«

»

Ιαν 14 2022

ΕΝΟΤΗΤΑ 17 Ο άνθρωπος ζῷον πολιτικὸν (Αριστοτέλης, Πολιτικά, Α 1.10-11, 1253a7-18) Απαντήσεις στις Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Ενδεικτικές Δραστηριότητες

Α. Τι λέει το κείμενο;

  1. Με ποια ζώα συγκρίνει ο Αριστοτέλης τον άνθρωπο; Ποιο είναι το κοινό πεδίο το οποίο επιτρέπει αυτή τη σύγκριση;

Ο Αριστοτέλης συγκρίνει τον άνθρωπο προς τα αγελαία ή πολιτικά ζώα, όπως τα μυρμήγκια, τις μέλισσες, τις σφήκες και τον γερανό, τα οποία σχηματίζουν κοινωνίες. Αυτά είναι τα ζώα τα οποία δεν χρειάζεται να εξαναγκασθούν  σε συμβίωση και αναλαμβάνουν να διεκπεραιώνουν μια κοινή δραστηριότητα. Ο άνθρωπος όμως πλεονεκτεί ως προς την έναρθρη γλώσσα και ως προς την αίσθηση για το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το επίθετο πολιτικός στην φράση πολιτικόν ζώον θέλοντας να δηλώσει δύο πράγματα συγχρόνως: πρώτον ότι ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ζώο, όπως περίπου πολλά άλλα αγελαία ζώα, και δεύτερον ότι ο άνθρωπος είναι το κατεξοχήν κοινωνικό ζώο, διότι μπορεί να υπερβεί  την απλή πολιτικότητα = κοινωνικότητα που έχει κοινή με τα άλλα ζώα και να φτάσει στην πολιτικότητα της πόλεως που είναι πιο σύνθετη και πιο τέλεια κοινωνία, η τελειότερη μορφή συμβιωτικής κοινότητας. Και είναι  δυνατή η εν λόγω υπέρβαση, επειδή μόνο αυτός διαθέτει υψηλή νόηση και έναρθρο λόγο, δηλαδή γλώσσα και όχι απλώς φωνή.» (Παπαδής Δημ. Αριστοτέλης Πολιτικά τ. Α’ σελ. 99 ΤΟ ΒΗΜΑ)

  1. Άνθρωπος και ζώα, λόγος και φωνή: να αντιστοιχίσετε τα μέλη του πρώτου ζεύγους με αυτά του δεύτερου. Ποια μηνύματα μεταφέρει η απλή φωνή και ποια ο λόγος;

Στα ζώα αντιστοιχεί η απλή φωνή: ο ήχος ή οι ήχοι που βγαίνουν από το στόμα, οι άναρθροι ήχοι. Η ιδιότητα αυτή δείχνει ότι τα ζώα διαισθάνονται μόνο τι είναι λυπηρό – βλαβερό και ευχάριστο – ωφέλιμο.

«Στα ζώα γενικά η ψυχή είναι και ορεκτική ή αλλοιώς και αισθητική. Όπου υπάρχει αίσθηση, εκεί υπάρχει και όρεξη με την μορφή της επιθυμίας. Η αίσθηση ξεχωρίζει πάντα το ευχάριστο από το δυσάρεστο, ή το αναγκαίο από το επικίνδυνο και αμέσως τότε γεννιέται η επιθυμία για το ευχάριστο ή το αναγκαίο.» (Κ. Τσάτσος Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, σελ. 212 ΕΣΤΙΑ).

Από την άλλη ο άνθρωπος διαθέτει τον λόγο με τον οποίο κατανοεί και ταυτόχρονα μπορεί να εκφράσει τις έννοιες του καλού και του κακού, του δίκαιου και το άδικου, του  όσιου και του ανόσιου, του όμορφου και του άσχημου. (βλέπε σχόλιο βιβλίου σελ. 161)

«Ο θεωρητικός νους κατέχει τα πρωτεία στον άνθρωπο. Αυτός είναι ο κομιστής στον μύχιο εαυτό μας του θεϊκού στοιχείου και καθιστά τον άνθρωπο ἐπιστήμης δεκτικόν. Με αυτόν ο άνθρωπος συλλογίζεται δηλαδή  επιτρέπει μέσα από κάποιες προϋποθέσεις να δομήσει προτάσεις που είναι κρίσεις, τις οποίες συγκροτούν έννοιες. Ο άνθρωπος λοιπόν με τον νου του δομεί τις έννοιες.» (Σαρρής Ν. ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ Φιλοσοφία της κοινωνίας και της Πολιτείας ως τον Αριστοτέλη, σελ. 377-8 ΚΑΚΤΟΣ)

«Όπως όλοι μας ξέρουμε, τα ζώα δεν μιλούν. Οι λέξεις που χρησιμοποιούμε για να μιλήσουμε για την επικοινωνία στο ζωικό βασίλειο είναι χαρακτηριστικές: τα πρόβατα βελάζουν, τα σκυλιά γαβγίζουν, τα άλογα χλιμιντρίζουν κλπ. Ο άνθρωπος όμως μιλάει. Πού βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν τα ζώα και στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν οι άνθρωποι;
Το σκυλί γαβγίζει για να εκφράσει την απειλή που νιώθει, γιατί κάποιος ξένος (άνθρωπος ή ζώο) βρίσκεται μπροστά του ή για να εκφράσει τη χαρά του που βλέπει το αφεντικό του. Από τη σχέση μας με τα ζώα όλοι έχουμε προσέξει ότι αυτές οι συμπεριφορές ή αντιδράσεις τους γεννιούνται πάντα όταν κάτι στο περιβάλλον τους τις προκαλεί δηλαδή,, το σκυλί δεν θα γαβγίσει αν δεν αισθανθεί άμεσα την απειλή του ξένου που μπαίνει στον δικό του χώρο ή αν δεν αισθανθεί την παρουσία του αφεντικού (αν δεν το μυρίσει , αν δεν το ακούσει, αν δεν το δει).
Τέτοιες συμπεριφορές παρατηρούμε και στους ανθρώπους. Όταν λ.χ πονάμε πολύ, βογκούμε, ή μουγκρίζουμε από τον πόνο. Όταν τρομάζουμε, βγάζουμε μια κραυγή, πχ αχ! Όπως το σκυλί δεν γαβγίζει, αν δεν υπάρχει φανερή απειλή, έτσι κι εμείς δεν βογκάμε, δεν μουγκρίζουμε, δεν κραυγάζουμε, αν δεν πονάμε ή αν δεν φοβόμαστε κάτι που μας απειλεί άμεσα. Κάτι δηλαδή στο περιβάλλον τους που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή, ένα ερέθισμα, κάνει και τον άνθρωπο και τα ζώα να βγάζουν αυτούς τους ήχους. Οι ήχου αυτοί που βγάζουν και οι άνθρωποι και τα ζώα σε τέτοιες περιπτώσεις είναι οι άμεσες αντιδράσεις τους σε αυτά τα ερεθίσματα. Με άλλα λόγια, με το γάβγισμά του ο σκύλος, με το βέλασμα του το πρόβατο, με το χλιμίντρισμά του το άλογο, με το βογκητό και το μούγκρισμά του ο άνθρωπος, αντιδρούν άμεσα σε ερεθίσματα που προέρχονται από τον κόσμο στον οποίο ζουν.
Το γάβγισμά εκφράζει άμεσα το συναίσθημα του φόβου ή της χαράς που νιώθει το σκυλί. Το βογκητό στους ανθρώπους εκφράζει, και αυτό , άμεσα τον πόνο που νιώθουμε. Και εδώ ακριβώς μπορούμε να δούμε τη διαφορά με τη γλώσσα. Η λέξη πόνος διαφέρει από το μουγκρητό ή το βογκητό του πόνου, γιατί μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε και όταν δεν πονάμε. Πχ όταν λέμε Πονούσε η κοιλιά μου χτες όλη τη νύχτα, μιλάμε για ένα αίσθημα πόνου που δεν το έχουμε τη στιγμή που μιλάμε. Η λέξη πόνος, δηλαδή, σε αντίθεση με το βογκητό, δεν χρειάζεται το συναίσθημα του πόνου, για να χρησιμοποιηθεί.»
Α. Φ. Χρηστίδης «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας» Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. ΤΟ ΒΗΜΑ 

Β. Ας εμβαθύνουμε στο νόημα του κειμένου

  1. Να εντοπίσετε τις δύο αναφορές του Αριστοτέλη στη φύση. Πώς αντιμετωπίζει τη φύση ο φιλόσοφος;

«Οὐθὲν γάρ, ὡς φαμέν, μάτην ἡ φύσις ποιεῖ.»

«Σε αυτήν την περίπτωση η φύση πρέπει να νοηθεί όχι ως υπερβατική αρχή, αλλά ως συλλογικός όρος που περιλαμβάνει τις φύσεις όλων των φυσικών σωμάτων που συνεργάζονται αρμονικά.» (W. D. Ross Αριστοτέλης σελ. 104-5 ΜΙΕΤ)

«Ως γνωστόν ο Αριστοτέλης φτάνει έως την υποστασιοποίηση της φύσης, με εκφράσεις του τύπου «η φύση δεν κάνει τίποτα μάταιο», θέλοντας να τονίσει την κυριαρχία του τέλους, όπως στη φράση: «τι εμποδίζει τη φύση να ενεργεί όχι για κάποιο σκοπό ούτε προς το καλύτερο» («Περί φύσεως 198b16-17»), φράση που αποδίδει στη φύση ενεργητικό και σκόπιμο τρόπο δράσης. […] Τέτοιες φράσεις μαρτυρούν την εδραιωμένη πεποίθηση του Αριστοτέλη ότι υπάρχει μια ανεξάρτητη αντικειμενική πραγματικότητα με τους δικούς της «νόμους» και τη δική της «λογική». «Βασίλης Κάλφας «Αριστοτέλης Περί Φύσεως σελ. 57 Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ»

«μέχρι γὰρ τούτου ἡ φύσις αὐτῶν ἐλήλυθε»

«Η φύση είναι έμφυτη ορμή προς κίνηση. Η φύση ενός πράγματος ταυτίζεται με την μορφή του, όπως διατυπώνεται στον ορισμό του, δηλαδή με τον χαρακτήρα που αποκτά, όταν έχει πλήρως αναπτυχθεί. Ένα πράγμα είναι αυτό που είναι, έχει τη φύση του με τον πληρέστερο τρόπο, όταν υπάρχει ἐνεργεία, όταν φτάσει στην μορφή του, περισσότερο από ό,τι υπάρχει δυνάμει, δηλαδή, όταν υπάρχει γι’ αυτό η απλή ύλη.» (W. D. Ross Αριστοτέλης σελ. 102-3 ΜΙΕΤ).

«Ο Αριστοτέλης ορίζει τη φύση και το φυσικό πράγμα, ως κάτι το οποίο αποτελείται από ύλη και κλείνει μέσα του μια αρχή της κίνησης.» (Ingemar During Αριστοτέλης τ. β’ σελ. 373 ΜΙΕΤ)

  1. Η έννοια ζῷον χρησιμοποιείται στο απόσπασμα ως έννοια γένους. Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά που διακρίνει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα ζῷα;

«τοῦτο γὰρ πρὸς τὰ ἄλλα ζῷα τοῖς ἀνθρώποις ἴδιον, τὸ μόνον ἀγαθοῦ καὶ κακοῦ καὶ δικαίου καὶ ἀδίκου καὶ τῶν ἄλλων αἴσθησιν ἔχειν·»

Με τον λόγο ο άνθρωπος αποδεικνύει ότι κατανοεί συνθετότερες έννοιες που όλες οδηγούν και περιέχονται στην έννοια τις δικαιοσύνης. Αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τον οδηγεί να δηλώνει αυτή την έννοια στους συνανθρώπους του με τους οποίους συμβιώνει και ταυτόχρονα και ατομικά και συλλογικά να πράττει με γνώμονα τη δικαιοσύνη, δηλαδή να διαμορφώνει τις διαπροσωπικές, κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις του με βάση αυτήν την έννοια.

«Ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται το δίκαιο ως κάτι που συμφέρει και ωφελεί μόνο τον ίδιο ως άτομο, αλλά ανάγεται δια του λόγου και σε μια ευρύτερη έννοια του δικαίου, του δικαίου δηλαδή που ταυτίζεται με το κοινό αγαθό ή αλλιώς κοινό συμφέρον. Η υπέρβαση του ατομικού συμφέροντος συνιστά θεμελιώδη διαφορά του ανθρώπου από τα άλλα ζώα. Όταν μιλάει ο Αριστοτέλης για την αἴσθησιν (του λυπηρού και του ηδέος ή του δικαίου και του αδίκου) εννοεί λέει ο Zeller ένα είδος άμεσης γνώσης σε αντίθεση προς την επιστημονική γνώση.» (Παπαδής Δημ. Αριστοτέλης Πολιτικά τ. Α’ σελ. 478-9 σημ. 16 ΤΟ ΒΗΜΑ)

«Στο μέτρο όμως που ο άνθρωπος δεν επιδιώκει απλώς την επιβίωση αλλά το εὖ ζῆν, την ευτυχία, χαρακτηρίζεται από μια ιδιότητα που, από βιολογική άποψη, διακρίνει μόνο το ανθρώπινο είδος, τον λόγον. Ο λόγος (δηλαδή πριν απ’ όλα η γλώσσα) μπορεί […] να καταστήσει σαφές τι είναι επωφελές και τι επιζήμιο, τι δίκαιο και τι άδικο. Η γλώσσα παρέχει συνεπώς, ως μέσο επικοινωνίας την δυνατότητα να συμφωνήσουμε για το τι είναι επωφελές και να καταλήξουμε στη συνέχεια στο δίκαιο. Ο λόγος, όμως αυτός, δεν είναι πια ορμή, αλλά προϋποθέτει την ανθρώπινη ελευθερία και εμπεριέχει απλώς την δυνατότητα της καλής ή κακής χρήσης του. Το επίπεδο ενός πολιτεύματος καθορίζεται συνεπώς, ανάλογα με το τι μπορεί να διαμορφώσει μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων μέσω του λόγου, και από το κατά πόσον μπορεί να υπερνικήσει τις φυσικές ορμές της.» (Kullman W. Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη σελ. 97-98 ΜΙΕΤ)

  1. Διερεύνηση: Γιατί ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι η μετοχή του ανθρώπου στο αίσθημα του δικαίου και του αδίκου, του καλού και του κακού, και άλλων τέτοιων αντιστίξεων, οδηγεί στη σύσταση κοινωνιών;

Όπως τονίζεται και στον Πρωταγόρα (Ζεὐς… Ἑρμῆν πέμπει ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ δίκην, ἵν’ εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί….ὅταν δὲ εἰς συμβουλὴν πολιτικῆς ἀρετῆς ἴωσιν, ἣν δεῖ διὰ δικαιοσύνης πᾶσαν ἰέναι καὶ σωφροσύνης, εἰκότως ἅπαντος ἀνδρὸς ἀνέχονται, ὡς παντὶ προσῆκον ταύτης γε μετέχειν τῆς ἀρετῆς ἢ μὴ εἶναι πόλεις.), η δικαιοσύνη είναι ο συνεκτικός δεσμός μεταξύ των ανθρώπων καθώς εξισορροπεί τις διαφορετικές και πολλές φορές συγκρουόμενες τάσεις και συμφέροντα μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες. Όταν επικρατεί η δικαιοσύνη, από την οποία απορρέουν και οι έννοιες του καλού  και του όμορφου, οι άνθρωποι ζουν ήρεμα, ειρηνικά με σχετική πάντα σταθερότητα και ελπίδα ότι ο αγώνας τους ο καθημερινός θα αποφέρει καρπούς και για τους ίδιους και για το σύνολο. Ως εκ τούτου η αντίληψη του δικαίου και η διάκρισή του από το άδικο και η γλωσσική του έκφραση συντελεί στην σύσταση, οργάνωση και ακμή των κοινωνιών.

«Η επικοινωνία ως προς το δίκαιο και το άδικο (η σύλληψη και έκφραση ηθικών εννοιών) δημιουργεί την οικία και την πόλη. Ο λόγος δεν μπορεί να νοηθεί εκτός κοινωνίας και ο άνθρωπος μαθαίνει να χρησιμοποιεί τον ηθικό και γλωσσικό κώδικα της κοινότητας μέσα στην οποία ζει. Μπορούμε να πούμε πως η φωνή είναι αναγκαία για το ζῆν ενώ ο λόγος για το εὖ ζῆν.» (ΚΕΕ Αξιολόγηση τ. β’σελ.71)

«Στον λόγο ανάγεται ασφαλώς και η φυσική πολιτικότητα του ανθρώπου: ο άνθρωπος φύσει πολιτικόν ζώον με τη στενότερη και κυριολεκτική σημασία της φράσης, διότι η δημιουργία της πόλεως προϋποθέτει τη δυνατότητα συμμετοχής των πολιτών της στις αξίες του συμφέροντος, του αγαθού και του δικαίου. Την δυνατότητα όμως αυτή την διαθέτουν μόνον όσοι έχουν αίσθηση αυτών των αξιών και την αίσθηση αυτή την έχουν, όπως είναι προφανές, μόνο όσοι διαθέτουν λόγο, τη δύναμη της λογικής. Δεν αρκεί όμως για τη δημιουργία της πόλεως, και φυσικά και των άλλων συμβιωτικών κοινοτήτων των ανθρώπων, η ύπαρξη της αίσθησης αυτών των αξιών. Είναι απολύτως αναγκαία και η ύπαρξη της δυνατότητας επικοινωνίας των μελών της πόλεως, όσον αφορά τις εν λόγω αξίες, και της ενεργού συμμετοχικής συνεργασίας για την πραγμάτωση και ανάπτυξη αυτών των αξιών. Και αυτήν ακριβώς τη δυνατότητα την παρέχει η γλώσσα, ο έναρθρος λόγος, χαρακτηριστικό γνώρισμα των ανθρώπων. Και αυτή όμως η δυνατότητα και ικανότητα του ανθρώπου να εκφράζεται μέσα από τον έναρθρο λόγο οφείλεται στη λογικότητα του, στην οποία ανάγεται η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται τι είναι συμφέρον και βλαβερό, τι είναι αγαθό και κακό, τι είναι δίκαιο και άδικο. Και συνιστά αυτή η ικανότητα του, αυτή η πνευματική του δύναμη την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου: τοῦτο γὰρ πρὸς τὰ ἄλλα ζῷα τοῖς ἀνθρώποις ἴδιον, τὸ μόνον ἀγαθοῦ καὶ κακοῦ καὶ δικαίου καὶ ἀδίκου καὶ τῶν ἄλλων αἴσθησιν ἔχειν  . Δηλαδή αν ο άνθρωπος δεν είχε λογική ψυχή, δεν θα είχε αίσθηση του αγαθού και του δικαίου και των άλλων. Και αν δεν είχε αίσθηση αυτών, δεν θα είχε και τον έναρθρο λόγο τη γλώσσα, για να εκφράζει τις έννοιες και αξίες. Διότι η γλώσσα υπάρχει, για να μπορεί ο άνθρωπος να εκφράζει αυτές τις δυνατότητες και ικανότητές του. Η γλώσσα με άλλα λόγια προϋποθέτει την ύπαρξη της λογικής ψυχής, του ανθρώπινου λόγου.» (Παπαδής Δημ. Αριστοτέλης Πολιτικά τ. Α’ σελ. 119-120 ΤΟ ΒΗΜΑ)

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων