ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ελληνικότητα και ελληνόμετρο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 18.08.2019

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η συζήτηση περί «ελληνικότητας» έχει σημαδέψει τη γενιά μου. Μας την κληροδότησαν οι παλαιότεροι, και πριν από μερικές δεκαετίες αναβαπτίστηκε στις ιδεολογικές προδιαγραφές της εποχής. Υπάρχει μια «ελληνικότητα» που όχι μόνον διαφέρει, αλλά έρχεται σε αντίθεση με την «ευρωπαϊκότητα»; Για να υποστηριχθεί η ύπαρξή της επιστρατεύθηκαν η βυζαντινή παράδοση, ο ανατολικός χριστιανισμός, το δημοτικό τραγούδι, τα εργόχειρα και το κλαρίνο. Οι Ελληνες δεν ξέρουν από κλαρινέτο. Ξέρουν μόνον κλαρίνο. Ο Σκαλκώτας δεν ήταν παρά ένας καλός μιμητής τρόπων ξένων προς την ελληνική ψυχή. Κοινώς εκτός πεδίου ελληνικότητας.

Η υπόθεση έφτανε ώς την καταγγελία του Διαφωτισμού και του Κοραή και εν πολλοίς τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας που η θεωρία της «ελληνικότητας» τον θεωρούσε και αυτόν εισαγόμενο. Υποστήριζαν πως τη σχέση της σύγχρονης με την αρχαία Ελλάδα μας τη φόρεσαν οι Ευρωπαίοι λόγιοι, απόδειξη ότι εμείς αναπτύξαμε περισσότερο την προγονολατρία και λιγότερο τη σοβαρή μελέτη τους. Θυμάμαι τον Ν. Γ. Πεντζίκη, που είχε ξεκινήσει ως υπερρεαλιστής για να καταλήξει συναξαριστής, να μου λέει σε μια συνέντευξη για το Τρίτο Πρόγραμμα ότι πρέπει να αφήσουμε τα αρχαία ερείπια να καταρρεύσουν.

Πυρήνας της «ελληνικότητας» ήσαν «των Ελλήνων οι κοινότητες» που φτιάχνουν άλλο γαλαξία όπως λέει κι ο Σαββόπουλος. Κοινώς, ο περιούσιος και καθαγιασμένος «λαός». Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στον «Διάλογο για την ποίηση» που άνοιξε με τον Σεφέρη το διατυπώνει με λογιότερο τρόπο: «Στους παλαιότερους λογοτέχνες μας είναι εξαιρετικά έντονη, και κάποτε υπερβολικά αποκλειστική, η προσπάθεια να εκφράσουν αποκλειστικά την ελληνική ψυχή, τη γη της, και την ιστορία της… οι εκφραστικοί τους τρόποι πλάσθηκαν από τη μεγαλύτερη δυνατήν εκμετάλλευση του λαογραφικού μας θησαυρού». Ο διάλογος γίνεται στη δεκαετία του ’30, ο Τσάτσος αναφέρεται στους προηγούμενους, όμως η διατύπωση θα μπορούσε κάλλιστα να αντιμετωπιστεί ως μανιφέστο της λογοτεχνικής γενιάς του ’30.

Οντως, ώς τη δεκαετία του ’30, αλλά θα έλεγα και ώς τις δεκαετίες ’60 και ’70, ακόμη η ζωή του Ελληνα αγρότη, ή και νησιώτη, δεν διέφερε και πολύ από τη ζωή του στα χρόνια της τουρκοκρατίας, του Βυζαντίου, για να μη φτάσω ώς την ομηρική εποχή. Ο αγρότης που αλωνίζει πετώντας το στάρι στον αέρα για να το ξεχωρίσει ο άνεμος υπάρχει σε φωτογραφία του Αρη Κωνσταντινίδη, αν δεν κάνω λάθος, υπάρχει όμως και στην Ιλιάδα. Τι γίνεται, όμως, στη δεκαετία του ’80, όταν ξεσπάει η συζήτηση περί «ελληνικότητας»; Πολλώ μάλλον το 2019. Για να μην πω ότι η συσχέτιση λογοτεχνικής δημιουργίας με τον λαογραφικό θησαυρό είναι μια πρώτης τάξεως συνταγή για την παραγωγή αισθητικής μετριότητας όπως το απέδειξε η γενιά του ’30 όποτε ακολούθησε κατά γράμμα αυτή τη συνταγή.

Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό. Διότι μιλάμε πάντα για δημιουργία και όχι για πολιτική. Ο Τσαρούχης λάτρευε τους ιμπρεσιονιστές και τον Ρενουάρ. Μετέφρασε, όμως, την αισθητική τους γλώσσα σε ελληνική παλέτα. Το ίδιο ισχύει και για τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον κυβισμό, το ίδιο και για τον Εγγονόπουλο και τον υπερρεαλισμό. Ο Σεφέρης συνομιλούσε με τον Βαλερί και τον Ελιοτ και ο Ελύτης με τον Ρενέ Σαρ. Το λέει ο Σεφέρης στον διάλογό του με τον Τσάτσο: η ελληνικότητα έχει να κάνει με τη δημιουργική χειρονομία. Αν καταφέρεις να κάνεις μεγάλη ποίηση στα ελληνικά, ακόμη κι αν δεν ξέρεις ελληνικά, τότε δημιουργείς ελληνικότητα. Ως παράδειγμα ο Σεφέρης φέρνει τους τρεις μεγάλους οι οποίοι, πάντα κατά τον ίδιο, δεν ήξεραν ελληνικά: τον γενάρχη Σολωμό, τον εξόριστο Κάλβο και τον Καβάφη.

Θα μου πείτε τι νόημα έχει μια συζήτηση για την ελληνικότητα, εν έτει 2019, σε μια Ελλάδα που έχει ενταχθεί στη μεγάλη ευρωπαϊκή κοινωνία. Η αλήθεια είναι ότι όταν προ ημερών ξαναδιάβασα έπειτα από χρόνια τον «Διάλογο για την ποίηση» του Σεφέρη με τον Τσάτσο, η πρώτη μου αντίδραση ήταν ότι πρόκειται για μια συζήτηση περί όνου σκιάς, παρωχημένη, κατά συνέπεια αδιάφορη. Γεννήθηκαν δεύτερες σκέψεις, αυτές που ακολουθούν σαν τις «Λιτές» τις Ερινύες των σοβαρών κειμένων. Λιτές, θεότητες που λύτρωναν τους μετανοημένους από το κυνήγι των Ερινύων.

Εχει νόημα μια συζήτηση για την ελληνικότητα σήμερα. Θέμα πολύ σοβαρό για να το εμπιστευθούμε στους πολιτικούς ή στους πανεπιστημιακούς που φιλοδοξούν να κάνουν πολιτική καριέρα. Εχει νόημα, διότι θα μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε πως αν ακούγαμε τη φωνή των δημιουργών μας κι αν είχαμε το θάρρος να δούμε τα έργα τους, θα είχαμε απαλλαγεί από μεγάλο μέρος της ψυχασθένειας των πρώτων 200 ετών του νεοελληνικού κράτους.

Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την παιδεία μας. Θα είχαμε τουλάχιστον αντιληφθεί ότι η ελληνικότητα δεν έχει σχέση με το ελληνόμετρο των τσαρλατάνων. Και ότι είναι το βαθύτερο ρεύμα που μας συνδέει με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Αυτό τουλάχιστον μας λένε η λογοτεχνία και η τέχνη μας.

 

 

 

 

 

 

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η χαμένη τιμή της ελληνικότητας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 13.01.2019 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο​​ Αμος Οζ περνούσε ώρες συζητώντας με την κόρη του τη Βίβλο και το Ταλμούδ. Δεν ήταν θρησκευόμενος, ούτε η κόρη του, όμως ενδιαφέρονταν σ’ αυτά τα κείμενα να βρουν τα στοιχεία της εβραϊκότητας. Ξεκινώντας από τη γλώσσα, υποθέτω, και τη σημασία λέξεων που ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούν και παρακολουθώντας συμπεριφορές και χαρακτηριστικά που τους επιτρέπουν να αναγνωρίζουν την ένταξή τους στην κοινότητα στην οποία ανήκουν. Η εβραϊκότητα είναι το βασικό κύτταρο του σύγχρονου κράτους του Ισραήλ, όπως και η ελληνικότητα υπήρξε το βασικό κύτταρο της συγκρότησης του ελληνικού κράτους τον 19ο αιώνα. Κάπου εδώ σταματούν οι ομοιότητες και οι αναλογίες.

Το Ισραήλ οικοδομήθηκε από την «Εξοδο», συγκεντρώνοντας εβραϊκές κοινότητες από όλον τον κόσμο, που μετέφεραν στην Παλαιστίνη και τη δική τους παιδεία και τη δική τους καλλιέργεια. Είχε προηγηθεί η Σοά. Σημειώνω κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία. Ενώ η Σοά υπήρξε τερατογένεση του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αυτό δεν ώθησε τις ελίτ του νέου κράτους να στραφούν εναντίον της Δύσης. Το αντίθετο. Η συνείδηση της εβραϊκότητας δεν συγκροτήθηκε σε αντίθεση με τη Δύση, αλλά για να διεκδικήσει τη δικαίωση που της όφειλε ο δυτικός πολιτισμός. Μιλάω για τον Αμος Οζ και τόσους άλλους συγγραφείς. Δεν μιλάω για τους φανατικούς Ορθόδοξους Εβραίους που ο Αβραάμ Γεοσούα στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Η κομπάρσα» εμφανίζει ως απειλή για τη συνοχή της κοινωνίας του Ισραήλ.

Το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε από κοινότητες της Νοτίου Βαλκανικής που είχαν κοινή τη γλώσσα και τη θρησκεία. Τη σχέση του με την υπόλοιπη Ευρώπη την εργαλειοποίησε τρόπον τινά, ως μοχλό για την απελευθέρωσή του από τους Οθωμανούς, και για την επιβίωσή του. Οι ελίτ του, αν και κατέβαλαν έντιμες προσπάθειες για να την επεξεργαστούν, προσέκρουαν πάντα σε μια ψυχική αντίδραση την οποία κρατούσε ζωντανή η Ορθοδοξία.

Μην ξεχνάμε ότι όταν στη δεκαετία του ’80 δίπλα στην ελληνική υψώθηκε και η ευρωπαϊκή σημαία στα δημόσια κτίρια, οι συζητήσεις περί ελληνικότητας επικεντρώθηκαν όχι σε όσα μας συνδέουν με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, αλλά σε όσα μας απομακρύνουν απ’ αυτόν.

Από τους πιο σοβαρούς νεοορθοδόξους, όπως ο Χρήστος Γιανναράς, ώς τους πιο ευτράπελους που διασκεδάζουν πάντα των «Ελλήνων τις κοινότητες», μετέτρεψαν την ελληνικότητα σε ιδεολόγημα που απάλυνε τον πόνο της αδυναμίας μας να υπάρξουμε στον σύγχρονο κόσμο. Με την οικονομική κατάρρευση η ψυχική απομάκρυνση έγινε νευρική κρίση και τώρα, με την υποβάθμιση της Ελλάδας σε κρατίδιο με σημαία ευρωπαϊκής ευκαιρίας, μετατρέπεται σε αυτοάνοσο νόσημα.

Διερωτώμαι ειλικρινά ποιο θα ήταν το ελληνικό αντίστοιχο των συζητήσεων του Αμος Οζ με την κόρη του. Η κόρη μου έχει γίνει μητέρα και σκέφτομαι με ποιους τρόπους θα μπορούσα να συζητώ με τους δύο εγγονούς μου την «ελληνικότητα». Εννοώ πολύ απλά πράγματα. Γιατί να αγαπήσουν τη γλώσσα που μιλάνε, πώς θα βλέπουν τον Παρθενώνα με διαφορετικό τρόπο απ’ αυτόν που τον βλέπει ο καθ’ όλα αξιοσέβαστος Ιάπων, ποια είναι τα έργα που θα τους επιτρέψουν να μην αισθάνονται μειονεκτικά απέναντι στα έργα άλλων λαών, τι μπορεί να σημαίνει γι’ αυτούς που ζουν στον 21ο αιώνα ο Αχιλλέας ή η Αντιγόνη, και γιατί συγκινεί ακόμη η ακολουθία του Επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή; Κοινώς, ποια είναι τα συστατικά της ελληνικότητας και με ποιον τρόπο αυτή η ελληνικότητα μπορεί να κυκλοφορήσει στο ευρωπαϊκό τοπίο; Πρέπει να βρω τον τρόπο να τους εξηγήσω ότι την Ελλάδα αρχίζεις να την εκτιμάς μόνον όταν μπορείς να τη δεις από απόσταση.

Δεν έχουμε σημεία αναφοράς, όπως η Βίβλος ή το Ταλμούδ; Εχουμε και παραέχουμε, ζουν ανάμεσά μας, απλώς έχουμε χάσει την ικανότητα να τα βλέπουμε. Είτε γιατί πάσχουμε από πρεσβυωπία και δεν μπορούμε να δούμε ό,τι είναι κοντά μας, είτε γιατί μας χτύπησε ο καταρράκτης απ’ την πολλή ηλιοφάνεια και μας περιορίζει την ορατότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο ασθένειες είναι γεροντικές. Ναι, είμαστε μια γερασμένη κοινότητα. Και είμαστε γερασμένοι διότι βαρεθήκαμε τον εαυτό μας.

Να διδάσκουμε ελληνική παιδεία στα παιδιά μας, όχι για να τα κάνουμε να πιστέψουν σε ένα μεγαλείο εν πολλοίς παρωχημένο και σίγουρα άκυρο, αλλά για να τους δώσουμε τα σημεία αναφοράς που θα τους επιτρέψουν να εντοπίσουν την αξία της συνύπαρξής τους. Ομως, δεν διδάσκουμε γλώσσα, δεν διδάσκουμε Ιστορία, δεν ξέρουμε να διδάξουμε Σοφοκλή ή Θουκυδίδη. Είμαστε άξιοι της τύχης μας; Αν το πιστέψουμε αυτό χαθήκαμε.

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων