
Ιστορίες για δειλούς και θαρραλέους
Υπόθεση
Ο Γιάννης σώζει τον φίλο του Ορέστη από τη συμμορία των «Αχώνευτων», που τον έχει στριμώξει σε μια γωνιά και τον κοροϊδεύει. Τον αποκαλούν «κοτούλα» επειδή του αρέσει το διάβασμα και τα γέλια-κακαρίσματά τους ακούγονται σε όλη τη γειτονιά. Το ίδιο βράδυ, ο παππούς και η γιαγιά συμβουλεύουν τον Γιάννη να μη δίνει σημασία σε λόγια του αέρα. Όμως εκείνος είναι αποφασισμένος να δώσει στη συμμορία ένα μάθημα. Πείθει τον παππού του να φέρει μερικές κότες από το χωριό και καταστρώνει ένα πονηρό σχέδιο… Λίγες μέρες αργότερα, ένα προκλητικό μήνυμα αρκεί για να μαζευτούν οι νταήδες στην μπλε αποθήκη πίσω από το σχολείο… και η επίθεση αρχίζει! Θα βάλουν άραγε οι Αχώνευτοι μυαλό;
Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ψυχογιός
Συγγραφέας: Χρυσάνθη Τσιαμπαλή – Κελεπούρη
Εικονογράφηση: Νίκη Λεωνίδου
Σελίδες: 48
Παρουσίαση από το ιστολόγιο της συγγραφέως εδώ
Ευχαριστούμε τη συγγραφέα για την προσφορά ενός αντιτύπου στη βιβλιοθήκη του σχολείου μας!
Κριτική
Πολύ χαριτωμένη διδακτική περιπέτεια με θέμα τον σχολικό εκφοβισμό. Η εύληπτη γραφή και η σαφήνεια των μηνυμάτων επιτρέπουν στα παιδιά των μεσαίων τάξεων να απολαύσουν μια ιστορία για ένα θέμα που τους αφορά άμεσα. Η πλοκή κρατάει το ενδιαφέρον ζωντανό ως το τέλος και το γεγονός ότι το κείμενο δεν ξεπερνά τις 2000 λέξεις, επιτρέπει ακόμα και στους άπειρους αναγνώστες να το ολοκληρώσουν ξεκούραστα. Η ιστορία χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη, που διηγούνται το ίδιο περιστατικό από διαφορετικές οπτικές, παραδίδοντας ένα εξαίσιο μάθημα ενσυναίσθησης. Η πολύχρωμη εικονογράφηση επικεντρώνεται στις μορφές και λειτουργεί πολύ βοηθητικά, ενώ σε κάποια σημεία “παίζει” και με το κείμενο. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου μάς περιμένουν χρήσιμες πληροφορίες και συμβουλές γύρω από το ζήτημα της σχολικής επιθετικότητας, από την ψυχολόγο Γιούλη Μιγγείρου. Το βιβλίο προτείνεται περισσότερο σε παιδιά των μεσαίων τάξεων του Δημοτικού, με τα αγόρια να έχουν περισσότερες πιθανότητες ταύτισης με τους πρωταγωνιστές Γιάννη και Ντίνο.
Αξίες – Θέματα
Εκφοβισμός (bullying), Φιλία, Οικογένεια, Βία, Φιλαναγνωσία
Σκηνές που ξεχωρίσαμε
Όπου οι Αχώνευτοι μπαίνουν στον αχυρώνα και πέφτουν στην παγίδα του Γιάννη
Εικονογράφηση
Πολύχρωμη, με απλές γραμμές που παραπέμπουν σε παιδικό σχέδιο αλλά και ταυτόχρονα πλούσια, με ολοσέλιδες ζωγραφιές κάθε 3-4 σελίδες και παρουσία μικρότερων σκίτσων σχεδόν σε κάθε σελίδα κειμένου, ώστε να ξεκουράζονται τα μάτια και να γίνεται η ανάγνωση ευχάριστα.
Απόσπασμα
Βιβλία διαβάζουν τα κορίτσια! Τα αγόρια παίζουν ποδόσφαιρο, μπάσκετ και πόλεμο με ξύλα ή βάζουν κόντρες! Κατάλαβες, «κοτούλα»;
Οι Αχώνευτοι, μια ενοχλητική παρέα παιδιών, είχε και πάλι μεγάλα κέφια. Είχαν στριμώξει σε μια γωνία, στη γειτονιά κάτω από το σπίτι μου, τον Ορέστη, το συμμαθητή μου, ένα ήσυχο και καλόβουλο παιδί που του άρεσαν τα βιβλία και γι’ αυτό το κορόιδευαν. Εκείνος είχε σαστίσει. Τα μάτια του έκρυβαν θυμό και φόβο. Δε μιλούσε. Κουβέντα δεν έλεγε. Μονάχα τους άκουγε μαζεμένος σε μια γωνιά.
Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το αγαπημένο χόμπι των Αχώνευτων –παρατσούκλι που τους είχαν δώσει τα άλλα παιδιά του σχολείου, μια και με τη συμπεριφορά τους κανείς δεν τους χώνευε – ήταν να ενοχλούν τα άλλα παιδιά. Αν τύχαινε μάλιστα κάποιος να έχει μια φανερή διαφορά από τους υπόλοιπους, την είχε βάψει. Είχε φακίδες; Τον φώναζαν «φακή». Ίσια, ατίθασα μαλλιά; «Αχινό»! Κατσαρά; «Σφουγγαρίστρα». Φορούσε γυαλιά; «Γκαβάδι». Είχε πεταχτά αυτιά; «Αυτάρα». Ήταν αδύνατος; «Καλαμάκι». Χοντρός; «Κεφτέ». Κοντός; «Τάπα». Ψηλός; «Λελέκι»… Για όλους υπήρχε το κατάλληλο κοροϊδευτικό όνομα. Ακόμα και το προτέρημα κάποιου το μετέτρεπαν σε μειονέκτημα και τον κορόιδευαν για αυτό!
Τα σχόλιά τους όμως δεν είχαν να κάνουν μόνο με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά αλλά και με τις συνήθειες και με τις ιδιαιτερότητες του κάθε παιδιού, κι αυτό εμένα με έκανε να θυμώνω ακόμα περισσότερο… «Ακούς εκεί “κοτούλα” επειδή του αρέσουν τα βιβλία! Κι εμένα μου αρέσουν τα βιβλία», σκεφτόμουν, «είμαι δηλαδή κι εγώ κοτούλα; Και γιατί το διάβασμα να έχει να κάνει με αγόρια και κορίτσια, με δειλούς και θαρραλέους;» Ο παππούς μου, που τίποτα δε φοβάται, σας το λέω, συνέχεια βιβλία διαβάζει…
Κατέβηκα κάτω και στάθηκα πίσω τους.
– Βιβλία διαβάζουν όσοι ξέρουν να διαβάσουν! φώναξα με θυμό και αμέσως στενοχωρήθηκα που γινόμουν σαν και αυτούς, όχι, γινόμουν χειρότερος, γιατί κορόιδευα κι εγώ με τη σειρά μου το γεγονός πως ήταν κακοί μαθητές. Τότε όμως είδα τα φοβισμένα μάτια του Ορέστη στη γωνία να με παρακαλούν να τον σώσω, οπότε άφησα στην άκρη τις τύψεις μου.
– Κι εσένα ποιος σου μίλησε; πετάχτηκε ο Ντίνος, ο πιο αχώνευτος από τους Αχώνευτους.
– Ο Ορέστης είναι φίλος μου, μαζί διαλέγουμε τα βιβλία, μαζί διαβάζουμε, και αφού είπες αυτόν «κοτούλα» είναι σαν να είπες κι εμένα.
– Ε τότε ναι, αφού διαβάζετε μαζί, είσαι κι εσύ κοτούλα! Μήπως μένετε και στο ίδιο κοτέτσι; συνέχισε με ειρωνεία και έπιασαν όλοι την κοιλιά τους από τα γέλια.
– Και γιατί είμαστε κοτούλες;
– Γιατί τα αγόρια δε διαβάζουν βιβλιαράκια! Κάνουν αντρικά πράγματα! Οι δειλοί σαν τις κοτούλες διαβάζουν, φώναξε στο τέλος και άρχισε να κακαρίζει δυνατά γελώντας κοροϊδευτικά: Κα κα κα κα κα καααα!
Αμέσως τον ακολούθησαν και οι φίλοι του και γέμισε τόσα κακαρίσματα η γειτονιά που οι γείτονες βγήκαν στα μπαλκόνια να δουν τι συμβαίνει!
Έριξα στους Αχώνευτους ένα άγριο βλέμμα, τράβηξα τον Ορέστη από το μπράτσο και τον οδήγησα στην είσοδο της πολυκατοικίας μας. Όταν ανεβήκαμε επάνω, ο Ορέστης με κομμένη φωνή μού είπε δεκαπέντε ευχαριστώ.
– Με έσωσες, Γιάννη… δεν τους αντέχω. Και ίσως να έχουν δίκιο… ίσως να είμαι κοτούλα, γιατί πραγματικά τους φοβάμαι!
– Μην είσαι χαζός! Ποιον από αυτούς φοβάσαι; Μια παρέα κακομαθημένων παιδιών είναι που δεν έχουν τρόπους και που τους χρειάζεται ένα καλό μάθημα, είπα και η σκέψη μου αυτή μου άρεσε πολύ. Ένα μάθημα!
Το βράδυ ήρθαν στο σπίτι ο παππούς και η γιαγιά. Όταν έρχονται είμαι πάντα πολύ χαρούμενος, εκείνο το βράδυ όμως οι σκέψεις μου δε με άφηναν να είμαι όπως κάθε άλλη φορά. Το κατάλαβαν και με ρώτησαν τι έχω και αφού επέμειναν πολύ, τους είπα την ιστορία με τους Αχώνευτους.
– Και γι’ αυτό στενοχωριέσαι; απόρησε η γιαγιά και συνέχισε: Μην τους δίνεις σημασία, αγόρι μου! Εσύ να κάνει ό, τι σε ευχαριστεί! Άφησέ τους να λένε. Αέρας είναι τα λόγια και πετούν… αέρας είναι τα λόγια και χάνονται. Μη χαλάς την καρδιά σου για λόγια του αέρα, κατέληξε και με έσφιξε στην αγκαλιά της. Ύστερα έφυγε για το καθιστικό απ’ όπου τη φώναζε η μαμά.
Μείναμε μόνοι με τον παππού. «Η γιαγιά έχει δίκιο», σκεφτόμουν, «αέρας είναι τα λόγια και πετούν, μα γιατί πετούν συνεχώς γύρω από το κεφάλι μου και με κάνουν να τα σκέφτομαι; Γιατί με ενοχλούν όπως το χτύπημα στο γόνατο την προηγούμενη εβδομάδα;».