ΠΑΙΔΕΙΑ

Το επίμονο μέλλον της Παιδείας

Ηκαθοριστική σχέση διανοητικότητας και υλικότητας οφείλει να μη μας διαφεύγει όταν εγκύπτουμε στα της Παιδείας. Γιατί είναι ακριβώς η Παιδεία που διαμεσολαβεί στην προαναφερθείσα σχέση, ενώ η ίδια η διαχείριση της διακύμανσης του δείκτη των αξιών αναλαμβάνει την υποστασιοποίησή της. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η γενική εκπαίδευση είναι καθοριστική για τη δευτερογενή αξιακή στερέωση. Αναντίλεκτα, το μέλλον και η πρόοδος μιας χώρας είναι συναρτημένα με την Παιδεία της. Η οποιαδήποτε λοιπόν συζήτηση για το μέλλον της Παιδείας δεν μπορεί να αποσυσχετιστεί από το παραγωγικό μοντέλο μιας χώρας, τις μείζονες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις, αλλά και το διεθνές συγκείμενο.

Εκπαίδευση και αγορά εργασίας

Η δεκαετής κρίση και ύφεση έχουν αφήσει το ισχυρό τους αποτύπωμα και στην Παιδεία, όπως φυσικά και σε όλους τους τομείς της κοινωνίας και της οικονομίας. Μια ματιά στο Education & Training Monitor 2018 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μάς επιτρέπει να διαπιστώσουμε κάποια από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος σήμερα: η Ελλάδα έχει πολύ χαμηλό ποσοστό απασχόλησης των πρόσφατων αποφοίτων (employment rate of recent graduates). Ναι μεν το ποσοστό αυτό έχει βελτιωθεί από το 2014 και φαίνεται να ακολουθεί τη μείωση της νεανικής ανεργίας έκτοτε, ωστόσο είναι μόλις 52% έναντι 80,2% του ευρωπαϊκού ΜΟ. Η συμμετοχή στη Διά Βίου Μάθηση (ΔΒΜ), αν και έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, βρίσκεται μόλις στο 4,5%, ενώ ο ευρωπαϊκός ΜΟ είναι 10,9%. Ακόμα πιο ανησυχητικές είναι οι επιδόσεις των μαθητών στις βασικές ικανότητες με βάση το πρόγραμμα PISA του ΟΟΣΑ, όπου οι low achievers στα μαθηματικά ανέρχονται στο 35,8% του μαθητικού πληθυσμού των 15χρονων (ευρωπαϊκός ΜΟ 22,2%), στην αναγνωστική ικανότητα στο 27,3% (ευρωπαϊκός ΜΟ 19,7%) και στις θετικές επιστήμες στο 32,7% (ευρωπαϊκός ΜΟ 20,6%). Τα ιδιαίτερα ανησυχητικά αυτά ευρήματα για τρία βασικά πεδία της εκπαίδευσης και κατάρτισης αποτυπώνουν, μεταξύ άλλων, την προϊούσα αποσυνάρτηση του εκπαιδευτικού συστήματος από την αγορά εργασίας, την επίμονη υπο-εκπροσώπηση της ΔΒΜ στη μαθησιακή διαδικασία (πρόβλημα που υπήρχε και προ κρίσης), όσο και την υστέρηση της Ελλάδας στο πεδίο της μάθησης που εδράζεται στις ικανότητες (competence based learning).

Από τα προαναφερθέντα συμπεραίνουμε ότι, παρά τις όποιες προσπάθειες έχουν γίνει κατά καιρούς για τη μεταρρύθμιση και την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα και κατ’ επέκταση για τη σύνδεσή του με την απασχόληση, τα ελλείμματα σε λειτουργικό και θεσμικό επίπεδο παραμένουν. Και φυσικά ο διαρκής μετεωρισμός του μεταρρυθμιστικού εκκρεμούς στην εκπαίδευση (ίδιον της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής, ιστορικά) δεν συμβάλλει στην αντιμετώπισή τους.

Σχεδιασμός για το αύριο

Η συζήτηση για την Παιδεία – και ο σχεδιασμός γι’ αυτήν – οφείλει να είναι ολιστική και συνεκτική, εκκινώντας από την προσχολική αγωγή και φθάνοντας μέχρι την ανώτατη εκπαίδευση. Εκτιμούμε, δε, ότι συστατικά στοιχεία ενός τέτοιου σχεδιασμού οφείλουν να είναι (μεταξύ άλλων) τα κάτωθι:

l Η ανάπτυξη της Διά Βίου Μάθησης και κυρίως της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (VET) με συστηματική διάγνωση αναγκών σε δεξιότητες και ενδυνάμωση του στοχευμένου reskilling και συνακόλουθα η αντιμετώπιση της διαχρονικής απουσίας ενός αξιόπιστου και ισχυρού δικτύου τεχνικο-επαγγελματικής εκπαίδευσης.

l Η ολοκλήρωση της μετάβασης στη μάθηση που βασίζεται στις ικανότητες και η αποσυσχέτιση από την επικυριαρχία τού αμιγώς γνωσιοκεντρικού μοντέλου (στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση), που αναμένεται να συμβάλει στην αντιμετώπιση των σημαντικών και πάγιων προβλημάτων αναντιστοιχίας δεξιοτήτων (skills – mismatch).

l Η ανάπτυξη ενός εθνικού συστήματος πιστοποίησης εκροών μη-τυπικής και άτυπης μάθησης (συμπεριλαμβανομένης της πρότερης επαγγελματικής εμπειρίας) πλήρως αντιστοιχισμένου με το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων (EQF).

l Η ενίσχυση της ανάπτυξης οριζόντιων – εγκάρσιων και ειδικών δεξιοτήτων (capacity building) που σχετίζονται με την καινοτομία, τη δημιουργικότητα και την επιχειρηματικότητα σε όλο το φάσμα της μάθησης (συμπεριλαμβανομένης της γενικής εκπαίδευσης), κατά τα διεθνή πρότυπα.

ΑΕΙ και κοινωνική συνοχή

Ως προς την ανώτατη εκπαίδευση, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν μπορεί και δεν πρέπει να επικαθορίζεται από τις (μεταβαλλόμενες ταχύτατα, λόγω και των τεκτονικών μετασχηματισμών στην περίοδο της κρίσης) ανάγκες της αγοράς εργασίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει και να τις αγνοεί. Επίσης, να μην ξεχνάμε ότι δεν μας λείπουν ούτε τα καλά ΑΕΙ, ούτε οι καλοί επιστήμονες, όπως προκύπτει από τις διεθνείς κατατάξεις. Από την άλλη, οι προκλήσεις δεν είναι λίγες.

Πέρα από το αυτονόητο ζήτημα της υποχρηματοδότησης, αυτό που επείγει είναι να πάψει επιτέλους ο διαχρονικά ασφυκτικός εναγκαλισμός του κράτους και να εδραιωθεί ένα εμπράγματο αυτοδιοίκητο, που θα επιτρέψει στα ίδια τα ΑΕΙ να προχωρούν σε ουσιώδη στρατηγικό σχεδιασμό. Συγχρόνως η ενίσχυση του λειτουργικού πλέγματος των ΑΕΙ, με την απομείωση της γραφειοκρατίας ειδικά στην έρευνα (καθώς η κλιμακούμενη σώρευση διοικητικών βαρών στις ερευνητικές διαδικασίες καθίσταται πλέον εμφανές αντικίνητρο), η ενδυνάμωση του ρόλου τους στη Διά Βίου Μάθηση (ΔΒΜ) και συνακόλουθα της ανάπτυξης συνεργείων με τους κοινωνικούς εταίρους και τις τοπικές κοινωνίες, η θεσμική κατοχύρωση της ύπαρξης αγγλόφωνων προγραμμάτων σπουδών, όσο και η ενδυνάμωση της παροχής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (πάντα φυσικά με αυστηρές διαδικασίες ακαδημαϊκής πιστοποίησης), αποτελούν κάποια μόνο από τα βήματα που χρειάζεται να γίνουν άμεσα.

Μια συνολική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που θα προσπαθήσει να αποκριθεί (και) σε αυτές τις προκλήσεις μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη βελτίωση της σχέσης εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, αλλά και στην άμβλυνση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων και συνακόλουθα στην ίδια την κοινωνική συνοχή.

Ο κ. Οδυσσέας Ζώρας είναι καθηγητής Ιατρικής Σχολής, πρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Ο κ. Νίκος Παπαδάκης είναι καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης, αναπληρωτής  διευθυντής του Κέντρου Ερευνών και Μελετών του Πανεπιστημίου Κρήτης (ΚΕΜΕ-ΠΚ).

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 02.09.2019

Παναγιώτης Κιμουρτζής: Η εκπαίδευση τρίζει κάτω από τα πόδια μας

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΙΜΟΥΡΤΖΗΣ*

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η εθνική μας τελετουργία, εκτός των άλλων εορτών, περιλαμβάνει και μία ακόμη άτυπη, του Αυγούστου. Είναι η ημέρα που ανακοινώνονται τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Σύσσωμη σχεδόν η κοινωνία, ο πολιτικός και δημοσιογραφικός κόσμος παρακολουθούν, σχολιάζουν, αναλύουν. Την Τρίτη 27.08, λοιπόν, ήρθε εκ νέου αυτή η «εορταστική» ημέρα.

Πατάει κανείς με ενδιαφέρον τον ιστοσύνδεσμο που κατεβάζει το αρχείο με τις βάσεις εισαγωγής. Νομίζω ότι είναι μια ενέργεια την οποία θα πρέπει να κάνει κάθε ανήσυχος και διερευνητικός πολίτης. Πρόκειται για μια κοινωνικοεκπαιδευτική εικόνα της 18χρονης νεολαίας μας, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Οπως όλες οι «αναγνώσεις» εικόνων, έγκειται και αυτή στη ματιά του παρατηρητή της. Καλός είναι ο σχετικισμός, αλλά υπάρχουν και μερικά στοιχεία που προβάλλουν απαρασάλευτα. Και τότε η εορτή μετατρέπεται σε κατήφεια. Από την πλευρά μου, θα πρόσθετα και σε θυμό. Οι λόγοι, πολλοί. Εδώ θα αρκεστώ στον πιο σημαντικό.

Αριθμός υποψηφίων εφέτος: 103.963. Αριθμός εισακτέων: 80.696 θέσεις (περίπου 79.400 σε ΑΕΙ και 1.296 σε στρατιωτικές σχολές και σχολές Αστυνομίας και Πυροσβεστικής). Πρώτο συμπέρασμα: Ενας σημαντικός αριθμός τελειόφοιτων, οι 23.367, δεν μπορεί (ή και δεν θέλει, για λόγους που ποικίλλουν από την αδυναμία ή την αδιαφορία για σπουδές έως την επίλυση της επιθυμίας για σπουδές με οδούς του εξωτερικού και άλλους τρόπους) να ανταποκριθεί στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Επίσης, συμφώνως και με την ανακοίνωση του υπουργείου Παιδείας, το 25% των επιτυχόντων από τα Γενικά Λύκεια της χώρας έχουν συγκεντρώσει βαθμολογία κάτω από τα 10.000 μόρια. Ενας επιπλέον αριθμός επιτυχόντων, το 40% που είχε φοιτήσει σε Επαγγελματικά Λύκεια, επίσης συγκέντρωσε την ίδια ιδιαιτέρως χαμηλή βαθμολογία. Χάριν απλούστευσης, ας πούμε ότι, αθροιστικά, αυτός ο αριθμός είναι περίπου 25.000 νέοι φοιτητές. Παρότι κατόρθωσαν να εισαχθούν (ή μήπως κατόρθωσε το εξεταστικό σύστημα να τους εισάγει;), δύσκολα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε για τους φοιτητές αυτούς ότι επέτυχαν και στις εξετάσεις. Εφόσον εξετάσεις ορίσουμε μια διαδικασία ελέγχου των γνώσεων και όχι έναν συγκριτικό και πολυπαραγοντικό αριθμό.

Από εδώ απορρέει ένα βασικό ερώτημα: Και τι θα κάνουν όλα αυτά τα παιδιά κατά τη φοίτησή τους στο πανεπιστήμιο; Φυσικά, μερικά θα καλύψουν το χαμένο έδαφος. Πάντα υπάρχουν οι εξαιρετικές –το εννοώ δίσημα, ποιοτικά και ποσοτικά– περιπτώσεις. Η πλειονότητα, όμως, πότε θα καλύψει τα γνωστικά κενά, ακόμη και στα βασικότερα ζητήματα, της έκφρασης γνώμης, της επίλυσης προβλημάτων, της οργανωμένης παράθεσης γνώσεων; Τα πανεπιστημιακά τμήματα που θα χρειαστεί να διαχειριστούν τα ελλείμματα αυτών των παιδιών πώς θα μπορέσουν να ανταποκριθούν; Με ένα άνισο μείγμα: με ανάληψη γνωστικών υποχρεώσεων που δεν θα έπρεπε να επιφορτιστούν και, κυρίως, με περιορισμό των απαιτήσεών τους και με διαρκώς ελαστικότερη διάθεση στις αξιολογήσεις τους. Μαγευτικά είναι συχνά, όταν δεν γίνονται επικίνδυνα, ορισμένα φυσικά φαινόμενα, όπως οι χιονοστιβάδες. Ομως, η εκπαιδευτική χιονοστιβάδα προκαλεί τρόμο. Τρόμο, που ενισχύεται σε μια κοινωνία η οποία έχει ανάγκη από εντατική προσπάθεια. Σε μια κοινωνία που πλήρωσε και πληρώνει ακριβά τις λεκτικές ακροβασίες και τις μετονομασίες. Η μετονομασία της ήσσονος προσπάθειας σε επιτυχία είναι καταστροφική για την εκπαίδευση.

Και ένα ακόμη βασικό ζήτημα, συνεπακόλουθο και εξαιρετικά ευαίσθητο: Προτιμούμε ανοικτές διαδικασίες πανεπιστημιακής εισαγωγής για τη νεολαία μας ή πανεπιστήμια που δίνουν διπλώματα άξια να ονομάζονται «πανεπιστημιακά πτυχία»; Κατ’ αρχάς, να διευκρινίσω ότι η διάζευξη «ή» είναι ψευτοδίλημμα. Προτιμούμε και χρειαζόμαστε και τα δύο. Ομως, ο δρόμος από το πρώτο προς το δεύτερο είναι, αυτή τη στιγμή, ατελέσφορος. Ακόμη και αν μεταθέσουμε στην εκπαίδευση πολλές από τις άλλες κρατικές μας δαπάνες. Η νοοτροπία θα καταπιεί τα χρήματα, μαζί και την προσπάθεια. Ο δρόμος είναι από το δεύτερο προς το πρώτο, και ας θίγει αυτό υποτιθέμενες κοινωνικές κατακτήσεις. Ενα αγαθό απαξιωμένο, ακόμη και αν διατηρεί τη ζήτησή του για άλλους, παράλληλους από τους βασικούς, λόγους για τους οποίους παρέχεται, δεν θα ανακτήσει ποτέ την αξία του. Η εκπαίδευση, το βασικό αυτό κοινωνικό αγαθό, εκτός από ζήτηση, θα πρέπει να έχει και καταξιωμένο περιεχόμενο. Είναι αγαθό που πρέπει να παρέχεται προς κατάκτηση και όχι να κατακτάται ως παροχή.

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα πάσχει συνολικά και βαρύτατα. Αναγκαία είναι η συζήτηση για θεσμικές αλλαγές που θα επιφέρουν άμεσες και μακροχρόνιες βελτιώσεις. Υπάρχει όμως ένας καθημερινός παράγοντας που θα πρέπει να αλλάξει άμεσα: η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας. Από μόνη της αυτή η αλλαγή μπορεί να δώσει αποτελέσματα. Ακόμη και στο σημερινό εκπαιδευτικό τοπίο, που είναι παρωχημένο και επιβαρυμένο από τις πολιτικές διαχειρίσεις του. Θεωρώ ότι στους αριθμούς των εφετινών Πανελλαδικών Εξετάσεων χρειάζεται να γίνει μεγάλη και πολλαπλή επεξεργασία. Επίσης, χρειάζεται να μάθει η κοινωνία τα στοιχεία και τις επεξεργασίες αυτές. Χρειάζεται να αντιμετωπίσει την εικόνα της. Με θάρρος. Χωρίς διάθεση για αδράνειες και ετήσια βολέματα. Αλλωστε, πόσο μπορεί μια κοινωνία να βολευτεί, όταν η εκπαίδευση τρίζει κάτω από τα πόδια της;

* Ο κ. Παναγιώτης Κιμουρτζής είναι καθηγητής Εκπαιδευτικής Πολιτικής και Ιστορίας της Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ιστορικών της Εκπαίδευσης.

 ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Η Ελλάδα και το νέο μοντέλο Παιδείας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 14.07.2019

Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια συζήτηση που είχα πριν από περίπου δέκα χρόνια με Αμερικανούς συναδέλφους μου, στη διάρκεια της οποίας κάποιοι από αυτούς εξέφρασαν την πεποίθηση πως η καινοφανής και ραγδαία τότε ανάπτυξη των εταιρειών που παρείχαν μαθήματα μέσω του Διαδικτύου θα οδηγούσε στην κατάργηση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Οπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, οι συνάδελφοί μου είχαν άδικο, αφού η ανάπτυξη των μαθημάτων online δεν είχε την έκβαση που φοβούνταν. Τα online μαθήματα λειτουργούν συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά σε σχέση με την παραδοσιακή Παιδεία.

Το θέμα αυτό επανήλθε στο μυαλό μου καθώς διδάσκω στα ετήσια θερινά σεμινάρια που συνδιοργανώνω κάθε χρόνο στο Ναύπλιο. Εχω αναφερθεί στο παρελθόν σε αυτά και στο πώς συνιστούν ένα υπόδειγμα σε μικρογραφία των τεράστιων δυνατοτήτων που ενυπάρχουν στη χώρα μας ώστε να καταστεί εκπαιδευτικός προορισμός – αλλά και ευρύτερα τόπος καλλιέργειας και ανάπτυξης των ανθρώπινων δεξιοτήτων. Δεν έχω αναφερθεί όμως στο πώς η σχέση που αναπτύσσεται στα σεμινάρια αυτά ανάμεσα σε διδάσκοντες και διδασκόμενους μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε τη σημασία της ανθρώπινης επαφής για τη μετάδοση της γνώσης.

Η σημασία της στενής ανθρώπινης επαφής στην Παιδεία δεν εξαντλείται στη δυνατότητα της επικοινωνίας, αφού αυτή είναι πολύ εύκολη με ηλεκτρονικό τρόπο: πολλά online μαθήματα παρέχουν τη δυνατότητα της απευθείας επικοινωνίας μαθητών και καθηγητών. Αντίθετα, το σύγχρονο μαζικό πανεπιστήμιο δεν ενθαρρύνει την επικοινωνία καθώς περιορίζεται στην απρόσωπη (και συχνά στείρα) μέθοδο των καθηγητικών παραδόσεων.

Αυτό που παρατηρώ στα καλοκαιρινά σεμινάρια είναι πως παρέχουν τη δυνατότητα αυθόρμητων επαφών που καλύπτουν ένα μεγάλο θεματολογικό εύρος, το οποίο ξεπερνά το αντικείμενο της διδασκαλίας. Δάσκαλοι και μαθητές συνυπάρχουν σε ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει τη συνεχή επικοινωνία. Νομίζω πως εκεί ακριβώς έγκειται η σημασία της ανθρώπινης επαφής, δηλαδή στον αυθορμητισμό και στη θεματολογική ευρύτητα. Τι είναι όμως αυτό που καθιστά τα στοιχεία αυτά τόσο σημαντικά;

Η αυθόρμητη επικοινωνία είναι ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός τρόπος μεταφοράς σύνθετων πληροφοριών, ιδίως όταν γίνεται από ανθρώπους που γνωρίζουν πώς να τη χειριστούν, έχοντας οι ίδιοι μεγαλώσει σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που την καλλιεργεί. Επιτρέπει τη μετάδοση σύνθετων πληροφοριών και γνώσεων με ταυτόχρονη ταχύτητα και βάθος. Για να το πω διαφορετικά, ο μαθητής μαθαίνει παρατηρώντας τη γνώση του δασκάλου να ξεδιπλώνεται πολυδιάστατα. Η επανάληψη της αυθόρμητης αυτής επικοινωνίας επιτρέπει την ανάπτυξη του κριτικού τρόπου σκέψης, ενός εξελιγμένου εργαλείου επεξεργασίας πληροφοριών – με άλλα λόγια ενός προωθημένου αλγόριθμου. Η θεματολογική ευρύτητα, από την άλλη, επιτρέπει το «άνοιγμα» του μυαλού και τη διαμόρφωση της πνευματικής ευελιξίας.

Η αναγνώριση της σημασίας των δύο αυτών παραγόντων είναι επαναστατική δίχως να είναι καινούργια. Ουσιαστικά, υπήρξε η βάση του τρόπου εκπαίδευσης των ελίτ στην προβιομηχανική εποχή, που επιβίωσε μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση σε αριστοκρατικούς θυλάκους όπως τα κορυφαία πανεπιστήμια της Αγγλίας και της Αμερικής με την επωνυμία της «φιλελεύθερης παιδείας» (liberal arts education). Ο εκδημοκρατισμός της μεθόδου αυτής ήταν αδύνατος, αφενός γιατί η Παιδεία αυτού του είδους έχει τεράστιο κόστος και αφετέρου γιατί τόσο η βιομηχανική οικονομία όσο και η οικονομία των υπηρεσιών δεν είχαν ανάγκη για τέτοιου είδους δεξιότητες σε μαζική κλίμακα. Οι βιομηχανικοί εργάτες και οι υπάλληλοι των εταιρειών έπρεπε να είναι υπάκουοι και καλοί στο να εκτελούν πολύ συγκεκριμένα, μετρήσιμα έργα περιορισμένης εμβέλειας – όχι να σκέφτονται κριτικά και να εργάζονται δημιουργικά.

Η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση οδηγεί στη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, όπου η απασχόληση δεν θα βασίζεται πλέον στη διαίρεση εργασίας αλλά σε διαφορετικές δεξιότητες, που θα απαιτούν πνευματική ευρύτητα και ευελιξία. Η μετάδοσή τους προϋποθέτει με τη σειρά της αυθόρμητη επικοινωνία και μεγάλη θεματολογική ευρύτητα. Η μετάβαση στο νέο αυτό μοντέλο Παιδείας δεν θα είναι ούτε γρήγορη ούτε εύκολη. Αλλά η Ελλάδα μπορεί να βρεθεί στην πρωτοπορία της.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι ανισότητες και η παιδεία

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΟΦΩΛΟΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

​​Εάν όντως η πολιτική αποτελεί τη συμπυκνωμένη έκφραση των συγκρουόμενων συμφερόντων στην οικονομία, τότε η οικονομική κρίση των τελευταίων δέκα χρόνων θα εξακολουθεί να παραμένει ανεπίλυτη για μακρύ χρονικό διάστημα και να τροφοδοτεί με τη σειρά της τον λαϊκισμό και τον εθνικισμό, φαινόμενα τύπου Τραμπ και Brexit.

Η πραγματική αιτία που οδήγησε στη βαθιά και πολυεπίπεδη κρίση από το 2008, ήταν η τρομακτική διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων και οι κοινωνικοί αποκλεισμοί που άρχισαν κατ’ ακολουθία να δημιουργούνται, ανατρέποντας τα ιστορικά δεδομένα ενός μοντέλου ανάπτυξης 60 και πλέον χρόνων στη Δύση.

Το χειρότερο όλων ήταν ότι αυτή η σαρωτική κρίση των τελευταίων δέκα ετών επέτεινε δραματικά τις κοινωνικές ανισότητες, αντί να οδηγήσει στο κλείσιμο της «ψαλίδας» φτωχών και πλουσίων και αυτό είναι μία ευθύνη που βαρύνει αποκλειστικά την πολιτική τάξη. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Μεγάλη Βρετανία έως τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα, υπήρξε η ίδια σχεδόν εξέλιξη.

Η οικονομική ελίτ στις χώρες της Δύσης, μετά τη δεκαετία του 1980, για το μόνο πράγμα που δείχνει να ενδιαφέρεται είναι για τους φορολογικούς «παραδείσους», τίποτε περισσότερο. Είναι ευθύνη των πολιτικών πάντοτε η συνοχή και η ισορροπία του κοινωνικού συστήματος, ας μη γελιόμαστε. Εκεί πρέπει να απευθυνθούμε…

Αντιθέτως λοιπόν με όλα όσα έπρεπε να συμβούν, «παραιτήθηκαν» από την αποστολή τους οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις, το κοινωνικό κράτος και όλοι οι μηχανισμοί εξισορρόπησης των ταξικών αντιθέσεων υποβαθμίστηκαν και το άνοιγμα των ανισοτήτων μεταξύ των παραγωγικών ομάδων του πληθυσμού διογκώθηκε επικίνδυνα. Με άλλα λόγια, οι πλούσιοι έγιναν κατά πολύ πλουσιότεροι κατά την περίοδο της κρίσης και οι φτωχοί κατά πολύ φτωχότεροι, με αποτέλεσμα να προκληθεί ένας ανατροφοδοτούμενος φαύλος κύκλος, με ανυπολόγιστες πολιτικές συνέπειες. Αυτό το αδιέξοδο πληρώνουμε οι περισσότερες χώρες του δυτικού ημισφαιρίου. Το πλέον χαρακτηριστικό είναι ότι η άλλοτε κραταιά μεσαία τάξη δεν μπορεί τούτη την ώρα να επιβιώσει και να αισθανθεί ασφαλής στην πορεία της. Με χαμηλότερα εισοδήματα, με ανέργους εκπαιδευμένους άλλοτε επαγγελματίες, χωρίς την κρατική πρόνοια και κυρίως χωρίς τη δυνατότητα των απαραίτητων σπουδών για τα παιδιά της, η πρώην μεσαία κοινωνική τάξη τσακίστηκε κυριολεκτικά από την κρίση και αντιδρά τώρα τυφλά, με έναν τρόπο κραυγαλέο και ανατρεπτικό απέναντι στο παραδοσιακό σύστημα, χωρίς επί της ουσίας προοπτική καμία. Αυτό είναι το μείζον σήμερα πρόβλημα…, η έλλειψη προσδοκιών από τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, η οποία φαίνεται να οδηγείται απογοητευμένη και ταπεινωμένη στην οποιαδήποτε κάθε φορά εκλογική διαδικασία.

Η εκπαίδευση και η παιδεία για παράδειγμα, που δημιουργούσαν πάντοτε την ειδοποιό διαφορά στον δυτικό πολιτισμό και το μοντέλο ανάπτυξης, έχουν γίνει πλέον μία ακριβή υπηρεσία για τη μεγάλη πλειοψηφία, ένα δημόσιο αγαθό που δεν είναι καθόλου εύκολο να κερδηθεί από τους περισσότερους. Δεν είναι λίγο αυτό ως εξέλιξη. Είναι πολύ χαρακτηριστικό γεγονός, πολύ δραματικό. Είναι μία τεράστια ανατροπή, ιστορικά μία απρόβλεπτη οπισθοδρόμηση. Είναι μια κοινωνική ήττα για την πολυπληθέστερη τάξη και αυτό μετράει πολιτικά.

Η πρόσβαση στη γνώση και στην επιστημονική εκπαίδευση, έπειτα από πολλές δεκαετίες έγιναν ένα ταξικό πάλι προνόμιο, πραγματικά είναι απίστευτο! Πώς να μην υπάρξουν κάθε λογής αντιδράσεις; Η νέα φάση της τεχνολογίας, η παγκοσμιοποίηση και η ψηφιακή οικονομία έχουν αναποδογυρίσει τα πάντα, από τα εκπαιδευτικά συστήματα μέχρι τα παραδοσιακά επαγγέλματα και τα επιστημονικά δεδομένα.

Πώς λοιπόν να μην αγωνιά, να μη διαμαρτύρεται η ισχυρή άλλοτε μεσαία τάξη, για το πώς θα επιβιώσουν και θα εξελιχθούν υπό αυτές τις συνθήκες τα παιδιά της; Πώς να μην προβληματίζεται για το πώς θα κατακτήσουν τις αναγκαίες γνώσεις και τη σύγχρονη διαρκώς αναπτυσσόμενη μόρφωση τα παιδιά της, στοιχείο απαραίτητο για ένα μίνιμουμ εισοδηματικό επίπεδο και εύλογο στάτους διαβίωσης

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:Εκπαίδευση

Με σημαντικές μαθησιακές ελλείψεις φεύγουν από το σχολείο οι Ελληνες 18χρονοι, οι οποίοι ωστόσο εισάγονται σε μεγάλο ποσοστό στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δυστυχώς, όμως, στην εκπαιδευτική τους διαδρομή –σε θρανία ή έδρανα– δεν αποκτούν τις απαραίτητες δεξιότητες, με αποτέλεσμα, όταν εξέλθουν στην αγορά εργασίας, να καταγράφεται ετεροαπασχόληση. Σχεδόν ο ένας στους δύο Ελληνες πτυχιούχους ΑΕΙ –43,3% το ακριβές ποσοστό– κάνει μία δουλειά κατώτερη των ακαδημαϊκών του προσόντων. Το ποσοστό είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα βαδίζει χωρίς στρατηγική και αξιολόγηση.

Ειδικότερα, η τελευταία έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Education and Training 2018» καταδεικνύει με ενάργεια τις στρεβλώσεις του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, σε μία περίοδο που η Παιδεία είναι το βασικό θεμέλιο για την «επανεκκίνηση» της χώρας. Ενδεικτικά, στην Ελλάδα το ποσοστό των κονδυλίων επί του ΑΕΠ, που κατευθύνονται στην εκπαίδευση, ήταν 4,3% το 2017, παραμένοντας σταθερό από το 2014. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 4,7% (4,9% το 2014). Στη χώρα μας πλέον έχει περιοριστεί σημαντικά η μαθητική διαρροή από την υποχρεωτική εκπαίδευση. Η μαθητική διαρροή στην Ελλάδα το 2017 ήταν μόνο 6%, και μάλιστα μειώθηκε από το 9% που ήταν το 2014. Ως προς το φύλο, περισσότερα αγόρια εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση σε σχέση με τα κορίτσια (7,1% έναντι 4,9% αντιστοίχως). Το ελληνικό 6% είναι μικρότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ο οποίος το 2017 διαμορφώθηκε στο 10,6%, μειωμένος από το 11,2% του 2014.

Η προσχολική αγωγή

Βεβαίως, απαιτείται να επεκταθεί ο χρόνος της προσχολικής αγωγής, κάτι που όπως έχουν δείξει έρευνες ενισχύει το γνωσιακό υπόβαθρο του παιδιού. Στην Ελλάδα, το 2017, το 79,8% των παιδιών πήγαινε σε δομή προσχολικής αγωγής από τα 4 του χρόνια, ενώ στην Ευρώπη ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι 95,3%. Από την άλλη, και παρά τη χαμηλή μαθητική διαρροή, οι γνώσεις και οι δεξιότητες που παίρνουν τα Ελληνόπουλα στο σχολείο είναι ελλειμματικές. Η έρευνα βασισμένη στα στοιχεία PISA του ΟΟΣΑ έδειξε ότι οι Ελληνες 15χρονοι δεν κατέχουν τις βασικές δεξιότητες που θα έπρεπε να έχουν στη συγκεκριμένη ηλικία στους καίριους τομείς της κατανόησης κειμένου, των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών.

Μάλιστα, το πρόβλημα οξύνθηκε αντί να περιοριστεί την τελευταία τριετία. Ενδεικτικά, στην κατανόηση κειμένου το ποσοστό των μαθητών με χαμηλή επίδοση το 2017 ήταν 27,3% (από 22,6% το 2014), ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος του 2017 ήταν 19,7% (17,8% το 2014). Στα μαθηματικά το αντίστοιχο ελληνικό ποσοστό το 2017 ήταν 35,8% (35,7% το 2014) και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος 22,2% (22,1% το 2014). Χειρότερη όλων είναι η επίδοση στις φυσικές επιστήμες, όπου και παρατηρείται σημαντική επιδείνωση μέσα σε μία τριετία. Το 32,7% των 15χρονων στην Ελλάδα το 2017 είχε πολύ σοβαρές ελλείψεις, με το ποσοστό να αυξάνεται κατά επτά μονάδες από το 25,5% του 2014. Οι αντίστοιχοι ευρωπαϊκοί μέσοι όροι ήταν 20,6% το 2017 και 16,6% το 2014. Το εντυπωσιακό είναι ότι στην Ελλάδα το 50% των 15χρονων δήλωσε ότι έχει αφιερώσει ελάχιστο ή καθόλου χρόνο για πειράματα στο εργαστήριο.

Παρά τις αδυναμίες τους, όλο και περισσότερα Ελληνόπουλα προχωρούν μετά το Λύκειο σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ. Γεγονός που αποδίδεται στη μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στην υποβάθμιση της επαγγελματικής.

Ο διαγωνισμός PISA εστιάζει στον βαθμό που οι μαθητές μπορούν να αξιοποιούν τις γνώσεις τους στις προκλήσεις της καθημερινής ζωής, ενώ ένας εξίσου βασικός στόχος του είναι η συσχέτιση των επιδόσεων των μαθητών στα τρία γνωστικά αντικείμενα με δημογραφικά, κοινωνικά, οικονομικά χαρακτηριστικά των μαθητών και με τα χαρακτηριστικά και τις εκπαιδευτικές πρακτικές των σχολείων τους. «Σύμφωνα με την ανάλυση των δεδομένων του PISA για την Ελλάδα, που κάναμε πριν από λίγους μήνες, οι παράγοντες που φαίνεται, σύμφωνα με την ανάλυση, να σχετίζονται με τη χαμηλή επίδοση είναι το κοινωνικό – οικονομικό – πολιτισμικό επίπεδο της οικογένειας, η μη φοίτηση στην προσχολική εκπαίδευση καθώς και η αυτοπεποίθηση, τα κίνητρα και οι στάσεις των μαθητών. Το πρόβλημα αυτό δεν αντιμετωπίζεται με την απλή δαπάνη περισσότερων χρημάτων για το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά απαιτείται η εις βάθος κατανόησή του. Χώρες όπως η Φινλανδία, οι οποίες έδωσαν μεγάλη έμφαση στις εκπαιδευτικές πολιτικές που στηρίζουν την ισότητα και αντιμετωπίζουν τις χαμηλές επιδόσεις, παρουσιάζουν πολύ μικρό σχετικό ποσοστό μαθητών» τονίζει, μιλώντας στην «Κ» για το θέμα, η κ. Χρύσα Σοφιανοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο και εθνική διαχειρίστρια του PISA στην Ελλάδα. Για του λόγου το ασφαλές, όπως αναφέρεται στη μελέτη της Ε.Ε., σε έρευνα που έγινε σε 1.248 εκπαιδευτικούς και στελέχη της εκπαίδευσης, το 71% απάντησε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής εκπαίδευσης είναι η απουσία στρατηγικής, το 66% η υποχρηματοδότηση και το 44% η έλλειψη αξιολόγησης.

Παρά τις αδυναμίες τους, όμως, όλο και περισσότερα Ελληνόπουλα προχωρούν μετά το Λύκειο σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ. Γεγονός που αποδίδεται στη μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στην υποβάθμιση της επαγγελματικής. Αυτό έχει επιπτώσεις στο έργο των πανεπιστημίων και στην αγορά εργασίας. Ενδεικτικά, μέσα σε μία τριετία το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών που έχει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αυξήθηκε κατά 6,5 μονάδες, από το 37,2% το 2014 στο 43,7% το 2017 (το ποσοστό μεταξύ των ανδρών είναι 37% και των γυναικών 50,5%). Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αυξήθηκε κατά δύο μονάδες, από 37,9% το 2014 στο 39,9% το 2017.

Η αγορά εργασίας

Ομως, η έξοδος στην αγορά εργασίας είναι πολύ δύσκολη. Στην Ελλάδα το 2017 το 52% των ατόμων ηλικίας 20 με 34 είχε δουλειά, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 80,2%. Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επισημαίνει ότι το 43,3% των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που εργάζεται, κάνει μία δουλειά κατώτερη των τυπικών, ακαδημαϊκών του προσόντων όπως αυτά ορίζονται από το πτυχίο. Το ελληνικό ποσοστό είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 26%. Σύμφωνα με τη μελέτη, η διάσταση ανάμεσα στα προσόντα των πτυχιούχων και στη θέση εργασίας που καταλαμβάνουν οφείλεται, εκτός από την οικονομική κρίση, και στο χάσμα ανάμεσα τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και στην εκπαίδευση. Παράλληλα, επισημαίνει το χαμηλό ποσοστό (4,5%) των Ελλήνων 25 έως 64 ετών, που συμμετέχουν στη διά βίου εκπαίδευση – με τον ευρωπαϊκό μέσον όρο στο 10,9%.

Οι φωνές ότι απαιτείται στρατηγική αναμόρφωση στην ελληνική εκπαίδευση είναι ηχηρές, αλλά τα κυβερνητικά αυτιά ερμητικά κλειστά

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 06.08.2018

Αποψη: Τα επόμενα 100 έτη και η 4η βιομηχανική επανάσταση

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΟΠΟΥΝΙΔΗΣ*, ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ**, ΙΩΑΝΝΑ ΑΤΣΑΛΑΚΗ***

Ο​​πως και στις προηγούμενες επαναστάσεις που προηγήθηκαν, η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση έχει τη δυνατότητα να αυξήσει τα παγκόσμια επίπεδα εισοδήματος και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής σε όλο τον κόσμο. Μέχρι σήμερα, οι καταναλωτές που έχουν αποκτήσει τα μέγιστα από το ψηφιακό κόσμο, είναι αυτοί που μπορούν να αντεπεξέλθουν οικονομικά και να έχουν πρόσβαση σε αυτόν. Η τεχνολογία έχει καταστήσει δυνατό τα νέα προϊόντα και υπηρεσίες να αυξάνουν την αποτελεσματικότητα και τη χαρά της προσωπικής μας ζωής. Ηδη η εξέλιξη της τεχνολογίας και η διεύρυνση του διεθνούς εμπορίου μεταξύ των ανοιχτών οικονομιών έχουν μειώσει το παγκόσμιο ποσοστό φτώχειας από 37%, που ήταν το 1990, σε 9% το 2015.

Η ανθρωπότητα έχει κατορθώσει σημαντικά επιτεύγματα τα τελευταία 100 χρόνια. Μία από τις δραστηριότητες της επιστήμης της πρόβλεψης είναι η διάγνωση των μελλοντικών ευκαιριών και των κινδύνων που θα εμφανιστούν. Τα πάντα γύρω μας αλλάζουν συνεχώς, κυρίως λόγω των νέων τεχνολογιών. Σήμερα βρισκόμαστε στην τέταρτη τεχνολογική επανάσταση, που θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο που ζούμε, εργαζόμαστε, επιχειρούμε και σχετιζόμαστε ο ένας με τον άλλον. Πρέπει να προετοιμαστούν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη της παγκόσμιας κοινότητας, από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα έως την ακαδημαϊκή κοινότητα και τους απλούς πολίτες.

• Η πρώτη βιομηχανική επανάσταση χρησιμοποίησε τη δύναμη του νερού και του ατμού για τη μηχανοποίηση της παραγωγής (ξεκίνησε το 1784).

• Η δεύτερη προώθησε την ηλεκτρική ενέργεια για μαζική παραγωγή (ξεκίνησε το 1870).

• Η τρίτη ανέπτυξε την πληροφορική και τα ηλεκτρονικά προϊόντα για την αυτοματοποίηση της παραγωγής (ξεκίνησε το 1969).

• Τώρα, μια τέταρτη βιομηχανική επανάσταση εξελίσσεται, η οποία χαρακτηρίζεται από συνδυασμό και συγχώνευση τεχνολογιών με ασαφή όρια μεταξύ της φυσικής, ψηφιακής και βιολογικής σφαίρας (ξεκίνησε το 2010).

Τα κύρια χαρακτηριστικά της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης είναι:

• Η ταχύτητα.

• Η έκταση.

• Οι ριζικές επιπτώσεις στη λειτουργία όλων των οικονομικών και κοινωνικών συστημάτων.

Ριζικές-δραστικές (disruptiveness) αλλαγές προαναγγέλλουν την ολοκληρωτική μετατροπή των συστημάτων:

• Παραγωγής.

• Διαχείρισης.

• Διακυβέρνησης.

Οι δυνατότητες των δισεκατομμυρίων ανθρώπων που συνδέονται με κινητές συσκευές, με πρωτοφανή επεξεργαστική ισχύ, χωρητικότητα αποθήκευσης, καθώς και πρόσβαση στη γνώση, είναι απεριόριστες. Οι δυνατότητες αυτές θα πολλαπλασιαστούν με τις αναδυόμενες τεχνολογικές επαναστάσεις, σε τομείς όπως:

• Η τεχνητή νοημοσύνη (artificial intelligence).

• Η ρομποτική.

• Το «Ιντερνετ των πραγμάτων».

• Τα αυτόνομα οχήματα (drones).

• Η τρισδιάστατη εκτύπωση 3-D.

• Η νανοτεχνολογία.

• Η βιοτεχνολογία.

• Η επιστήμη των υλικών.

• Η αποθήκευση ενέργειας.

• Βig data.

• Οι κβαντικοί υπολογιστές.

Στο μέλλον, η τεχνολογική καινοτομία θα οδηγήσει επίσης σε μακροπρόθεσμα οφέλη:

• Στην αποδοτικότητα και την παραγωγικότητα.

• Το κόστος μεταφορών και επικοινωνιών θα μειωθεί.

• Τα logistics και οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού θα γίνουν πιο αποτελεσματικά.

• Το κόστος των συναλλαγών θα μειωθεί, έτσι ώστε συνολικά θα ανοίξουν νέες αγορές που θα οδηγούν στην οικονομική ανάπτυξη.

Ταυτόχρονα, έχει επισημανθεί ότι η 4η βιομηχανική επανάσταση θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγαλύτερη ανισότητα, ιδιαίτερα στις χειρωνακτικές εργασίες. Καθώς ο αυτοματισμός αντικαθιστά τη χειρωνακτική εργασία σε ολόκληρη την οικονομία, η αντικατάσταση των εργαζομένων από μηχανές θα μπορούσε να επιδεινώσει το χάσμα μεταξύ των μισθών των εργαζομένων και των χρημάτων που εισέρχονται σαν αποπληρωμή μέρους της αρχικής επένδυσης. Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης πιθανό ότι η αντικατάσταση των εργαζομένων από την τεχνολογία, συνολικά, να οδηγήσει σε αύξηση των ασφαλών και ικανοποιητικών θέσεων εργασίας.

Στο σημείο αυτό έχει μεγάλη σημασία οι κυβερνήσεις και η εκπαιδευτική κοινότητα να αντιληφθούν τις αλλαγές που έρχονται ώστε με κατάλληλες ενέργειες να εκπαιδεύσουν τις νέες γενιές στις νέες θέσεις εργασίας που η 4η βιομηχανική επανάσταση φέρνει. Μελέτες δείχνουν ότι το 60% των παιδιών που εισέρχονται τώρα στο δημοτικό σχολείο θα δουλέψουν σε ειδικότητες που ακόμα δεν έχουν δημιουργηθεί.

Η μη έγκαιρη προσαρμογή των εκπαιδευτικών συστημάτων και των επιχειρήσεων στις αλλαγές που έρχονται θα δημιουργήσει αρνητική στάση της κοινωνίας στις αλλαγές, πράγμα το οποίο θα οδηγήσει στην έλλειψη προσαρμογής της οικονομίας και της κοινωνίας και περαιτέρω μείωση του επιπέδου ευημερίας και αύξηση της φτώχειας.

Σε χώρες υψηλού εισοδήματος η ζήτηση για εργαζομένους υψηλής εξειδίκευσης έχει αυξηθεί, ενώ η ζήτηση για εργαζομένους με λιγότερη εκπαίδευση και λιγότερων δεξιοτήτων έχει μειωθεί. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά εργασίας με μια ισχυρή ζήτηση στα υψηλά και χαμηλά άκρα, αλλά με μια «κοιλιά» στη μέση.

Αυτό εξηγεί γιατί τόσο πολλοί εργαζόμενοι είναι απογοητευμένοι και φοβισμένοι ότι τα εισοδήματα αυτών και των παιδιών τους θα συνεχίσουν να λιμνάζουν. Επίσης, έτσι εξηγείται γιατί οι μεσαίες τάξεις σε όλο τον κόσμο όλο και περισσότερο βιώνουν μια διάχυτη αίσθηση δυσαρέσκειας και αδικίας.

Μια έρευνα του ΟΟΣΑ έδειξε ότι η ψηφιακή οικονομία μπορεί να φοβίζει κόσμο και επιχειρήσεις, αλλά δημιουργεί προσδοκίες για μια ανάπτυξη πολύ πιο μεγάλη για τις χώρες που τη χρησιμοποιούν. Η έρευνα έδειξε ότι οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τις νέες Τεχνολογίες Πληροφόρησης και Επικοινωνίας (TIC – Technology of Information and Communication) είναι πιο παραγωγικές και περισσότερο αναπτυσσόμενες από τις άλλες επιχειρήσεις. Οι χώρες που παρήγαγαν και χρησιμοποίησαν τις TIC αύξησαν το ΑΕΠ τους κατά 1% σε σύγκριση με τις άλλες, που το αύξησαν μόνο 0,3%.

Η δυσαρέσκεια τροφοδοτείται, επίσης, από τη διείσδυση των ψηφιακών τεχνολογιών και τη δυναμική της ανταλλαγής πληροφοριών που χαρακτηρίζει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Περισσότερο από το 30% του παγκόσμιου πληθυσμού χρησιμοποιεί τώρα πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης για να συνδεθεί, να μάθει και να μοιράζεται πληροφορίες. Σε έναν ιδανικό κόσμο, αυτές οι αλληλεπιδράσεις θα έδιναν την ευκαιρία για διαπολιτισμική κατανόηση και συνοχή. Ωστόσο, λαϊκιστές και δημαγωγοί πολιτικοί μπορούν να δημιουργήσουν και να διαδώσουν μη ρεαλιστικές προσδοκίες ως προς το τι συνιστά επιτυχία για ένα άτομο ή μια ομάδα, καθώς δίνουν πάτημα να εξαπλωθούν ακραίες ιδέες και ιδεολογίες. Η υπεύθυνη ενημέρωση των πολιτών για τα πλεονεκτήματα της 4ης βιομηχανικής επανάστασης είναι πρωταρχικής σημασίας για να ωφεληθούν.

Η αλλαγή των συστημάτων εκπαίδευσης και η προσαρμογή τους στις αλλαγές που φέρνει η 4η βιομηχανική επανάσταση είναι πρωταρχικής σημασίας για να μειωθούν τωρινές και μελλοντικές ανισότητες. Επίσης άμεση προτεραιότητα έχει η μέριμνα για μετεκπαίδευση των ανθρώπων που θα χάσουν τις εργασίες τους, αλλά και η θέσπιση ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για αυτούς που θα χάσουν τις αποδοχές τους. Ετσι, θα προστατευθεί η ανθρωπότητα από την οικονομική και κοινωνική ανισότητα και θα απολαύσει τα θετικά οφέλη από τα επιτεύγματα των επόμενων 100 ετών.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Ζοπουνίδης είναι καθηγητής στο Πολυτεχνείο Κρήτης, ακαδημαϊκός, Βασιλική Ακαδημία Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών Επιστημών της Ισπανίας, Distinguished Research Professor, Audencia Business School.

** Ο κ. Γιώργος Ατσαλάκης είναι επίκουρος καθηγητής, οικονομολόγος, Πολυτεχνείο Κρήτης.

*** Η κ. Ιωάννα Ατσαλάκη είναι MSc, Πολυτεχνείο Κρήτης

Πανεπιστημιακό πτυχίο για μόρφωση ή για δουλειά;

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ*, ΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕΙΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αποστόλης Δημητρόπουλος

Στόχος η απασχόληση

Δ​​ιαβάζουμε λογοτεχνία, ποίηση, φιλοσοφία και μορφωνόμαστε, αλλά δεν «εκπαιδευόμαστε» έτσι. «Μόρφωση» και «εκπαίδευση», ακόμα και όταν συνεργούν, δεν ταυτίζονται. Μόνο η εκπαίδευση ελέγχεται και ρυθμίζεται από το κράτος, όχι η μόρφωση. Και γίνεται ακόμα περισσότερο υπόθεση του κράτους η εκπαίδευση, όταν χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από αυτό, δηλαδή από τους φορολογουμένους, όπως στην περίπτωση της χώρας μας. Χωρίς δίδακτρα ή ιδιωτικά ΑΕΙ.

Το ερώτημα όμως που αντιμετωπίζει η χώρα δεν είναι αφηρημένο και θεωρητικό. Είναι πραγματικό και συγκεκριμένο, δηλαδή πολιτικό. Οπως έδειξε η πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, έχουμε ήδη 260.000 ανέργους πτυχιούχους, αριθμός περίπου ίσος με τον πληθυσμό της τρίτης μεγαλύτερης πόλης, της Πάτρας. Και θα ήταν περισσότεροι –μπορεί και υπερδιπλάσιοι– αν δεν μετανάστευαν πολλοί τα τελευταία χρόνια, με μάλλον απίθανη την επιστροφή τους σε παραγωγική ηλικία. Η εκπαίδευση όλων αυτών έχει χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου από τον Ελληνα φορολογούμενο. Ανταποδίδουν όμως τις υπηρεσίες τους στους φορολογουμένους της Γερμανίας, της Βρετανίας, του Ντουμπάι. Περισσότεροι από 100.000 ετησίως αιτούνται να απασχοληθούν στο Δημόσιο ως εκπαιδευτικοί. Προσλαμβάνονται περίπου 20.000, ενώ είναι βέβαιο ότι πολύ σύντομα θα χρειάζονται πολύ λιγότεροι, λόγω ραγδαίας μείωσης γεννήσεων και μαθητών. Τι θα συμβεί σε μερικά χρόνια, αν δεν αλλάξει τώρα κατεύθυνση η κρατική πολιτική; Και αν τα ιδρύματα δεν αλλάξουν προσανατολισμό, αλλά συνεχίσουν να εκπαιδεύουν αποφοίτους για δουλειές στο Δημόσιο που δεν υπάρχουν, με καλύτερο παράδειγμα τους εκπαιδευτικούς; Αντί να ενισχύεται η συμμετοχή των νέων στην τεχνική εκπαίδευση –μέση και ανώτερη– που οδηγεί ευκολότερα στην απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα; Είναι υπεύθυνη κρατική πολιτική ή ανεύθυνος λαϊκισμός η συνέχιση της πολιτικής του παρελθόντος; Οταν μάλιστα έχουν μειωθεί δραστικά η χρηματοδότηση και το προσωπικό των ΑΕΙ στα χρόνια της κρίσης, υπονομεύοντας την ποιότητα των σπουδών και μετατρέποντας τα πτυχία τους σε χαρτιά χωρίς αντίκρισμα; Ενα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν οδηγεί σε ικανοποιητική απασχόληση, ενισχύει τις εκπαιδευτικές και κοινωνικές ανισότητες. Και περιορίζει τις προοπτικές των νέων, ιδιαίτερα εκείνων από φτωχότερα στρώματα.

* Ο κ. Αποστόλης Δημητρόπουλος είναι δρ Εκπαιδευτικής Πολιτικής του London School of Economics Political Science, συνεργάτης του ΙΟΒΕ.

Νίκος Θεοτοκάς

Στον αυτόματο πιλότο

Π​​ριν από λίγες μέρες δημοσιεύθηκε μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Εκπαίδευση και αγορά εργασίας στην Ελλάδα: Επιπτώσεις της κρίσης και προκλήσεις». Στο κείμενο παρουσιάζεται, με βάση επεξεργασμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, μια απογραφή των επιπτώσεων της κρίσης στην αγορά εργασίας, με έμφαση στα δεδομένα που αφορούν την απασχόληση και την ανεργία των νέων. Το «συμπέρασμα» είναι πως βασική ορίζουσα της ανεργίας των νέων είναι η αναποτελεσματική τους κατάρτιση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Μια καραμέλα που πιπιλίζεται αρκετές δεκαετίες πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, με την οποία ζαχαρώθηκαν οι νεοφιλελεύθερες «μεταρρυθμίσεις» στην εκπαίδευση από τη δεκαετία του 1990. Ο χώρος που διαθέτει η εφημερίδα δεν επιτρέπει την αναλυτική κριτική αυτής της αποτύπωσης και των «προτάσεων» που τη συνοδεύουν. Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, να περιοριστώ σ’ έναν αφορισμό: Η συγκεκριμένη μελέτη και τα συμπεράσματά της αξίζουν να ενταχθούν στα παραδείγματα που διδάσκονται στα πανεπιστήμια για τις συνέπειες της ιδεολογικής τύφλωσης. Και στα παραδείγματα εκλεκτικής και αναχρονιστικής χρήσης της διεθνούς σχετικής βιβλιογραφίας.

Το μεγάλο θέμα, ωστόσο, της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης παραμένει ανοικτό. Για το σχολείο που δεν εξασφαλίζει στους μαθητές ούτε την ικανότητα να διαβάζουν μια εφημερίδα ή να κατανοούν ένα δελτίο ειδήσεων. Για την πάντα απούσα τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση. Για τη σταθερή ενίσχυση της αγοραίας πανεπιστημιακής τιποτολογίας. Για την προϊούσα αποσυσχέτιση των μεταπτυχιακών σπουδών και της έρευνας.

Δύο μέρες μετά τη δημοσίευση της μελέτης, το υπουργείο Παιδείας εξέδωσε ανακοίνωση κατηγορώντας το ΙΟΒΕ ότι «εξυπηρετεί ιδεολογικές και κομματικές επιλογές» και υποστηρίζοντας ότι «η αυταξία της μόρφωσης είναι μία ξένη έννοια στον νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος αντί να ασχολείται με τα πραγματικά αίτια της ανεργίας προσπαθεί να κατηγορήσει τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ότι αυτά ευθύνονται για την ανεργία». Κανείς δεν θα διαφωνήσει στη γενικότητα αυτής της διαπίστωσης. Πέρα, όμως, από τα φουσκωμένα λόγια, η υπόθεση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης έχει εγκαταλειφθεί από την κυβέρνηση. Ακόμα χειρότερα, φαίνεται να έχει πλέον φορτωθεί στον αυτόματο πιλότο των οδηγιών του ΟΟΣΑ.

* Ο κ. Νίκος Θεοτοκάς είναι καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, τέως πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ).

Αποψη: Η αναγκαία στροφή στην εκπαίδευση

ΝΙΚΟΣ ΒΕΤΤΑΣ*, ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

​​Με τη λήξη του τρίτου μνημονίου αρχίζει μια πολύ κρίσιμη περίοδος για τη χώρα. Αν δεν δημιουργηθούν ουσιαστικές συνθήκες για ανάπτυξη, δεν θα επικρατήσει απλώς μόνιμη στασιμότητα, αλλά η κρίση θα επανέλθει με σφοδρότητα. Βραχυχρόνια, οι αναπτυξιακές προοπτικές εξαρτώνται από την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και τη δυνατότητα προσέλκυσης επενδύσεων.

Στο βάθος όμως του προβλήματος και μεσοπρόθεσμα, θα εξαρτηθούν από τις εξελίξεις στη δομή της παραγωγής και τη λειτουργία θεσμών, με επίκεντρο τη δημόσια διοίκηση, το σύστημα δικαιοσύνης και την εκπαίδευση.

Ειδικότερα στον τομέα της εκπαίδευσης, η κατάσταση είναι ακραία ανησυχητική. Πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ αναλύει τη βαθιά ρήξη που προκάλεσε η κρίση στην ήδη προβληματική σχέση του εκπαιδευτικού συστήματος με την αγορά εργασίας.

Στις παλαιότερες ανισορροπίες, που διογκώθηκαν, έχουν προστεθεί νέες. Ενώ οι απόφοιτοι λυκείου συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη μετάβαση στην απασχόληση, έχουν διογκωθεί εκθετικά οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι απόφοιτοι ανώτατης εκπαίδευσης. Οι άνεργοι πτυχιούχοι μεταξύ 2008-2017 σχεδόν τριπλασιάστηκαν (από 94.000 σε 260.000), ενώ οι άνεργοι απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης υπερδιπλασιάστηκαν (από 165.000 σε 395.000).

Η εξέλιξη δεν αποτελεί έκπληξη εφόσον, μεταξύ 2001-2017, οι απόφοιτοι ανώτατης εκπαίδευσης στον πληθυσμό διπλασιάστηκαν (από 1,1 εκατ. σε 2,1 εκατ..). Η τάση αύξησης της ανεργίας πτυχιούχων και η φυγή στο εξωτερικό είχαν ξεκινήσει πριν από την έναρξη της κρίσης.

Πριν από την κρίση, η πρόσβαση σε δημόσιο δανεισμό, αλλά και σε ευρωπαϊκούς πόρους, επέτρεψε στο κράτος να επιμερίσει προσωρινή ευημερία σε ομάδες που επέλεγε, αυξάνοντας τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων και τις αποδοχές τους, τις συντάξεις, τα προνόμια ειδικών ομάδων και προμηθευτών του.

Στο πλαίσιο αυτό, αυξήθηκαν πολύ οι δαπάνες για την εκπαίδευση, και διευρύνθηκε η πρόσβαση σε όλες τις βαθμίδες της. Αν και η δομή του συστήματος υστερούσε, το πρόβλημα καλύπτονταν μέσα στη μεγέθυνση της οικονομίας. Οι απόφοιτοι της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, άλλωστε, κατευθύνονταν κατά προτεραιότητα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ή επαγγέλματα και δραστηριότητες με εξάρτηση από κρατικές ρυθμίσεις. Η διασύνδεση της εκπαίδευσης με τις επιχειρήσεις ήταν ιδιαίτερα ασθενής.

Οταν το παραγωγικό υπόδειγμα κατέρρευσε, μειώθηκε η χρηματοδότηση και στην εκπαίδευση. Αλλά δεν υπήρξε εκσυγχρονισμός στη δομή, ούτε αλλαγή προσανατολισμού – στον βαθμό που αυτό επιχειρήθηκε, απέτυχε λόγω αντίστασης.

Οι αναγκαίες τομές έμειναν ουσιαστικά εκτός των προγραμμάτων προσαρμογής. Αλλωστε είναι τέτοια η φύση τους που δεν μπορούν να εφαρμοσθούν με έξωθεν επιβολή, χωρίς πολιτική βούληση και κοινωνική στήριξη.

Η κατάσταση σήμερα είναι πλήρως αδιέξοδη. Η οικονομία δεν θα δημιουργεί θέσεις εργασίας κατάλληλες για τους αποφοίτους του σημερινού συστήματος. Αντίθετα, για ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα, με κέντρο εξωστρεφή και καινοτόμα επιχειρηματικότητα, θα λείπουν στελέχη, επιστήμονες και εργαζόμενοι με κατάλληλη εκπαίδευση.

Την ώρα που ο ιδιωτικός τομέας αναπτύσσεται, έστω και δειλά, απορροφώντας περισσότερο αποφοίτους της τεχνολογικής εκπαίδευσης και της ανώτατης με πραγματική όμως εξειδίκευση αιχμής, το εκπαιδευτικό σύστημα είναι προσανατολισμένο στο χθες.

Η απαραίτητη προσαρμογή συνδέεται με δύο επιμέρους προκλήσεις: τη δημιουργία συστήματος αυτόνομων ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, με ευέλικτη οργάνωση και αποτελεσματική διοίκηση· και την οικοδόμηση ενός αποκεντρωμένου συστήματος μέσης εκπαίδευσης. Αυτό απαιτεί ριζική αλλαγή της διακυβέρνησης στην εκπαίδευση, αλλαγή του τρόπου χρηματοδότησης, του τρόπου διοίκησης και αξιολόγησης. Απαιτείται βούληση και σχέδιο. Αν, όμως, οι αλλαγές δεν γίνουν, η ελληνική πολιτεία, απλώς θα παράγει νέες γενιές δεκάδων εκατοντάδων πτυχιούχων χωρίς αντίκρισμα, διαιωνίζοντας την κρίση πέρα από τη σημερινή νέα γενιά και στις αυριανές.

* Ο κ. Νίκος Βέττας είναι γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ο κ. Αποστόλης Δημητρόπουλος είναι δρ Εκπαιδευτικής Πολιτικής LSE, επιστημονικός συνεργάτης του ΙΟΒΕ.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 11.06.2018

Αποψη: Παιδεία, κοινωνία και ανάπτυξη!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΟΦΩΛΟΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κ​​λείνοντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τον κύκλο των μνημονίων, εκτός από το πολυθρύλητο σχέδιο για την ανάπτυξη και το απαιτούμενο οικονομικό μοντέλο, το πολιτικό σύστημα πρέπει να ασχοληθεί πολύ σοβαρά με την παιδεία, η οποία έτσι κι αλλιώς θεωρείται θεμελιώδης παράμετρος για την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική πρόοδο. Η παιδεία και η εκπαίδευση, άλλωστε (για να κλέψουμε από τις Πανελλαδικές το έξυπνο θέμα της έκθεσης), είναι ο τομέας στον οποίο η Ελλάδα παρουσιάζει ένα από τα τρομακτικότερα ελλείμματα συγκριτικά με τις άλλες προηγμένες χώρες της Ευρώπης και αυτό δεν μπορεί κανείς να το υποβαθμίσει, με τον οποιοδήποτε τρόπο, ό,τι είδους ιδεοληψία και να κουβαλάει πάνω του. Η παιδεία είναι προτεραιότητα επιβίωσης, πλέον, για τον τόπο μας και ως τέτοια επιβάλλεται να την αξιολογήσει και να την αναβαθμίσει, επειγόντως μάλιστα, η πολιτική τάξη. Η παιδεία σήμερα είναι ένα πολύ σημαντικό οικονομικό θέμα, αλλά και ένα μείζον κοινωνικό ζήτημα για την τσακισμένη από τη δεκαετή κρίση Ελλάδα…

Η παιδεία, πράγματι, είναι ένα κολοσσιαίας σημασίας ζητούμενο για την ελληνική κοινωνία και το μέλλον της νέας γενιάς, καθώς αποτελεί το βασικό μοτέρ εξέλιξης της κοινωνικής δομής, των επιστημών και του πολιτισμού. Εκτός από εργαλείο βασικό, φυσικά, για την αναβάθμιση της οικονομίας και της τεχνολογίας. Η παιδεία, μαζί με την ελευθερία και τη δημοκρατία, έννοιες αναπόσπαστες άλλωστε και μεταξύ τους ανατροφοδοτούμενες, αποτελούν το ύψιστο δημόσιο αγαθό στον σύγχρονο κόσμο. Η πρόσβαση στην παιδεία αφορά ή πρέπει να αφορά όλες σχεδόν τις κοινωνικές ομάδες και αυτή ήταν η επιτυχία του μεταπολεμικού συστήματος της Δύσης. Η περίφημη μεσαία τάξη, η οποία λειτούργησε όντως ως η ραχοκοκαλιά του μεταπολεμικού μοντέλου, ήταν το αποτέλεσμα αυτής της ευρύτερης πρόσβασης στην παιδεία γενικότερα και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ειδικότερα.

Η παιδεία υπήρξε ο μεγάλος κοινωνικός αναβατήρας (και περισσότερο στις φτωχότερες χώρες σαν την Ελλάδα) και ο παράγοντας σύγκλισης ισοδυνάμων ευκαιριών και δυνατοτήτων, πεμπτουσία δηλαδή της δημοκρατίας και κάθε πολιτισμένης και ανεπτυγμένης κοινωνίας. Τα χρόνια της κρίσης, όμως, στην Ελλάδα αυτός ο εξαιρετικός μηχανισμός σχεδόν κονιορτοποιήθηκε. Η ανικανότητα των πολιτικών ηγεσιών και τα συντεχνιακά συμφέροντα των άμεσα εμπλεκομένων οδήγησαν στο τέλμα και την απαξίωση. Η εθνικά απαράδεκτη έλλειψη συγκρότησης και στόχων με γνώμονα την παιδεία, από όλο το πολιτικό σύστημα, οδήγησε γρήγορα στην περαιτέρω όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Σήμερα, τα περιθώρια που διαθέτουν αρκετές κοινωνικές ομάδες για να σπουδάσουν τα παιδιά τους είναι δραματικά συμπιεσμένα… Αρα; Η απόκτηση των γνώσεων, η ανάδειξη των δεξιοτήτων, η εκπαίδευση υψηλού επιπέδου, οι μεταπτυχιακές σπουδές και οι καλές δουλειές θα είναι στην Ελλάδα το αποκλειστικό προνόμιο των εύπορων οικογενειών;

Η νέα εποχή της ατελείωτης τεχνολογίας, της πλούσιας γνώσης, του καλά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού και της ταχύτατης μετανάστευσης των πληροφοριών και των κεφαλαίων, διαμορφώνει οικονομίες πολύ υψηλής ανταγωνιστικότητας. Οι κοινωνίες που δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σε αυτήν την πρόκληση κινδυνεύουν να γκρεμιστούν (και ήδη υποχωρούν) από τη θέση που έχουν καταλάβει στο διεθνές σύστημα επί πολλές δεκαετίες. Πόσο μάλλον η Ελλάδα! Το αντίδοτο ασφαλώς είναι η παιδεία δυνατού επιπέδου, οι επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό και έρευνα. Από την ικανότητα των χωρών, στη δημιουργία νέων ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών διεθνούς ζήτησης, στη νέα τεχνολογία που μεταβάλλει τα κόστη και τους οικονομικούς κλάδους, θα κριθούν η ανάκαμψη των οικονομιών και η ανάπτυξη των κοινωνιών, για τις οποίες πολύς λόγος γίνεται πρωτίστως σήμερα στη χώρα μας. Είναι ο επόμενος κύκλος που θα κρίνει τη βιωσιμότητα και την προοπτική, το βιοτικό επίπεδο, τα εισοδήματα, τις θέσεις απασχόλησης, ιδίως για την Ελλάδα. Εάν πράγματι η χώρα μας θα καταφέρει κάποτε, δηλαδή, να βγει από την κρίση…

 

 
ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

Σουηδικά κουπόνια εκπαίδευσης

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 21.01.2018

Σ​​την πρωτεύουσα-χώρα της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας γίνεται από το 1992 ένα ενδιαφέρον όσο κι αποδοτικό για την Παιδεία πείραμα. Οι Σουηδοί πολίτες είναι ελεύθεροι να διαλέξουν το σχολείο των παιδιών τους. Παίρνουν από το κράτος ένα κουπόνι που αντιστοιχεί στα δίδακτρα των παιδιών τους και το καταθέτουν στο σχολείο της επιλογής τους, που μπορεί να είναι δημόσιο (δηλαδή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης), μη κερδοσκοπικό, ή ιδιωτικό. Το σουηδικό σύστημα σχολικών κουπονιών, σύμφωνα με τον Σουηδό ιδιοκτήτη σχολείων Peje Emilsson (όπως καταγράφεται στο νέο βιβλίο «Το κίνητρο του κέρδους στην εκπαίδευση») αποτελείται από πέντε βασικά μέρη:

• Υπάρχει ο πυρήνας του προγράμματος διδασκαλίας τον οποίο πρέπει να ακολουθούν όλα τα σχολεία που λαμβάνουν κρατική επιχορήγηση. Η Εθνική Σχολική Επιθεώρηση παρακολουθεί τη συμμόρφωση και αποτιμά την ποιότητα.

• Τα εγκεκριμένα ανεξάρτητα σχολεία χρηματοδοτούνται βάσει του αριθμού των μαθητών που εκπαιδεύουν – ένα κουπόνι για κάθε μαθητή που επιλέγει το συγκεκριμένο σχολείο. Η Εθνική Σχολική Επιθεώρηση έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα της έγκρισης των σχολείων. Οι τοπικές αρχές μπορούν να υποβάλουν ένσταση –και το κάνουν συχνά–, αλλά δεν μπορούν να ασκήσουν βέτο στην απόφαση.

• Το ποσό του κουπονιού καταβάλλεται από την εκάστοτε τοπική αρχή και ποικίλλει από κοινότητα σε κοινότητα ανάλογα με τις διαφορές στο κόστος. Η εθνική νομοθεσία ορίζει ότι οι τοπικές αρχές υποχρεούνται να καταβάλλουν στα ανεξάρτητα σχολεία ένα ποσό που αντιστοιχεί στο μέσο κόστος ενός μαθητή στο τοπικό κρατικό σχολείο, το οποίο ο μαθητής αυτός θα παρακολουθούσε υπό άλλες συνθήκες. Αυτό σημαίνει ότι τα ανεξάρτητα σχολεία δεν αυξάνουν την κρατική εκπαιδευτική δαπάνη ανά μαθητή – απλώς την αναδιανέμουν σύμφωνα με τις επιλογές των γονέων και των μαθητών. Αυτό το ονομάζουμε «κουπόνι», αλλά στην πράξη τα ανεξάρτητα σχολεία χρεώνουν άμεσα τις τοπικές αρχές, βάσει του αριθμού των εγγεγραμμένων σε αυτά μαθητών.

• Τα ανεξάρτητα σχολεία δεν επιτρέπεται να χρεώνουν επιπρόσθετα δίδακτρα. Ετσι δεν μπορούν να διαλέγουν μαθητές, αλλά οφείλουν να τους αποδέχονται στη βάση της χρονικής τους προτεραιότητας.

• Εντός του πλαισίου του προγράμματος διδασκαλίας, τα ανεξάρτητα σχολεία είναι ελεύθερα να οργανώνουν τα εκπαιδευτικά και ωρολόγια προγράμματά τους, καθώς και τις παιδαγωγικές τους μεθόδους. Η μεταρρύθμιση των ελεύθερων σχολείων συνοδεύτηκε από απορρύθμιση, από ένα σύστημα που το κράτος ρύθμιζε κάθε λεπτομέρεια, μέχρι και το μέγεθος της σχολικής τάξης, σε ένα σύστημα που το κράτος ελέγχει τις επιδόσεις και τα αποτελέσματα, αλλά δίνει έναν μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας ως προς τις μεθόδους και τις επιμέρους λεπτομέρειες.

Η Barbara Bergstrom παραιτήθηκε από δασκάλα ενός κρατικού σχολείου και με το όνειρο «να δημιουργήσω το δικό μου σχολείο, στο σχήμα και στη μορφή που πίστευα με πάθος. Αυτό δεν θα ήταν εφικτό αν έμενα στο κρατικό σχολικό σύστημα. Μόνο ιδρύοντας το δικό μου σχολείο, με ελευθερία δράσης, μπόρεσα να πετύχω όσα πέτυχα… το 2002, με προσέγγισε ο δήμος της Järfälla, βόρεια της Στοκχόλμης, ζητώντας μου να αναλάβω και να αναμορφώσω ένα αποτυχημένο κρατικό σχολείο, επίσης σε μια περιοχή μεταναστών, πράγμα που έκανα». Μέχρι το 2011 η εταιρεία της Internationella Engelska Skolan (IES) εκπαίδευε πάνω από 11.000 μαθητές σε 17 σχολεία σε ολόκληρη τη Σουηδία – πράγμα που την έκανε τη μεγαλύτερη οργάνωση ελεύθερων σχολείων στο επίπεδο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Η ίδια είναι πεπεισμένη ότι «αν οι κυβερνήσεις θέλουν να δοκιμάζονται νέες ιδέες, θα πρέπει να επιτρέπουν σε αυτές να εφαρμόζονται έξω από το υφιστάμενο κρατικό σύστημα. Και όσοι προσφέρουν νέες ιδέες πρέπει να μπορούν να φτάνουν στους γονείς, στους πραγματικούς τους “πελάτες”, και να μην εξαναγκάζονται να εξαρτώνται από τα τοπικά σχολικά συμβούλια που σχεδόν πάντα υπονομεύουν αυτές τις προσπάθειες. Η αντίληψη ότι η οικονομία της αγοράς χαρακτηρίζεται απλώς και μόνο από το κίνητρο του κέρδους συνιστά μια απόλυτη παρανόηση. Συχνά παραβλέπεται το γεγονός ότι μια κομβική πτυχή μιας “αγοράς” είναι το ότι ενθαρρύνει τον πειραματισμό και επιτρέπει σε ανθρώπους με ιδέες να τις θέτουν σε εφαρμογή… Χωρίς την ελευθερία της αγοράς όμως, πολλές εξαίρετες ιδέες και όνειρα δεν θα φτάσουν το στάδιο της δοκιμής τους στην πράξη, και επιχειρήσεις όπως η IES δεν θα υπήρχαν».

Οι επικριτές

Υπάρχουν βεβαίως και οι επικριτές του νέου σουηδικού εκπαιδευτικού συστήματος, που υποστηρίζουν ότι μετά την εισαγωγή των κουπονιών οι επιδόσεις των μαθητών σύμφωνα με τους δείκτες PISA μειώθηκαν. Αυτό είναι αληθές. Κοιτάζοντας το Pisa results on focus που εξέδωσε ο ΟΟΣΑ (το τελευταίο αφορούσε το 2015), βλέπουμε ότι η βαθμολογία στη Σουηδία κατά μέσον όρο τις τρεις τελευταίες χρονιές: έπεσε στο επιστημονικό πεδίο κατά τέσσερις μονάδες (-4), ανέβηκε στην ανάγνωση κατά μία μονάδα (+1), κι έπεσε στα μαθηματικά κατά πέντε μονάδες (-5). Το ίδιο όμως και στη Φινλανδία: επιστήμη -11, ανάγνωση -5, μαθηματικά -10! Οι δείκτες του ΟΟΣΑ που αποτυπώνουν τις βασικές αυτές δεξιότητες υποχωρούν (αυτό μάλλον έχει να κάνει με το γεγονός ότι διάφορα ηλεκτρονικά γκάτζετ μπήκαν στην ζωή των μαθητών) κατά μέσον όρο μία μονάδα στην τριετία. Σε κάποιες χώρες όπως η Νέα Ζηλανδία πολύ (επιστήμη -7, ανάγνωση -6, μαθηματικά -8), σε κάποιες χώρες, όπως η Σιγκαπούρη ανεβαίνουν (επιστήμη +7, ανάγνωση +5, μαθηματικά +1) και σε πολλές τα αποτελέσματα είναι μεικτά.

Η σύγκριση όμως πρέπει να γίνει εντός της Σουηδίας. «Η πιο σημαντική πτυχή της μεταρρύθμισης των κουπονιών και της νέας εκπαιδευτικής αγοράς», γράφει ο Peje Emilsson, «είναι πως οι μαθητές των ανεξάρτητων σχολείων έχουν καλύτερες ακαδημαϊκές επιδόσεις από τους μαθητές των κρατικών σχολείων. Ενας τέτοιος δείκτης των επιδόσεων ονομάζεται “βαθμολογική αξία” – είναι ο μέσος όρος των βαθμών που λαμβάνουν οι μαθητές… Την άνοιξη του 2011 η μέση βαθμολογία των αποφοίτων της ένατης τάξης σε όλα τα σουηδικά υποχρεωτικά σχολεία –κρατικά και ανεξάρτητα– ήταν 211. Μόνο στα ανεξάρτητα σχολεία ήταν 229. Ενας ακόμα δείκτης είναι τα εθνικά διαγωνίσματα στα κύρια αντικείμενα που διεξάγονται σε όλα τα σχολεία και διορθώνονται σύμφωνα με ένα πανεθνικό πρότυπο (σ.σ.: σαν τις δικές μας Πανελλαδικές). Κι εδώ, οι μαθητές των ανεξάρτητων σχολείων έχουν σαφώς καλύτερες επιδόσεις… Και θυμηθείτε πως δεν επιτρέπεται στα ανεξάρτητα σχολεία, σε καμία βαθμίδα του εκπαιδευτικού συστήματος, να επιλέγουν τους μαθητές τους»…

​​«Το κίνητρο του κέρδους στην εκπαίδευση: Συνεχίζοντας την επανάσταση», επιμέλεια James B. Stanfield, μετάφραση Νίκος Ρώμπαπας, εκδ. Παπαδόπουλος.

Κοινωνική Ευρώπη, μία νέα Παιδεία

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΤΟΦΩΛΟΣ

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 19.11.2017

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο ​​Ζακ Ντελόρ, θέλοντας κάποτε να δώσει μία περισσότερο πολιτική και κοινωνική διάσταση στην προοπτική της Ενωμένης Ευρώπης, είχε υπογραμμίσει ότι είναι «αδύνατον να ερωτευτείς μία κοινή αγορά» όσο και να το προσπαθήσεις. Η βαθιά οικονομική κρίση, η οποία χτύπησε την καρδιά του ευρωπαϊκού οικοδομήματος απειλώντας και την ίδια την ύπαρξη του ενιαίου νομίσματος, απέδειξε την αλήθεια των λόγων, τη στοχαστικότητα και τη διορατικότητα του σοφού πρώην ηγέτη της Κομισιόν. Η Ευρώπη χρειάζεται αναμφίβολα ένα ισχυρό κοινωνικό υπόβαθρο, υπερεθνικής εμβέλειας, όχι για να εξισορροπεί μόνο οικονομικές εξελίξεις, αλλά και για να καταφέρει να επιτύχει την ολοκλήρωσή της, την ένωση.

Η οικονομική Ευρώπη προϋποθέτει την πολιτική Ευρώπη, για την οποία προαπαιτούμενη βάση είναι η κοινωνική Ευρώπη. Τι μπορεί να σημαίνει όμως αυτό; Προφανώς όχι την επανίδρυση του χρυσού κοινωνικού κράτους, όπως αναπτύχθηκε μετά το 1950 συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της Δύσης. Το μοντέλο αυτό, δυστυχώς, είναι αδύνατον να σταθεί και να συντηρηθεί πλέον μέσα στις συνθήκες του άγριου ανταγωνισμού που επέφερε η παγκοσμιοποίηση, αλλά δεν συνεπάγεται ότι η Ευρώπη θα πρέπει να παραμείνει με σταυρωμένα τα χέρια, παρακολουθώντας τη διόγκωση του λαϊκισμού και του εθνικισμού, εξαιτίας του κοινωνικού ελλείμματος που προκλήθηκε. Κοινωνική Ευρώπη μπορεί να σημαίνει ισχυρή πολιτική, σε ενιαίο επίπεδο, που θα αμβλύνει σημαντικά τις νέες εκρηκτικές ανισότητες μεταξύ των μεγάλων κοινωνικών ομάδων. Σημαίνει επίσης πολιτική νέων και ίσων ευκαιριών πρόσβασης, για όλες τις κοινωνικές τάξεις, στα βασικά δημόσια αγαθά, όπως είναι η υγεία και πρωτίστως η παιδεία.

Ανεξαρτήτως των συμπερασμάτων και των θέσεων που θα προκύψουν μετά την προχθεσινή σύνοδο για την εργασία και την καταπολέμηση της ανεργίας, στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, το κορυφαίο θέμα για τη συγκρότηση ενός κεντρικού κοινωνικού πυλώνα είναι πράγματι η παιδεία. Η αναβάθμιση της παιδείας και των εκπαιδευτικών συστημάτων σε μία πανευρωπαϊκή βάση πραγμάτων. Η παιδεία θα πρέπει ίσως να λειτουργήσει ως το κρισιμότερο προωθητικό μοτέρ αυτού του μοναδικού οικονομικού και πολιτικού project που λέγεται Ενωμένη Ευρώπη και τώρα είναι η ευκαιρία.

Η παιδεία εμπεριέχει ως γνωστόν πολλά και ουσιαστικά θέματα, ας επισημάνουμε τη μείωση των ταξικών αντιθέσεων, πράγμα που διευκολύνει την κοινωνική συνοχή, η οποία έχει διαταραχθεί πολύ άσχημα τα χρόνια της κρίσης στα κράτη-μέλη. Η παιδεία λειτουργεί σαν κοινωνικός αναβατήρας, προσφέροντας τη γνώση, χωρίς διακρίσεις, σε όσους έχουν τα προσόντα και τη δίψα της δημιουργίας και της επιτυχίας. Αρα, με την παιδεία ανανεώνονται οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ, απελευθερώνονται ηγετικές ικανότητες, βελτιώνονται δεξιότητες, γεννιούνται καινοτόμες ιδέες κ.λπ. Απαιτούνται λοιπόν υψηλά στάνταρ, αλλά παράλληλα δυνατά κίνητρα και όροι που θα υποστηρίζουν την πρόσβαση στην παιδεία, όλων των βαθμίδων, από το σύνολο της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει πολιτική, δημοκρατία και δημόσιος χώρος, απόλυτα ταυτισμένα στοιχεία με την ευρωπαϊκή κουλτούρα. Τέτοιου τύπου πολιτική είναι αναγκαία, ειδικότερα σήμερα, με δεδομένο ότι η κρίση έχει τσακίσει τη μεσαία τάξη, τα εισοδήματα της οποίας δεν μπορούν να στηρίξουν τις σπουδές των παιδιών της.

Παράλληλα βεβαίως, η υψηλού επιπέδου παιδεία αποτελεί το πλέον σύγχρονο εργαλείο για την αύξηση της παραγωγικότητας των οικονομιών των κρατών-μελών, άρα και για την οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης. Είναι καθαρά στοιχείο της ανταγωνιστικότητας το υψηλής ποιότητας ανθρώπινο δυναμικό, η κατάρτιση, η εξειδίκευση, η ικανότητα προσαρμογής και συνεργασίας, σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον το οποίο αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, με νέες τεχνολογίες και εφαρμογές. Στοιχεία θεμελιώδη για το μέλλον είναι όλα αυτά και είναι χαρακτηριστικό πως στο μέτωπο αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες προηγούνται με μεγάλη απόσταση. Τέλος, όμως, η προτεραιότητα σε παιδεία και σε σύγχρονα εκπαιδευτικά προγράμματα πάνω σε μία κοινή αντίληψη, είναι αυτή η πολιτική η οποία μπορεί να δημιουργήσει την απαραίτητη κοινή ευρωπαϊκή συνείδηση. Να νιώσουμε πολίτες της Ευρώπης!

 

 ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Είμαστε η παιδεία μας

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γιατί άραγε ενώ εδώ και δεκαετίες, δεκάδες χιλιάδες νέοι συμμετέχουν στις Πανελλαδικές Εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, σπουδάζουν και αποφοιτούν, το πολιτιστικό και μορφωτικό επίπεδο της χώρας παραμένει χαμηλό; Γιατί, δηλαδή, η επιθυμία (υπαρκτή ή επιβεβλημένη) για ανώτατες σπουδές συνυπάρχει με άνθηση των χειρότερων χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας και υποστολή όλων εκείνων που οδηγούν στην κατάκτηση της, μετά κόπου και αξιολόγησης, «αριστείας»; Στην πρώτη ερώτηση εμπεριέχεται ενδεχομένως και μέρος της απάντησης: πώς είναι δομημένο το σύστημα των εξετάσεων, τι σημαίνει «θέλω να μπω στο πανεπιστήμιο» για τον υποψήφιο, τι σημαίνει μπαίνω στο πανεπιστήμιο με βαθμολογία ακόμη και πολύ κάτω από τη βάση του 10, ποιο είναι το επίπεδο των σπουδών, κ.ο.κ. Εδώ και δεκαετίες η είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ο κύριος στόχος στη ζωή της ελληνικής οικογένειας. Στόχος και τρύπα την ίδια στιγμή. Για την ακρίβεια, όλο και μεγαλύτερη «τρύπα» που οδηγεί είτε σε κάποιο πανεπιστήμιο του εξωτερικού είτε στην ανεργία ή και στα δύο.

Στον πυλώνα (έτσι δεν τον αποκαλούμε;) «εκπαίδευση» κατοικούν παθογένειες μέσα από τις οποίες εύκολα διαβάζει κανείς την ελληνική κοινωνία και πολιτεία, τον «ελληνικό» τρόπο σκέψης και προσέγγισης της πραγματικότητας. Τα διαχρονικά προβλήματα της εκπαίδευσης διαμορφώνουν συστήματα αξιών, παρασιτισμού, κακώς εννοούμενου «επιβιωτισμού» –καθώς κατρακυλάει εύκολα στο άδειασμα και στην ανημπόρια– διαπλοκών, ωχαδελφισμού, εξυπνακισμού, στρεβλού ανταγωνισμού (χωρίς κανόνες), ένα πλέγμα υστερήσεων και παραμορφώσεων.

Μέσω της εκπαίδευσης, όλων των βαθμίδων, μαθαίνουμε ή δεν μαθαίνουμε να διαβάζουμε ιστορία, να σεβόμαστε το περιβάλλον, να αξιολογούμε και να αξιολογούμαστε, να επιχειρηματολογούμε, να προχωρούμε. Η εκπαίδευση παρέχει τα εργαλεία για να μπορούμε να κάνουμε αναγωγές στη «μεγάλη εικόνα» του κόσμου ή για να βυθιζόμαστε στον «άκρατο υποκειμενισμό» του μικρού, πεπερασμένου και αενάως επαναλαμβανομένου. Ανάμεσα στον μιμητικό καθωσπρεπισμό, στις στρογγυλεμένες και καλοδιατυπωμένες παπαγαλίες της Βουλής των Εφήβων και στη σκέψη που αναπνέει ελεύθερα, συνθέτει και συνδυάζει, με επάρκεια και πρωτοτυπία, η διαδρομή είναι μακριά και επίπονη.

Είμαστε η (ευρύτερη) παιδεία μας, εκκινώντας από την (στενότερη) εκπαίδευσή μας. Είμαστε η μαθητεία μας στις τάξεις του δημοτικού, του γυμνασίου, του λυκείου, του πανεπιστημίου. Μας αρέσει αυτό που είμαστε;

Παιδεία, εκπαίδευση και κοινωνική συνείδηση

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Στο εκπαιδευτικό σύστημα, σημαντικό ρόλο παίζει η χρήση κανόνων που συμβάλλουν στη συγκρότηση της προσωπικότητας του μαθητή, για να προετοιμασθεί και να ωριμάσει προτού εισέλθει στον κοινωνικό στίβο.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Λ​​ένε ότι οι καλοί τρόποι και η φυσική ευγένεια φαίνονται, όχι όταν μιλάει κανείς με τη βασίλισσα Ελισάβετ, αλλά με τον μπάτλερ της. Πώς, όμως, καλλιεργούνται οι κανόνες καλής συμπεριφοράς; Αρκούν, σε μία κοινωνία, ένα κράτος, οι καλοί νόμοι ή οι καλές προθέσεις; Και αν υποθέσουμε ότι έχουν προβλεφθεί και υπάρχουν, εφαρμόζονται οι πρώτοι και πραγματοποιούνται οι δεύτερες; Πώς θα λειτουργήσουν ομαλά και αποτελεσματικά οι ομάδες, τα άτομα στον δημόσιο χώρο, είτε στον ιδιωτικό ή τον κρατικό; Πόσο προετοιμασμένοι είμαστε για να παράγουμε απρόσκοπτο και γόνιμο έργο ώστε να μη χάνεται ο χρόνος σε ασήμαντα και πολύ «ανθρώπινα» ζητήματα, τα οποία μας απομακρύνουν από την ουσία των πραγμάτων και μας καθηλώνουν σε ένα σημείο, όπου αυτάρεσκα τελματωμένοι δεν αλλάζουμε τίποτα, μοιραίοι και απομονωμένοι στον μικρόκοσμό μας, εθισμένοι στο να υποτιμούμε τη νοημοσύνη του άλλου, γιατί τόσο μας επιτρέπει η περιορισμένη δική μας;

Κοινός τόπος ότι δεν θα δημιουργηθεί ο τέλειος άνθρωπος ακόμα και αν αυτός φοιτήσει στο πιο προωθημένο εκπαιδευτικό σύστημα. Ωστόσο, υπάρχουν τρόποι και έχουν υιοθετηθεί θεσμοί, σε μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες, οι οποίοι έχουν δοκιμαστεί αλλού, ώστε να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά ακραίες κοινωνικές καταστάσεις, όπως η επιθετικότητα, η απουσία συνεργατικού πνεύματος. Τέτοιοι είναι η αξιολόγηση στον χώρο εργασίας και η υιοθέτηση των επαρκών και κατάλληλων κοινωνικών συμβάσεων, οι καλοί τρόποι που προσφέρουν, όταν εφαρμόζονται σωστά, τους χρήσιμους «αρμούς», οι οποίοι συγκρατούν την αυθαιρεσία και τον κοινωνικό κανιβαλισμό, ενισχύουν τους δεσμούς εμπιστοσύνης. Και επειδή οι απλές γνώσεις σε θέματα επιστημονικά δεν είναι αρκετές για να δημιουργηθούν ολοκληρωμένες προσωπικότητες, απαιτούνται άλλοι χειρισμοί, στον χώρο του σχολείου, από την πρώτη κιόλας στιγμή, οι οποίοι διασφαλίζουν την ομαλή συμβίωση των ατόμων, όπου κυρίαρχο ρόλο οφείλουν να παίζουν ο σεβασμός, η αλληλεγγύη, η συνεργασία, όχι κατά το δοκούν, αλλά με εκείνες τις δεξιότητες και τους κανόνες που αποφέρουν θετικά αποτελέσματα προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Στο εκπαιδευτικό σύστημα, σημαντικό ρόλο παίζει η χρήση κανόνων που συμβάλλουν, μέσω της σωστής τους διαχείρισης και της κατάλληλης εκπαίδευσης των δασκάλων και καθηγητών, στη συγκρότηση της προσωπικότητας του μαθητή, για να προετοιμασθεί και να ωριμάσει προτού εισέλθει στον κοινωνικό στίβο.

Η αξιολόγηση, ως τμήμα του εκπαιδευτικού και εργασιακού συστήματος, μπορεί να γίνεται αμφίδρομα. Από πάνω προς τα κάτω και αντιθέτως. Και χρειάζεται να λειτουργεί και να βελτιώνεται διαρκώς ως αναπόσπαστο μέρος της όλης εκπαιδευτικής και εργασιακής διαδικασίας. Διότι είναι απαραίτητο, για την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας, να κρίνεται και εκείνος ο οποίος ασκεί εξουσία, καθώς η έμφυτη ή επίκτητη ευγένεια ή οι διοικητικές δεξιότητές του θα φανούν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τον μαθητή ή τον υφιστάμενο. Γι’ αυτό θα ωφελήσει την κοινωνία αν συνυπολογιστεί και αξιοποιηθεί ο τρόπος ή οι τρόποι με τους οποίους οι μαθητές μπορούν να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες και κοινωνική συνείδηση, ώστε να μάθουν τα όριά τους, τα μέσα να συμβιώνουν αγαστά με τους άλλους, να γίνουν κάποτε καλοί επαγγελματίες, σωστοί μάνατζερ, να ελέγξουν και καθυποτάξουν τα αταβιστικά ένστικτα.

Και πρέπει οι ειδικοί, όσοι δηλαδή είναι υπεύθυνοι για τα προγράμματα και τη λειτουργία των θεσμών στην εκπαίδευση, πέραν πολιτικών σκοπιμοτήτων, αφού μελετηθούν τα δεδομένα, να θέσουν τις βάσεις για πράξεις και να μη μένουν στα λόγια, στις αόριστες έννοιες και τα συνθήματα, καθώς και στα σχέδια επί χάρτου. Και τα όποια προγράμματα εξαγγέλλονται, να εφαρμόζονται πρώτα πιλοτικά και να ερευνώνται τα αποτελέσματά τους, να αξιολογούνται και να βελτιώνονται. Εξάλλου, χρειάζεται κοινός νους, κοινοί στόχοι, συναίνεση και πολλή δουλειά, για να δρομολογηθούν δραστικά οι βελτιώσεις, για να αλλάξει η νοοτροπία του τύπου «θα του δείξω εγώ», ώστε να αποκλειστεί η καταφυγή και παραμονή σε μικροψυχίες και νοσηρές καταστάσεις. Αλλως, θα αναζητούνται διαρκώς ικανά στελέχη για τη συγκρότηση και ανάπτυξη ευαίσθητων δημόσιων φορέων, ενώ θα ανακυκλώνονται παθογένειες του παρελθόντος και του παρόντος.

Αριστεία: Το συντομότερο μονοπάτι για την επιτυχία

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΑΡΑΝΤΙΛΗΣ* Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Μ​​ε την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ της χώρας, την προηγούμενη Τετάρτη, αποδείχθηκε για μία ακόμη φορά ότι η συμμετοχή ενός οργανισμού, στην προκειμένη περίπτωση ενός πανεπιστημιακού τμήματος, στη διαδικασία προσέγγισης της Αριστείας αποτελεί το συντομότερο μονοπάτι για την επιτυχία και την αναγνώρισή του. Αναφέρομαι στο Τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας (ΔΕΤ) του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των καλύτερων υποψηφίων φοιτητών και να αναδειχθεί στο τμήμα με την υψηλότερη βάση εισαγωγής στο πεδίο Οικονομίας και Πληροφορικής σε όλη τη χώρα. Γιατί όμως αναφέρομαι στο ΔΕΤ και όχι, για παράδειγμα, στη Νομική Αθήνας, που επίσης πρώτευσε; Μήπως επειδή έχω την τιμή να είμαι καθηγητής και πρώην πρόεδρος του; Οχι, απλώς, λόγω των συγκεκριμένων ιδιοτήτων μου, γνωρίζω ότι το ΔΕΤ, χωρίς αντικειμενικά να έχει κανένα από τα παραδοσιακά πλεονεκτήματα, όπως τίτλο κάποιου παραδοσιακού επαγγέλματος (π.χ. Νομική, Ιατρική, Λογιστική) και χωρίς μεγάλη αναγνωρισιμότητα λόγω της μικρής ιστορίας του –εισήχθησαν για πρώτη φορά φοιτητές το 2000– επιδίωξε στρατηγικά με όλες τις δυνάμεις του την Αριστεία ως μέσο πειθούς των υποψηφίων ώστε να αποτελέσει την πρώτη επιλογή τους. Και τελικώς, βάσει των αποτελεσμάτων της Τετάρτης, τα κατάφερε. Λαμβάνοντας υπόψη λοιπόν τα κριτήρια προσέγγισης της Αριστείας όπως είχαν οριστεί σε προηγούμενο άρθρο μου («Καθημερινή», 14/6/2015), το ΔΕΤ λειτούργησε με τον ακόλουθο τρόπο:

Κριτήριο 1: Η επίτευξη της κοινωνικής αποστολής του τμήματος. Τα μέλη του τμήματος είχαν την ακόλουθη διττή αποστολή, η οποία αποτέλεσε σημείο αναφοράς κάθε απόφασης και υπηρετήθηκε με συνέπεια: α) την υψηλού επιπέδου διδασκαλία και τη συνεχή ανάπτυξη των φοιτητών, β) την ερευνητική διάκριση και τη στενή σύνδεση με την αγορά εργασίας και την κοινωνία των πολιτών. Πώς επιτεύχθηκε; Οσον αφορά το πρώτο σκέλος της αποστολής, με την κατάρτιση ενός διεπιστημονικού προγράμματος σπουδών που συνδύαζε τη διοικητική επιστήμη, τις σύγχρονες τεχνολογίες και τις οργανωσιακές σπουδές, με την εφαρμογή αποτελεσματικών τρόπων διδασκαλίας (case studies, επιχειρηματικά παίγνια), ατομικών και ομαδικών εργαστηριακών εργασιών στη μεγάλη πλειονότητα των μαθημάτων, της υποχρεωτικής πρακτικής άσκησης σε επιχειρήσεις, των διαδικασιών συμβουλευτικής (mentoring) σε κάθε φοιτητή, με τη συμμετοχή φοιτητών σε διαγωνισμούς επιχειρηματικότητας και καινοτομίας και θερινά σχολεία που διοργάνωναν οι καθηγητές του τμήματος. Οσον αφορά το δεύτερο σκέλος της αποστολής, αυτό επιτεύχθηκε με την παραγωγή δημοσιεύσεων στα καλύτερα παγκοσμίως επιστημονικά περιοδικά, την εύρεση χρηματοδότησης απευθείας από την Ευρωπαϊκή Ενωση (E.E.) μέσω ερευνητικών ανταγωνιστικών προγραμμάτων, τις πολυάριθμες πρωτοβουλίες προώθησης της επιχειρηματικότητας (π.χ. διοργάνωση διαγωνισμών για νέους επιχειρηματίες, υποστήριξη καινοτόμων νέων ή υπό σύσταση βιώσιμων επιχειρήσεων), τη στενή συνεργασία με ΜΚΟ (π.χ. TEDx), τις δράσεις με τους σχετιζόμενους φορείς και επιμελητήρια (π.χ. Οικονομικό Επιμελητήριο).

Κριτήριο 2: Υιοθέτηση κουλτούρας συνεχούς μάθησης και καινοτομίας. Κάθε πέντε χρόνια το περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών εμπλουτιζόταν με εξειδικευμένα μαθήματα επιλογής, με γνώμονα την αποστολή του ΔΕΤ, τα νέα ερευνητικά αποτελέσματα, τα προγράμματα σπουδών αντίστοιχων τμημάτων κορυφαίων πανεπιστημίων του εξωτερικού (π.χ. στο MIT), καθώς και τις ανάγκες σε δεξιότητες του εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα αλλά και γενικότερα στην Ε.Ε.

Κριτήριο 3: Κατάρτιση στρατηγικού σχεδίου. Από την πρώτη ημέρα λειτουργίας του, το ΔΕΤ κατάρτισε αναλυτικό στρατηγικό σχέδιο που περιλάμβανε το όραμα, τους μακροπρόθεσμους και βραχυπρόθεσμους στόχους, τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματά του και το σχέδιο δράσης επίτευξής τους. Η κατάκτηση της πρώτης θέσης στην Ελλάδα με κριτήριο τις βάσεις εισαγωγής στο επιστημονικό πεδίο Οικονομία/Διοίκηση ήταν ένας από τους βραχυπρόθεσμους στόχους στην τελευταία επικαιροποίηση της στρατηγικής. Η τοποθέτηση του τμήματος ανάμεσα στα δέκα καλύτερα της Ευρώπης, με κριτήριο την έρευνα, αποτελεί έναν εφικτό μακροπρόθεσμο στόχο.

Κριτήριο 4: Επιλογή σωστών συνεργατών. Το σημαντικότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του ΔΕΤ ήταν η επικράτηση ομαδικού πνεύματος και ίδιων θεμελιωδών αξιών ανάμεσα στα μέλη του τμήματος: ακεραιότητα, υψηλές επιδόσεις, συνεργασία και εξωστρέφεια. Τα μέλη δεν αναλώθηκαν σε αντιπαραθέσεις, αντιθέτως συνεργάστηκαν ενισχύοντας το κλίμα εμπιστοσύνης και δέσμευσης.

Κριτήριο 5: Συνεχής αξιολόγηση. Το σύνθημα ήταν «αξιολόγηση παντού», αξιολόγηση όλων των μαθημάτων και των διδασκόντων από τους φοιτητές με απόλυτα αντικειμενικές διαδικασίες, αξιολόγηση στις εκλογές και εξελίξεις των καθηγητών με αμιγώς αντικειμενικά κριτήρια που ενθάρρυναν τη διαφάνεια και ενίσχυσαν τη θέση του ΔΕΤ στο διεθνές ακαδημαϊκό γίγνεσθαι, αξιολόγηση και των μεταπτυχιακών του τμήματος από τους κορυφαίους ανεξάρτητους διεθνείς οργανισμούς (π.χ. Association of MBAs – AMBA).

Το ΔΕΤ αποτελεί ένα ακόμη κύτταρο της ελληνικής κοινωνίας που διακρίνεται παρά τη μεγάλη οικονομική κρίση, την έλλειψη κρατικής χρηματοδότησης, τη φυγή υψηλού επιπέδου επιστημόνων, την αδυναμία της πολιτείας να το υποστηρίξει ακόμη και στα αυτονόητα… Προϋπόθεση για ένα καλύτερο μέλλον; Η προσήλωση στη συνεχή ικανοποίηση των προαναφερθέντων κριτηρίων.

*Ο κ. Χρήστος Ταραντίλης είναι καθηγητής Διοικητικής Επιστήμης και Λήψης Αποφάσεων στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Αφήστε ήσυχο το δημόσιο Πανεπιστήμιο

Θεωρώ οτι μιά απ’ τις φιλολαϊκότερες φωνές που ακούσθηκαν τελευταία είναι η φωνή απελπισίας του πρύτανη Φορτσάκη «αφήστε-μας ήσυχους επιτέλους!». Τριανταπέντε χρόνια τώρα, τα Κόμματα σφετερίσθηκαν τα ελληνικά πανεπιστήμια, χρησιμοποιώντας-τα ως χώρους κομματικών ασκήσεων, εις βάρος των συμφερόντων του Λαού.
Επιτρέψτε-μου λοιπόν να θυμίσω (με λόγου γνώση, νομίζω) «τί είναι το Πανεπιστήμιο», για να αντιληφθείτε πόσο αντιλαϊκός είναι ο τσαμπουκάς του χθεσινού λυκειόπαιδος που μας ανάγγειλε απ’ την τηλεόραση οτι πρέπει να μπαινοβγαίνει στην Πρυτανεία όποιος γουστάρει «για να στηρίξει τα δίκαια των φοιτητών και του Λαού» – τί σύγχυση (που την κατάπιναν οι Συμπολίτες-μας τριάντα χρόνια τώρα…).
Αλλ’ άς αρχίσω καλύτερα με το τί ΔΕΝ είναι τα Πανεπιστήμια:
  • Δέν είναι «Διάπλασις των Παίδων» για να νουθετήσομε τα παιδάκια – αυτός ο υψηλός σκοπός έχει ανατεθεί στη Γενική Παιδεία (και δέν τα πήγε πάντοτε πολύ καλά).
  • Δέν είναι φροντιστήρια κομματικής πολιτικής – αυτά άς τα φιάξουν στις δικές-τους αυλές τα κόμματα κι όχι στο Παρασκευαστήριο της Καινοτομίας για τον Ελληνικό Λαό που περιμένει.
  • Δέν είναι υποκατάστατο της Λαϊκής Θέλησης: Τα περι «μπροστάρισσας φωτεινής μειοψηφίας» φληναφήματα ξινίσανε στις προθήκες της Ιστορίας της χιτλερικής και της σταλινικής νεολαίας. Η Δημοκρατία δέν αναγνωρίζει πολίτες «πρώτης κατηγορίας» με κριτήριο την ηλικία: Όταν η «επανάσταση» γίνεται τρείς φορές το μήνα επι τριάντα χρόνια, κάποιο απολιτικό σύνδρομο μυρίζει. Μια άγνοια δηλαδή της απέραντης περιπλοκής των πολιτικών πραγμάτων και των συμφερόντων του… «υπόλοιπου» λαού. Ο οποίος έχει εξουσιοδοτήσει τις δικές-του Συντεχνίες, τα δικά-του Κόμματα, τους δικούς-του Αντιπροσώπους – κι όχι αυτόκλητους προστάτες.
Ας θυμηθούμε τώρα τις στοιχειώδεις (και παγκοσμίως γνωστές) δράσεις των Πανεπιστημίων. Τί θέλομε να πετύχομε διδάσκοντας  μέσα στα Πανεπιστήμια;

α) Αυτοσυνειδητοποίηση
, ενσχέσει προς τον φυσικό και τον κοινωνικό περίγυρο (υποστασιακή ανάγκη συσχετισμού), σπουδάζοντας την προγενέστερη πείρα της Ανθρωπότητας μέσω ενος corpus βασικής Επιστήμης και Φιλοσοφίας. Διδασκαλία, δηλαδή, θεμελιωδών Επιστημών (μύηση στον ορθό λόγο και μείωση της ταχύτητας παλαίωσης των γνώσεων).

β) Επιβίωση
, αναπτύσσοντας την επιστημονική ικανότητα:
  • να αμύνομαι κατά των φυσικών κινδύνων και
  • να παράγω ποικίλα αγαθά (υλικά και υπηρεσίες).
Διδασκαλία, δηλαδή, εξειδικευμένων Κλάδων για την εξυπηρέτηση καίριων κοινωνικών αναγκών.
γ) Αναπαραγωγή γνώσης, χάρις στην ανάπτυξη κριτικού πνεύματος και ερευνητικών δεξιοτήτων – τεράστιο δυναμικό για το μέλλον του Λαού.
Ετσι, το δημόσιο Πανεπιστήμιο είναι Δημόσιο στην εξυπηρέτηση ενος πολύσυγκεκριμένου σκοπού δημοσίου συμφέροντος – κι όχι όποιου σκοπού γουστάρει ο καθένας. Κι όλος ετούτος ο φιλόδοξος σκοπός – που στηρίζει την ολβιότητα των Ατόμων υπηρετεί τις πρακτικές ανάγκες των Κοινωνιών και εμπνέει την Καινοτομία ως δύναμη θεωρητική και εξόχως παραγωγική – δέν επιζητείται και δέν καλλιεργείται παρα μόνον μέσα στο Πανεπιστήμιο. Και επιτυγχάνεται με εναν δυσχερέστατον (και λεπτοφυή, θα τον έλεγα) συνδυασμό μέσων: Προφορική διδασκαλία, μαθητεία στο Εργαστήριο και στο Σπουδαστήριο, εργασίες κατ’ οίκον, αναζήτηση και μελέτη βιβλιογραφίας, Σεμινάρια, κ.λπ. – αλλα κυρίως με αφιέρωση και εμμονή όλων των μελών της πανεπιστημιακής Κοινότητας μέσα σ’ ενα περιβάλλον εμπνευστικό της Παιδείας, της Μαθητείας και της Συνεργασίας.

2.
Μέσα σε όλα τούτα, Κυρίες και Κύριοι, πού στο καλό βλέπουμε περιθώριο για τα ακόλουθα (αποκλειστικώς νεοελληνικά πλέον) άθλια φαινόμενα:
  • Καθολικό βρώμισμα του συνόλου οπτικού πεδίου με γραψίματα νηπιακής ασχετοσύνης. Τί ατμόσφαιρα Παιδείας μου λέτε σείς…
  • Θεατριλίκια καταλήψεων των θερινών ανακτόρων του τσάρου – με του ψύλλου πήδημα, κι απο ολιγάριθμα παιδιά – κι αυτό βαφτίζεται «διακίνηση ιδεών» (ποίων;).
  • Κουρδισμένη αντίδραση σε θέματα καίριας εκπαιδευτικής και λαϊκής σημασίας όπως «όχι στην εντατικοποίηση» (στοιχειώδης σύγκριση με το τί γίνεται στα πανεπιστήμια των κουτόφραγκων θα αποδείκνυε την υποδηλούμενη προτίμηση στην τεχνολογική-μας εξάρτηση απ’ τους ξένους;), «κάτω οι μεταπτυχιακές σπουδές γιατι… υποβιβάζουν τα πτυχία-μας» (χρόνια πολεμήσαμε τα κομματόπαιδα για να πετύχομε τούτην τη σπουδαία άνοδο του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου), «κάτω η βιομηχανική έρευνα» (γιατί θα βγάλει το σατανικό κέρδος η ελληνική βιομηχανία – και θα εξαρτώμαστε λιγότερο απ’ τις εισαγωγές), και άλλα φληναφήματα – που έχουν ξεχασθεί αιδημόνως σήμερα.
  • Μπουκαρίσματα γνωστών και αγνώστων αγριανθρώπων στις συνεδριάσεις των ψηφισμένων πανεπιστημιακών Οργάνων – για να επιβάλουν τη «θέλησή» τους (έλεος – σε ποιούς άλλους δημόσιους φορείς συμβαίνουν τέτοια χνέρια).
  • Οι εργαζόμενοι στα Πανεπιστήμια (διδάσκοντες, διοικητικοί, τεχνίτες) πετάγονται κατα διαστήματα όξω («καταλήψεις», σου λέει) – έγκλημα πρωτοφανές και μοναδικό, κατά του κοινού συμφέροντος.
Τριάντα χρόνια τώρα φωνάζουμε: Ολα τούτα είναι παντελώς άσχετα με τον τεράστιας λαϊκής σημασίας σκοπό των Πανεπιστημίων! Και πάντως καταστρεπτικά για τον σκοπό αυτόν. «Ξύπνα Λαέ», έγραφα εμμόνως.
Και αιωρείται τριάντα χρόνια το ερώτημα: Απο πού κι ως πού μια μειονότητα νεαρών Συμπολιτών-μας νομίζει οτι «εξουσιοδοτείται» (i) να παρανομεί ασύστολα, (ii) να γίνεται κήνσωρ της πολιτικής αρετής, απρόσκλητος και αναρμόδιος, και (iii) να σφετερίζεται τον μόνο ανοχύρωτο χώρο τον οποίον δέν μπορεί να ελέγξει η ελληνική Κοινωνία!
Και δέν μίλησα καθόλου για την καταπάτηση του ασύλου των ιδεών των διδασκόντων – ούτε για τις κατα διαστήματα καταστροφές της περιουσίας του Λαού, ούτε για την αθλιότητα να οργανώνονται συζητήσεις με δολοφόνους (νηπιακών αντιδημοκρατικών πολιτικών αντιλήψεων).
Είμαι 100% βέβαιος οτι κανένα ελληνικό Κόμμα δέν συμφωνεί μ’ αυτήν την εθνική αυτοκτονία – που δέν συμβαίνει πλέον σε καμιά Χώρα του Κόσμου (και διερωτώμαι γιατί άραγε ετούτη η διαφορά δέν έχει απασχολήσει τους καλούς πολιτικούς Αναλυτές μας…).
Αρα, έχω τη βεβαιότητα οτι η φωνή Φορτσάκη «κόμματα, αφήστε-μας ήσυχους επιτέλους» θα βρεί σύντομα ευρύτατη πολιτική αποδοχή απ’ όλα τα Κόμματα της Βουλής των Ελλήνων – παρά το γεγονός οτι άρχισαν να δημοσιεύονται πλήθος βαθυστόχαστων αναλύσεων απο Συναδέλφους μου, οι οποίες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: Οι μέν μας ειδοποιούν οτι θα υποστούμε αντίποινα καταλήψεων, φωνασκιών κ.λπ. – και πρέπει να σκιαχτούμε; [Σάμπως κάνομε τίποτ’ άλλο 30 χρόνια τώρα;] Κι οι δέ, οτι στο Πανεπιστήμιο «η επιστημονική έρευνα και η διδασκαλία αποσκοπούν […] στη δημοκρατία» (sic) κι οτι ο Πρύτανης που «ανήκει» (sic) και στους φοιτητές του τώρα με τον έλεγχο εισερχομένων στην Πρυτανεία «αφήνει απροστάτευτη την ακαδημαϊκή ελευθερία»!
Τα Κόμματα όμως δέν περιμένουν αυτές τις αναλύσεις για να πάρουν τις γενναίες αποφάσεις που έχει επείγουσα ανάγκη η Χώρα.
Ο κ. Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου.

Δημόσια Εκπαίδευση: Τίς πταίει;

Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ

 

Βιώνουμε τα τελευταία χρόνια μια συνεχή υποβάθμιση τής Δημόσιας Εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες της. Κύρια αιτία η οικονομική κρίση. Βασική αιτία βιαστικά, άστοχα και ανεπεξέργαστα νομοθετήματα. Καθοριστική αιτία στρεβλώσεις στη συμπεριφορά όλων των παραγόντων τής Παιδείας μας. Λανθάνουσα αιτία η απαιδευσία προσώπων στα κέντρα λήψεως αποφάσεων. Πρώτιστη αιτία η κομματική εκμετάλλευση τής Εκπαίδευσης με επικεφαλής μερικούς άμαθους μαθητές, ακάτεχους φοιτητές και άσοφους δασκάλους.
Κι όλα αυτά με θλιβερό και απροστάτευτο θύμα τη Δημόσια Εκπαίδευση όλων των βαθμίδων. Μια εκπαίδευση μονίμως υποχρηματοδοτούμενη, συχνά και με πολιτικής σκοπιμότητας αλόγιστες δαπάνες (πρβλ. την ίδρυση πλήθους αχρείαστων πανεπιστημιακών τμημάτων στη θέση ανάλογων μεταπτυχιακών προγραμμάτων). Μια εκπαίδευση αναξιολόγητη ή πρόχειρα έως βεβιασμένα αξιολογούμενη με «πρωτότυπες» διαδικασίες.Μια εκπαίδευση με ελάχιστη έως ανύπαρκτη προβλεψιμότητα ως προς την επιτέλεση των καθοριστικών λειτουργιών της: διδασκαλία και άσκηση μαθητών/φοιτητών με κάλυψη τής προβλεπόμενης ύλης, αντικειμενική αξιολόγηση διδασκόντων και διδασκομένων σε σχέση με την επίτευξη των στόχων, συνεργασία για την αντιμετώπιση εκπαιδευτικών προβλημάτων, διορθωτικές παρεμβάσεις και βελτίωση τής ποιότητας τού εκπαιδευτικού έργου κ.λπ. Μια εκπαίδευση που είτε με την έλλειψη τού απαιτούμενου διδακτικού προσωπικού είτε με την έλλειψη υποδομών και ελέγχου ως προς το επιτελούμενο έργο είτε με επαναλαμβανόμενες χρονοβόρες, ψυχοφθόρες και αναποτελεσματικές καταλήψεις γεννά δυσθυμία, σύγχυση, απογοήτευση και αγανάκτηση σε διδάσκοντες, διδασκομένους, γονείς και πολίτες τής κοινωνίας.Μια εκπαίδευση που η σύγκριση με το επίπεδο τής Δημόσιας Εκπαίδευσης των χωρών τής Ευρώπης –  και μεγάλου μέρους τής ιδιωτικής εκπαίδευσης στην ίδια τη χώρα μας – την αδικεί, την εκθέτει και την μειώνει στα μάτια τής κοινής γνώμης, που δεν γνωρίζει πάντοτε τα πραγματικά δεδομένα και τα αίτια τής κατάστασης. Ο Ελληνας πολίτης γνωρίζει ότι το σχολείο των παιδιών του έχει προβλήματα, ότι υποχρεώνεται να συμπληρώνει με δικά του χρήματα (ξένες γλώσσες, φροντιστήρια, ιδιαίτερα κ.ά.) αυτά που θα έπρεπε να προσφέρει το δημόσιο σχολείο, όπως γνωρίζει πικρά ότι ο μακρός αγώνας του να φοιτήσει το παιδί του σ’ ένα Πανεπιστήμιο δεν δικαιώνεται από την κατάσταση που τείνει να επικρατήσει στην Ανώτατη Εκπαίδευση.Η απογοήτευση μάλιστα μαθητών/φοιτητών και γονέων, η πικρία και η αγανάκτησή τους μεγαλώνουν όταν διαπιστώνουν ότι σε όλες τις βαθμίδες τής Δημόσιας Εκπαίδευσης (σχολεία, πανεπιστήμια) υπάρχει και ένα εξαιρετικό δυναμικό διδασκόντων που καθόλου δεν υστερεί έναντι των συναδέλφων τους των προηγμένων χωρών (ο γράφων έχει προσωπική πείρα από τις χιλιάδες των φοιτητών και των συναδέλφων του στη μακρά εκπαιδευτική του σταδιοδρομία), στο οποίο άλλωστε οφείλεται ό,τι καλό, ποιοτικό και αισιόδοξο επιτελείται στη Δημόσια Εκπαίδευση, παρά την παθογένεια που αδρομερώς περιγράψαμε.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, γεννάται το ερώτημα «τίς πταίει;». Πού οφείλεται η κακοδαιμονία τής Δημόσιας Εκπαίδευσης και πώς αντιμετωπίζεται; Οφείλεται, κυρίως, σε μια συνολική αντίληψη των πολιτικών μας κομμάτων – ιδίως αυτών που έχουν κυβερνήσει τη χώρα – ότι ο πολιτισμός και η Παιδεία είναι ήσσονος σημασίας τομείς, γι’ αυτό και απουσιάζουν παντελώς από τις πολιτικές συζητήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα κονδύλια για τον πολιτισμό στην Ελλάδα είναι τα μικρότερα στον προϋπολογισμό, ενώ και η Εκπαίδευση εν σχέσει προς τις πραγματικές της ανάγκες μονίμως υποχρηματοδοτείται, με αποκορύφωμα την τραγική κατάσταση που επικρατεί σήμερα.Αυτό σημαίνει ότι Πολιτισμός και Παιδεία, οι δύο κύριοι πόλοι στους οποίους μπορεί να στηριχθεί ουσιαστικά και μακροπρόθεσμα η ανάπτυξη αυτής τής χώρας, είναι υποβαθμισμένοι στη συνείδηση των κυβερνώντων αλλά και τού πολιτικού κόσμου γενικότερα. Αποτέλεσμα: το μόνο πεδίο στο οποίο θα έπρεπε να υπάρξει μια συμφωνία των κομμάτων για βασικά ζητήματα και κοινή υπερκομματική πολιτική έχει μεταβληθεί σε πεδίο συγκρούσεων για εντυπωσιασμό ή και αποπροσανατολισμό τής κοινής γνώμης και άγρας ψήφων.Μια κοινή πολιτική για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, προγράμματα διδασκαλίας, υποδομές, έμφαση σε μια αναβαθμισμένη επαγγελματική εκπαίδευση, τρόπο εισαγωγής στα ΑΕΙ – με ένα σύστημα πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο και πιο ουσιαστικό -, γενική αξιολόγηση των πάντων και σημαντική μισθολογική αναβάθμιση των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων. Ετσι η Δημόσια Εκπαίδευσή μας – παρά το καλό δυναμικό και τις δυνατότητες που έχει – υποβαθμίζεται, αδρανοποιείται, φθίνει και στοχοποιείται ως χώρος απαιδευσίας και ανομίας.Απουσιάζουν αισθητά από την Εκπαίδευση μια συνεχής, επίσημη, έγκυρη ενημέρωση και συναφής διάλογος για τα μεγάλα εκπαιδευτικά ζητήματα (μαθητές και γονείς λ.χ. είναι ανενημέρωτοι για το τι προσφέρει η «τράπεζα θεμάτων» και ποιους σημαντικούς σκοπούς εξυπηρετεί). Λείπουν πάνω απ’ όλα η απαραίτητη πνευματική ηρεμία, η ουσιαστική συνεργασία δασκάλων με μαθητές και η αγάπη των μαθητών για το σχολείο τους και των φοιτητών για το πανεπιστήμιό τους. Οι καταλήψεις -απαράδεκτες για κάθε χώρο πνευματικής συνάντησης μαθητή και δασκάλου και κάθε έννοια μάθησης και επιστήμης – είναι τελικά ένα επιφαινόμενο τού μείζονος προβλήματος που σημειώσαμε: τής ασυνεννοησίας των κομμάτων, τής άγνοιας και σύγχυσης περί τα εκπαιδευτικά, καθώς και τής απουσίας ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ των βασικών παραγόντων τής εκπαίδευσης για αυτό που θα έπρεπε να είναι «το μέγιστον μέλημα» όλων.
Μήπως έχει φθάσει η ώρα ο νέος Πρόεδρος τής Δημοκρατίας να συγκαλέσει τους αρχηγούς όλων των κομμάτων να συζητήσουν για πρώτη φορά και να συμφωνήσουν για το κατ’ εξοχήν εθνικό θέμα που είναι η Δημόσια Παιδεία στη χώρα μας;
 
Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

 

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΒΙΒΛΙΟ 01.03.2015

Ιδεώδεις αναγνώστες (σε διόλου ιδεώδεις συνθήκες)

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Λονδίνο 1940, ύστερα από γερμανική αεροπορική επιδρομή.

Η ​φωτογραφία είναι τραβηγμένη από άγνωστο φωτογράφο, στο Λονδίνο του 1940, ύστερα από αεροπορική επιδρομή της Γερμανίας. Ανάμεσα στα θύματα του ναζιστικού βομβαρδισμού, και μια βιβλιοθήκη. Στα ερείπιά της, τρεις άνδρες, ένας νεότερος και δύο πρεσβύτεροι, περιεργάζονται τα ράφια αψηφώντας τον κίνδυνο να τους έρθει κατακέφαλα, από στιγμή σε στιγμή, κάποιο καδρόνι. Είναι φανερό ότι δεν πήγαν εκεί για να κλέψουν βιβλία. Δεν είναι κλέφτες, είναι αναγνώστες. Πήγαν στη βομβαρδισμένη βιβλιοθήκη για να διαβάσουν, να βρουν κάτι που ψάχνουν ή για τη χαρά των τυχαίων ανακαλύψεων. Ατάραχοι και ήρεμοι. Εχω δει πάμπολλες φωτογραφίες με γεραρές παλιές βιβλιοθήκες ή με μοντέρνες και πιο πρόσχαρες, καμιά τους όμως δεν μου αρέσει όσο αυτή εδώ, που μου έστειλε ως ευχετήριο δελτάριο αγαπητός φίλος.

Πλάι σε αυτούς τους τρεις άγνωστους αναγνώστες, θέλω να μνημονέψω και έναν άλλον, πολύ γνωστό πια -ευτυχώς- σήμερα, τον σπουδαίο συγγραφέα Βαρλάμ Σαλάμοφ (1907-1982). Η ζωή δεν υπήρξε γενναιόδωρη για αυτό το παπαδοπαίδι. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στις σοβιετικές φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας, όπου ο χειμώνας κρατάει δώδεκα μήνες τον χρόνο, με τη θερμοκρασία να φτάνει και τους 50 βαθμούς κάτω από το μηδέν. Τις συγκλονιστικές «Ιστορίες από την Κολιμά» μπορεί να τις διαβάσει κανείς και στη γλώσσα μας (Ινδικτος 2011). Πέθανε μόνος, τυφλός και κουφός, σε ψυχιατρικό άσυλο, λίγες ημέρες μετά τη μεταφορά του εκεί.

Κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό στα ελληνικά ένα μικρό βιβλιαράκι του με τον τίτλο «Οι βιβλιοθήκες μου» (Αγρα 2014). Ο Σαλάμοφ δεν μπόρεσε ποτέ να αποκτήσει δική του βιβλιοθήκη. Ο,τι διάβασε το διάβασε στις δημοτικές, τις δημόσιες, τις βιβλιοθήκες των φυλακών και των νοσοκομείων. Το διάβασμα είναι συνήθεια που, αν κάποτε αποκτήσεις, χρειάζεται μετά και να τη διατηρήσεις. Οταν λοιπόν οι συνθήκες της φυλάκισής του βελτιώνονται και επιστρέφουν έτσι σιγά σιγά και οι συνήθειες της ζωής, ο Σαλάμοφ ανακτά και τη συνήθεια του διαβάσματος. Διαβάζει μέρα νύχτα, και κυρίως νύχτα, τα μάτια του είναι διαρκώς πρησμένα από το διάβασμα. «Τα βιβλία ξαναγύρισαν σε μένα πιο γρήγορα από τις γυναίκες· τα βιβλία είχαν περισσότερη δύναμη από τις γυναίκες» (σ. 35). Τα βιβλία ξαναγύρισαν σε αυτόν και αυτός ξαναγύρισε μαζί τους στη ζωή. «Η εξαιρετική βιβλιοθήκη του Καράγεφ […] με ανάστησε, με όπλισε για τη ζωή ξανά· όσο γινόταν» (σ. 51). Ζούμε και αλλάζουμε μαζί με τα βιβλία: «Η ηλικία μας μάς υπαγορεύει τα γούστα μας, οριοθετεί και εστιάζει την αντίληψή μας, τους στόχους μας. Σε διαφορετικές περιόδους της ζωής μας ψάχνουμε και βρίσκουμε διαφορετικά στοιχεία στο ίδιο μυθιστόρημα. Ξέρω ακριβώς τι έψαχνα στο “Ορος Οριόλ» του Μοπασάν όταν ήμουνα δέκα, δεκαπέντε, είκοσι, σαράντα, πενήντα χρόνων» (σ. 54). Είναι εξαιρετικός ο τρόπος με τον οποίο ορίζει ο Σαλάμοφ την ενηλικίωση: «Γινόμαστε ενήλικοι όταν συλλάβουμε το μοναδικό μεγαλείο του Πούσκιν»! Στη θέση του Πούσκιν εμείς μπορούμε να βάλουμε, αίφνης, το όνομα του Σολωμού.

Ολοι μας ζούμε σε τούτο τον κόσμο, όπως μπορεί ο καθένας, σε όσους όμως μπει η αλλόκοτη ιδέα να καταλάβουν και τη ζωή τους και τον κόσμο, δεν έχουν άλλο δρόμο να πάρουν παρά εκείνον που περνάει μέσα από τα βιβλία. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία τι υλική μορφή θα έχουν αυτά τα βιβλία, αρκεί να υπάρχουν.

Γράφω τούτες τις αράδες με τον νου στραμμένο, για άλλη μία φορά, στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, μα και σε όλες τις άλλες βιβλιοθήκες της χώρας, δημοτικές, δημόσιες, ακαδημαϊκές και κάθε είδους. Η Εθνική Βιβλιοθήκη δεν μπορεί να ζήσει μόνη της, χρειάζεται γύρω της όλο εκείνο το σύστημα των άλλων βιβλιοθηκών. Σε κάθε ευρωπαϊκή πόλη, όταν κάποιος θέλει να διαβάσει ένα μυθιστόρημα ή ένα ποίημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, είναι σίγουρος ότι μόλις πάει στη δημόσια βιβλιοθήκη της, θα το βρει. Δεν ισχύει το ίδιο για τις ελληνικές πόλεις. Τώρα που η ΕΒΕ ξαναφτιάχνεται από την αρχή, χάρις στη δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος και τη συμπαράσταση του ελληνικού κράτους, οι κτιριακές εγκαταστάσεις της και οι υπηρεσίες της θα είναι εξαιρετικές, σχεδόν ιδεώδεις. Αν θα την επισκέπτονται όχι απλώς χρήστες αλλά αληθινοί -δεν λέω ιδεώδεις- αναγνώστες, αυτό είναι υπόθεση όλης της κοινωνίας, των σχολείων, των πανεπιστημίων και της εν γένει παιδείας της.

Δραματική συντήρηση οι καταλήψεις και τα λουκέτα

ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΛΑΚΑΣΑ

«Σπουδάζω σημαίνει αυτοπειθαρχώ, ερευνώ, στοχεύω. Η μάθηση είναι το πρόσταγμα. Είναι το καθήκον του διδάσκοντος και του φοιτητή» λέει η Μαρία Ευθυμίου. «Ηταν μια σκέψη αυθόρμητη: πάμε για μάθημα» είπε κάποια άλλη στιγμή στη διάρκεια της συνάντησής μας η Μαρίζα Φουντοπούλου. Δύο καθηγήτριες της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών που προ ημερών, όταν βρήκαν τη σχολή τους κλειδωμένη από μία μικρή ομάδα φοιτητών, έφτιαξαν χαρτονένια πανό που έγραφαν «Ανοιχτές Σχολές! Φτάνει πια!» και έκαναν συμβολικά μάθημα σε διπλανό χώρο στάθμευσης.

Μαρία Δ. Ευθυμίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια, διδάσκει Ιστορία του Νέου Ελληνισμού και Παγκόσμια Ιστορία και Μαρίζα Φουντοπούλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια, διδάσκει Μεθοδολογία της Διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας.

Κατά τη συνάντησή μας κινούνταν άνετα και διακριτικά στον χώρο του πανεπιστημιακού εντευκτηρίου, χωρίς επιτήδευση του ανθρώπου που θέλει να κουνήσει το χέρι στο ακροατήριό του. Ομως, με μεστό λόγο συνεχίζουν να δίνουν μαθήματα και σε εκείνους –εντός και εκτός ΑΕΙ– που επιθυμούν να πατούν σε δύο βάρκες: να τα έχουν καλά και με τη σιωπηρή πλειοψηφία φοιτητών και καθηγητών που υποφέρει υφιστάμενη τα έκτροπα και με την ηχηρή μειοψηφία εκείνων που κρατούν το πανεπιστήμιο δέσμιο στην αυθαιρεσία των λίγων.

Εθισμός στον φασισμό

«Οι καταλήψεις, η ανοχή στη βία των μειοψηφιών είναι αποτέλεσμα μιας μεταπολιτευτικής στρέβλωσης» λέει η κ. Ευθυμίου. «Ενώ, μετά τη Χούντα, ήλθε η Δημοκρατία, ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας ανέχθηκε να υπονομεύεται η Δημοκρατία έχοντας ως άλλοθι την εξέγερση του Πολυτεχνείου η οποία εξέγερση δεν διεκδικούσε άλλο παρά τη Δημοκρατία! Στη μεταπολίτευση, το ποιος είναι “προοδευτικός» έγινε γρήγορα αντικείμενο καπηλείας από διάφορες ομάδες που παγίδεψαν ολόκληρη την κοινωνία καθώς πρόλαβαν να βάλουν στο μέτωπό τους την επιγραφή “δημοκράτης»» ούτως ώστε να κατηγορούν πιο άνετα τους άλλους ως “φασίστες». Με τον τρόπο αυτό, στερούσαν, εκ προοιμίου και με τρόπο φασιστικό, την έκφραση της διαφορετικής γνώμης. Ετσι, η ελληνική κοινωνία έχει εθιστεί στον φασισμό κάτω από τον μανδύα της δημοκρατίας. Αυτή η στρεψοδικία ακόμη διατρέχει βαθιά την ελληνική κοινωνία – αν και, πλέον, υπάρχουν ρωγμές. Η κατάσταση αυτή έχει ανθίσει κατεξοχήν στα ελληνικά πανεπιστήμια. Ο εκφυλισμός του φοιτητικού κινήματος –που όρθωσε το ανάστημά του το 1973 για να εξελιχθεί στην οικτρή εικόνα του σήμερα- δείχνει να συμπυκνώνει τη σημερινή απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών» προσθέτει η κ. Ευθυμίου. Και τονίζει: «Ρωτώ: τι έχει επιβληθεί στα πανεπιστήμια στη θέση της ΕΦΕΕ του 1973; Η δράση των μεμονωμένων ομάδων φοιτητών, οι οποίοι ισχυρίζονται, επιπλέον, ότι νομιμοποιούνται από φοιτητικές εκλογές που έχουν, από καιρού, χάσει κάθε κύρος. Αυτό είναι διάλυση της δημοκρατίας. Επειδή η στρέβλωση δεν αντιμετωπίστηκε εγκαίρως, οι μειοψηφίες θεωρούν ότι αυτό είναι νομιμότητα, ενώ δεν υπηρετούν τίποτε άλλο παρά την αυθαιρεσία».

Hδη όμως τα αμφιθέατρα γεμίζουν από φοιτητές όλων των ετών που θέλουν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα. Μήπως οι καταλήψεις είναι πλέον ντεμοντέ;

«Οι περισσότεροι φοιτητές δυσφορούν με τις καταλήψεις και το κλίμα επιβολής και αυθαιρεσίας που επικρατεί στις συνελεύσεις. Δεν είναι επειδή αδιαφορούν για τα τεκταινόμενα της σχολής τους. Οι καταλήψεις και τα λουκέτα είναι δραματική συντήρηση. Πρέπει να σας πω ότι ο ξύλινος λόγος των παρατάξεων ηχεί στ’ αυτιά μου από τότε που εγώ ήμουν φοιτήτρια στην ίδια σχολή που σήμερα διδάσκω» παρατηρεί η κ. Φουντοπούλου, που μίλησε για την ιστορία του πανεπιστημιακού ασύλου στους φοιτητές που –μπροστά στην κλειδωμένη Φιλοσοφική– δεν έφυγαν αλλά επέλεξαν να παρακολουθήσουν το υπαίθριο μάθημα. «Οι καταλήψεις και τα λουκέτα στις σχολές είναι λάθος τρόπος να εκφράζεις την αγωνία σου για το μέλλον. Δεν είμαστε απέναντι από τους φοιτητές, είμαστε δίπλα τους. Το πανεπιστήμιο είμαστε όλοι μαζί» συμπληρώνει.

Σεβαστή η διαμαρτυρία

«Τα παιδιά των 18 και 19 χρόνων δεν είναι εκπαιδευμένα πολιτικά – με την έννοια των ευθυνών του πολίτη και του ήθους της δράσης του. Η διαμαρτυρία είναι απολύτως σεβαστή και νομιμοποιείται όταν η σχολή είναι ανοιχτή» παρεμβαίνει η κ. Ευθυμίου, προσθέτοντας: «Οι νέοι εκτιμούν τους καθηγητές που είναι ταγμένοι στη δουλειά τους και απαιτητικοί στο λειτούργημά τους. Με τον υποτελή στη μετριότητα καθηγητή βολεύονται. Τελικά, όμως, θαυμάζουν τον απαιτητικό που έχει αρχές και κύρος, γιατί τέτοιοι θέλουν, στο βάθος, να γίνουν και οι ίδιοι. Οι νέοι έχουν ανάγκη από πρότυπα και ο καθηγητής διδάσκει -κατ’ αρχήν- αξίες».

«Οι φοιτητές αισθάνονται το ενδιαφέρον του πανεπιστημιακού και του το επιστρέφουν στον κύβο. Εφόσον έχουμε στα χέρια μας παιδιά είτε απολίτικα είτε στην πορεία συνειδητοποίησης, οι πανεπιστημιακοί έχουμε χρέος να τους δείξουμε έμπρακτα ότι είμαστε δίπλα τους. Αυτό είναι το πιο πολιτικό που κάνουμε στα πανεπιστήμια. Και δυστυχώς, πολλοί πανεπιστημιακοί ξεχνούν ότι υπάρχουν επειδή υπάρχουν οι φοιτητές μας, στο αμφιθέατρο, με ανοιχτή τη σχολή. Αυτή είναι η σημαντικότερη πολιτική πράξη που κάνουμε μέσα στο πανεπιστήμιο» υπογραμμίζει η κ. Φουντοπούλου.

«Είχατε αντιδράσεις μετά την ενέργειά σας;», ρωτώ. Η κ. Φουντοπούλου χαμογελά. «Δράση και αντίδραση, απ’ όπου και εάν προέρχεται η καθεμία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες» αναφέρει. Η κ. Ευθυμίου ανασηκώνεται στη θέση της και ανεβάζει ένταση: «Οχι, δεν είχα αντιδράσεις, τουναντίον μηνύματα συμπαράστασης. Μπορεί να υπάρχουν εξωπανεπιστημιακοί ινστρούχτορες που καθοδηγούν τις ομάδες διάλυσης των ελληνικών πανεπιστημίων αλλά είναι σίγουρο ότι κάτι αλλάζει. Αλλωστε, ο καθείς και τα όπλα του».

Στην Ελλάδα όλοι τα δικαιούνται όλα και κανείς δεν τιμωρείται για τίποτα

«Στην Ελλάδα όλοι τα δικαιούνται όλα, όλοι τα μπορούν όλα, και κανείς δεν τιμωρείται για τίποτα», λέει με οξύ τόνο η κ. Ευθυμίου. Αδικο έχει;

«Εχουμε φτάσει να αμείβουμε τα παιδιά μας για τα αυτονόητα. Ομως, η αμοιβή για να αξίζει πραγματικά να δοθεί, απαιτεί χρόνο και κόπο. Διαφορετικά, όλα θεωρούνται δεδομένα και η ικανοποίηση της επιτυχίας μετριάζεται», παρατηρεί η κ. Φουντοπούλου. Το θέμα της ανάδειξης των μετρίων από την ελληνική κοινωνία που βούλιαζε στη ραστώνη της δανεικής ευμάρειας, μας απασχόλησε αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της συνάντησης, καθώς είναι κάτι που διατρέχει όλο το σύστημα αξιών στην Ελλάδα, και όχι μόνο το σχολείο ή το πανεπιστήμιο. «Στην Ελλάδα συνηθίσαμε ουδείς να δέχεται επιπλήξεις, να αξιολογείται. Ετσι όλοι είναι ευχαριστημένοι, βολεμένοι, αφού ουδείς ακούει κακή κουβέντα», προσθέτει η ίδια.

«Χαλάρωσε όλο το εκπαιδευτικό σύστημα σε μία κοινωνία πλήρως αποσυντονισμένη. Στις κοινωνίες υπάρχουν ισορροπίες, αλλά εμείς τις πετάξαμε στον κάδο των αχρήστων. Κοιτάξτε πώς βαθμολογούμε τα παιδιά. Από το Δημοτικό οι περισσότεροι μαθητές αριστεύουν και το ίδιο συμβαίνει στο Γυμνάσιο και το Λύκειο. Δημιουργήσαμε ένα κλίμα που μαθαίνει το παιδί ότι θα αμείβεται επειδή έκανε τα ελάχιστα, τα αυτονόητα», τονίζει η κ. Ευθυμίου. «Ας αναλογιστούμε τι σημαίνει ένας προαγωγικός βαθμός σε ένα πανεπιστημιακό γραπτό – το λεγόμενο “δημοκρατικό 5”! Σημαίνει ότι εγώ, ως πανεπιστημιακός, δίνω τον λόγο μου στην ελληνική κοινωνία ότι ο συγκεκριμένος φοιτητής είναι ικανός επιστήμονας. Τα απλόχερα Αριστα στην πρωτοβάθμια και τα 19άρια στη δευτεροβάθμια δημιουργούν συνθήκες παρασιτισμού: ο μαθητής επαναπαύεται και ο δάσκαλος δεν αισθάνεται ότι πρέπει να είναι σε εγρήγορση», προσθέτει, τονίζοντας ότι οι σημερινοί φοιτητές φτάνουν στο πανεπιστήμιο χωρίς συναίσθηση του στόχου τους. «Τα παιδιά στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δουλεύουν με ένα σύστημα δυσλειτουργικό. Ετσι δεν μπορούν, συχνά, να ανταποκριθούν στον τρόπο διδασκαλίας και πρόσκτησης της γνώσης στα πανεπιστήμια».

Κατάρρριψη βεβαιοτήτων

Δεν υπάρχουν αλλαγές στην κοινωνία; Η κρίση δεν μας άλλαξε;

«Η κοινωνία ζει πυκνές αλλαγές που τις απηχεί και το πανεπιστήμιο. Οι ζυμώσεις είναι περίπλοκες. Τα τελευταία δύο χρόνια με έναν βουβό τρόπο υπάρχουν μετακινήσεις, αναστοχασμός», απαντά η κ. Ευθυμίου, ενώ από την άλλη η κ. Φουντοπούλου συμπληρώνει: «Διανύουμε περίοδο αλλαγής κουλτούρας. Ενας κύκλος ολοκληρώνεται και ένας άλλος ξεκινάει. Στο πλαίσιο αυτό, οι βεβαιότητες έχουν καταρριφθεί».

«Το πανεπιστήμιο βρίσκεται σε αυτή τη φάση;» ρωτάω. «Ηλθα πρόσφατα στη Φιλοσοφική και είδα γεμάτες αίθουσες από φοιτητές. Την ίδια στιγμή όμως, ομολογώ ότι σοκαρίστηκα με τη βρώμικη εικόνα που παρουσιάζει το κτίριο».

Η εικόνα μάς αδικεί

«Αυτή η διάλυση που έζησε πέρυσι το Πανεπιστήμιο Αθηνών ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Μας ξάφνιασε, μας έδωσε ένα μέτρο για την καταστροφή που μπορεί να συμβεί όταν χάνεται το μέτρο. Βέβαια, η εικόνα του κτιρίου είναι πολύ άδικη για το έργο που γίνεται εκεί. Δίνει το μέγεθος των προκλήσεων αλλά όχι το μέγεθος της δουλειάς. Η Φιλοσοφική εκπαιδεύει περίπου 10.000 φοιτητές, αλλά πρέπει να προσθέσουμε τις διατμηματικές συνεργασίες», παρατηρεί η κ. Ευθυμίου.

«Εκπαιδεύουμε όλες τις καθηγητικές σχολές σε μαθήματα Παιδαγωγικής. Η Φιλοσοφική υποστηρίζει το έργο όλης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», τονίζει η κ. Φουντοπούλου, και προσθέτει: «Και οι φοιτητές μας είναι πράγματι παρόντες, τα αμφιθέατρα είναι γεμάτα, η σκέψη τους, όταν τους επιτρέπεται, είναι παραγωγική και η ανταπόκρισή τους συγκινητική».

Το πάθος της έμπειρης ιστορικού για τη Φιλοσοφική, για το Πανεπιστήμιο Αθηνών, για το αντικείμενό της –«πρέπει όλοι να αγαπάμε την Ιστορία γιατί μας μαθαίνει για τις περιπέτειες της ζωής», λέει– συμπληρώνεται από την αγωνία της φιλολόγου «να υπερασπιστούμε όλοι τη σχολή, το χρωστάμε στον εαυτό μας και τους φοιτητές», αναφέρει.

Ρωτώ, τέλος, για τη στάση του πανεπιστημιακού μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες για τα ΑΕΙ. Και οι δύο κοντοστέκονται, σκέπτονται, με τα μάτια η καθεμία παραχωρεί στην άλλη την προτεραιότητα για να απαντήσει. «Ο πανεπιστημιακός νιώθει δικαιωμένος για την επιλογή του να γίνει δάσκαλος», λέει η κ. Φουντοπούλου. Κοιτώ την κ. Ευθυμίου ζητώντας τη δική της απάντηση. Εκείνη, μετά μια μικρή παύση, λέει: «Με δεδομένα τα προβλήματα, ο πανεπιστημιακός που είναι δοσμένος κάνει θαύματα. Τι κερδίζει; Κοιμάται ήσυχος!».

Η παιδεία, η Μαλάλα και η ευθύνη του πολίτη

Το Βήμα

Ηθελε, λέει, να μαθαίνουν τα κορίτσια γράμματα στο Πακιστάν – σκοτώστε την. Δεν τα κατάφεραν όμως οι αδίστακτοι Ταλιμπάν∙ αντίθετα, η ελεύθερη έφηβη Μαλάλα τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ φέτος και η δήλωσή της – πως ο μόνος τρόπος να επικρατήσουν ειρήνη και ευημερία στον κόσμο είναι η εκπαίδευση, η παιδεία – γελοιοποίησε την ιδεολογία των Ταλιμπάν, οι οποίοι έκριναν θανατηφόρα ένοχη τη δεκαπεντάχρονη, τότε, μαθήτρια, επειδή επέμενε να πηγαίνει στο σχολείο αν και κορίτσι και προάσπιζε, λέει, τα δικαιώματα των κοριτσιών στη μόρφωση!
Αυτά συμβαίνουν στον 21ο αιώνα και όχι στον Μεσαίωνα ή στην εποχή που η γυναίκα θεωρούνταν πράγμα, res(ei). Ούτε όταν, κατά τη Δυτική πολιτική και φιλοσοφική ιστορία, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη έως τον Χομπς, οι βαθύτερες ιδέες για τη φύση του ανθρώπου είχαν τις βάσεις τους σε μιαν ακατέργαστη κληρονομικότητα και χρησιμοποιούνταν για να ερμηνευθούν ή και να ικανοποιηθούν η μόρφωση, η υγεία και η πολιτική πρακτική. Από τότε όμως έως σήμερα έχουν περάσει μερικά «έτη φωτός».
Ωστόσο, ο παιδαγωγικο-εκπαιδευτικός σκοταδισμός και σήμερα αλλού ζει και βασιλεύει προκλητικά και αλλού δοξάζεται κρυπτόμενος. Τι κι αν ο ΟΟΣΑ λ.χ. ανακοινώνει πρωταθλήτριες χώρες ως προς τα εκπαιδευτικά τους συστήματα, τι κι αν οι διάφορες διεθνείς αξιολογήσεις των πανεπιστημίων ανεβοκατεβάζουν τα πρώτα 10 ή 100 ή 500 από τις σκάλες των πνευματικών καλλιστείων; Ταλιμπάν λ.χ. και τζιχαντιστές γελοιοποιούν την έννοια του ανθρώπου, γελοιοποιούν τον πολιτισμό του. Αλλά και η εισοδηματική ανισότητα στις χώρες του ΟΟΣΑ βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 50 ετών, κατά τον γερμανό τραπεζίτη Ακερμαν, ο οποίος εισηγείται τη βελτίωση της εκπαίδευσης∙ ένα αυτονόητο που μπορεί και το διαλαλεί ακόμα κι ένα παιδί, όπως η Μαλάλα, αλλά ο ίδιος τι έπραξε;
Αφού όμως είναι τόσο σημαντική η εκπαίδευση και η παιδεία περισσότερο, γιατί διαιωνίζεται το «έγκλημα» εναντίον της; Γιατί δεν «αποκεφαλίζεται» κανείς για το έγκλημα αυτό, διερωτώνται σκεπτόμενοι πολίτες, όπως λ.χ. ο διάσημος βιολονίστας Καβάκος; Γιατί η συνεχής ανάδευση εκπαιδευτικών συστημάτων και μεταρρυθμίσεων αδυνατεί να δώσει γεύση; Διότι εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας, όπως τα εκπαιδεύουμε, αλλά γράμματα με αξία δεν τους μαθαίνουμε, δεν τα βοηθούμε να κατακτήσουν μια ποιοτική παιδεία και αξίες πιο κοντά στην κατανόηση της πραγματικότητας.
Χωρίς όμως την αξία της υπευθυνότητας και της συνέπειας δεν εκδιώκεται ο σκοταδισμός της καχυποψίας, της ανυποληψίας του άλλου, της συνωμοσιολογίας∙ και δεν καλλιεργείται ο διαφωτισμός της συνεργασίας, της συνεπειοκρατίας και της αλληλεγγύης των πολιτών. Xωρίς την ανάλογη παιδεία δεν μεταλλάσσεται ο πολίτης από παθητικό θεατή των πολιτικοκοινωνικών πραγμάτων σε δραστηριοποιημένο ρυθμιστή τους, σε θετικό πρωταγωνιστή με ελεύθερη βούληση∙ δεν γίνεται να διαμορφώσει το κοσμοείδωλο εκείνο που θα τον βοηθά να ακυρώνει κάθε μορφή αλλοτρίωσης, πνευματική, οικονομική, πολιτική. Διαφορετικά θα κυριαρχούν αυταπάτες και ψευδαισθήσεις, πεποιθήσεις π.χ. περί ψεκασμών, περί διαγραφής όλων των προβλημάτων της χώρας με μια πολιτική μονοκονδυλιά, ότι θα μας σώσει η Χρυσή Αυγή κ.ά.
Κατά πόσο λοιπόν αντιλαμβάνεται ένα ποσοστό πολιτών την πολιτικοκοινωνική δύναμή του, τη σημασία να αποφασίζει ελεύθερα και να ψηφίζει υπεύθυνα για το καλό το δικό του και της χώρας του; Είναι όμως ο πολίτης αυτός ο μοναδικός υπεύθυνος γι’ αυτή την αδυναμία του; Οχι βέβαια, είναι αυτονόητο, αφού άνθρωποι όπως ο πρώην πρωθυπουργός της Αγγλίας Γκόρντον Μπράουν αρθρογραφούν υποστηρίζοντας ότι πρέπει να εκπαιδευθεί όλος ο κόσμος, αλλά οι ίδιοι δεν έπραξαν κάτι σημαντικό επ’ αυτού!
Πρόβλημα οικονομικό δεν στοιχειοθετείται, παρά το αντίθετο που προβάλλεται πλανητικά. Διότι αν αποφάσιζαν οι ισχυροί του πλανήτη να διοχετευόταν ένα ποσοστό του κόστους ανόητων πολέμων προς την εκπαίδευση και την παιδεία, τότε ο κόσμος μας θα ήταν διαφορετικός∙ και δεν θα έτρεχαν οι λεγόμενες υπερδυνάμεις, αλλά και οι μικρές χώρες, οι «λεγόμενοι» διεθνείς ανθρωπιστικοί οργανισμοί και στρατιωτικοί συνασπισμοί πίσω από τα συνεχώς αναδυόμενα προβλήματα, τοπικά/εθνικά και παγκόσμια, όπως πρόσφατα η επιδημία του ιού Εμπολα ή ο πόλεμος του Χαλιφάτου. Ετσι, δεν θα υπήρχαν λ.χ. άξεστοι Ταλιμπάν και παρανοϊκοί τζιχαντιστές. Θα υπήρχαν όμως εκατομμύρια Μαλάλες. Θα υπήρχε σκοπός και ελπίδα για τους νέους, για κάθε χώρα.
Και τότε ποιοι ευθύνονται για την ιστορική υστέρηση της εκπαίδευσης και της παιδείας στα διάφορα έθνη; Είναι δυστυχώς ο φαύλος κύκλος που στροβιλίζεται αενάως όταν οι πολιτικοί και οικονομικοκοινωνικοί σχεδιαστές δεν επενδύουν στην καλλιέργεια της παιδείας και της ευθύνης του πολίτη και ο πολίτης χωρίς την πανοπλία αυτή υποτάσσεται στους πολιτικούς σχεδιαστές του παρόντος και του μέλλοντός του. Είναι και η πολιτική αδυναμία-απροθυμία που δεν αντιμετωπίζεται η παιδεία ως ένα μακροπρόθεσμο συλλογικό ζήτημα, αλλά προσεγγίζεται κομματικά και «εφήμερα». Γι’ αυτό η ελπίδα ακούει στο όνομα Μαλάλα, στο όνομα του κάθε νέου, του κάθε πολίτη, που θα θελήσει να ελέγξει υπεύθυνα το μέλλον του με πυξίδα την αδιαπραγμάτευτη απαίτηση της παιδείας του.

Ο κ. Σταμάτης Ν. Αλαχιώτης είναι καθηγητής Γενετικής, πρώην Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών.

Παιδεία σε κρίση, Έθνος σε κρίση

Γιατρομανωλάκης Γιώργης

Πηγή: Το Βήμα 06/07/2014

Η πρώτη και μάλιστα η ουσιαστικότερη αξιολόγηση των ελληνικών πανεπιστημίων (ΑΕΙ) γίνεται, όσο και αν ακούγεται περίεργο, στην αρχή κάθε χρονιάς από τους νέους φοιτητές. Είναι γνωστή η απογοήτευσή τους όταν ύστερα από χρόνια καθημερινής διδασκαλίας, φροντιστηρίων, πειθαρχημένης και εξοντωτικής κάποτε μελέτης βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα διαλυμένο σύστημα, όπου τίποτε σχεδόν δεν λειτουργεί. Τα επόμενα χρόνια περνούν κυρίως με απεργιακές κινητοποιήσεις, καταλήψεις, ανόητες ή άχρηστες εξετάσεις και άλλα φαιδρά ή τραγικά. Τα εξάμηνα κυλούν και, αργά ή γρήγορα, φέρνουν ένα δίπλωμα ουσιαστικά άχρηστο. Γιατί αυτή η φθορά; Γιατί τα ΑΕΙ μας μένουν και στη συνείδησή μας αλλά και στις όποιες διεθνείς κατατάξεις χαμηλά; Γιατί δεν έχουμε υψηλής στάθμης πανεπιστήμια, συγχρονισμένα με τις ανάγκες της εποχής, συντεταγμένα με την κοινωνία, την οικονομία, άξια να προκαλέσουν ξένους φοιτητές, ικανά να σταματήσουν τη συνεχή φοιτητική μετανάστευση;

Το πρόβλημα του ελληνικού Πανεπιστημίου είναι σύνθετο και η χαμηλή ποιότητά του και η απαξίωσή του (που συνδέεται με το μέλλον του Εθνους) οφείλεται σε πολλά. Για λόγους οικονομίας μετρώ πέντε τουλάχιστον εγγενείς αιτίες που έχουν οδηγήσει τα ΑΕΙ (και γενικότερα την Παιδεία μας) στη σημερινή κατάσταση: 1) ο λανθασμένος τρόπος επιλογής (εισαγωγής) των φοιτητών, 2) ο λανθασμένος τρόπος εκλογής και εξέλιξης του προσωπικού, 3) η εγνωσμένη ανικανότητα των εκάστοτε κομματικών υπουργών (εξαιρείται ο κ. Γιώργος Παπανδρέου!) και η έλλειψη ενός μακρόπνοου στρατηγικού σχεδίου για την Παιδεία, 4) η κομματικοποίηση και ο πανεπιστημιακός συνδικαλισμός και 5) μια «πανεπιστημιακή συντεχνία» (ας την πούμε έτσι) που, ως ανεξέλεγκτη υπερδομή, επιτείνει τον ούτως ή άλλως εκφυλισμό των ΑΕΙ.

1. Χιλιάδες φοιτητές βρίσκονται κάθε χρόνο στα ΑΕΙ με μηδενικές σχεδόν επιδόσεις στις εισαγωγικές εξετάσεις. Εχοντας ήδη ένα βεβαρημένο διδακτικό παρελθόν μπαίνουν σε μια σχολή που συνήθως δεν είναι η πρώτη τους επιλογή. Αποτέλεσμα: και οι ίδιοι απογοητεύονται και ταυτόχρονα επιβαρύνουν ένα σύστημα ούτως ή άλλως προβληματικό. Προς Θεού! Κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει τους νέους να πάνε στο Πανεπιστήμιο, αλλά υπάρχουν πάρα πολλοί άλλοι δρόμοι για να πραγματοποιήσει κάποιος τα όνειρά του.

2. Ενα υπολογίσιμο ποσοστό του διδακτικού προσωπικού δεν θα έπρεπε να βρίσκεται στα ΑΕΙ. Να το πω διαφορετικά: στη θέση κάποιων που υπηρετούν σήμερα θα μπορούσαν να βρίσκονται άλλοι νεότεροι και ικανότεροι επιστήμονες. Η συνήθης ανέλιξη κάποιων, με βάση κυρίως την επετηρίδα, η μονιμότητα και η απουσία οποιασδήποτε αξιολόγησης κάνουν ώστε τα χλωρά να καίγονται με τα ξερά.

3. Θεωρώ έσχατη κατάπτωση το γεγονός ότι στο υπουργείο Παιδείας (ή Πολιτισμού) βρίσκονται συνήθως άσχετοι και κάποτε απολίτιστοι πολιτικοί. Αποτέλεσμα: άχρηστες, επικαιρικές «μεταρρυθμίσεις», ερασιτεχνισμοί, πειραματισμοί, τυπολατρία. Η άλογη διασπορά (για λόγους κομματικούς) των ΑΕΙ και ΤΕΙ, η υποχρηματοδότηση και συνάμα η κατασπατάληση πόρων είναι προβλήματα ιδιαιτέρως σοβαρά. Ερώτηση: Γιατί, λ.χ., να μην ορίζεται από μιαν ανεξάρτητη επιτροπή ένας μη κομματικός, τεχνοκράτης υπουργός Παιδείας που θα επικουρείται από ικανούς συνεργάτες; Με θητεία πενταετή;

4. Η κομματικοποίηση και ο ελεγχόμενος συνδικαλισμός συνιστούν ένα θλιβερό θεσμό, μία από τις κύριες αιτίες της απαξίωσης των ΑΕΙ. Τελευταία κρούσματα αυτής της κομματικής εμπλοκής: οι τραμπουκισμοί. Είναι ντροπή ένας ΓΓ ενός κόμματος να βγάζει λόγο στα αμφιθέατρα. Είναι ντροπή ένας Πρωθυπουργός να επαινεί τη φοιτητική οργάνωση του κόμματός του επειδή κέρδισε τις εκλογές. Οσο για τα γνωστά καμώματα συγκλητικών, πρυτάνεων και διοικητικών δεν χρειάζεται να πούμε πολλά.

5. Τέλος, υπάρχει μια ιδιάζουσα «πανεπιστημιακή συντεχνία» που λειτουργεί αυθαίρετα και ανασταλτικά. Είναι γνωστό πόσο μισούνται μεταξύ τους οι πανεπιστημιακοί. Από την άλλη, όταν κινδυνεύει το σινάφι, γρήγορα δημιουργούνται συμμαχίες αλληλοπροστασίας. Το θέμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι ένα παράδειγμα συντεχνιακής πολιτικής και σύμπνοιας. Πόσοι, λ.χ., πανεπιστημιακοί είναι υπέρ; Ή να το θέσουμε αλλιώς: Γιατί, ενώ έχουμε ιδιωτικά νηπιαγωγεία, δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια, δεν έχουμε ιδιωτικά πανεπιστήμια; Ποια ιδιωτικά συμφέροντα εξυπηρετούνται από το δημόσιο Πανεπιστήμιο; Και, επιτέλους, τι έχει να φοβηθεί ένα επαρκές δημόσιο Πανεπιστήμιο από τα ιδιωτικά; Και γιατί ανεχόμαστε τριτοκλασάτα «κολέγια» και «ινστιτούτα» και δεν επιτρέπουμε υψηλών απαιτήσεων και αυστηρών κριτηρίων ιδιωτικά πανεπιστήμια, που και συνάλλαγμα μπορούν να φέρουν και τη φοιτητική μετανάστευση θα περιορίσουν; Στα Βαλκάνια και στην Τουρκία αυτό το έχουν καταλάβει.

Τα παραπάνω, και όχι μόνο, είναι γνωστά και πολυσυζητημένα. Σήμερα η ίδια η κρίση επιβάλλει να ξεφύγουμε από την ακαδημαϊκή και τη γενικότερη φαυλότητα που δέρνει τον τόπο. Εχουμε παιδιά με όρεξη να σπουδάσουν και να προκόψουν. Εχουμε πανεπιστημιακούς δασκάλους (παρά τις εξαιρέσεις) ικανούς, ευσυνείδητους και εργατικούς. Καιρός, λοιπόν, να εγκαταλείψουμε την εσωστρέφεια και τις κομματικές εμμονές. Η Παιδεία είναι υπόθεση του Εθνους, όχι των κομμάτων. Λένε ότι η κατάπτωση των ΑΕΙ και της Παιδείας γενικότερα είναι μέρος της Μεγάλης Κρίσης. Λάθος: η γενικότερη κρίση οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στη χρόνια κρίση της Παιδείας.

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.

 ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Μπαρμπα-Γκοριό και η ηλιοφάνεια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 02.02.2014

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ενα από τα ωραία παράδοξα του ελληνικού πολιτισμού είναι η καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζει ο Πλάτων τον γραπτό λόγο. Ο νεαρός Φαίδρος στον φερώνυμο διάλογο κρύβει το χειρόγραφο του Λυσία από τον Σωκράτη, και όταν εκείνος το ανακαλύπτει, του εξηγεί πως η σκέψη δεν μπορεί να λειτουργήσει με τις γραπτές λέξεις γιατί αυτές είναι κουφές. Τις ρωτάς και δεν σου απαντούν. Στην 7η επιστολή του Πλάτωνος, το μόνο αυτοβιογραφικό κείμενο του φιλοσόφου που γνωρίζουμε, εκείνος προειδοποιεί τους συνομιλητές του, τους συγγενείς του φίλου του Δίωνος, για τους κινδύνους που ελλοχεύουν πίσω από τα γραπτά. Τους λέει σε γενικές γραμμές να μη γράφουν πολύ, γιατί ποτέ δεν ξέρουν σε ποια χέρια θα πέσουν τα γραπτά τους και πώς θα τα ερμηνεύσουν. Το παράδοξο είναι ότι αυτά τα υποστηρίζει ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών, ο Πλάτων, που όχι μόνον οικοδόμησε γράφοντας το λεξιλόγιο της φιλοσοφίας, αλλά κληροδότησε στον πολιτισμό και ορισμένα από τα ωραιότερα μνημεία του γραπτού λόγου. Η «Απολογία Σωκράτους» παραμένει αξεπέραστη όχι μόνο για τον μεγαλειώδη ανθρώπινο χαρακτήρα που σκιαγραφεί, αλλά και για την εκφραστική της εκλέπτυνση. Ευτυχές παράδοξο. Αν ο Πλάτων παρέμενε πιστός στην προφορική αλήθεια του δασκάλου του, τότε δεν θα γνωρίζαμε ούτε τον έναν ούτε τον άλλον.

Γιατί οι Ελληνες, οι σύγχρονοι, δεν διαβάζουν όσο οι υπόλοιποι ευρωπαϊκοί λαοί; Γιατί είναι απολίτιστοι; Οχι βέβαια. Μια πρόχειρη και κάπως σχηματική απάντηση θα ήταν πως ο πολιτισμός τους, σε αντίθεση με τον ιουδαϊκό, ήταν και παραμένει προφορικός. Αυτό το κληρονόμησε και η ελληνική Ορθοδοξία, η οποία προτίμησε να αφήσει την ανάγνωση της Βίβλου στους προτεστάντες και να απαγγέλλει κομμάτια της Καινής Διαθήκης τη Μεγάλη Πέμπτη. Πόσοι από τους ιεράρχες μας ή τους ιερείς μας έχουν διαβάσει τους Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όχι μόνο όταν σπούδαζαν στη θεολογική σχολή, αλλά όταν αποφοίτησαν, όταν πια η πράξη της ανάγνωσης έχει αφομοιωθεί μέσα στην καθημερινότητα. Σε ποια κατάσταση θα ήταν η ελληνική Ορθοδοξία εάν οι άγιοι πατέρες μας διάβαζαν, όπως οι καθολικοί ομόλογοί τους διαβάζουν τον Αγιο Αυγουστίνο; Στην απαξίωση της ανάγνωσης ως κοινωνικού αγαθού έχει συμβάλει τα μέγιστα η αντιδιανοούμενη στάση και πρακτική της Εκκλησίας μας.

Υπάρχει και το κλίμα, βέβαια. Ω ναι! Το υπέροχο κλίμα, με την αδυσώπητη ηλιοφάνεια, το θαλασσινό τοπίο που μπροστά στη θέα του το μόνο που δεν θέλεις είναι να βγάλεις τα μάτια σου με τα ασπρόμαυρα σημαδάκια της τυπωμένης σελίδας. Πώς να συγκεντρωθείς; Ομως, πόσο απαραίτητη είναι αυτή η υποχρεωτική συγκέντρωση για τη σκέψη σου; Είναι ζήτημα ελευθερίας. Στο «1984» του Οργουελ, η πράξη αντίστασης του ήρωα απέναντι στο καθεστώς του Μεγάλου Αδελφού είναι ότι παλεύει να βρει μια γωνιά στο γραφείο του, την οποία δεν την πιάνουν οι πανταχού παρούσες κάμερες, για να καταγράψει τις σκέψεις του. Οσοι ισχυρίζονται πως τα νέα παιδιά δεν διαβάζουν γιατί έχουν παραδοθεί ψυχή τε και σώματι στη γοητεία του Διαδικτύου παραγνωρίζουν το γεγονός ότι και πριν από το Διαδίκτυο τα Ελληνόπουλα διάβαζαν ελάχιστα σε σχέση με τους συνομηλίκους τους στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στην επανάσταση του Διαδικτύου παραδοθήκαμε χωρίς αντιστάσεις, σαν έτοιμοι από καιρό, αφού ήρθε να κολακεύσει την αγάπη μας για την προφορική ατάκα.

Διότι όλοι οι πολιτισμικοί παράγοντες που έχουν ρίξει την ανάγνωση στο κοινωνικό περιθώριο ωχριούν μπροστά στην εγκληματική πρακτική της εκπαίδευσης. Εκεί όπου το βιβλίο εξακολουθεί να παραμένει κρατικό μονοπώλιο και να απαξιώνεται ως κρατικό μονοπώλιο. Εκεί όπου το βιβλίο παρέχεται στους μαθητές δωρεάν, σαν ελεημοσύνη, με αποτέλεσμα να μην έχει καμία απολύτως αξία για το παιδί. Οσο η επαφή των παιδιών με τη λογοτεχνία γίνεται μέσω των αποσπασμάτων των αναγνωστικών, τα παιδιά όχι μόνο δεν θα την αγαπήσουν, αλλά θα την περιφρονήσουν κιόλας. Αναγνώστης δεν γίνεσαι στα σαράντα σου. Αν δεν έχεις γίνει ώς τα δεκατρία σου, δεν πρόκειται να γίνεις ποτέ. Μια απλή επίσκεψη σε ένα γαλλικό βιβλιοπωλείο σού επιτρέπει να διαπιστώσεις ότι μπορείς να επιλέξεις τον «Μπαρμπα-Γκοριό» του Μπαλζάκ σε μια πληθώρα εκδόσεων. Από την πανάκριβη και σχολιασμένη της Pleiade μέχρι τις πάμπολλες και πάμφθηνες τσέπης. Γιατί; Γιατί το Γαλλάκι είναι υποχρεωμένο να διαλέξει μία απ’ αυτές επειδή το απαιτεί το σχολείο του. Πόσες εκδόσεις Ελλήνων κλασικών κυκλοφορούν; Μα εδώ το Ελληνόπουλο δεν τις χρειάζεται. Εχει το αναγνωστικό, τη μασημένη τροφή, από την επιτροπή των σοφών που όρισε το υπουργείο. Και μετά, απορούν πώς στους διεθνείς διαγωνισμούς τα Ελληνόπουλα πατώνουν στα μαθήματα κρίσεως.

Αν υπάρχει ένα πραγματικά φιλελεύθερο μέτρο για το ελληνικό βιβλίο, αυτό θα ήταν η απελευθέρωση της εκπαίδευσης, από την πρωτοβάθμια έως την τριτοβάθμια, από τα κρατικά μονοπώλια – σε αυτά εντάσσεται και το μονοπώλιο των καθηγητικών συγγραμμάτων. Ελάτε τώρα, δύσκολα πράγματα, και ακούγεται τόσο δημοκρατικό το δωρεάν βιβλίο κι ας το σκίζουν με απέχθεια οι αναγνώστες του μόλις περάσουν τις εξετάσεις. Αντ’ αυτού, το υπουργείο Ανάπτυξης επέλεξε, για μία ακόμη φορά, την εύκολη λύση, την κατάργηση της ενιαίας τιμής, με τις ευλογίες της νεοφιλελεύθερης αφέλειας, η οποία παραγνωρίζει το γεγονός ότι το βιβλίο στην Ελλάδα είναι φθηνότερο από την υπόλοιπη Ευρώπη, παρά την ενιαία τιμή. Δεν αναφέρομαι στις εκδόσεις τσέπης, γιατί η ελληνική αγορά είναι τόσο μικρή που δεν τις επιτρέπει. Ας φροντίσουν πρώτα να καλλιεργήσουν τη συνείδηση αναγνώστη στις νέες γενιές και μετά μιλάμε και για την ενιαία τιμή. Κακός μπελάς αυτή η ιστορία. Η Νέα Ελληνική Αναγέννηση απαιτεί άμεσα μέτρα και άμεσα αποτελέσματα. Εδώ το είπε και ο ΟΟΣΑ – ξέρει την κατάσταση στην εκπαίδευση άραγε, την ελληνική ιδιορρυθμία;

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η λατρεία της Σπάρτης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 11.05.2014

Πολλούς αιώνες πριν από την κυρία Ραχήλ Μακρή, τη Σπάρτη –περί της αρχαίας πρόκειται– την ηγάπησαν διάφοροι επιφανείς Ελληνες. Ο Πλάτων και ο Ξενοφών, δύο εκ των θαυμαστών της, δεν έκαμαν βεβαίως τατουάζ με την περικεφαλαία των οπλιτών της και το αρχικό κεφαλαίο Λ του διασημότερου βασιλιά της, όπως η βουλευτής των Ανεξαρτήτων Ελλήνων. Εγραψαν αντιθέτως διάφορα ενδιαφέροντα γι’ αυτήν, όπως ο Πλάτων στους Νόμους του, αν και οι ίδιοι φρόντισαν να κρατήσουν αποστάσεις από την πραγματικότητα της ζωής στην πόλη των ιδανικών τους. Ούτε ο Ξενοφών, αν και καταδικασμένος σε ισόβια εξορία από την Αθήνα, αν και πρόξενος της Σπάρτης, τόλμησε ποτέ να εγκατασταθεί στην κοιλάδα του Ευρώτα. Ως Αθηναίος, και μαθητής του Σωκράτη, εκτιμούσε ιδιαιτέρως τα ψυχικά και πνευματικά οφέλη της φλυαρίας για να προσαρμοσθεί στα ελάχιστα περιθώρια έκφρασης που άφηνε το «λακωνίζειν». Αναρωτιέμαι πώς ο ουρανίσκος του θα αντιδρούσε στη γεύση του μέλανος ζωμού, αν και πολλοί διατείνονται πως επρόκειτο για νοστιμότατο έδεσμα. Ο δε Πλάτων προτίμησε την έκλυτη ζωή των Συρακουσών, στην αυλή του τυράννου Διονυσίου, τον οποίον ήλπιζε να επηρεάσει. Γνωρίζοντας καλά τη Σπάρτη ήξερε πως δεν θα μπορούσε να παίξει κανέναν πολιτικό ρόλο στην πόλη που τη διοικούσαν κατ’ αποκλειστικότητα οι Ομοιοι.

Η κυρία Ραχήλ Μακρή είναι σαφές πως δεν κινδυνεύει να βρεθεί στη θέση της αρχαίας Σπαρτιάτισσας που έδινε την ασπίδα στο παιδί της λέγοντάς του «Ή ταν ή επί τας». Η αρχαία Σπάρτη δεν υπάρχει πια, οι πόλεμοι δεν γίνονται με ασπίδες, και η ίδια μπορεί να απολαμβάνει και να επιδεικνύει το τατουάζ της ως σύμπτωμα μιας παθογένειας η οποία τα τελευταία χρόνια αποκτά διαστάσεις επιδημίας. Πρόκειται για τη λατρεία προς τη Σπάρτη, αυτή που γέμισε τους κινηματογράφους πριν από μερικά χρόνια με εκείνο το κωμικό κατασκεύασμα που άκουγε στο όνομα «300», και αυτή που τονώνει την εθνική ιδεολογία της Χρυσής Αυγής με τα βραχώδη και αδρανή της υλικά. Η λατρεία της Σπάρτης είναι παράγωγο της αρχαιολατρίας, πλην όμως δεν ταυτίζεται απαραιτήτως μαζί της.

Ζητώ συγγνώμη για την εμπλοκή των δύο πνευματικών κορυφών, του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα, σε ένα κείμενο που αφορά μιαν εντελώς δική μας παθογένεια, όμως το έκανα για να καταδείξω ότι ιστορικά η Σπάρτη έτυχε να έχει πολλούς και σοβαρούς θαυμαστές. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι στη χαραυγή της σύγχρονης εποχής, τον 18ο αιώνα, οι Ιακωβίνοι της επαναστατικής εθνοσυνέλευσης όταν αναφέρονταν στον ελληνορωμαϊκό κόσμο αναφέρονταν στη Ρώμη και τη Σπάρτη. Θαύμαζαν τη Σπάρτη περισσότερο από τη δημοκρατική Αθήνα. Ολα αυτά βέβαια είναι μάλλον μακρινά από ό,τι συμβαίνει σήμερα παρ’ ημίν. Και δύσκολα μπορείς να αφαιρέσεις τον καρτουνίστικο χαρακτήρα από τον θαυμασμό προς μια πλευρά του ελληνικού πολιτισμού την οποία, στο κάτω κάτω θα αγνοούσαμε, αν δεν υπήρχε το αντίβαρό της, η Αθήνα. Η Σπάρτη, ως γνωστόν, δεν ενδιαφερόταν για την υστεροφημία της, και δεν άφησε μνημεία. Ο,τι γνωρίζουμε γι’ αυτήν το χρωστάμε στην Αθήνα. Καρτουνίστικη λατρεία διότι ακριβώς δεν απαιτεί κόπο, ούτε διάβασμα ούτε καμία συγκέντρωση πνευματικής ενέργειας παραπάνω από όση χρειάζεται μισή ώρα καταπόνησης του μυϊκού σου συστήματος στο γυμναστήριο.

Η πιο διαδεδομένη αντίληψη για τη σχέση της σύγχρονης με την αρχαία Ελλάδα είναι ότι εμείς, ως απόγονοί της, μπορούμε να τη μιμηθούμε. Και βέβαια Παρθενώνες το ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να χτίσουμε –όσο παρανοϊκοί κι αν είμαστε και η παράνοιά μας έχει τα όριά της– ούτε να γράψουμε πλατωνικούς διαλόγους, αν και λατρεύουμε να μιμούμαστε «τρόπους» της γλώσσας όπως το «Εγέρθητω» του κυρίου Γερμενή. Ομως την παράταξη των γεροδεμένων Σπαρτιατών, όπως τουλάχιστον τη φαντασιώνουμε, μπορούμε να τη μιμηθούμε χωρίς κανένα πρόβλημα. Καθώς και τις ιαχές, και τις πολεμικές κραυγές που ακούγονταν στους κινηματογραφικούς «300», όπου και εμφανώς υπήρχε μια σύγχυση ανάμεσα στο «λακωνίζειν» και το «μουγκρίζειν». Η κυρία Μακρή, εν τη αφελεία της, με το τατουάζ της, έθεσε το δάκτυλο εις τον τύπον των ήλων: η ελληνική αρχαιότητα έχει καταντήσει ένα γκάτζετ, μπρελόκ ή κάτι άλλο διακοσμητικό, που ταιριάζει ή δεν ταιριάζει με το υπόλοιπο ντύσιμο, πάντως είναι εξίσου φωναχτό στην περίπτωσή της και καλύπτει μια χαρά τα γύρω κενά, την άδεια σκέψη, την απουσία κρίσης. Η λατρεία της Σπάρτης είναι κραυγαλέα και τίποτε άλλο.

Δεν μπορώ να μην ομολογήσω την αμαρτία μου. Ολα αυτά τα λέω για να καταλήξω ότι νοσταλγώ την παλιά καλή ελληνική παιδεία, αυτή που στα νιάτα μας θεωρούσαμε συντηρητική και από την οποία θέλαμε να απαλλαγούμε, όμως, όπως και να το κάνουμε, μας έδινε περισσότερα εφόδια για να σταθούμε όρθιοι στον κόσμο μας από τη δήθεν προοδευτική παιδεία που τη διαδέχθηκε. Αν μη τι άλλο, μαθαίναμε αυτά τα πέντε ελληνικά που χρειαζόμασταν για να ξέρουμε ότι αν για κάτι πρέπει να μας ενδιαφέρουν οι αρχαίοι ημών, είναι για τα πολιτισμικά τους επιτεύγματα. Και αν πρέπει να μας ενδιαφέρει η στρατιωτική τους αρετή είναι γιατί τους επέτρεψε να αναδείξουν το πνευματικό τους μέγεθος.

Κάποιοι πίστεψαν ότι αν καταργήσουμε την ελληνική παιδεία θα γίνουμε περισσότερο Ευρωπαίοι. Ευρωπαίοι της Γιουροβίζιον μπορεί. Πάντως, όχι ενεργά υποκείμενα του μεγάλου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μάλλον κάτι γραφικές μαριονέτες οι οποίες θεωρούν πως πολιτισμός είναι τα τατουάζ και τα γκάτζετ και οι φωνές. Σκέψεις που μου ήρθαν από την πολύ απλή απορία: τι μπορεί να ωθήσει μια γυναίκα σαν τη Ραχήλ Μακρή να κάνει τατουάζ με σπαρτιατική περικεφαλαία. Αν είχα υπάρξει δάσκαλός της, δεν θα αισθανόμουν και πολύ καλά.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων