ΓΛΩΣΣΑ

ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Τα ελληνικά και η επιστήμη του ξύλου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 02.06.2019 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Εννοείται πως διάβασα με ενδιαφέρον το κείμενο του φίλου Πάσχου Μανδραβέλη για το γλωσσικό στην «Κ» της περασμένης Κυριακής («Η εξύψωση των ελληνικών», 26-5-2019). Το ενδιαφέρον μου δεν περιορίζεται στο γεγονός ότι διατυπώνει τις σκέψεις του με αφορμή ένα προηγούμενο δικό μου («Η ταπείνωση των ελληνικών» – «Κ», 28-4-2019). Οφείλεται και στο γεγονός ότι οι περισσότεροι πιστεύουν πως αποκλειστικώς αρμόδιοι για να συζητούν τα γλωσσικά ζητήματα είναι οι ειδικοί επιστήμονες, γλωσσολόγοι, φιλόλογοι, λεξικογράφοι ή οι διάφοροι τεχνικοί της ορθής της χρήσης, οι λάγνοι της γραμματικής και του συντακτικού. Αυτοί, με τους δογματισμούς τους και την απουσία γλωσσικού αισθήματος δημιούργησαν το γλωσσικό ζήτημα. Οι υπόλοιποι απλώς οφείλουμε να υπακούμε στους κανόνες του παιχνιδιού έτσι όπως τους ορίζουν οι αρμόδιοι. Για τον αρθρογράφο όμως, όπως για τον συγγραφέα ή τον μεταφραστή η γλώσσα είναι το εργαλείο του επιτηδεύματός του. Οταν μιλάει για τη γλώσσα καταθέτει την εμπειρία του.

Θα συμφωνήσω με πολλά από όσα υποστηρίζει ο Πάσχος Μανδραβέλης. Θα διαφωνήσω, όμως, μαζί του όταν ισχυρίζεται ότι «τα ελληνικά, όπως και πολλές άλλες γλώσσες, φθίνουν διότι δεν αποτυπώνεται σε αυτά νέα γνώση». Στην πρώτη σελίδα του ίδιου φύλλου της περασμένης Κυριακής υπήρχε ένας τίτλος: «Και η επιστήμη ξύλου σε ΑΕΙ». Στην αρχή νόμισα πως πρόκειται για κάποιο νέο τμήμα που θα ερευνά και θα διδάσκει τη ρητορική του κ. Τσίπρα και άλλων πολιτικών. Οταν, όμως, διάβασα το άρθρο κατάλαβα πως είναι κάτι ακόμη καλύτερο. Είναι η νέα εύφημος ονομασία κάποιου ΤΕΙ ξυλουργικής το οποίο αναβαθμίστηκε σε ΑΕΙ, προβιβάζοντας και την ευγενή τέχνη του επιπλοποιού σε επιστήμη. Να που παράγεται «νέα γνώση».

Μην μου ζητήσετε να σοβαρευθώ, διότι μιλάω σοβαρά. Ο τίτλος «επιστήμη του ξύλου» δεν πάσχει από γλωσσικής άποψης. Είναι σωστά ελληνικά, αν μάλιστα ορθογραφηθεί τόσο το καλύτερο και για τα ελληνικά και για εμάς. Κάτι όμως κλωτσάει. Κλωτσάει διότι μπροστά σου εμφανίζεται η κουτοπόνηρη φατσούλα του Γαβρόγλου σαν τον φασουλή μέσα από το κουτί. Κλωτσάει και η παράδοξη συνύπαρξη των δύο λέξεων και της σημασίας τους. Δεν κλωτσάει, όμως, σε μια σχολική τάξη όπου ο δάσκαλος παπαγαλίζει κανόνες για να τους μάθουν απέξω οι μαθητές του και να γράψουν την επόμενη έκθεση ιδεών. Αυτή η κλωτσιά οφείλεται στο γλωσσικό αίσθημα.

Κι αν κινδυνεύουν τα ελληνικά είναι επειδή αυτό το «γλωσσικό αίσθημα» βρίσκεται στο ναδίρ του. Δεν είμαι αφελής για να το αναζητήσω στους χρήστες των κοινωνικών δικτύων ή στους νεόπλουτους της πολιτικής ορθότητας που νομίζουν ότι επειδή θα λες τους γύφτους Ρομά θα αλλάξει και η συμπεριφορά τους. Oμως, το αναζητώ στην εκπαίδευση. Η εκπαίδευση δεν παράγει ούτε Παπαδιαμάντηδες ούτε Πλάτωνες. Δίνει, όμως, ένα μέτρο για να μπορέσεις να αξιολογήσεις το γλωσσικό σου αίσθημα. Κι αυτό έχει απαξιωθεί.

Τα σημερινά ελληνικά δεν είναι ταπεινωμένα σε σχέση με την «αρχαιότητά» τους. Σε πείσμα των αρχαιολατρών δεν μιλούσαν όλοι οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα σαν τον Σοφοκλή. Αν και ο μακαρίτης ο Μποστ έλεγε πως όλοι οι αρχαίοι ήσαν μορφωμένοι διότι μιλούσαν αρχαία. Τα σημερινά ελληνικά είναι ταπεινωμένα σε σχέση με τον εαυτό τους και τις εκφραστικές τους δυνατότητες. Η έλλειψη γλωσσικού αισθήματος μας τιμωρεί ακόμη και σε τομείς που έχουν τους δικούς τους κώδικες, όπως τα μαθηματικά. Καθηγητής μέσης εκπαίδευσης μου είπε ότι ακόμη και όσοι λύνουν την εξίσωση δεν μπορούν να εξηγήσουν με δικά τους λόγια τι έκαναν για να τη λύσουν.

Τι προηγείται η σκέψη ή η γλώσσα; Μα πρώτα σκέφτεσαι και μετά μιλάς. Oμως, με τι σκέφτεσαι; Μήπως με τη γλώσσα; Ναι, δεν παράγεται σκέψη στα ελληνικά. Μπορείς να μιλάς χωρίς να σκέφτεσαι, όμως δεν μπορείς να σκέφτεσαι αν δεν μιλάς. Αγωνιούμε για την κλιματική αλλαγή, όμως παραβλέπουμε την καταστροφή του κοινωνικού τοπίου από την προγλωσσική βαρβαρότητα.

Ναι, οι γλώσσες εξελίσσονται. Η λογοτεχνία –με την ευρεία σημασία του όρου– είναι το αποθεματικό τους κεφάλαιο. Γι’ αυτό και δεν είναι όλες οι γλώσσες ισότιμες. Μπορεί οι ελληνόφωνοι να είναι λίγοι, όμως το αποθεματικό κεφάλαιο της γλώσσας τους τους επιτρέπει να συγκρίνουν την γλώσσα τους με τις μεγάλες γλώσσες του σύγχρονου κόσμου. Η λεγομένη «Μακεδονική», όσες συμφωνίες κι αν την αναγνωρίσουν, δεν έχει τη δύναμη των ελληνικών.

Θα μου πείτε έχει σημασία να ξέρεις ότι η λέξη «ελευθερία», αν και υπεραιωνόβια παραμένει η ίδια; Αν σκέφτεσαι την «επιστήμη του ξύλου» να κι αν έχει, να κι αν δεν έχει.

ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

Η εξύψωση των ελληνικών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ   Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 26.05.2019

Μόνον ένας λογοτέχνης σαν τον δικό μας Τάκη Θεοδωρόπουλο θα μπορούσε να το πει τόσο γλαφυρά: «Τα ελληνικά που μιλάμε, και αυτά στα οποία γράφουμε, δεν είναι παρά μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας» («Η ταπείνωση των ελληνικών», «Καθημερινή» 28.4.2019).

Πέρα, όμως, από τη γλαφυρότητα του πράγματος, προκύπτουν κάποια ερωτήματα. Πώς ακριβώς ταπεινώνεται μια γλώσσα; Η νεοελληνική είναι ταπεινωμένη σε σχέση με ποια εκδοχή «πανάρχαιας γλώσσας»; Ως γνωστόν, και η αρχαία ελληνική επίσης εξελισσόταν και επιβίωσαν στα γραπτά διάφορες εκδοχές της. Διαφορετικά ήταν τα ελληνικά στην εποχή του Ομήρου και άλλα του Σοφοκλή. Δεν μπορούμε, φυσικά, να ποσοτικοποιήσουμε τις αλλαγές, αλλά κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τα ελληνικά του Ομήρου απέχουν από τα ελληνικά του Θουκυδίδη, όσο τα ελληνικά του Θουκυδίδη από τη δημοτική. Και γιατί να μη θεωρήσουμε τα ελληνικά του Ευριπίδη «μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας του Ομήρου»; Δυστυχώς, η «ταπείνωση» δεν είναι ακριβής επιστήμη, αλλά καλή λογοτεχνία.

Είναι εναργής η διαπίστωση του Τάκη Θεοδωρόπουλου ότι «αντί να δημιουργούμε σκέψη τσακωνόμασταν για τους τύπους που θα μας επέτρεπαν να παράγουμε σκέψη». Παραδόξως όμως, αμέσως μετά, αρχίζει να τσακώνεται για τους «τύπους». «Ο Γ. Ράλλης», γράφει, «νομοθέτησε την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης στην εκπαίδευση και το πρωτοπασόκ έσβησε την περισπωμένη και τα πνεύματα από τη γραφή. Η γλώσσα ακρωτηριάσθηκε από τη μνήμη της με τη λοβοτομή».

Ωραίο, αλλά πάλι αν κρατούσαμε τους τεχνητούς τύπους της «καθαρευούσης», οι μαθητές δεν θα σήκωναν κεφάλι από τα βιβλία του Βιζυηνού; Αν δεν καταργούσαμε τις περισπωμένες και τις δασείες τα παιδιά θα φλέρταραν απαγγέλλοντας Καβάφη; Αν γράφαμε τις λέξεις κεφαλαία και χωρίς κενά, θα έλαμπε κάποιος νεοέλληνας Πλάτωνας στην Αθήνα και στην παγκόσμια γραμματεία;

Δημιουργοί οι Ελληνες

Δεν ήταν τα ελληνικά που «δημιούργησαν μεγάλη τέχνη», όπως γράφει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, αλλά εκείνοι οι Ελληνες που έψαξαν βαθιά την ψυχή τους, κοίταξαν με καθαρό μάτι τον κόσμο, έφτιαξαν θεωρίες και έννοιες που τις αποτύπωσαν σε λέξεις. Δεν ήταν τα κείμενα που παρήγαγαν τη σκέψη, αλλά η σκέψη που αποτυπώθηκε σε αυτά. Εχει δίκιο όταν λέει ότι τα ελληνικά δεν «κινδυνεύουν να σβήσουν από τον χάρτη επειδή κάποιος τα εχθρεύεται». Δεν ισχύει όμως ότι «οι Ελληνες που τα κληρονόμησαν αδιαφορούν για την ύπαρξή τους». Δεν γνωρίζουμε άλλη χώρα που να τσακώθηκε τόσο πολύ –και να διαφωνεί ακόμη– για το γλωσσικό ζήτημα.

Τα ελληνικά, όπως και πολλές άλλες γλώσσες, φθίνουν διότι δεν αποτυπώνεται σε αυτά νέα γνώση. Καλώς ή κακώς –και για λόγους ανεξάρτητους της προσπάθειας των πληθυσμών– η επιστήμη και η τεχνολογία μιλάει αγγλικά, όπως κάποτε η νομική μιλούσε λατινικά και η φιλοσοφία ελληνικά. Υπάρχει μια ευθεία σχέση μεταξύ ισχύος και παραγωγικότητας ενός πληθυσμού με την κυριαρχία μιας γλώσσας. Πάρα πολλοί Αλβανοί μιλούν ελληνικά διότι χρειάστηκε να εργασθούν, να εμπορευθούν, με τον ισχυρό εταίρο της περιοχής. Είναι η ισχυρή οικονομία που πληρώνει για την καλλιέργεια και την εξάπλωση μιας γλώσσας, που πληρώνει την παραγωγή νέας γνώσης, που φτιάχνει καινούργιες έννοιες και νέα πράγματα που χρειάζονται νέες λέξεις. Να σημειώσουμε ότι, κάποιες φορές, και ασθενείς χώρες παράγουν νέες έννοιες και νέες λέξεις για τον παγκόσμιο διάλογο. Π.χ. η μεγαλύτερη συνεισφορά της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια στην πολιτική επιστήμη είναι η έννοια και η λέξη «kolotoumpa».

Αποτελεί πρόβλημα το γεγονός ότι οι νεοέλληνες –ανεξαρτήτως ηλικίας– δεν διαβάζουν στη δημοτική, και λογικώς δεν θα διάβαζαν και σε γλωσσότυπους που δεν μιλούν. Και αυτό, διότι μαζί με την «κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης (και το σβήσιμο), της περισπωμένης και των πνευμάτων από τη γραφή» εισήχθη και το δόγμα της ισότητας στη βολή. Σήμερα, το μόνο που μαθαίνει κάποιος στο ελληνικό σχολείο είναι να μισεί το διάβασμα. Λογικό, διότι τα νέα παιδιά, στην πιο όμορφη ηλικία τους, εξαναγκάζονται να αποστηθίζουν κάποιον περιορισμένο αριθμό σελίδων, χωρίς να έχουν την ανταμοιβή της κατανόησης όσων διαβάζουν. Μπορούν (για περιορισμένο διάστημα δύο χρόνων, που προετοιμάζονται για τις εξετάσεις) να πουν «νεράκι» αποσπασματικές πτυχές της Ιστορίας, χωρίς να μαθαίνουν ότι αυτές εντάσσονται σε ένα συνολικότερο πλαίσιο, χωρίς να νιώσουν την πληρότητα της γνώσης. Οι νέες έννοιες, όλα τα θαυμαστά που συμβαίνουν στον κόσμο, είναι εκτός ύλης. Αφήστε δε που υπάρχουν πάντα οι άγρυπνοι εθναμύντορες να κατσαδιάσουν όποιον προτείνει κάτι διαφορετικό από τις στείρες προσεγγίσεις του παρελθόντος. Και βεβαίως, θα ήταν θαυμάσιο να διαβάζουν όλοι οι Ελληνες αρχαία τραγωδία στο πρωτότυπο, αλλά δεν θα ήταν άσχημο να ξέρουν κυρίως τι πραγματεύεται επί της ουσίας η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή.

Δεν λείπουν οι λέξεις από την ελληνική γλώσσα, απουσιάζουν οι έννοιες από την ελληνική κοινωνία, οι οποίες θα γίνουν ή θα βρουν τις λέξεις είτε της «καθαρευούσης» είτε της δημοτικής, ή θα τις αντλήσουν (όπως το έκανε πολύ καλά ο Καβάφης) από όλη τη διαχρονική πορεία της γλώσσας μας και από τα ιδιώματα, ασφαλώς.

Η γλώσσα εξελίσσεται

Η γλώσσα εξελίσσεται για να καλύψει τις ανάγκες μιας κοινωνίας.  Αλλες ήταν την κλασική εποχή, άλλες την ελληνιστική, οπότε «εφευρέθηκαν» οι τόνοι και τα πνεύματα, και άλλες οι σημερινές. Η λεξιπενία είναι απλώς το σύμπτωμα μιας αντιπαραγωγικής εκπαίδευσης. Οταν διορθώσουμε το δεύτερο, όταν κάνουμε τα παιδιά να αγαπήσουν το διάβασμα και να στοχαστούν, τότε αυτά μεγαλώνοντας θα θεραπεύσουν και το πρώτο. Θα φτιάξουν ή θα αναστήσουν τις λέξεις που χρειάζονται, για να εκφράσουν όσα ξέρουν.

Συνεπώς θα συμφωνήσουμε με την κατακλείδα του άρθρου του κ. Θεοδωρόπουλου, για το δέον γενέσθαι στην Παιδεία: «Τιτάνιο το έργο, ειδικά όταν η εκπαίδευση μαθαίνει στους μαθητές της πώς να μη διαβάζουν. Κυρίως δε λογοτεχνία. Μόνον εκεί το παιδί θα βρει τον τρόπο να απελευθερωθεί από την ταπείνωση της γλώσσας του και να αντιληφθεί τη δύναμή της».

Πρώτα οι λέξεις, μετά οι ιδέες

Δεν χρειάζεται να έχεις διδακτορικό στην Ιστορία της Παιδείας στη Δύση για να ξέρεις ότι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών δεν υπήρξε ποτέ ένα αποκλειστικά γλωσσικό αγώνισμα που προέβλεπε χρυσό μετάλλιο για τους αριστείς της γραμματικής και του συντακτικού. Από τον ουμανιστικό ζήλο του Εράσμου (για να μην πάμε ακόμη πιο πίσω) μέχρι τους συγκαιρινούς προβληματισμούς (παρ’ ημίν, κατά κανόνα, καβγάδες), το ζήτημα της διδασκαλίας των δύο κλασικών γλωσσών αναδεικνύει, άλλοτε ρητά και άλλοτε έμμεσα, όψεις και πτυχές μιας διαρκούς διαπραγμάτευσης πάνω σε ιδεολογικούς προσανατολισμούς, επιστημολογικές εμφάσεις και πολιτισμικές ταυτότητες. Πριν από δύο περίπου αιώνες, για τους Γερμανούς το «μαθαίνω ελληνικά» ήταν λιγότερο μάθημα και περισσότερο πνευματιστική συνεδρία που προσκαλούσε το «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» να κατοικήσει τευτονικά σώματα. Πάντα πιο πρακτικοί και εμπειριστές, οι Βρετανοί είχαν ανακαλύψει ότι για το καλό μάνατζμεντ της αυτοκρατορίας τους, εκτός από στρατιώτες, πολιτικούς και εμπόρους, χρειάζονταν και οξφορδιανούς τζέντλεμεν που διέθεταν «προφίσιενσι» στα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά.
Εύκολα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι στην περίπτωση αυτή η γλώσσα δεν αντιμετωπιζόταν παρά ως απλό μέσο και όχημα για πρόσβαση στις παραδειγματικές ιδέες και αξίες του κλασικού κόσμου, ότι, δηλαδή, ήταν ο τελικός σκοπός που αγλάιζε το γλωσσικό μέσο. Δεν πρόκειται ακριβώς γι’ αυτό, και εδώ πάλι δεν χρειάζεσαι το διδακτορικό που λέγαμε για να ξέρεις ότι οι κλασικές γλώσσες θεωρήθηκαν καθεαυτές άλλοτε ως αυτόνομο αισθητικό αγαθό και άλλοτε ως τα αναντικατάστατα «σούπερφουντς» για τη θρέψη της λογικής σκέψης και της κριτικής και αναλυτικής ικανότητας.
Και όλα αυτά πριν οι ρώσοι φορμαλιστές, η δομική γλωσσολογία, ο στρουκτουραλισμός και οι ποικίλες εκδοχές της λεγόμενης «γλωσσικής στροφής» αρχίσουν να μας κατηχούν στην ιδέα ότι η γλώσσα δεν είναι απλό εργαλείο, απροβλημάτιστα διαφανές μέσο ή δευτερογενές ως προς τη σκέψη και την πραγματικότητα φαινόμενο, αλλά, αντιθέτως, η μήτρα και ο μηχανισμός που ορίζει τη μορφολογία της σκέψης και της πραγματικότητας. Κάποιοι, και όχι αναγκαστικά οπαδοί της προ-γλωσσικής νοημοσύνης, θεωρούν ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά το κάρο τοποθετήθηκε πολύ πιο μπροστά από το άλογο, ωστόσο, αν εξαιρέσουμε ορισμένες φονταμενταλιστικές διακηρύξεις της διαβόητης Αποδόμησης που βλέπουν τη γλώσσα ως ανίατη «διολίσθηση» σε ένα άπατο βάραθρο «διαρκώς αναβαλλόμενου νοήματος», η αναψηλάφηση της ιεράρχησης σκέψη/πραγματικότητα-γλώσσα μέσα στον εικοστό αιώνα μάς απομάκρυνε από θετικιστικές αντιλήψεις για τη γλώσσα ως απλώς μέσο-εργαλείο (στο οποίο οι επιστήμονες προσθέτουν τεχνικούς όρους και οι λογοτέχνες καλολογικά στοιχεία) και μας έκανε πολύ πιο δεκτικούς απέναντι στην ετυμηγορία εκείνη που θέλει τα όρια του κόσμου μας να είναι τα όρια της γλώσσας μας. Και ταυτόχρονα, η αναψηλάφηση της ιεράρχησης τεκμηριώνει πιο συστηματικά την πεποίθηση ότι η ικανότητα για κριτική και αναλυτική σκέψη είναι ευθέως ανάλογη της γλωσσικής επάρκειας.
Το πόσο και πώς μεριμνούν γι’ αυτήν τη γλωσσική επάρκεια τα εκπαιδευτικά συστήματα σήμερα είναι ζήτημα που ασφαλώς δεν αφορά μόνο το ελληνικό σχολείο. Ούτε αφορά μόνο το ελληνικό σχολείο η αυξανόμενη επισφάλεια των δύο κλασικών γλωσσών στα προγράμματα διδασκαλίας, ωστόσο, και παρά την αμετακίνητη βεβαιότητά μου ότι ένα εκσυγχρονισμένο πρόγραμμα αρχαιογλωσσικής διδασκαλίας είναι αναντικατάστατο μέρος αυτής της μέριμνας, το ζήτημα της γλωσσικής αγωγής πρέπει να τεθεί στο ευρύτερο δυνατό πλαίσιό του που συμπεριλαμβάνει και παράγοντες που σπάνια αξιολογούνται με ουσιαστικό τρόπο, όπως είναι η χρήση της γλώσσας από τη μεριά του δασκάλου στην τάξη (όσο ξέρω, δεν είναι όλοι οι φιλόλογοι φίλοι του λόγου) και η γλώσσα των εγχειριδίων. Χρειάζεται γνώση και αίσθηση ευθύνης από πολλούς, και είναι αλήθεια ότι ένα επαγωγό γλωσσικό περιβάλλον δεν είναι συνάρτηση μόνο της θεσμικής εκπαίδευσης. Πρέπει, όμως, και οι πολιτικοί υπεύθυνοι της παιδείας να διαθέτουν, εκτός από παιδεία, και καλή αίσθηση ιεράρχησης των προτεραιοτήτων. Αλλά τη γλωσσική αγωγή ως συνειδητοποιημένη προτεραιότητα (για τους σωστούς λόγους και όχι ως υπόκρουση της πανηγυρικής γλωσσοεθνικοφροσύνης) δεν την πολυείδαμε εδώ και πολύν καιρό στην ατζέντα της εκπαιδευτικής πολιτικής και των πολιτικών.
Αντιθέτως, τις τελευταίες εβδομάδες είδαμε μια δραστική αντιστροφή προτεραιοτήτων δυνάμει της οποίας ένα γλωσσικό μάθημα, τα Λατινικά, ουσιαστικά ακυρώνεται (το σκεπτικό δε θα χρειαστεί πλέον να το σχολιάσουμε) με την προοπτική μιας εντατικής κατήχησης στο κοινωνιολογικό επιστητό. Δεν ξέρω αν πρόκειται για παιδαγωγικό νεωτερισμό με ένα κρυμμένο (ιδεολογικό) τραύμα, αλλά θα ήταν ενδιαφέρον να δει κανείς πώς θα μεταβολίσουν την «αναστοχαστική κοινωνιολογία» του Μπουρντιέ τα δεκαεξάχρονα που «διαπρέπουν» στo διεθνές πρόγραμμα PISA το οποίο αξιολογεί περιοδικά μαθητές και μαθήτριες, μεταξύ άλλων, και στην κατανόηση κειμένου. Μπορώ, όμως, να προβλέψω ότι το πολύ ελληνικό εκπαιδευτικό άθλημα της απομνημόνευσης θα επιτύχει νέες παγκόσμιες επιδόσεις.
Κάποτε ο διάσημος ζωγράφος Ντεγκά βαρυγκομούσε στον Στέφανο Μαλαρμέ ότι, ενώ είχε πληθώρα ιδεών, όταν έβαζε το καλαμάρι στο χαρτί δεν του ερχόταν ούτε μια γραμμή ποίησης. «Με λέξεις γράφονται τα ποιήματα» του απάντησε ο άλλος, «όχι με ιδέες». Ο σημερινός υπουργός Παιδείας εμφορείται από τη βεβαιότητα ότι αυτό που αξίζει από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο είναι οι ιδέες του και οι αξίες του, όχι η γραμματική και το συντακτικό της γλώσσας του. Είναι προφανές ποια είναι η αντίληψή του για το τι είναι γλώσσα γενικώς. Με κάθε σεβασμό και ειλικρινή διάθεση, του προτείνουμε να το ξανασκεφτεί, και αν θεωρεί, και με το δίκιο του, ότι η γλωσσική εκπαίδευση στο σημερινό σχολείο δεν γίνεται σωστά, να κάνει προτεραιότητά του τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό της.
Ο κ. Θεόδωρος Παπαγγελής είναι ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας του ΑΠΘ.
Οτι υπάρχει ένα μείζον πρόβλημα στη χρήση τής γλώσσας μας αποτελεί καθημερινή εμπειρία των ευαίσθητων ομιλητών τής Ελληνικής και μόνιμη έκφραση παραπόνων από πάρα πολλούς απλούς χρήστες τής γλώσσας σε διάφορες ευκαιρίες. Προφανώς, οι επισημάνσεις, οι επικρίσεις, οι διαμαρτυρίες δεν αφορούν στο ανύπαρκτο, ευτυχώς, όλα τα τελευταία χρόνια «γλωσσικό ζήτημα» αλλά αναφέρονται – αν θελήσουμε να το διατυπώσουμε προσεκτικά – στην ποιότητα τής γλώσσας που μιλούμε και γράφουμε. Αυτό είναι το πρόβλημα, και ας το πούμε καθαρά είναι ένα ευρύτερο πρόβλημα στη χρήση τής γλώσσας που επισημαίνεται από τους ομιλητές σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών, από υπεύθυνους πολίτες οι οποίοι έχουν απαιτήσεις από τη γλώσσα.
Για να αντιμετωπίσουμε το «πρόβλημα ποιότητας» στη χρήση τής γλώσσας, πρέπει να αντιληφθούμε με τι «εξισούται» η γλώσσα, τις «γλωσσικές εξισώσεις» που ως προϋποθέσεις εξασφαλίζουν την ποιότητα στη χρήση της.
Θα δώσω ένα διάγραμμα αυτών των εξισώσεων:
(1) Γλώσσα = ΣΚΕΨΗ
Πρέπει να καταλάβουμε (κι οι δάσκαλοι να διδάξουμε) ότι οι λέξεις δεν υπάρχουν για τις λέξεις αλλά για τις έννοιες που θέλουμε να δηλώσουμε, συγκροτώντας τα νοήματά μας. Οι λέξεις είναι συμβατικά κωδικοποιημένες έννοιες με τη μορφή σημασιών («σημαινομένων») που παίρνουν και μια φθογγική δήλωση(«σημαίνοντα»). Η σύν-ταξη των λέξεων σε προτάσεις είναι για να εκφραστούν γλωσσικά οι νοητικές συν-άψεις των εννοιών σε νοήματα. Αρα, εφόσον η γλώσσα είναι η έκφραση τής σκέψης μας, κάθε ποιότητα στη γλώσσα είναι και ποιότητα στη σκέψη μας και τανάπαλιν.
(2) Γλώσσα = ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ + ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ + ΣΥΝΤΑΞΗ
Στον εγκέφαλο τού ανθρώπου όπου εδράζεται το «λογισμικό τού νου» (εννοιολόγιο – νοητικές κατηγορίες – νοήματα), έχει την έδρα του και το «λογισμικό τής γλώσσας» (λεξιλόγιο – γραμματική – σύνταξη). Αρα, η ποιότητα στη γλώσσα είναι συνάρτηση ενός κατά το δυνατόν πιο καλλιεργημένου και πλούσιου λεξιλογίου σε συνδυασμό με έναν εξίσου ασκημένο και καλλιεργημένο μηχανισμό με τον οποίο συνθέτουμε το λεξιλόγιο σε συντεταγμένο λόγο, με τον μηχανισμό τής γραμματικής και τής σύνταξης. Η γνώση τού λεξιλογίου χωρίς επαρκή και καλλιεργημένη γνώση τού μηχανισμού που το οργανώνει, το προβάλλει και το αξιοποιεί καταλήγει σε ποιοτική υστέρηση στη χρήση τής γλώσσας. Η γραμματική εκδικείται!
(3) Γλώσσα = ΡΗΜΑ
Γλωσσικά ζούμε στο «βασίλειο τού ρήματος»! Ο πυρήνας τής γλώσσας είναι το ρήμα, οι ενέργειες δηλ., οι πράξεις, οι δραστηριότητές μας, οι καταστάσεις μας, γύρω από τις οποίες «κτίζεται» ο λόγος μας. Πρόσωπα και πράγματα (τα «ουσιαστικά» τής γραμματικής) εξειδικεύουν τις ενέργειές μας (τα «ρήματα» τής γραμματικής). Χρόνος, χώρος, τρόπος, αιτία, σκοπός κ.λπ. (τα «επιρρήματα», οι «προθέσεις», οι «σύνδεσμοι» τής γραμματικής) εξειδικεύουν περαιτέρω τις ενέργειές μας, ενώ καθορισμός (τα «άρθρα» τής γραμματικής) και χαρακτηρισμοί (τα «επίθετα» τής γραμματικής) εξειδικεύουν περαιτέρω τα πρόσωπα και τα πράγματα (τα «ουσιαστικά»). Αρα, η κατανόηση τού ρόλου των συστατικών τής γλώσσας μας μαζί με την άσκηση και την καλλιέργεια τής λειτουργίας τους είναι προϋπόθεση για την ποιότητα στη χρήση της.
(4) Γλώσσα = ΣΥΓΧΡΟΝΙΑ + ΔΙΑΧΡΟΝΙΑ («ΠΑΓΧΡΟΝΙΑ»)
Κάθε ποιοτική χρήση τής γλώσσας στηρίζεται στη σημερινή δομή και λειτουργία της, στη συγχρονική της κατάσταση. Αυτή η διάσταση είναι καθοριστική και προηγείται. Ωστόσο, γλώσσες με μακρά χρονική παρουσία και μακρά ιστορική διμορφία, όπως η Ελληνική, χρειάζονται στην κατάκτησή τους εντός και εκτός σχολείου και τη διαχρονική διάσταση. Είναι χρήσιμο και πρακτικά αξιοποιήσιμο να γνωρίσει ήδη ο μαθητής στο σχολείο ότι το είμαι δεν είναι παρά το αρχαίο ειμί, που η μετοχή του ών ούσα όν έχει δώσει τα όντα, την οντότητα, το όντως, αλλά και τα παρών παρούσα παρόν και απών απούσα απόν και τα παρουσία καιαπουσία, όπως και η ίδια η ουσία έδωσε τα ουσιώδης και επουσιώδης και ουσιαστικός, αλλά και τα ανούσιος, αυτούσιος, επιούσιος και περιούσιος και τα μετουσιώνω και μετουσίωση κ.ά. Η εκμάθηση, λοιπόν, τής γλώσσας στη διπλή της διάσταση, τη συγχρονική κυρίως και δευτερευόντως τη διαχρονική, την «παγχρονική» (για να χρησιμοποιήσουμε έναν ειδικό όρο), θα εξασφαλίσει μια ποιότητα στη χρήση τής γλώσσας, αφού ως γνωστόν οι λεγόμενες «απαιτητικές λέξεις» προϋποθέτουν μια τέτοια γνώση (λέξεις όπως ανένδοτος, ενδοτικός, ενδίδω, ευάλωτος, άλωση, κατά το δοκούν, υπέρ το δέον, φειδώ, αφειδώς, δυσήνιος, δυσθυμία, δυσειδής, δυσανεξία, κατησχυμμένος, νενομισμένος, ανιούσα, κατιούσα, οικόσιτος, οικουρώ, πλησίστιος, πόθεν έσχες, συναγελάζομαι, υπερακοντίζω κ.ά.).
(5) Γλώσσα = ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Οι επιλογές στη γλώσσα είναι, στην πράξη, η γλωσσική ελευθερία μας. Οι επιλογές συνιστούν μια γενική ιδιότητα τής γλώσσας που δεν είναι συνήθως συνειδητή στους ομιλητές. Οι επιλογές αυτές δεν είναι «πολυτέλεια» αλλά ανάγκη, αφού καθιστούν δυνατή την παρουσίαση των γλωσσικών πληροφοριών από διαφορετικές οπτικές γωνίες και διαφορετική προοπτική. Αλλη είναι η προοπτική τής πρότασης «Ο υπουργός υπέγραψε τη συμφωνία» από την πρόταση «Η συμφωνία υπεγράφη» ή την πρόταση «Η υπογραφή τής συμφωνίας…». Αν ενδιαφέρει η προβολή τού «δρώντος προσώπου», επιλέγω την α΄ πρόταση∙ αν ενδιαφέρει η προβολή τού «αντικειμένου τής δράσης», επιλέγω τη β’, ενώ η επιλογή τής γ’ είναι περισσότερο ουδέτερη και περιγραφική πάλι τού «αντικειμένου τής δράσης». Επομένως, η ίδια σε περιεχόμενο πληροφορία προβάλλεται διαφορετικά από τη χρήση ενεργητικής φωνής (η α’), τη χρήση παθητικής φωνής (η β’) και ονοματικής πρότασης (η γ’). Αυτό ισχύει και στους τρεις τομείς: λεξιλόγιο, γραμματική, σύνταξη. Αρα, η αξιοποίηση των επιλογών εξασφαλίζει ποιότητα στον λόγο μας, αφού κάθε λεπτή απόχρωση στη χρήση τής γλώσσας και στα νοήματά μας στηρίζεται σε τέτοιες επιλογές σε όλα τα επίπεδα.
(6) Γλώσσα = ΑΞΙΑ
Αν δεν συλλάβουμε και δεν πιστέψουμε στη γλώσσα ως αξία, αλλά τη δούμε σαν ένα απλό όργανο (που είναι βεβαίως κι αυτό), τότε αποδυναμώνουμε επικίνδυνα τη σχέση μας με τη γλώσσα. Γιατί η γλώσσα, πέρα από ένα απλό όργανο, είναι ο πολιτισμός μας, η ιστορία μας, η σκέψη μας, ο ψυχισμός μας, η ταυτότητά μας. Είναι η ατομική και συλλογική ιδιοπροσωπία μας. Είναι ο ίδιος «ο κόσμος μας», κατά τον Wittgenstein. Αν ενστερνισθούμε αυτή τη στάση απέναντι στη γλώσσα, τότε αλλάζει όλη η σχέση μας με αυτή, αφού δηλ. κατανοήσουμε ότι ο γλωσσικός μας κόσμος, σε όποια έκταση, μορφή και ποιότητα τον οικοδομούμε, είναι και ο κόσμος τής σκέψης και τής ίδιας τής ύπαρξής μας. Τότε συνειδητοποιούμε ότι αξίζει να αγωνισθούμε για αυτόν. Πολύ περισσότερο που η κατάκτηση τής μητρικής μας γλώσσας είναι έργο ζωής.
Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

 

Μητρικής γλώσσης εγκώμιον

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  02/02/2014 

Η Διεθνής Ημέρα για τη μητρική γλώσσα που θα εορτασθεί σε λίγες μέρες δίνει ευκαιρία για μερικές σκέψεις πάνω σ’ αυτό το καίριο θέμα. Κάθε άνθρωπος όπου γης διαθέτει ένα κοινό γνώρισμα: μαθαίνει εξ απαλών ονύχων τη μητρική του γλώσσα. Πρόκειται για ένα προνόμιο τού ανθρώπινου είδους που συμβαδίζει και ανατροφοδοτείται από το έτερο μεγάλο χάρισμα τού ανθρώπου, τον νου. Νόηση και μητρική γλώσσα ξεχωρίζουν τον άνθρωπο και μέσα από τη συγκρότηση κοινωνιών τού εξασφαλίζουν «ποιότητα ζωής». Αυτό το διπλό χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι, άλλωστε, αυτό που τον διαφοροποιεί ποιοτικά από όλα τα λοιπά έμβια όντα. Γιατί με τη μητρική του γλώσσα ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει τον κόσμο, αφού πρώτα τον συλλάβει με τον νου του. Το υπαρξιακό τρίπτυχο όντα τού κόσμου, έννοιες τού νου (με τις οποίες υπάρχουν για μας τα όντα) και σημασίες / λέξεις τής μητρικής γλώσσας (με τις οποίες δηλώνονται οι έννοιες) περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο συστατικό τη γλώσσα.
Μιλώντας για γλώσσα αναφερόμαστε πρωτίστως στη μητρική γλώσσα που είναι κτήμα όλων. Αυτό δε που διακρίνει τη μητρική γλώσσα από οποιαδήποτε άλλη, από μία ή περισσότερες ξένες γλώσσες που μαθαίνει κανείς, είναι ότι μόνο τη μητρική γλώσσα κατακτά εις βάθος, τόσο σε λογικό επίπεδο (γραμματική και συντακτική δομή – λεξιλόγιο) όσο και σε βιωματικό (συνθήκες πραγματικής χρήσης στη χώρα όπου ομιλείται μια γλώσσα). Γι’ αυτό οι γλωσσολόγοι επιφυλάσσουν για τη μητρική γλώσσα τον όρο κατάκτηση (acquisition), ενώ για τη γνώση μιας ξένης γλώσσας χρησιμοποιούν σκόπιμα έναν πιο «ήπιο» όρο, τον όρο (εκ) μάθηση (learning). Κατακτάς μόνο τη μητρική σου γλώσσα, ενώ κάθε άλλη απλώς την μαθαίνεις, περισσότερο ή λιγότερο καλά.
Αυτό που πρέπει να τονιστεί και που κατεξοχήν διακρίνει τη μητρική από μια ξένη γλώσσα είναι ότι για κάθε φυσικόομιλητή η γνώση τής μητρικής γλώσσας δεν είναι ένα απλό εργαλείο συνεννόησης («εργαλειακή αντίληψη»), αλλά είναι κύριο συστατικό τής ταυτότητάς του, είναι ο πολιτισμός του μέσα από το ιστορικό εννοιολογικό φορτίο των λέξεων που χρησιμοποιεί, είναι η ψυχοσύνθεσή του και η νοοτροπία τού λαού του, είναι ο τρόπος που βλέπει και εκφράζει τον κόσμο του, είναι η σκέψη του, είναι η πατρίδα του. Είναι δηλ. όλα τα στοιχεία που συνιστούν την «αξιακή αντίληψη» τής γλώσσας, μια έννοια που υπερβαίνει κάθε απλή χρηστική αντίληψη.
Ο αξιακός αυτός χαρακτήρας τής γλώσσας κάνει ώστε κάθε γλώσσα να είναι ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό μέγεθος. Κάθε μητρική γλώσσα, ως διαχρονική έκφραση ενός ολόκληρου λαού, συνιστά αυταξία. Οι δε πολλές χιλιάδες γλώσσες τού κόσμου συνιστούν ένα σύνολο διαφορετικής σύλληψης, οργάνωσης και έκφρασης τού κόσμου, ένα σύνολο ισότιμων αλλά διαφορετικών εν πολλοίς γλωσσών που όλες μαζί συνθέτουν την οικολογία τής γλώσσας. Και είναι αυτή η διαφορετικότητα, η γλωσσική πολυμορφία που αποτελεί αναπαλλοτρίωτη γλωσσική περιουσία των λαών, την πιο πολύτιμη κληρονομιά, η οποία αξίζει τον σεβασμό μας. Οσο φυσική είναι η γλωσσική διαφοροποίηση (ακόμη και μεταξύ των ατόμων που μιλούν την ίδια γλώσσα) άλλο τόσο «αφύσικη» είναι κάθε τεχνητή «κοινή γλώσσα» (Εσπεράντο, Βολαπύκ κ.ά.) που φιλοδοξεί ουτοπικά να υποκαταστήσει τις φυσικές γλώσσες. Η «ύβρις» μιας δήθεν ενιαίας γλώσσας για όλα τα έθνη τού κόσμου, δηλ. μιας απόλυτα παγκοσμιοποιημένης γλώσσας, είναι μια άλλη έκφανση τής ανθρώπινης αλαζονείας, ανάλογη με εκείνη που προκάλεσε τη Βαβέλ, «τη σύγχυση γλωσσών». Η έννοια μιας «ενιαίας γλώσσας» για όλους ούτε υπήρξε ποτέ ούτε μπορεί να υπάρξει, γιατί θα προσκρούει πάντα σε μια αδήριτη γλωσσική πραγματικότητα, στην εγγενή διαφοροποίηση τής γλώσσας που διαμορφώνουν πάντα διαφορετικοί λαοί, με διαφορετικό πολιτισμό, ιστορία και νοοτροπία. Το μόνο που μπορεί να υπάρξει – και έχει υπάρξει κατά καιρούς – είναι μια ευρύτερης χρήσεως δεύτερη γλώσσα, μια ξένη δηλ. γλώσσα που χρησιμοποιείται ως lingua franca, γλώσσα επικοινωνίας για πρακτικές ανάγκες συνεννόησης, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται υπεργενικευτικά και ως «κοινή γλώσσα».
Συνήθως θεωρούμε ως δεδομένη και συγκριτικά πιο εύκολη τη γνώση τής μητρικής γλώσσας από εκείνη μιας ξένης γλώσσας. Η άποψη αυτή ισχύει με την έννοια ότι μια σημαντική παράμετρος τής γλώσσας, το γλωσσικό περιβάλλον (οικογένεια, σχολείο, κοινωνία, ΜΜΕ κ.ά.), που παίζει καθοριστικό ρόλο στη γνώση τής γλώσσας, συνοδεύει κατά φυσικό τρόπο μόνο τη μητρική γλώσσα. Ετσι, δεν είναι τυχαίο που φυσικοί ομιλητές χαρακτηρίζονται μόνο οι ομιλητές τής μητρικής γλώσσας. Ωστόσο, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι, αν ζήσει κανείς επί μακρόν στη χώρα όπου ομιλείται μια γλώσσα και ασχοληθεί συστηματικά με τη μάθησή της, τότε αποκτά μια βιωματική γνώση τής μη μητρικής γλώσσας που μπορεί να εγγίσει τα όρια τής κατάκτησης.
Τέλος, ακόμη και προκειμένου για τη μητρική γλώσσα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε όλη τη ζωή μας, από την ώρα που γεννιόμαστε μέχρι βαθέος γήρατος, διατελούμε μονίμως «μαθητές» τής μητρικής μας γλώσσας, η δε κατάκτησή της σ’ ένα απαιτητικό επίπεδο είναι πάντα «έργο ζωής».

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ελληνική: μία και ενιαία γλώσσα

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ 10/11/2013

Η ελληνική γλώσσα είναι, ως γνωστόν, από τις ελάχιστες γλώσσες του κόσμου που διατηρήθηκε ενιαία και αδιάσπαστη χιλιετίες. Πράγματι η Ελληνική είναι η μόνη ευρωπαϊκή γλώσσα που μιλιέται χωρίς διακοπή επί 4.000 χρόνια και γράφεται επί 3.500 χρόνια. Είναι γεγονός επίσης ότι, όπως και όλες οι άλλες γλώσσες της οικουμένης, υπέστη και αυτή σημαντικές αλλαγές και διαφοροποιήσεις κατά τη μακραίωνη εξέλιξή της, καθώς αλλάζει αναπόδραστα καθετί το ζωντανό – διατήρησε ωστόσο αλώβητη την ιστορική της ενότητα και συνέπεια, παρέχοντας έτσι αδιαφιλονίκητες μαρτυρίες για την ιστορική συνέχεια και ενότητα συνάμα του ελληνικού πολιτισμού. Η άποψη εν προκειμένω του έγκριτου ελληνιστή Robert Browning είναι νομίζουμε απόλυτα εύλογη – ότι δηλαδή «δεν αποτελεί υπερβολή να υποστηριχθεί πως η Ελληνική δεν είναι μια σειρά από ξεχωριστές γλώσσες αλλά μία και ενιαία γλώσσα, και ότι αν κάποιος επιθυμεί να μάθει Ελληνικά, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν θα αρχίσει από τον Ομηρο, τον Πλάτωνα, την Καινή Διαθήκη, το έπος του Διγενή Ακρίτα ή τον Καζαντζάκη». Παρόμοιες ή παρεμφερείς απόψεις για την ελληνική γλώσσα έχουν διατυπώσει και πολλοί άλλοι διακεκριμένοι ξένοι ελληνιστές, όπως οι G. Thomson, L. Palmer, A. Mirambel, P. Chantraine και F. Adrados.

Και ο ενιαίος χαρακτήρας της Ελληνικής μπορούμε να πούμε ότι εδράζεται σε τρεις κυρίως παράγοντες: στην ετυμολογική συνέπεια και συνέχεια του λεξιλογίου της, στη διαχρονική ομοιομορφία της γραφής της και στην οργανική, τη δομική θα λέγαμε, συνοχή της. Ετσι κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι χιλιάδες λέξεις ή ετυμολογικές ρίζες, όπως και οι παραγωγικοσυνθετικοί μηχανισμοί τους – με άλλα λόγια το κύριο σώμα της Ελληνικής -, είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος ολόιδιες και κοινές σε όλες τις ιστορικές περιόδους και φάσεις της μακραίωνης διαδρομής της. Οταν λόγου χάριν προφέρουμε τις λέξεις θάλασσα, ουρανός, δήμος, δημοκρατία, τραγωδία, κωμωδία, θάνατος, τέλος, μοίρα, τύχη κ.λπ., θα λέγαμε ότι κατά τινα τρόπον «επικοινωνούμε» νοερά με εκείνους τους κατοίκους αυτής της χώρας που έζησαν χιλιάδες χρόνια πριν από εμάς και χρησιμοποίησαν τις ίδιες αυτές λέξεις με την ίδια περίπου σημασία. Εξάλλου στη διάρκεια όλων αυτών των αιώνων οι λέξεις παριστάνονταν με τα ίδια γράμματα από τότε ως σήμερα – ειδικότερα από τον 8ο αι. π.Χ. όπου ανάγονται οι πρώτες επιγραφές σε αλφαβητική γραφή, όπως είναι επί παραδείγματι οι γνωστές επιγραφές του Διπύλου (περίπου 740-730 π.Χ.) και του κυπέλλου του Νέστορα (δεύτερο μισό του 8ου αι. π.Χ.). Πρόσφατα μάλιστα συναρπαστικές ανακαλύψεις εγχάρακτων γλωσσικών θραυσμάτων στην Αίγυπτο και στην Κεντρική Ιταλία, τα οποία χρονολογούνται από τις αρχές του 8ου αι. π.Χ., συνηγορούν υπέρ της θεωρίας ότι η προσαρμογή του φοινικικού αλφαβήτου σε ελληνικό έγινε κατά τον 9ο αι. π.Χ. ή και ακόμη νωρίτερα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Αλλά και η οργανική συνοχή της Ελληνικής, που αποτελεί τον τρίτο παράγοντα της διαχρονικής της ενότητας, είναι όντως παραδειγματική· γιατί μπορεί να υπέστη, ως ζωντανός οργανισμός, πολλές και ποικίλες μεταβολές στη δομή της – ιδιαίτερα επί του φωνολογικού πεδίου, στη διάρκεια της ελληνιστικής κυρίως εποχής, κατά την οποία σφυρηλατήθηκε, καθώς γνωρίζουμε, και η φυσιογνωμία της Νεοελληνικής -, αλλά οι αλλαγές αυτές δεν μπόρεσαν να αλλοιώσουν τον εσώτερο οργανισμό της, τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ταυτότητάς της.

Ούτε λοιπόν η αρχαία Ελληνική είναι νεκρή γλώσσα, σαν τη Λατινική, όπως ειπώθηκε πρόσφατα, αλλά ζωντανή και θάλλουσα παρουσία μέσα στον κορμό της Νεοελληνικής, αφού ζωντανή και σφριγηλή παραμένει έως σήμερα η μία και ενιαία Ελληνική. Αξίζει πράγματι να αναφέρουμε μερικά ενδεικτικά παραδείγματα με κάποια χονδρικά ποσοστά: Από τις 110 λέξεις που περιέχουν και τα δύο μαζί προοίμια της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» (8ος αι. π.Χ.) το ένα τρίτο και πλέον από αυτές χρησιμοποιούνται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ατόφιες και ολοζώντανες στη Νεοελληνική, ενώ οι υπόλοιπες γίνονται αμέσως κατανοητές με τη βοήθεια ελάχιστων εξηγητικών σχολίων. Από τις περίπου 500 λέξεις που περιλαμβάνει ο γνωστός λόγος του Λυσία «Υπέρ Αδυνάτου» (5ος αι. π.Χ.) μόνο το ένα τρίτο περίπου από αυτές είναι κάπως δύσληπτες για τους Νεοέλληνες, ενώ οι υπόλοιπες είναι σε ευρύτατη χρήση στη Νεοελληνική. Από τις 4.900 λέξεις της Καινής Διαθήκης (1ος-2ος αι. μ.Χ.) κατά τον Γεώργιο Χατζιδάκι, τον πατέρα της ελληνικής Γλωσσολογίας, οι μισές περίπου, δηλαδή οι 2.280, χρησιμοποιούνται ευρέως και σήμερα, οι 2.220 είναι ευκολονόητες από τους Νεοέλληνες και μόνο περίπου 400 χρειάζονται ερμηνευτικό σχολιασμό, για να γίνουν κατανοητές. Τέλος από τις περίπου 800 λέξεις που περιέχουν οι 24 οίκοι ή στάσεις του «Ακάθιστου Υμνου» (πιθανόν 7ος αι. μ.Χ.) περίπου το ένα τρίτο από αυτές απαιτούν εξηγητικά σχόλια, για να καταστούν εύληπτες, ενώ οι υπόλοιπες είναι σε κοινή χρήση στη Νεοελληνική. Και για ένα μικρό μέτρο σύγκρισης με τα παραπάνω αναφερόμενα ποσοστά αρκεί να επισημάνουμε τούτο μόνο: Κείμενα της αρχαιότερης Αγγλικής είναι σχεδόν ακατάληπτα από τους σύγχρονους Αγγλους χωρίς κατάλληλα ερμηνεύματα. Κανείς όμως έως τώρα δεν χαρακτήρισε τα παλαιότερα Αγγλικά «νεκρή γλώσσα», ούτε πρότεινε να περιοριστεί στο ελάχιστο η διδασκαλία τους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Ο κ. Γεράσιμος Α. Μαρκαντωνάτος είναι διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας – συγγραφέας.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων