«

»

Μαρ 20 2020

Ποιος και πώς θα κυβερνήσει αυτόν τον τόπο;

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ*
ΠΟΛΙΤΙΚΗ 08.03.2020 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Η άφιξη του Οθωνα στο Ναύπλιο» (1835) του Peter von Hess, Νέα Πινακοθήκη του Μονάχου.

Τον Μάιο του 1824, τα «Ελληνικά Χρονικά», η θρυλική εφημερίδα του Μεσολογγίου δημοσιεύει ένα εκτεταμένο άρθρο πολιτικής θεωρίας, σε δύο συνέχειες. Στην εισαγωγή του άρθρου, ο ανώνυμος συντάκτης εκφράζει χαρά αλλά και απογοήτευση: «Οι κάτοικοι της Ελλάδος χαίρονται σήμερον το φιλελεύθερον πολίτευμα της πατρίδος των, το οποίον εγγυάται εις αυτούς την πολιτική ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν των». Ομως δεν αρκεί αυτό. Ο συντάκτης είναι απογοητευμένος γιατί η πλειοψηφία των Ελλήνων προτιμά μοναρχικό ή αριστοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης.

Οι γνήσιοι φιλελεύθεροι, διαπιστώνει, είναι ελάχιστοι – αν και είναι μάλλον, όπως τονίζει, οι καλύτεροι πατριώτες. Γι’ αυτούς τους λίγους, λοιπόν, η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει «δημοκρατική πολιτεία», δηλαδή αβασίλευτη. Να έχει ως πρότυπο την Ελβετία και ιδίως τις ΗΠΑ. «Η Αμερική έχει καλήτερον σύστημα διοικήσεως, και ζη ευτυχεστέρα, διότι διοικείται από νόμους, οι οποίοι γίνονται με την πλέον μεγαλητέραν απλότητα, και έμπροσθεν εις όλων των ανθρώπων τα όμματα, η Αμερική είναι ευδαιμονεστέρα από κάθε άλλο μέρος, όπου τα πάντα ενεργούνται κρυφίως και αριστοκρατικώς».

Το άρθρο αυτό είναι ένα από τα πολλά που δημοσιεύονται εκείνη την εποχή στον ελληνικό Τύπο και έχουν σκοπό να εξηγήσουν και να ερμηνεύσουν το Σύνταγμα του Αστρους, το οποίο έχει βελτιώσει νομοτεχνικά, αλλά και ουσιαστικά, εκείνο της Επιδαύρου. Αυτά τα άγνωστα ελληνικά «Federalist Papers» θα ανατυπωθούν για πρώτη φορά σχολιασμένα σε ειδική έκδοση που ετοιμάζει το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών [τα περίφημα Federalist Papers ήταν σειρά άρθρων που έγραψαν οι James Madison, Alexander Hamilton και John Jay και δημοσιεύθηκαν το 1787-8 σε αμερικανικές εφημερίδες για να προωθήσουν τη διαδικασία επικύρωσης του Αμερικανικού Συντάγματος].

Ο Μαυροκορδάτος

 

 

Δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο συγγραφέας του συγκεκριμένου κειμένου. Κατά πάσα πιθανότητα είναι ο εκδότης των «Ελληνικών Χρονικών», Ιάκωβος Μάγερ ή ο Αναστάσιος Πολυζωίδης. Οι δύο τους ήταν στενοί συνεργάτες και έμπιστοι του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου που θεωρούσε, αντίθετα μ’ αυτούς, ότι η διεθνής αναγνώριση του ελληνικού αγώνα και αργότερα ενός ελληνικού κράτους προϋποθέτει την ανάδειξη ενός ξένου μονάρχη στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα. Κάποια στιγμή θα επηρεαστεί από τους δύο συνεργάτες του και τις επιστολές που του στέλνει ο Αδαμάντιος Κοραής με παρόμοιο περιεχόμενο, και θα σκεφτεί σοβαρά μια στροφή προς τις ΗΠΑ – πολιτειακά αλλά και σε επίπεδο διεθνών σχέσεων. Εχοντας, όμως, αντίληψη των γεωπολιτικών εξελίξεων και ιδίως μετά το τετελεσμένο του αιτήματος προστασίας προς τη Μεγάλη Βρετανία (που ετοίμασε ερήμην του ο Διονύσιος Ρώμας) καταλαβαίνει ότι η μοναρχία και η σύνδεση με τη Μεγάλη Βρετανία αποτελούν μονόδρομο.

Σε όλη τη διάρκεια του αγώνα το πολιτειακό ζήτημα ετέθη πολλές φορές. Με σοβαρότητα, επιπολαιότητα αλλά και σκοπιμότητες. Αν εξαιρέσουμε τους λίγους θαυμαστές του αβασίλευτου αμερικανικού μοντέλου, οι πραγματιστές Ελληνες φιλελεύθεροι αρκούνταν σε μια συνταγματική μοναρχία. Ηλπιζαν, δηλαδή, ότι ο ξένος βασιλιάς που κάποια στιγμή θα τους επιβαλλόταν από τις μεγάλες δυνάμεις, θα τους «παραχωρούσε» Σύνταγμα. Οι ελπίδες τους φάνηκαν να εκπληρώνονται όταν οι δυνάμεις επέλεξαν το 1830 για βασιλιά τον Ελλήνων τον Γερμανό πρίγκιπα Λεοπόλδο. Ο Λεοπόλδος έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον, διεκδίκησε, σε συνεργασία με τον Καποδίστρια, μεγαλύτερα σύνορα και καλύτερους όρους δανεισμού για το νέο κράτος. Οι προϋποθέσεις που έθεσε δεν ικανοποιήθηκαν και τελικά παραιτήθηκε. Ισως γιατί την ίδια εποχή εμφανίστηκε η προοπτική ανάληψης του θρόνου ενός νέου κράτους, του Βελγίου. Ο Λεοπόλδος βασίλεψε εκεί από το 1831 έως το 1865.

Η επιλογή μονάρχη για την Ελλάδα από τις ξένες δυνάμεις της Ευρώπης έγινε αναπόφευκτη όταν η Επανάσταση κατάρρευσε στρατιωτικά μετά την απόβαση του Ιμπραήμ (1825), την άλωση του Μεσολογγίου (1826) και της Αθήνας (1827). Αμέσως μόλις έφτασαν τα νέα από το Μεσολόγγι, τον Απρίλιο του 1826, οι επαναστάτες ανέστειλαν, ουσιαστικά, το Σύνταγμα του Αστρους και ανέθεσαν τη διακυβέρνηση σε δύο επιτροπές οι οποίες κυβέρνησαν τα υπολείμματα της ελληνικής επικράτειας, για έναν περίπου χρόνο. Αλλά ενώ η κατάσταση χειροτέρευε ραγδαία, ετέθη ξανά το πολιτειακό ζήτημα. Οι επαναστάτες, υπεραισιόδοξοι, πριν καν από τη Συνθήκη του Λονδίνου (Ιούλιος 1827) και τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβριος 1827), αποφάσισαν να εκλέξουν τον Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη (δηλαδή Πρόεδρο της Δημοκρατίας) για επτά χρόνια! Η επταετής θητεία ήταν σαφέστατα προκλητική επιλογή καθώς μέχρι τότε τα πολιτειακά αξιώματα ήταν ενιαύσια. Επιπλέον, το Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827) που περιόριζε τις εξουσίες του κυβερνήτη, «υπερέβαινε όλα τα ευρωπαϊκά Συντάγματα της εποχής του ως προς την εφαρμογή των δημοκρατικών και φιλελεύθερων ιδεωδών», παρατηρεί ο Αντώνης Μανιτάκης. Στο περίφημο άρθρο 5 εμφανίζεται η θρυλική φράση του ελληνικού Συνταγματισμού: «Η Κυριαρχία ενυπάρχει εις το Εθνος· πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού, και υπάρχει υπέρ αυτού». Ο Νικόλαος Σαρίπολος διαπιστώνει ότι «η κυριαρχία του ελληνικού λαού εκηρύχθη συν τη ανεξαρτησία του έθνους, ως εν Αμερική».

Η επιλογή Καποδίστρια

Τι συνέβη τελικά, πώς κατέληξαν οι Ελληνες να υιοθετήσουν ένα Σύνταγμα που έμοιαζε τόσο, από πολλές απόψεις, με το αμερικανικό; Οπου ο λαός, ως συλλογικό υποκείμενο, ανάγεται σε αποκλειστική πηγή κυριαρχίας; Αυτό είναι ένα δύσκολο ερώτημα που δεν έχει εύκολη απάντηση. Προφανώς προσπάθησαν να δημιουργήσουν θεσμικά τετελεσμένα. Θα το ξανακάνουν το 1832 με το Ηγεμονικό Σύνταγμα, που θυμίζει ακόμα πιο πολύ το αμερικανικό. Η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια για επτά χρόνια σηματοδοτεί ίσως και μια απελπισμένη προσπάθεια να αυτοκυβερνηθούν. Η αποτυχία θα είναι πολλαπλή.

Οταν ο Καποδίστριας φτάσει στην Ελλάδα θα θέσει ως όρο για την ανάληψη της θέσης του την αναστολή της ισχύος του Συντάγματος. Θεωρούσε ότι είναι επικίνδυνο για έναν λαό ανώριμο θεσμικά και πολιτικά. Οι επαναστάτες θα τον εμπιστευτούν αλλά ο ικανός και ανιδιοτελής Κυβερνήτης δεν είναι δημοκρατικός, ούτε βέβαια φιλελεύθερος. Θεωρεί ότι προτεραιότητα έχει ο θεσμικός, οικονομικός και κοινωνικός εκσυγχρονισμός και προσπαθεί να αποφύγει τις δημοκρατικές διαδικασίες ή, όταν είναι αναπόφευκτες, επιχειρεί να τις χειραγωγήσει. Αυτό θα τον φέρει σε σύγκρουση όχι μόνο με το πολιτικό κεκτημένο της Επανάστασης, αλλά με εκείνη την ομάδα των φιλελεύθερων εκσυγχρονιστών, που θα μπορούσαν να είναι σύμμαχοί του. Τα λάθη του Καποδίστρια αλλά και των φιλελευθέρων σε αυτή τη φάση θα οδηγήσουν τα πράγματα στα άκρα. Μια σειρά γεγονότων το 1830 (παραίτηση Λεοπόλδου, για την οποία θεωρήθηκε, άδικα, υπεύθυνος ο Καποδίστριας, φιλελεύθερη επανάσταση στη Γαλλία) θα έχουν ως αποτέλεσμα την όξυνση του 1831. Ο Καποδίστριας γίνεται ακόμα πιο αυταρχικός, κάνει σειρά σοβαρών λαθών και οι φιλελεύθεροι τον αντιμετωπίζουν, πλέον, ως δικτάτορα. Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης θα είναι αυτός που θα συμβολίσει, με την εφημερίδα «Απόλλων», τον ακραίο αντικαποδιστριακό αγώνα.

Η τραγική κατάληξη θα οδηγήσει τη χώρα σε έναν νέο εμφύλιο πόλεμο, μια φοβερή περίοδο αναρχίας, στο απόλυτο χάος. Οταν θα φτάσει ο Οθων στο Ναύπλιο, τον Ιανουάριο του 1833, οι απελπισμένοι Ελληνες θα τον υποδεχθούν ως Μεσσία. Οπως γράφει ο Κώστας Κωστής, ήταν, δυστυχώς, απαραίτητος ένας «εξωτερικός μεσολαβητής».

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελευθέρων Μελετών (ΚΕΦίΜ). Η σειρά άρθρων με θέμα τα φιλελεύθερα, δημοκρατικά και νεωτερικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης του 1821 αποτελεί μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος του ΚΕΦίΜ με θέμα: «Ελλάδα 2021: Διακόσια χρόνια από τη Φιλελεύθερη Επανάσταση».

Έντυπη

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων