα, ήταν σκληρή. Γρήγορα, του είπε, γρήγορα, είναι ώρα να βγεις έξω στον κόσμο. Κι εκείνος βγήκε. Βγήκε μια μέρα με λιακάδα, μετά από μια ψηλή βροχή που μαλάκωσε το χώμα που τον σκέπαζε. Μα μόλις ξεμύτισε, ο ήλιος κρύφτηκε. Ο ουρανός πάγωσε.  Το είναι του όλο πάγωσε. Άκαρδη Μάνα, μ’ έδιωξες από τη ζεστασιά σου, φώναξε. Η γη δεν αποκρίθηκε. Μόνο αγκάλιασε σφιχτά τις ρίζες του. Στην αρχή πόνεσε. Μα ύστερα ένιωσε μια θέρμη να τον τυλίγει. Η ίδια που τον τύλιγε κάτω από τη γη.  Έτσι άντεξε.

Ψήλωσε. Έβγαλε φύλλα πολλά. Τη μεγάλη Μάνα, πια δε την άκουγε καθόλου. Μόνο στα ακρόριζά του ένιωθε πότε τη δροσιά και πότε τη ζεστασιά της, καθώς προχώραγαν σκάβοντας μέσα της όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο μακριά.

Τέντωνε τα φύλλα του μήπως νιώσει τη Μητέρα. Τίποτα.

Τώρα πια έβλεπε τα άλλα δέντρα, τα μεγάλα που το περιστοίχιζαν. Ήταν πολύ διαφορετικά. Τα φύλλα τους δεν έμοιαζαν με τα δικά του, δεν είχε ποτέ ξαναδεί τέτοια φύλλα. Μοιάζαν λίγο με χορτάρι, ή σαν αγκάθια πράσινα.

Έκανε να τα χαιρετήσει με το θρόισμα των φύλλων του. Μα δεν ήξερε πώς χαιρετάνε. Δεν ήξερε να πει το όνομά του. Δεν ήξερε να πει τίποτα. Δεν ήξερε να μιλά. Δεν έμαθε ποτέ να μιλά. Η Μητέρα, αν υπήρχε, ήταν πολύ μακριά. Μόνο στη γη ήξερε να μιλά με τις ρίζες του. Μα τα δέντρα μιλάνε μεταξύ τους με τα φύλλα τους.

Στην αρχή προσπάθησε. Κουνούσε τα φύλλα του όπως μπορούσε. Παρακολουθούσε τις ομιλίες των άλλων δέντρων και προσπαθούσε να καταλάβει τι λένε. Δοκίμαζε να αντιγράψει τις κινήσεις αλλά τα δικά του φύλλα ήταν πολύ διαφορετικά και δεν έβγαινε ο ίδιος ήχος.

Κουράστηκε. Να τον βοηθήσει η Μητέρα. Ξανακοίταξε τελευταία φορά πέρα, μακριά, στον ορίζοντα. Αποφάσισε πως Μητέρα δεν υπάρχει. Όχι για κείνον.

Τα πουλιά γέμιζαν τα γειτονικά δέντρα με φωνούλες, φωλίτσες, αυγά και κουτσουλιές. Ζήλευε λίγο. Στην αρχή μόνο. Ύστερα το συνήθισε κι αυτό. Κανένα πουλί δεν ήρθε ποτέ στα δικά του φύλλα. Δεν ήξερε γιατί. Δεν ήξερε ούτε τη γλώσσα των πουλιών. Η Μητέρα δε τους την είχε μάθει. Το δέχτηκε. Δε του χρειαζόταν για να ζήσει. Είχε τροφή, ήλιο, αέρα. Ότι ακριβώς χρειάζεται ένα δέντρο για να ζήσει και να μεγαλώσει.

