Φανταστική συνέντευξη του Κωνσταντίνου Θεοτόκη

(Δημοσιευμένη υποθετικά στο περιοδικό «Η Νέα Λογοτεχνία», έτος 1920)

Συντάκτης: Κύριε Θεοτόκη, τα έργα σας διακρίνονται για τον ρεαλισμό τους και την κοινωνική τους οξύτητα. Πώς φτάσατε σε αυτήν τη στάση απέναντι στη λογοτεχνία;

Κ. Θεοτόκης: Η λογοτεχνία, για μένα, δεν είναι καταφύγιο ονείρων, αλλά πεδίον μάχης. Ό,τι γράφω, το γράφω για να δείξω τον άνθρωπο μέσα στη σύγκρουσή του με τον κόσμο. Είμαι Κερκυραίος, και το νησί μου, με τη φτώχεια, τη φεουδαρχία και τις ταξικές αντιθέσεις του, μου έδωσε τα πρώτα μου μαθήματα ρεαλισμού. Δεν χρειάστηκε να αναζητήσω ήρωες· τους είχα γύρω μου, ανθρώπους απλούς, βασανισμένους, και συχνά πιο μεγαλόψυχους απ’ όσους κρατούν τα σκήπτρα της ζωής. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η παραμονή μου στη Γερμανία και η επαφή μου με τις σοσιαλιστικές ιδέες.

Συντάκτης: Στο έργο σας Η Τιμή και το Χρήμα βλέπουμε την κοινωνική ανισότητα να γίνεται τραγωδία. Θεωρείτε πως ο συγγραφέας έχει κοινωνική αποστολή;

Κ. Θεοτόκης: Αναμφιβόλως. Ο συγγραφεύς δεν είναι διακοσμητής των ψυχών· είναι καθρέφτης της κοινωνίας και, αν θέλετε, καμιά φορά και σφυρί για να τη σπάσει. Είμαι πεπεισμένος πως το κακό δεν εδράζεται στη φύση του ανθρώπου αλλά στους θεσμούς και στις σχέσεις της ιδιοκτησίας. Η λογοτεχνία μπορεί να φωτίσει αυτά τα δεσμά — όχι να τα σπάσει, αλλά να τα δείξει καθαρά, ώστε άλλοι να τα σπάσουν.

Συντάκτης: Κι όμως, ο λόγος σας έχει μια βαθιά ανθρωπιά, μια κατανόηση για τους ήρωες, ακόμη κι όταν αυτοί σφάλουν. Πώς συνδυάζεται ο κοινωνικός στοχασμός με τη συμπάθεια προς το άτομο;

Κ. Θεοτόκης: Διότι δεν πιστεύω πως υπάρχει «κακός» άνθρωπος εκ φύσεως. Υπάρχουν μονάχα άνθρωποι εγκλωβισμένοι. Ο ρεαλισμός μου δεν είναι ψυχρός· είναι ένας ρεαλισμός συμπονετικός. Είδα τη φτώχεια να εξευτελίζει την τιμή, τη δύναμη του χρήματος να καταλύει την αγάπη. Αν δεν αγαπάς τον άνθρωπο, δεν μπορείς να τον κατανοήσεις· κι αν δεν τον κατανοήσεις, δεν μπορείς να τον αποκαλύψεις.

Συντάκτης: Τα τελευταία χρόνια, έχετε μεταφράσει φιλοσοφικά και λογοτεχνικά έργα. Ποια η σχέση σας με τη σκέψη και τη γλώσσα;

Κ. Θεοτόκης: Η μετάφραση είναι σχολείο πνεύματος. Μέσα από τον Σοπενχάουερ, τον Τολστόι ή τον Μπαλζάκ, γνώρισα άλλες όψεις του ανθρώπου. Μα η γλώσσα — η δημοτική μας — είναι ο αληθινός μου δάσκαλος. Αν ο λαός μιλάει έτσι, ο συγγραφέας δεν έχει δικαίωμα να γράφει αλλιώς. Δεν θέλω τα γράμματά μου να μοιάζουν με καθρέφτες στα σαλόνια· θέλω να ’ναι καθρέφτες στο φως του δρόμου.

Συντάκτης: Αν ζούσατε σε μια μελλοντική εποχή, τι θα θέλατε να μείνει από το έργο σας;

Κ. Θεοτόκης: Θα ήθελα να μείνει η αίσθηση πως κάποιος αγάπησε βαθιά τον άνθρωπο της φτώχειας, της τιμιότητας, της σιωπηλής αξιοπρέπειας. Αν κάτι αξίζει, δεν είναι το όνομα του συγγραφέα αλλά η αλήθεια των μορφών του. Ο άνθρωπος αλλάζει, μα ο πόνος του μένει ο ίδιος. Κι εκεί μέσα, ίσως, υπάρχει η αιωνιότητα της τέχνης.

Συντάκτης: Κύριε Θεοτόκη, σας ευχαριστούμε θερμά.

Κ. Θεοτόκης: Εγώ σας ευχαριστώ. Μακάρι οι λέξεις να φτάνουν εκεί όπου δεν φτάνει το ψωμί.

Σύγκριση με τη Στέλλα Βιολάντη

Η μητέρα της Στέλλας ήλπιζε πως θα έπειθε την κόρη της να ζητήσει συγχώρηση από τον πατέρα της, πέφτοντας εν ανάγκη ακόμη και στα πόδια του, για να μπορέσουν επιτέλους να συμφιλιωθούν. Κάτι που θα έθετε αφενός τέρμα στην τιμωρία της Στέλλας και αφετέρου με την ευκαιρία του δεκαπενταύγουστου θα τερμάτιζε τα σχόλια του κόσμου για την παρατεταμένη αδιαθεσία της, αφού θα την έβλεπαν και πάλι στο γιορτινό τραπέζι.

Η Μαρία Βιολάντη επιθυμούσε βέβαια να απαλλάξει την κόρη της από την οργή του Παναγή, κι από τον καθημερινό ξυλοδαρμό, όχι όμως γιατί θεωρούσε πως η Στέλλα είχε δίκιο να αποζητάει τον έρωτα ενός άνδρα ταπεινότερης κοινωνικής θέσης. Ως προς αυτό δεν θα τολμούσε ποτέ να φέρει αντίρρηση στο σύζυγό της, έστω κι αν η ίδια είχε διαφορετική άποψη. Άλλωστε, ήξερε καλά πως ήταν παράλογο στο πλαίσιο μιας οικογένειας να γίνεται οτιδήποτε χωρίς την έγκριση του πατέρα.

Η δική της πρόθεση ήταν να γλιτώσει την κόρη της από τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει, ιδίως από τη στιγμή που δεν είχε προκύψει κάποιο σκάνδαλο, κι ήταν εύκολο να αποκατασταθεί η τιμή του κοριτσιού της. Το γράμμα που είχε στείλει στο Χρηστάκη το είχαν πάρει πίσω,  κι εκείνος φοβισμένος από τις απειλές του Παναγή δεν επρόκειτο πια να πει τίποτε σε κανέναν, οπότε τα πράγματα μπορούσαν να διορθωθούν. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ξεκαθαρίσει η Στέλλα στον πατέρα της πως παρέμενε υποταγμένη στη θέλησή του.

Αν η Στέλλα απαρνιόταν τον έρωτά της για το Χρηστάκη και άφηνε τον πατέρα της να της βρει τον κατάλληλο σύζυγο, όπως ήταν άλλωστε το δεδομένο εκείνης της εποχής, η κατάσταση θα άλλαζε άρδην, κι η Στέλλα θα γλίτωνε από τον εγκλεισμό της. Η μητρική, ωστόσο, ανησυχία δεν ήταν για κανένα λόγο ισχυρότερη από τη θέληση του πατέρα, οπότε αν η Στέλλα επέμενε στην απόφασή της, η μητέρα της δεν υπήρχε περίπτωση να την υποστηρίξει. Θα την άφηνε να υποστεί την οργή του πατέρα της, αφού εκείνος ήταν ο μόνος και αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος της οικογένειας.

Η Μαρία Βιολάντη αναγνώριζε στο σύζυγό της την εξουσία που κατείχε κάθε άντρας στις τότε πατριαρχικές κοινωνίες. Εκείνος αποφάσιζε για οτιδήποτε αφορούσε τα παιδιά του και τη γυναίκα του, όπως και για κάθε άλλο μέλος της οικογένειας που ζούσε στο σπίτι του -στην προκειμένη περίπτωση η μεγάλης ηλικίας αδελφή του. Η σαφής αυτή υποταγή στη θέληση του συζύγου της ενισχυόταν κιόλας από το φόβο που της προκαλούσε η οργή του∙ βρισκόταν ωστόσο στο συνηθισμένο για την εποχή πλαίσιο. Καμία γυναίκα δεν μπορούσε να αντιταχθεί στις αποφάσεις του συζύγου της, όπως φυσικά και κανένα παιδί.

Ο πατέρας ήταν εκείνος που φρόντιζε για την οικονομική στήριξη της οικογένειας, όπως και για την προίκα των κοριτσιών, κι άρα ήταν εκείνος που έπαιρνε όλες τις σημαντικές αποφάσεις. Το ενδεχόμενο, άλλωστε, να παρακούσει ένα από τα παιδιά ή η σύζυγος τις προσταγές του πατέρα, σήμαινε γι’ αυτόν και για όλη την οικογένειά του μεγάλη προσβολή. Εκείνη την εποχή, μάλιστα, το καλό όνομα της οικογένειας είχε εξαιρετικά μεγάλη σημασία κι έπρεπε να προφυλάσσεται απ’ όλους με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς τα κακόβουλα σχόλια του «κόσμου» δεν αργούσαν να φέρουν ντροπή σ’ όλη την οικογένεια και να επιφέρουν έτσι μεγάλη ζημιά, ιδίως στο μέλλον των κοριτσιών, που δύσκολα θα μπορούσαν μ