Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (Απόσπασμα από το βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ)

… Οι άνθρωποι, που κάθουνταν στα ευλογημένα εκείνα μέρη της Γαλιλαίας, ήταν χωρικοί απλοί, γενναίοι και φιλόπονοι… ήταν ευγενικοί, φιλόξενοι, ήρεμοι, χαρούμενοι. Τέχνη και γράμματα δεν ήξευραν, μα … η ψυχή τους μονάχη της ανυψώνουνταν σε ποιητική λατρεία του Θεού, που είχε χαρίσει στην πατρίδα τους τα καλά του Παραδείσου. Κι έτσι, όταν ανάμεσά τους σηκώθηκε ένας ξεχωριστός απ’ όλους τους άλλους, και τους μίλησε για την καλοσύνη του Θεού, που όλα τα καταλαβαίνει και όλα τα συγχωρεί, και που και τους αμαρτωλούς ακόμα αγαπά σαν δυστυχισμένα του παιδιά, οι αγαθοί Γαλιλαίοι μαζεύτηκαν γύρω του και τον πίστεψαν και τον αγάπησαν και τον λάτρεψαν.

FULLADIO.indd

Από μακριά σαν τον έβλεπαν, τα παιδάκια έτρεχαν και πιάνουνταν στα χέρια του και στα ρούχα του. Οι μανάδες τού χαμογελούσαν και του πρόσφεραν τα μικρά τους, για να βάλει απάνω τους τα χέρια του και να τα ευλογήσει. Και όταν κανένας τ’ απομάκρυνε για να μην τον σκοτίζουν, πάλι τα καλούσε εκείνος κοντά του, και τα εδέχουνταν με το μειλίχιο χαμόγελο του, κι έλεγε: «Αφήσετε τα παιδάκια να έρχονται κοντά μου, γιατί σ’ όσους είναι σαν αυτά», αγνοί και αθώοι, «ανήκει η βασιλεία των Ουρανών»…

Τον έλεγαν Ιησού και ήταν μαραγκός…  Γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας και είχε μητέρα την Παρθένα Μαρία. Ήταν λεύτερη ακόμα, αρραβωνιασμένη με ένα φτωχό μαραγκό στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, τον Ιωσήφ, όταν μια μέρα που προσεύχουνταν στο ναό, ο άγγελος Γαβριήλ παρουσιάστηκε μπροστά της και της είπε, πως ο Κύριος διάλεξε αυτήν, την Παρθένα, την πιο όμορφη και την αγνότερη ανάμεσα σ’ όλα τα κορίτσια της Γαλιλαίας, για να γίνει μητέρα του Υιού του.

Τον καιρό εκείνο…· την Παλαιστίνη όλη, την κυβερνούσαν οι Ρωμαίοι. .. και βασιλέα της είχαν διορίσει τότε τον Ηρώδη το Μεγάλο, που ήταν εβραίικης καταγωγής. Ήταν ο Ηρώδης ικανός, αλλά σκληρόκαρδος, δεσπότης αιμοβόρος… Εκείνες τις μέρες ο Αυτοκράτορας Αύγουστος είχε βγάλει διαταγή να γίνει απογραφή όλων των κατοίκων, σε όλες τις χώρες του Ρωμαϊκού Κράτους. Κατά τη συνήθεια των Εβραίων, έπρεπε κάθε Ισραηλίτης να καταγραφεί στην πόλη από την οποία κατάγουνταν…

Ναζαρέτ Βηθλεέμ

Ο Ιωσήφ κατάγουνταν από την οικογένεια του Δαυίδ. Κι επειδή η πατρίδα του Δαυίδ και της οικογένειάς του ήταν η Βηθλεέμ, πήγε με την αρραβωνιαστική του ν’ απογραφεί στην ιδιαίτερή του πατρίδα. Μα τόσος κόσμος είχε μαζευθεί στη Βηθλεέμ για την απογραφή αυτή, ώστε πουθενά δε βρήκαν μέρος να μείνουν. Αναγκάστηκαν λοιπόν να πάγουν να περάσουν τη νύχτα μέσα σ’ ένα στάβλο.

Εκεί γεννήθηκε ο Ιησούς. Επειδή ούτε κρεβάτι βρίσκουνταν στο στάβλο ούτε καν στρώμα, η Μαρία φάσκιωσε το βρέφος της και το έβαλε σ’ ένα παχνί. Ήταν χειμωνιάτικη και κρύα η νύχτα. Έξω στον κάμπο, βοσκοί φύλαγαν τα πρόβατά τους και δεν έπεφταν να κοιμηθούν, μην έλθει ο λύκος και τους τα φάγει. Έξαφνα, φως μεγάλο έλαμψε, κι ένας άγγελος παρουσιάστηκε μπροστά τους. Οι ποιμένες τρόμαξαν πολύ. Μα ο άγγελος τους είπε:

Μη φοβάστε, γιατί σας φέρνω μια καλήν είδηση που σ’ όλο τον κόσμο θα δώσει χαρά. Σήμερα, στην πόλη του Δαυίδ, γεννήθηκε ο Σωτήρ, που είναι ο Χριστός ο Κύριος. Και το σημείο που θα σας οδηγήσει, θα είναι τούτο: θα βρείτε βρέφος φασκιωμένο και ξαπλωμένο σε παχνί.

Κι εκεί που μιλούσε ακόμα ο άγγελος, έξαφνα άνοιξαν τα ουράνια, και στρατός αγγέλων ενώθηκε μαζί του και δοξολογούσε κι έλεγε: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία», που σημαίνει: «Δόξα στο Θεό, που βρίσκεται στα επουράνια· με τη γέννησή του ήλθε στη γη σωτηρία και στους ανθρώπους φανερώθηκε όλη η καλή διάθεση και η αγάπη που, έχει ο Θεός γι’ αυτούς.»  Χάθηκαν οι άγγελοι, και σηκώθηκαν τότε οι βοσκοί και πήγαν στη Βηθλεέμ… με συγκίνηση γονάτισαν εμπρός στο παχνί και προσκύνησαν. Εκείνες τις μέρες έφθασαν στην Ιερουσαλήμ μάγοι, σοφοί και αστρολόγοι από την Ανατολή κι έλεγαν:

— Πού είναι ο νεογέννητος βασιλέας των Ιουδαίων; Γιατί είδαμε το άστρο του στην ανατολή και ήλθαμε να τον προσκυνήσομε. Τ’ άκουσε ο Ηρώδης και ταράχθηκε πολύ, και μαζί του όλη η Ιερουσαλήμ. Εκάλεσε όλους τους αρχιερείς και γραμματείς, που ερμήνευαν τη Γραφή και το Νόμο, και τους ρώτησε πού επρόκειτο κατά τις προφητείες να γεννηθεί ο Χριστός, ο Μεσσίας τους, που απ αυτόν περίμεναν τη σωτηρία του Ισραήλ. Του αποκρίθηκαν:

— Στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Γιατί η Γραφή λέγει: «Από σένα, Βηθλεέμ, θα βγει ο αρχηγός που θα ποιμάνει το λαό μου τον Ισραήλ.»  Η απάντηση αυτή τρόμαξε τον Ηρώδη ακόμα περισσότερο, γιατί νόμισε πως έτσι παρουσιάζουνταν δεύτερος βασιλέας. Κάλεσε κρυφά τους μάγους, και, αφού έμαθε απ’ αυτούς πότε ακριβώς φάνηκε το άστρο, τους έστειλε στη Βηθλεέμ με την παραγγελία να βρουν το παιδί, και να έλθουν να του το πουν για να πάγει τάχα κι εκείνος να προσκυνήσει. Έκαναν οι μάγοι όπως τους είπε ο Ηρώδης, και ξεκίνησαν για τη Βηθλεέμ… Φθάνοντας στο σπίτι, είδαν το παιδί με τη Μαρία, τη μητέρα του, κι έπεσαν χάμω και το προσκύνησαν. Κι άνοιξαν τους θησαυρούς τους, και του πρόσφεραν δώρα, χρυσό και λίβανο και σμύρνα. Και όταν ήλθε η ώρα να φύγουν, παρουσιάστηκε στ’ όνειρο τους ο Θεός, και τους διέταξε να μην ξαναγυρίσουν στον Ηρώδη· κι έτσι πήραν άλλο δρόμο κι επέστρεψαν στον τόπο τους. Μόλις έφυγαν οι Μάγοι, ένας άγγελος Κυρίου φανερώθηκε στ’ όνειρο του Ιωσήφ, και του είπε:

Σήκω, πάρε το παιδί και τη μητέρα του, φύγε στην Αίγυπτο, και μείνε κει ώσπου, να σου δώσω άλλη διαταγή, γιατί έχει σκοπό ο Ηρώδης να ζητήσει το παιδί και να το σκοτώσει. Σηκώθηκε αμέσως ο Ιωσήφ, πήρε το παιδί και τη μητέρα, και νύχτα έφυγε στην Αίγυπτο, όπου έμεινε ώσπου πέθανε ο Ηρώδης. Ο Ηρώδης, όταν είδε πως τον γέλασαν οι Μάγοι, θύμωσε πολύ, και, για να μην τύχει και αληθέψουν όσα του είπαν και γίνει άλλος βασιλέας των Ιουδαίων, έδωσε διαταγή να σφάξουν όλα τα αγοράκια από δύο χρονών και κάτω, που βρίσκουνταν στη Βηθλεέμ και στα περίχωρα. Μεγάλος σπαραγμός έγινε σ’ όλη την Ιουδαία, με την άγρια διαταγή του σκληρόκαρδου Ηρώδη. Όλες οι μάνες έκλαψαν και αναθεμάτισαν τον τύραννο, που έχυσε τόσο αθώο αίμα. Πνιγμένος στο αίμα τελείωνε τη ζωή του ο Ηρώδης ο Μεγάλος. Άρρωστος από μια φοβερή αρρώστια, όπου σάπιζε ζωντανός…  Πέθανε μισητός σε όλους, και ο θάνατος του έγινε χαρά για όλο του το βασίλειο…