Είναι γεγονός ότι διαχρονικά η οικογένεια αποτελεί το πρωταρχικό κύτταρο στην οργάνωση της κοινωνικής ζωής, πρωταρχικό πλαίσιο διαμόρφωσης οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων αλλά και σχέσεων δύναμης και εξουσίας. Ως ρυθμιστής των κοινωνικών και των οικονομικών σχέσεων η οικογένεια συμβάλλει στην κοινωνική συνοχή μεταβιβάζοντας στα μέλη τις κοινωνικές αξίες της ευρύτερης κοινωνίας, διευθετώντας τις οικονομικές σχέσεις μέσω της κληρονομικής μεταβίβασης των υλικών αγαθών στα μέλη της ενώ ταυτόχρονα αποτελεί πηγή συναισθηματικής στήριξης των μελών της. Παρόλο που αποτελεί οικουμενικό θεσμό, η οικογένεια και οι καθορισμένες από αυτήν σχέσεις διαφοροποιούνται στο χώρο και το χρόνο, όπως αποδεικνύουν τόσο η ποικιλία των οικογενειακών δομών που εμφανίστηκαν στην ιστορία και τους διάφορους πολιτισμούς όσο και δημογραφικοί δείκτες που περιγράφουν τη σύσταση, το μέγεθος και τη δομή των οικογενειών. Ειδικότερα, η αλλαγή των συμπεριφορών που συνδέονται με τη γονιμότητα και τη γαμηλιότητα τις τελευταίες δεκαετίες οδήγησε σε περαιτέρω διαφοροποίηση του θεσμού της οικογένειας και στην εμφάνιση νέων μορφών της. Παρόλο που βασικές λειτουργίες της οικογένειας όπως η κοινωνικοποίηση των μελών, η κάλυψη βασικών βιοτικών και συναισθηματικών αναγκών, εξαρτώνται και από την ευρύτερη οργάνωση της κοινωνίας, η οικογένεια ως ζωντανός οργανισμός περνά όλα τα στάδια της ζωής και ποικίλες φάσεις ανάπτυξης κατά τις οποίες τόσο τα μέλη της οικογένειας όσο και η ίδια η οικογένεια ως σύνολο/σύστημα καλούνται να προσαρμοστούν, τροποποιώντας κανόνες και ρόλους, ώστε να ανταποκρίνονται τόσο στις ατομικές ανάγκες των μελών όσο και στις απαιτήσεις του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Υπό το πρίσμα αυτό και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το είδος των σχέσεων που διαμορφώνονται μέσα στο σύστημα της οικογένειας επηρεάζει τις σχέσεις που αναπτύσσονται σε κάθε άλλο κοινωνικό σύστημα στο οποίο εισέρχονται τα μέλη της, καθιστά την συμβουλευτική παρέμβαση, όχι μόνο χρήσιμη αλλά και αναγκαία.
Ετικέτα: ψυχική υγεία εφήβων
«Κάτω από τη μάσκα…»
Η φωτογραφία παρουσίαζε έφηβους μαθητές και έφηβες μαθήτριες στα κάγκελα του σχολείου τους. « Κάτω από τη μάσκα έχουμε φωνή» αναγραφόταν στο πανό της σχολικής κατάληψης. Σε μία περίοδο αναζήτησης της προσωπικής ταυτότητας και έντονης επαναστατικής διάθεσης η αντινομία είναι εμφανής: οι έφηβοι πειθαρχούν στη χρήση της μάσκας αλλά προβαίνουν σε μία μορφή συλλογικής αντιπαράθεσης και σύγκρουσης με το εκπαιδευτικό σύστημα.
Σύμφωνα με έρευνες η ψυχική υγεία των νέων επιβαρύνθηκε σημαντικά την περίοδο της πανδημίας. Φόβος, άγχος, εγκλεισμός, κατάθλιψη ήταν βασικά εφηβικά συναισθήματα που καταγράφηκαν. Ταυτόχρονα, αναπτυξιακές διαδικασίες όπως η ανεξαρτητοποίηση από τους γονείς, η κοινωνικοποίηση με συνομηλίκους παρεμποδίστηκαν και επαναπροσδιορίστηκαν. Η επιβεβλημένη χρήση της μάσκας αλλοίωσε την εφηβική αυτοεικόνα επηρεάζοντας την εφηβική αυτοαντίληψη, δημιουργώντας την αίσθηση μη ελέγχου του σώματος και επιτείνοντας τη σύγχυση.
Αλήθεια, πόσες ευκαιρίες είχαν οι έφηβοι και οι έφηβες να μιλήσουν για όλα αυτά; Μήπως τελικά το ζητούμενο και η προσδοκία των έφηβων καταληψιών είναι να ακουστεί η φωνή τους;