 

Ένα πρωί, στο ξημέρωμα, ο ήλιος χρύσιζε τα φύλλα των γειτόνων του. Τα νεογέννητα πουλάκια ξυπνούσαν σιγά σιγά και γέμιζαν τη γειτονιά με τις πεινασμένες φωνούλες τους, Οι μυρωδιές που έφερνε το αεράκι έκαναν το δέντρο να ριγήσει. Αυτό μάλλον εννοούσαν όταν έλεγαν ομορφιά. Κάπου, κάπως τη θυμόταν αυτή τη λέξη. Ομορφιά. Ένιωσε όμορφα. Για μια στιγμή νόμισε πως άκουγε τη Μητέρα. Για μια στιγμή μόνο. Κι ύστερα τίποτα. Ο ήλιος έλαμπε τώρα πιο δυνατά και τα φύλλα έστεκαν ακίνητα σαν υποταγή. Ένιωσε δυνατός. Απ’ τις ρίζες του ως το τελευταίο του φυλλαράκι ανάσανε βαθιά. Τότε βγήκε μόνη της μια κραυγή, μια πολύ δυνατή κραυγή. Για μια στιγμή όλα πάγωσαν, ακινητοποιήθηκαν, έμειναν ασάλευτα, όπως στη φωτογραφία.  Ύστερα αμέσως, σαν κάποιος να πήρε ένα κραγιόνι μαύρο και να μουτζούρωσε τη φωτογραφία.

Δε χρειαζόταν να ζει. Αυτή η σκέψη, σχηματίστηκε μέσα στη μουτζουρωμένη φωτογραφία, στην αρχή αχνά και ύστερα όλο και πιο ξεκάθαρα, ώσπου ξεκόλλησε από τη φωτογραφία και πήρε μια δική της υλική υπόσταση, κάτι σαν γυαλί, κάτι σαν ζελατίνα, κάτι σαν ατμός. Και μετά άρχισε να παίρνει χρώματα, πολλά χρώματα, τα πιο χαρούμενα χρώματα, τα πιο λυπημένα χρώματα, τα πιο δυνατά χρώματα, τα πιο αδύναμα χρώματα.

 

Ο καιρός περνούσε. Το δέντρο ζούσε.  Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο….

 

Η σκέψη-που-ξεκόλλησε-από-τη-φωτογραφία αιωρούνταν κάπου ανάμεσα στα φύλλα του.

Χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο…

 

Και τότε ήρθε το πουλί. Ένα πουλί που δεν είχε ξανάρθει σε τούτα τα μέρη. Με κάτι μεγάλες μαυροκίτρινες φτερούγες, απλωτές με λεπτά μικρά πούπουλα. Το πουλί κάθισε πάνω στο δέντρο. Το δέντρο ρίγησε. Το πουλί ρίγησε κι αυτό. Ήταν η μυρωδιά από ένα ροζ μπαλάκι που είχε μόλις σκάσει στο άγουρο δέντρο. Το πουλί έσκυψε πάνω στο κλαδί και τσίμπησε  το ροζ μπαλάκι. Η μυρωδιά του ξεχύθηκε τώρα πιο έντονη. Το δέντρο ρίγησε. Το πουλί ρίγησε. Το πουλί έφτιαξε τη φωλιά του πάνω στο δέντρο. Γέννησε δυο μικρά κίτρινα αυγά. Το δέντρο αγκάλιασε καλά τη φωλιά, να μη την πιάνει ο δυνατός αέρας, ούτε ο καυτός ήλιος, ούτε η παγωμένη βροχή. Το πουλί άρχισε να μιλά. Να μιλά μια γλυκιά λαλιά. Το δέντρο δεν είχε ξανακούσει τέτοια λαλιά σε όλη τη μικρή ζωή του, σε όλο το μικρό του κόσμο. Το δέντρο ρίγησε. Σ’ αγαπάω, σκέφτηκε με όλο του το είναι.  Το πουλί ένιωσε το θρόισμα των φύλλων να το αγκαλιάζει γλυκά. Το πουλί ρίγησε. Λάλησε γλυκά.

 

Πουλί και δέντρο, δέντρο και πουλί, μαζί ζούσαν. Μαζί. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι… Ροζ μπαλάκια, κιτρινόμαυρα πουλάκια. Πέταγαν μακριά. Φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας… Πουλί και δέντρο, δέντρο και πουλί ζούσαν μαζί.

 

Η σκέψη-που-ξεκόλλησε-από-τη-φωτογραφία είχε εξαφανιστεί.

 

Και τότε έγινε. Φύσηξε αέρας δυνατός. Και πήρε το πιο όμορφο ροζ μπαλάκι που είχε ποτέ γίνει. Το δέντρο θρόισε τα φύλλα να το συγκρατήσει. Ο αέρας θύμωσε και άρπαξε πιο δυνατά το ροζ μπαλάκι. Το δέντρο θύμωσε. Ρίγησε απ’ τις ρίζες ως τα φύλλα. Και τότε μια δυνατή κραυγή τράνταξε τον αέρα. Κι ο αέρας ρίγησε. Ξεθύμανε. Και απίθωσε το μπαλάκι απαλά κάτω στα ριζά του δέντρου. Το δέντρο αναθάρρησε. Θρόισε τα φύλλα του ανακουφισμένο. Μα ο αέρας αποκρίθηκε πώς να μη χαίρεται γιατί το ροζ μπαλάκι δεν έχει ζωή. Ούτε νερό, ούτε φαί, ούτε αέρα θα ‘χει στα ριζά σου, είπε στο δέντρο. Και το δέντρο ρίγησε. Πάγωσε. Μαζεύτηκε. Κοκκάλωσε. Το πουλί ταράχτηκε. Άπλωσε τις φτερούγες του πάνω στο κλαδί. Τσίμπησε τη φλούδα. Κελάηδησε το πιο γλυκό λάλημα. Μα το δέντρο τίποτα. Ύστερα άκουσε τον αέρα που γελούσε ενώ χανόταν στα βάθη του δάσους.  Το ροζ μπαλάκι, έτσι άκουσε να λέει ο αέρας. Μα ποιο ροζ μπαλάκι;

 

Το δέντρο άρχισε να ιδρώνει. Σταλαγματιές-σταλαγματιές πάνω στα φύλλα του, σαν την πρωινή δροσιά. Μα ήταν ζεστές. Ιδρωμένες. Τότε προσπάθησε. Πρώτη φορά προσπάθησε με όλο του το είναι. Κούνησε κάθε φυλλαράκι, κάθε κλαδάκι, κάθε ίνα κάθε μόριο που μπορούσε να κινηθεί, με μεγάλη προσοχή. Και άκουγε. Άκουγε με μεγάλη προσοχή πώς ηχούσε κάθε κίνησή του, κάθε κυματισμός της φυλλωσιάς κάθε μάζεμα κι άπλωμα του κορμιού του. Και σιγά σιγά, άρθρωσε μια μια τις συλλαβές. Μπα –λά – κι. Παι-δά-κι. Ροζ. Δι- κό μου. Χώ-μα. Πα-ρα-κα-λω. Πιο μα-κριά. Που-λί. Αν μ’α –γα-πας. Λί-γο. Λί-γο μα-κριά.

 

Το πουλί αφουγκραζόταν έκπληκτο. Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς έλεγε το δέντρο. Ήταν όμως σίγουρο πως το δέντρο, το δέντρο του, μιλούσε! Δεν ήταν δυνατόν. Κι όμως μιλούσε. Κι ήταν γεμάτο σταγόνες ιδρωμένες. Το δέντρο ήταν στεναχωρημένο. Το δέντρο κάτι του ζητούσε. Ροζ μπαλάκι, ροζ μπαλάκι. Αυτές οι λέξεις του ανέμου δεν του έφευγαν από το μυαλό. Κι ύστερα το μάτι του έπεσε στο διπλανό ανθάκι. Ροζ μπαλάκι. Μα αυτό ήταν το ανθάκι του δέντρου.

 

Το δέντρο αναθάρρησε. Μπορεί να με καταλάβει, σκέφθηκε. Κι η σκέψη αυτή, γέμισε όλο το κορμί και τα φύλλα, και τα κλαδάκια και τα ανθάκια, κι όλο του το είναι. Τώρα άρχισε να μιλά πιο δυνατά, πιο καθαρά, πιο θαρρετά. ΡΟΖ ΜΠΑΛΑΚΙ, ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΑΚΙ. ΚΑΤΩ ΣΤΟ ΧΩΜΑ. ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ. ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΜΑΚΡΙΑ. ΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ.

Το πουλί άνοιξε τα φτερά του και βρέθηκε σε δευτερόλεπτα στο χώμα. Τσίμπησε το ροζ μπαλάκι και Το ‘πιασε γερά με το ράμφος του. Ύστερα πέταξε λίγο πιο κει, σε μια ανοιχτωσιά. Γύρισε και κοίταξε το δέντρο.

 

-Εντάξει, αποκρίθηκε το δέντρο γέρνοντας τη φυλλωσιά το όσο πιο χαμηλά μπορούσε.

 

Το πουλί, άφησε το ροζ μπαλάκι απαλά πάνω στο χώμα. Ύστερα πέταξε ξανά πάνω στο δέντρο. Το δέντρο αγκάλιασε το πουλί με το φύλλωμά του. Το πουλί κελάηδησε πιο γλυκά από κάθε άλλη φορά. Το δέντρο ψιθύρισε λόγια αγάπης στο πουλί. Το πουλί πέταξε και λάλησε σε κάθε κλαδάκι και τσίμπησε απαλά κάθε ροζ μπαλάκι και μοσχομύρισε γύρω τριγύρω όλη η γειτονιά. Κι ύστερα πουλί και δέντρο κοιμήθηκαν αποκαμωμένα έναν ύπνο μακρύ και γλυκό, γεμάτο ροζ μπαλάκια και πουλάκια, γλυκούς ψίθυρους λαλιές και μυρωδιές.

 

Και η σκέψη-που-ξεκόλλησε-από-τη-φωτογραφία δε γύρισε ποτέ, ποτέ ξανά στο δέντρο.

 

Μόνο μια γλυκιά μελαγχολία, σα μακρινή ανάμνησή της, τριγύριζε το δέντρο, όταν τύχαινε ν’ αργήσει το πουλί να γυρίσει κοντά του απ’ τα  πετάγματά του Όμως, τα πουλάκια είχανε γεμίσει κάθε γωνίτσα της φυλλωσιάς του και οι γλυκολαλιές τους και τα τσιμπήματά τους στον κορμό του αναγάλιαζαν το δέντρο. Όταν ήρθε η ώρα για το πουλί να μην ξαναγυρίσει, το δέντρο κατάλαβε. Το πουλί πέταξε σε κάθε κλαδί, όπως εκείνη την ημέρα. Γλυκομίλησε  σε κάθε ροζ μπαλάκι. Και τα τσίμπησε απαλά ένα ένα. Ύστερα, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε μακριά, πολύ μακριά.

 

Ποτέ δεν ξαναγύρισε το πουλί. Κι όμως, καμιά φορά τις νύχτες, το δέντρο το ένιωθε πως ήταν εκεί γύρω. Ένιωθε το λάλημά  του και τα πεταρίσματά του και τα τσιμπήματά του. Και τα πουλάκια, που είχαν πια γίνει πουλιά, ανήσυχα τιτίβιζαν και ψάχνανε τη Μητέρα. Το δέντρο ριγούσε, τα πουλάκια ριγούσαν, ο αέρας ριγούσε. Κι οι μυρωδιές σκορπούσαν την αγάπη σ’ όλη τη γειτονιά.

 ΤΕΛΟΣ

 ©Παπαποστόλου Ελένη, 2011

 

 



Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων