με όχημα την έμπνευση!

περί λόγου και άλλων δαιμονίων ο λόγος

Εικονικές Δίκες 23-24/2/2019, ΜΙΑ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Κατηγορία ΡΗΤΟΡΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ

Το Γεφύρι της Άρτας, σε ψηφιακή απόδοση του Άρη Φραντζεσκάκη

Η παράδοση σε ψηφιακή απόδοση

ΛΟΓΟΣ – ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ 2016-2017

Οι δράσεις του Ρητορικού μας Ομίλου μέσα από ένα ppt ! ! !

ΡΗΤΟΡΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ 2016-2017

Κατηγορία ΡΗΤΟΡΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ

Πες το μ’ ένα σύνθημα – We love advertising

Δεν υπάρχουν σχόλια »

ΜΑΡΙΝΑΤΟΥ ΕΛΕΝΗ | 8 Οκτωβρίου 2014 στις 13:16

Οι καθηγήτριες Μαρινάτου Ελένη ΠΕ02 και Παπαγεωργίου Αγγελική ΠΕ06 το σχολικό έτος 2014-15 υλοποιούν με 22 μαθητές του τμήματος Γ1 μια διαθεματική δράση στη Νεοελληνική και την Αγγλική Γλώσσα με θέμα «Κοινωνική διαφήμιση».

Ασφαλής στο αυτοκίνητο

Συνοπτική περιγραφή δραστηριότητας:

Με τη δράση αυτή τα παιδιά θα γνωρίσουν τα γνωρίσματα και την τυπολογία του διαφημιστικού λόγου και στις δύο γλώσσες, θα μελετήσουν συγκριτικά διαφημίσεις από ποικίλα μέσα μετάδοσης πληροφοριών και θα συνθέσουν τις δικές τους διαφημίσεις με κοινωνικό περιεχόμενο στην Ελληνική και την Αγγλική, τις οποίες θα αναρτήσουν σε ταμπλό.

Το κάπνισμα σκοτώνει

Το κάπνισμα σκοτώνει

 Σκοποί της δραστηριότητας:

  • θα μελετήσουν την τυπολογία ξένων και ελληνικών κοινωνικών διαφημίσεων μέσα από την περιήγησή τους στο Διαδίκτυο
  • θα εμπλουτίσουν το λεξιλόγιό τους στην Αγγλική
  • θα προβληματιστούν πάνω στα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα σε ελληνικό και παγκόσμιο επίπεδο
  • θα εκφράσουν τη δημιουργικότητά τους μέσα από τη σύνθεση των δικών τους διαφημιστικών κειμένων
  • θα συνειδητοποιήσουν το ρόλο των συμβόλων, των συνθημάτων και των εικόνων στο διαφημιστικό λόγο
  • θα εξοικειωθούν με την παραγωγή πολυτροπικών κειμένων συνδυάζοντας το λόγο με την εικόνα
  • θα προσεγγίσουν διαθεματικά ένα γνωστικό αντικείμενο (Αγγλική – Νέα Ελληνική Γλώσσα)

Με αφόρμηση τη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση

Δεν υπάρχουν σχόλια »

ΜΑΡΙΝΑΤΟΥ ΕΛΕΝΗ | 7 Οκτωβρίου 2014 στις 16:48

 

img295            img287

Μ. Καραγάτσης: Έρωτας και θάνατος , της Ιωάννας Ντέντε

Την πρώτη φορά που διάβασα τη Μεγάλη Χίμαιρα πρέπει να ήμουν γύρω στα 17 και τολμώ να πω ότι δε μου άρεσε ιδιαίτερα.

Θύμωσα με τη Μαρίνα αλλά και τον ίδιο τον Καραγάτση που άφησε την ηρωίδα του να καταστραφεί. Παρόλο που απόλαυσα περισσότερο το τρίτο μέρος του βιβλίου, όπου έρχεται η συναισθηματική, ψυχολογική και κυριολεκτική καταστροφή της ηρωίδας, μου φαινόταν αδιανόητο να το κάνει όλο αυτό μια γυναίκα στον εαυτό της. Πλέον, νομίζω ότι εκείνη μου η στάση οφείλεται στο νεαρό της ηλικίας, όντας ανώριμη ίσως ακόμα να κατανοήσω τη δύναμη του έρωτα και του πάθους που μπορεί απλά να σε διαλύσει.

Ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο 13 χρόνια αργότερα οφείλω να ομολογήσω ότι απλά το λάτρεψα. Η ηλικία είναι διαφορετική, τα βιώματα περισσότερα και -μάλλον- ουσιαστικότερα. Οι πιθανότητες να έχεις πληγώσει/ πληγωθεί είναι περισσότερες από εκείνες της εφηβείας, άρα το βιβλίο έχει διαφορετική επίδραση πάνω σου. Κάτι τέτοιο νομίζω ότι συνέβη και σε μένα. Τώρα μπορώ να κατανοήσω την εσωτερική πάλη της Μαρίνας, ίσως και να δικαιολογήσω τις επιλογές της. Σημαντικό ρόλο στα νέα συναισθήματα που μου προκάλεσε το βιβλίο διαδραματίζει και η απίστευτη ικανότητα του Καραγάτση να διεισδύει μέσα στην ψυχοσύνθεση του κάθε ήρωα του. Δε δημιουργεί μονοδιάστατα πρόσωπα, αντίθετα συνθέτει ήρωες ολοκληρωμένους, πραγματικούς, με συναισθήματα και προβλήματα, ήρωες που μπορούν απλά να σε συναρπάσουν και να σε κάνουν να ταυτιστείς μαζί τους. Το ίδιο έκανε και σ’ αυτό του το μυθιστόρημα. Ίσως λόγω αυτής  της ικανότητας του να έχει καταφέρει να είναι το έργο του επίκαιρο, σύγχρονο.

Η Μεγάλη Χίμαιρα είναι η συμπληρωμένη έκδοση της Χίμαιρας, έργο που ανήκει στην τριλογία του συγγραφέα Εγκλιματισμός κάτω από τον Φοίβο και περιλαμβάνει επίσης τα Συνταγματάρχης Λιάπκιν και Γιούγκερμαν. Κοινό τους θέμα είναι η προσπάθεια τριών ξένων που βρέθηκαν στην Ελλάδα να προσαρμοστούν σε αυτή, προσπάθεια αποτυχημένη και στις τρεις περιπτώσεις. Στέκομαι περισσότερο στη Χίμαιρα γιατί σε αυτό το έργο ο ρόλος της γυναίκας είναι διαφορετικός σε σχέση με τα άλλα δύο της ‘ίδιας σειράς’. Εδώ η γυναίκα δεν παίζει ρόλο συμπληρωματικό, η προσωπικότητα της δεν προσαρμόζεται στην ανάγκη του κεντρικού ήρωα όπως συμβαίνει στον Συνταγματάρχη Λιάπκιν και τον Γιούγκερμαν.

Η Μαρίνα είναι το κυρίαρχο πρόσωπο που γεμίζει τη σκηνή και οι δύο άλλοι κεντρικοί ήρωες, Γιάννης και Μηνάς, είναι που τη συμπληρώνουν. Η Μαρίνα είναι μια γυναίκα δυναμική και ταυτόχρονα ευάλωτη απέναντι στον έρωτα, που δε διστάζει να εγκαταλείψει τον άντρα που δεν την καλύπτει σαρκικά αλλά και να ακολουθήσει χωρίς δεύτερη σκέψη εκείνον που της ξυπνά ερωτικά ένστικτα. Είναι η ίδια γυναίκα που, ακολουθώντας τη μοίρα της, αφήνεται στον έρωτα που τελικά την καταστρέφει και την οδηγεί στον θάνατο. Ο Καραγάτσης προσεγγίζει με μαεστρία τη γυναικεία ψυχοσύνθεση σε τέτοιο βαθμό που κάθε αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί με τη Μαρίνα.

Ο έρωτας και ο θάνατος είναι αναπόσπαστο κομμάτι του έργου του Μ. Καραγάτση. Ήρωες και ηρωίδες γεύονται πάθη και ηδονές, χωρίς την ικανότητα αντίστασης, και βιώνουν τις καταστροφικές συνέπειες. Και παρόλο που είχε κατηγορηθεί στην εποχή του για τον τρόπο που χειρίζεται τον έρωτα στα μυθιστορήματα του εστιάζοντας μόνο στα σαρκικό μέρος, η προσέγγιση του δεν είναι μόνο σαρκική αλλά παράλληλα ψυχολογική και συναισθηματική. Με μια λέξη, ολοκληρωμένη.

http://literature.gr, 25.2.2014

Το στοιχειωμένο από τον Καραγάτση «κοκκινόσπιτο» της Σύρου

Η «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση, που διαδραματίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη Σύρο, είχε χαρακτηριστεί στο παρελθόν ως άσεμνη και ο δημιουργός του ως εισηγητής του ωμού σεξουαλισμού στην ελληνική λογοτεχνία.

Η άποψη αυτή έχει αρχίσει να εγκαταλείπεται τα τελευταία χρόνια. Γιατί, κι αν ακόμα ο συγγραφέας θεωρηθεί σεξουαλικά ελευθέριος, ποιος είναι εκείνος που θέτει όρια στη λογοτεχνία; Εξάλλου πόσο σεξουαλικά ελευθέριος ήταν ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής στον «Οιδίποδα Τύραννο». Πόσο θα σόκαρε το κοινό του 5ου π.Χ. αιώνα η έστω εν αγνοία του σχέση του Οιδίποδα με τη μητέρα του, την Ιοκάστη;

Όλα τα στοιχεία που παραθέτει τόσο απλόχερα ο Καραγάτσης για τη μεταπολεμική Σύρο είναι ταυτισμένα με τις πηγές της εποχής. Το γεγονός αυτό θέτει σε νέα τροχιά την έρευνα γύρω από τις συνθήκες συγγραφής του έργου. Θέτει, δηλαδή, το ζήτημα της επίσκεψης ή της διαμονής του Καραγάτση στη Σύρο. Πώς αλλιώς, όμως, εξηγείται η αναφορά στη «Λέσχη Ελλάς», στη μικρότερη λέσχη που λειτουργούσε τότε στο Επισκοπείο, στον εξέχοντα ρόλο των προσφύγων, στο εμπόριο που αποτελούσε πραγματική ανάσα ζωής για τον τόπο, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό; Πώς αλλιώς εξηγείται η «ηρεμία» με την οποία σκιαγραφεί το νησί; Και προφανώς είναι σε θέση να διαχωρίσει τον Άγιο Νικόλαο τον «Πλούσιο» στην Ερμούπολη από τον Άγιο Νικόλαο τον «Φτωχό» στην Άνω Σύρο.

Ομοίως πώς αλλιώς εξηγείται η ακρίβεια γύρω από την «ιδιαιτερότητα» του Επισκο-πείου; Μας πληροφορεί ότι παρέχει διπλή θέα στους κατοίκους του, οι οποίοι μπορούν να θαυμάσουν από τη μία τη θάλασσα και από την άλλη το βουνό.

 

Μύθοι και παραδόσεις του νησιού

Το σπίτι των Ρεΐζηδων στο Επισκοπείο, στο συριανό «Κολωνάκι», προκύπτει από την περιγραφή ότι ήταν ένα διώροφο αρχοντικό, που προέδιδε την οικονομική επιφάνεια της εφοπλιστικής οικογένειας (βλ. Μεγάλη Χίμαιρα, σ. 61,62). Το απόσπασμα αυτό ενέπνευσε τον Μάνο Ελευθερίου, ο οποίος συμπεριέλαβε στην πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός» (1962) ένα σχετικό ποίημα.

Το κόκκινο σπίτι, το στοιχειωμένο, καταραμένο, αιματοβαμμένο και αμαρτωλό σπίτι της διήγησης σώζεται ως τις μέρες μας, ερειπωμένο μεν, διατηρώντας όλο του το μεγαλείο δε. Επειδή η ονομασία «κοκκινόσπιτο» δεν υπάρχει πουθενά στο μυθιστό-ρημα, λέγεται ότι δόθηκε από τους Συριανούς για να δηλώσουν το γεγονός ότι βάφτηκε κόκκινο από το αίμα των Ρεΐζηδων. Ζωσμένο με θρύλους, μύθους και παραδόσεις, το αντιμετωπίζουμε ως άντρο δαιμόνιων πνευμάτων. Παλιότερα υπήρχε η εντύπωση ότι ακούγονταν τα βράδια οι λυγμοί της Ρεΐζη, οι φωνές της Μαρίνας, τα γέλια του μικρού κοριτσιού. Οι πιο προληπτικοί πιστεύουν ότι το σπίτι εξακολουθεί να έχει κακή ενέρ-γεια, υποστηρίζοντας ότι όποιος τάραξε την ησυχία του ή τόλμησε να μετακινήσει έπιπλα και μικρότερα αντικείμενά του, βρήκε τραγικό θάνατο ή θάνατο κάτω από ανεξιχνίαστες συνθήκες. Οι πιο ρεαλιστές υποστηρίζουν ότι όλα αυτά ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας και εξυπηρετούσαν συγκεκριμένες σκοπιμότητες. Κάτοικος του Επισκοπείου θυμάται ότι ο χώρος ήταν τόπος συνάντησης χαρτοπαιχτών και παράνο-μων ζευγαριών και ότι ένας κύριος με ελαφρά νοητική στέρηση -πρέπει όμως να είχε πολύ χιούμορ- διασκεδάζοντας με τον φόβο των κατοίκων, τοποθετούσε στο κεφάλι του τα βράδια μια μεγάλη κολοκύθα και παίζοντας με το φως από τα κεριά, που κρα-τούσε και τη σκιά, τρομοκρατούσε τους περαστικούς.

Τα δε σενάρια περί ανυπαρξίας νομίμων κληρονόμων ή περί κωλύματος πωλήσεως του σπιτιού, διατηρούν αναλλοίωτο τον θρύλο. Κατά τη γνώμη μου το σπίτι δεν είναι -προς Θεού- στοιχειωμένο, εξάλλου η περιοχή έχει πυκνοκατοικηθεί τα τελευταία χρόνια ενώ οι ίδιες υπερφυσικές κι έως ενός σημείου μακάβριες ιδιότητες απεδίδοντο και στο χείμαρρο της Λαλακιάς πριν από τη διάνοιξη του δρόμου. Την πληροφορία την οφείλω στον κύριο Μάνο Ελευθερίου, τον οποίο θερμά ευχαριστώ. Αλλά από την άλλη πλευρά γιατί θα πρέπει να καταρρίπτουμε τους θρύλους, τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις; Δεν αποτελούν και αυτοί μέρος της ιστορίας του τόπου μας ή έως ενός σημείου δεν αντανακλούν τις αντιλήψεις και τη νοοτροπία της εποχής που τους γέννησε;

 

Μια αμαρτωλή οικογένεια

Δεδομένης της υπάρξεως του σπιτιού, όμως, τίθεται το ερώτημα, μήπως η ιστορία που πραγματεύεται ο Καραγάτσης είναι πραγματική; Η θεωρία αυτή φαίνεται να ευσταθεί. Δεν μπορώ να φανταστώ δηλαδή ότι οι Συριανοί μετά την έκδοση του μυθιστορήματος «εφηύραν» το «κοκκινόσπιτο», ότι υπέδειξαν ένα οποιοδήποτε σπίτι στο Επισκοπείο ως τόπο κατοικίας των Ρεΐζηδων. Πιο πιθανό είναι να στήριξε ο Καραγάτσης το μυθιστόρημά του σε μια διαδεδομένη συριανή προφορική παράδοση, που σίγουρα εντυπώνεται στον ακροατή.

Όπως πληροφορήθηκα, είναι «κοινό μυστικό» στο Επισκοπείο ότι η ιστορία της «Χίμαιρας» είναι αληθινή και ότι υπάρχουν μέχρι σήμερα στο νησί οι απόγονοι της «αμαρτωλής» αυτής οικογένειας, απόγονοι που προήλθαν κατά πάσα πιθανότητα από δεύτερο γάμο του Γιάννη, του μοναδικού που επέζησε της καταστροφής. Όταν η οικογένεια βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, κατέφυγε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε ύστερα από αρκετά χρόνια ξανά στο νησί, με άλλο όνομα προκειμένου να αποτάξει από πάνω της τη «ρετσινιά». Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ουδέποτε διεκδικήθηκε η τεράστια ακίνητη περιουσία. Το όνομα της οικογένειας ειλικρινά δεν με απασχόλησε ποτέ. Εμένα με ενδιέφερε περισσότερο ένα άλλο σημείο: δεν είναι κρίμα για το νησί μας να μένουν ανεκμετάλλευτοι και να περνούν απαρατήρητοι τέτοιοι χώροι;

εφημ. Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

 

*του Εμμανουήλ Τελώνη, ιστορικού (Για περισσότερα στο βιβλίο του ίδιου «Στοιχεία για την κοινωνική ζωή της Σύρου στη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση. Τα θρυλούμενα για το κοκκινό-σπιτο», εκδ. Δήμου Άνω Σύρου).

 

Κατηγορία Φιλαναγνωσία

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων