Πατριωτισμός ≠ Εθνικισμός

greece123 (1)

ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*  

Ο πατριωτισμός ως αίσθημα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 24.03.2019  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ευγένιος Ντελακρουά: «O Mπότσαρης αιφνιδιάζει το στρατόπεδο των Tούρκων κατά την ανατολή του ηλίου».

Ο αείμνηστος Αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Ρόρτι παρατηρεί εύστοχα ότι η «εθνική υπερηφάνεια είναι για τις χώρες ό,τι είναι ο αυτο-σεβασμός για τα άτομα: μια αναγκαία συνθήκη για αυτο-βελτίωση». Ο συναισθηματικός δεσμός με τη χώρα σου είναι απαραίτητος, υποστηρίζει, προκειμένου να είναι γόνιμη η πολιτική διαβούλευση.

Με άλλα λόγια, για να βουλεύεται γόνιμα μια οργανωμένη πολιτική κοινότητα πρέπει οι πολίτες της να νιώθουν ότι ανήκουν σε αυτήν. Γιατί άραγε;

Μια πρώτη απάντηση είναι ότι οι άνθρωποι δεν είναι υπολογιστικές μηχανές, ούτε αλγόριθμοι. Δεν μπορούμε να μετάσχουμε γόνιμα –παραγωγικά, ευφάνταστα– σε κάτι αν δεν νιώθουμε ότι έχει σημασία για εμάς. Οπως δεν θα ασκήσεις καλά ένα επάγγελμα εάν δεν ενστερνισθείς βιωματικά τις αξίες του, έτσι δεν θα διαβουλευθείς γόνιμα για τη χώρα σου εάν δεν την αγαπάς. Ο περί κοινών λόγος διαμορφώνεται από το περί κοινών πάθος.

Μια δεύτερη απάντηση είναι ότι δίχως τον πατριωτισμό δύσκολα ανθεί η δημοκρατία. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία προϋποθέτει τον «δήμο» – μια αυτοκυβερνώμενη πολιτική οντότητα, τα μέλη της οποίας βιώνουν το αίσθημα του συνανήκειν. Στο μέτρο που η δημοκρατία εκτοπίζει παραδοσιακές ιεραρχίες και υπερκεράζει επιμέρους ταυτότητες (π.χ. θρησκευτικές, εθνοτικές, φυλετικές κ.λπ.), αναδεικνύει την ατομική συμμετοχή στα κοινά, η οποία, με τη σειρά της, για να επισυμβεί, απαιτεί την κινητοποίηση των πολιτών εφόσον αισθάνονται ότι μοιράζονται μια κοινή καταγωγή και μοίρα. Μόνο αν βιώνεις τη δημοκρατική πολιτεία ως ένα κοινό έργο που σε αφορά, θέλεις να συμμετάσχεις ενεργά στην πραγμάτωσή του.

Το αίσθημα του συνανήκειν

Αν τα μέλη της δημοκρατικής πολιτείας τα ενώνει μόνο το κοινό συμφέρον, ο συνεταιρισμός τους δεν θα έχει διάρκεια – δεν θα καταστεί κοινωνία (μετοχή στον κοινό λόγο). Χρειάζεται μια ισχυρότερη συγκολλητική ουσία για κάτι τέτοιο – μια κοινή ταυτότητα. Αν δεν οικοδομηθεί το αίσθημα του συνανήκειν, όπως λ.χ. συνέβη με το σχίσμα μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία, τη δεκαετία του 1960, είναι δύσκολο να συσταθεί ένας «δήμος» στο όνομα του οποίου θα ασκηθεί αποτελεσματικά και νομιμοποιημένα η δημοκρατική διακυβέρνηση.

Η δημιουργία του έθνους-κράτους και η ραγδαία εξάπλωσή του από τον 19ο αιώνα και μετά καθιέρωσε την κοινή εθνική ταυτότητα ως τη βάση της δημοκρατικής διακυβέρνησης: το έθνος είναι ο κορμός του «δήμου» στο όνομα του οποίου ασκείται η διακυβέρνηση. Από τη στιγμή που δημιουργείται, το έθνος-κράτος, μέσω των εκπαιδευτικών-πολιτιστικών θεσμών του, αναζητεί μια κοινή αφήγηση – επιμελείται τα ιστορικά γεγονότα με τρόπο που υπογραμμίζει την κοινή καταγωγή, κοινά έθιμα, κοινή αντίληψη ζωής. Το έθνος-κράτος έχει ανάγκη να φανταστεί το παρελθόν του για να συνεχίσει συντεταγμένα την πορεία του στο μέλλον.

Η κοινή αφήγηση δημιουργεί ή/και εντείνει το αίσθημα του συνανήκειν, το οποίο καθιστά εφικτή την ανάληψη αμοιβαίων δεσμεύσεων – τόσο μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, όσο και μεταξύ των πολιτών. Δίχως τον συναισθηματικό δεσμό μεταξύ αγνώστων πολιτών, που παρέχει η αίσθηση κοινής ταυτότητας, δεν μπορούν να αναληφθούν αμοιβαίες υποχρεώσεις. Το σύγχρονο προνοιακό κράτος δημιουργήθηκε ακριβώς στο μέτρο που αναπτύχθηκε το αίσθημα της αλληλεγγύης μεταξύ αγνώστων, πλην ομοεθνών πολιτών. Χωρίς αυτό το συναισθηματικό υπόστρωμα είναι αδιανόητη η αναδιανεμητική οικονομική πολιτική.

Για τους κυνικούς (ακριβέστερα, γι’ αυτούς που, όπως λέει ο Ρόρτι, αντιμετωπίζουν τον δημόσιο βίο ως «θεατές»), εφόσον η κοινή αφήγηση του έθνους συνιστά ιστορική κατασκευή, είναι αυθαίρετη, άρα κατεδαφιστέα. Για τους ενεργούς πολίτες, όμως, κάθε κατασκευή είναι μεν φαντασιακή (με την έννοια ότι δεν μπορεί να είναι αντικειμενική), αλλά, συγχρόνως, είναι μέρος της διαδικασίας του τι θέλουμε να ελπίζουμε – τι θέλουμε να γίνουμε. Συνδέουμε επινοητικά στο παρόν τις τελείες του παρελθόντος, με τρόπο που θεωρούμε πρόσφορο, προκειμένου να δημιουργήσουμε το μέλλον. Στις σημαντικότερες στιγμές εθνικής εξέγερσης (Επανάσταση του 1821, Εθνική Αντίσταση στη γερμανική κατοχή, απελευθερωτικός αγώνας κατά της αγγλοκρατίας στην Κύπρο) συναντούμε το ίδιο μοτίβο: οι αγωνιστές εντάσσουν τον αγώνα τους σε μιαν ακολουθία εθνικών αγώνων, ανά τους αιώνες, με σκοπό την ελευθερία και την αυτο-κυβέρνηση.

Ο πατριωτισμός είναι πρωτίστως αίσθημα. Μετατρέπεται σε ιδεολογία από τους εμπόρους του αισθήματος, οι οποίοι τον χρησιμοποιούν για να χτίσουν πολιτική σταδιοδρομία. Αγαπάς την πατρίδα σου τόσο φυσιολογικά όσο αγαπάς την οικογένειά σου. Ο συναισθηματικός δεσμός εκλογικεύεται όταν τα άτομα καλούνται να τον εκφράσουν – να μορφοποιήσουν το αίσθημα σε λόγο. Αντίστοιχα με ό,τι συμβαίνει σε μια οικογένεια ή σε έναν οργανισμό, η εκλογίκευση στα έθνη παίρνει τη μορφή της κατασκευής μιας κοινής αφήγησης.

Πολιτική-ηθική πυξίδα

Η κοινή αφήγηση για την πατρίδα λειτουργεί ως πολιτική-ηθική πυξίδα: προσανατολίζει τους πολίτες, καθιστώντας αυτονόητο το αίσθημα της αλληλεγγύης προς άγνωστους άλλους, με τους οποίους μοιραζόμαστε κοινή ιστορική καταγωγή.

Μαθαίνοντας την αλληλεγγύη σε τοπικό επίπεδο, μπορούμε αργότερα να την επεκτείνουμε, όπως παρατηρεί η φιλόσοφος Μάρθα Νουσμπάουμ επικαλούμενη τους Στωικούς, με τη μορφή ομόκεντρων κύκλων, και σε άλλους ανθρώπους οι οποίοι δεν αποτελούν μέλη του στενού εθνικού κύκλου μας.

Ο πατριωτισμός ως αίσθημα δεν αντιστρατεύεται τον κοσμοπολιτισμό. Αντιθέτως, αποτελεί προϋπόθεσή του. Μόνο όταν έχεις μυηθεί στις αξίες μιας συγκεκριμένης παράδοσης μπορεί να εκτιμήσεις καθολικές αξίες (π.χ. δικαιοσύνη, ελευθερία, ευ ζην κ.λπ.).

Εκτός από την υπερηφάνεια, ο πατριωτισμός καλλιεργεί κι ένα άλλο συναίσθημα, το οποίο, αν και αρνητικό, μπορεί να κινητοποιήσει τους πολίτες: την ντροπή για επιμέρους επιλογές στην κοινότητα. Ο πατριώτης ενοχλείται όταν η χώρα του εκλέγει έναν δημαγωγό ηγέτη, ντρέπεται με την ανάρμοστη συμπεριφορά δημοσίων προσώπων, αισθάνεται απέχθεια για τη διαφθορά, ερυθριά με τον διεθνή διασυρμό της χώρας του.

Μόνο όταν ταυτίζεσαι συναισθηματικά με την πατρίδα σου θα νιώσεις και υπερηφάνεια και ντροπή. Και μόνο τότε θα κινητοποιηθείς για τη δημιουργία μιας καλύτερης πατρίδας.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

 

 ΚΩΣΤΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ

Εθνικιστές και διεθνιστές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 07.04.2019 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αποτελεί συνήθη τακτική για κάθε ισχύον σύστημα κατά καιρούς να δίδει νικηφόρες μάχες προς επιβεβαίωση της ισχύος του και ενίσχυση της αυτοπεποιθήσεως όλων των παραγόντων που το συγκροτούν. Στη σημερινή συγκυρία η μάχη των ευρωπαϊκών συστημικών δυνάμεων δίδεται εναντίον του «εθνικισμού», του «ρατσισμού», του «ναζισμού» και «φασισμού» που εικάζεται ότι θα εξασφαλίσουν τα χαρακτηρισθέντα ως ακραία κόμματα στις ευρωεκλογές του προσεχούς Μαΐου.

Ωστόσο, επί της ουσίας αυτό που θα συμβεί είναι ότι η σύνθεση πολιτικών ισορροπιών θα αλλάξει στο νέο Ευρωκοινοβούλιο, η λειτουργία του οποίου διαμορφώθηκε στη βάση δύο κυριάρχων πολιτικών συνασπισμών – Χριστανοδημοκρατών και Σοσιαλιστών. Δεν πρόκειται για συμφορά στο κάτω κάτω. Αλλάζουν τα πράγματα με ρυθμούς ραγδαίους, νέες προσαρμογές είναι αναγκαίες πλέον. Στις αρχές του 2018, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, πάντα ευρηματικός στη χρήση των λέξεων, διατύπωσε την άποψη ότι «εθνικισμός είναι η προδοσία του πατριωτισμού». Εύηχο σύνθημα, αλλά εκατομμύρια λέξεων δεν θα αρκούσαν για να προσδιορισθεί επακριβώς το περιεχόμενό του.

Εάν προς στιγμήν αγνοούσε κανείς τις πολιτικές συνεκδοχές του θέματος –που είναι αβαθείς, διότι αποσκοπούν στον έλεγχο μηχανισμών της εξουσίας– θα έλεγε ότι πρόκειται για ουσιώδη διαφορά μεταξύ πολιτών που προτιμούν να ζουν σε μια ομοιογενή κοινωνία και μιας άλλης ομάδος πολιτών που εμφορούνται από διεθνιστική αντίληψη.

Καμία από τις δύο προαναφερθείσες τάσεις δεν είναι «προοδευτική» ή «αναχρονιστική», διότι εναλλάσσονται στη διάρκεια της Ιστορίας. Οι Ισραηλίτες ήταν οι πρώτοι που αγωνίσθηκαν να διαμορφώσουν ομοιογενές σύστημα, στη βάση συμβολαίου που συνήψαν με τον Ιεχωβά. Οι Ελληνες της Αρχαιότητος οικοδόμησαν σύστημα ομοιογένειας στηριζόμενο στην Παιδεία.

Ολες οι κοινωνίες που άντεξαν στη διάρκεια των αιώνων διαμόρφωσαν κοινή πολιτιστική ταυτότητα, κοινές αξίες και αντιλήψεις. Προσπάθειες υπεράνθρωπες μεγάλων διανοητών διαμόρφωσαν τις κατά τόπους εθνικές ιδεολογίες και ενίοτε προσέλαβαν απεχθέστατες μορφές, που όμως δεν είναι δυνατόν να απαξιώσουν την ιδέα του έθνους. Αλλά υπάρχουν εκ παράλληλου τάσεις αντίρροπες, που επικαλύπτουν τις εθνικές ιδιαιτερότητες και διαμόρφωσαν επίσης τον πολιτισμό. Ο χριστιανισμός, που απετέλεσε το ιδεολογικό οικοδόμημα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, και η Καθολική Εκκλησία, που εκπολίτισε τα βάρβαρα φύλα του ευρωπαϊκού Βορρά, προσδίδοντας ιδεολογική και ενίοτε πολιτική ενότητα στη Δύση πέρα από έθνη και φυλές.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι η τελευταία απόπειρα δημιουργίας πολυεθνούς συστήματος, που όμως αδυνατεί να ενσωματώσει ομάδες οι οποίες διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο αλλότριων πολιτισμών. Μόνον η Εκκλησία –Ορθόδοξη ή Καθολική, αδιάφορο– μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτήν την πρόκληση. Οχι η διαμορφωθείσα τάξη πραγμάτων. Η Αριστερά με τη διεθνιστική ιδεολογία της κινείται ανετότερα από τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις.  Εξ ου και ότι ο Πάπας Φραγκίσκος θεωρεί πως  η φράση του Αλέξη Τσίπρα ότι «τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι πιο σημαντικά από τις συμφωνίες αξίζει το βραβείο Νομπέλ». Θα δούμε ενδεχομένως και άλλες «παράδοξες» συγκλίσεις.

 

 

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ

Περί πατριωτισμού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 13.01.2019 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ε​​ξοχο, πράγματι, το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη υπό τον τίτλο «Τι είναι η πατρίδα μας;». Το απαγγέλλαμε από στήθους στο δημοτικό, τα χρόνια εκείνα τα παλιά. Σήμερα κάποιοι θα το θεωρούν επιεικώς μια γραφικότητα. Μπορεί και να είναι έτσι. Αλλά εξακολουθεί να συγκινεί ακόμη –εάν όχι όλους– ορισμένους. Αλλά όχι λίγους ασφαλώς. Αυτά εξ αφορμής του μακεδονικού ζητήματος, υπό τη νέα του μορφή, που τείνει να διαιρέσει εμάς τους Ελληνες σε μειοδότες και πατριώτες – μία φορά ακόμη.

Είναι αδιαμφισβήτητο πως δίχως αίσθημα πατριωτικό η ανεξάρτητη Ελλάς δεν θα είχε, ασφαλώς, προκύψει και δεν θα επιβιώσει. Αλλά οι λέξεις δεν είναι απλώς νεκρά κελύφη κενά περιεχομένου. Εχουν την ιστορία τους και τη διαδρομή τους –ενίοτε πιο συναρπαστική από τις πλέον μεγαλειώδεις εκστρατείες– και πρέπει να επαναφορτίζονται, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις διαμορφώσεις της κάθε εποχής.

Δύο στοιχεία προσδίδουν περιεχόμενο στη λέξη «πατριωτισμός». Εν πρώτοις, η διαμόρφωση εδραίας εθνικής ιστορικής συνειδήσεως, με ίδια χαρακτηριστικά ιδιοσυστασίας, εντός συγκεκριμένων γεωγραφικών ορίων, και στη συνέχεια διεύρυνση της επιρροής της χώρας εκτός συνόρων, ανάλογα προς τον δυναμισμό του έθνους.

Από την ίδρυση του ελληνικού ανεξαρτήτου κράτους, αυτά τα δύο στοιχεία οδήγησαν στην ενσωμάτωση μεγάλου τμήματος του ελληνισμού στο νέο κράτος έως ότου η Μεγάλη Ιδέα συνετρίβη υπό την εδαφική της μορφή στις ακτές της Ιωνίας. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων, ολοκληρώθηκε η εδαφική επέκταση της Ελλάδος. Η προσπάθεια Ενώσεως της Κύπρου απέτυχε οικτρά. Το μόνον που απέμεινε ήταν η διεύρυνση της επιρροής της χώρας μας στην περιφέρεια.

Η ευκαιρία ανέκυψε –μοναδική και απρόβλεπτη– με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Αλλά αντί της επιβεβαίωσης της αδιαμφισβήτητης ισχύος της Ελλάδος στην ΠΓΔ της Μακεδονίας, παρακολουθήσαμε μία αδέξια μεταφορά του μυθιστορήματος «Στα Μυστικά του Βάλτου» στην πολιτική ζωή.

Εξοχο το μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα, αλλά όλως διαφόρως επιτυγχάνονται οι ίδιοι στόχοι σήμερα. Το πλέον ηχηρό παράδειγμα είναι, ασφαλώς, η Γερμανία. Δύο φορές τον περασμένο αιώνα και υπό τη μοιραία έλξη του πρωσικού μιλιταρισμού επεχείρησε να κατακτήσει την Ευρώπη και στην κυριολεξία την ισοπέδωσε. Αλλά εν τέλει επέτυχε την κατάκτηση της ηπείρου –τουλάχιστον μέχρι στιγμής– διά της κατισχύσεώς της στον οικονομικό τομέα, αφού διαμόρφωσε προηγουμένως όρους με βάση τα εθνικά συμφέροντά της και τη συναίνεση των εταίρων της. Αυτή είναι η νέα διάσταση του γερμανικού πατριωτισμού και όχι κάποιων που αντιμετωπίζουν το όλο θέμα περίπου ως μαθητική παράσταση, χειροκροτούμενη από ευσυγκίνητους γονείς, με κατανοητή διάθεση επιεικείας.

Κάποιοι «εκσυγχρονιστές» θα οικτίρουν, βέβαια, τον «πρωτογονισμό» του ελληνικού λαού. Αυτό που όμως λησμονούν είναι ότι το ελληνικό έθνος απέκτησε συνείδηση της ιστορικότητός του και της αποστολής του χάρις σε μία τιτάνια προσπάθεια λογίων και με κατ’ εξοχήν ενωποιητικό δεσμό την Ελληνική Ορθοδοξία. Τα υπόλοιπα δεν συνιστούν πολιτική ούτε πατριωτισμό.

 

Πατριωτισμός, εθνικισμός και πατριδοκαπηλία

| 27.10.2018 – 08:00 ΤΟ ΒΗΜΑ 

Πατριωτισμός, εθνικισμός και πατριδοκαπηλία | tovima.gr
«Εκαστος τόπος έχει την πληγήν του, η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τας ακρίδας και η Ελλάς τον πατριωτισμόν». Αυτά έγραφε το 1876 ο Εμμανουήλ Ροΐδης. Παρακολουθώντας και σήμερα το πώς εργαλειοποιήθηκε η συμφωνία για τη λύση του μακεδονικού ονοματολογικού ζητήματος, και μάλιστα από πολιτικές δυνάμεις που είχαν συμφωνήσει πριν από μόλις δέκα χρόνια για σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, καταλαβαίνει κανείς ότι το παράθεμα του Ροΐδη είναι εξαιρετικά μετριοπαθές προκειμένου να περιγράψει την πραγματικότητα. Για πολιτικούς που ταΐζουν τον εθνικισμό επιδιώκοντας προσωρινά εκλογικά οφέλη σε βάρος του μακροπρόθεσμου της χώρας, ισχύει πολύ περισσότερο η περίφημη δήλωση του άγγλου συγγραφέα Σάμιουελ Τζόνσον, στο δοκίμιό του «Ο πατριώτης», το 1774: «Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των παλιανθρώπων». Μάλλον θα γνώριζε ο Ροΐδης το δοκίμιο αυτό, γιατί από εκεί είναι αντλημένη η παρομοίωση του πατριωτισμού με επιδημία.
Εν τούτοις, ο πατριωτισμός δεν είναι συνώνυμος της πατριδοκαπηλίας. Τα πλήθη που ξεχύθηκαν στους δρόμους της Αθήνας το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 και κατευθύνονταν στα στρατολογικά κέντρα προκειμένου να καταταγούν και να σταλούν στο μέτωπο ήταν πατριώτες. Οι έφηβοι που μπήκαν στην ΕΠΟΝ, στην ΠΕΑΝ και σε άλλες αντιστασιακές οργανώσεις ήταν πατριώτες. Ο πατριωτισμός στις συνθήκες ακραίας στέρησης, φόβου και ανασφάλειας στην Κατοχή ήταν το αντίδοτο στην ταπείνωση και στον κυνισμό, γι’ αυτό και η μαζική αντίσταση στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Εχω ζήσει στον απόηχο αυτής της εμπειρίας. Με βάφτισαν με το όνομα του αδελφού της μάνας μου που σκοτώθηκε ηρωικά στα αλβανικά βουνά, στις πρώτες μάχες εναντίον των Ιταλών. Η φωτογραφία του ήταν στην τραπεζαρία με μαύρη ταινία, συνόδευα τη μαυροφορεμένη γιαγιά μου κάθε 28η Οκτωβρίου στην εκκλησία και στο ηρώο για το μνημόσυνο των πεσόντων και την επετειακή τελετή, και στον επιμνημόσυνο καφέ με τους συγγενείς των άλλων θυμάτων πολέμου και τους επιζήσαντες τραυματίες. Και άκουσα πολλές φορές τις ιστορίες τους. Δεν χαρίζω λοιπόν τα αισθήματα του πατριωτισμού και της θυσίας ούτε στους πατριδοκάπηλους, αλλά ούτε σε εκείνους τους θιασώτες τους φιλελεύθερου ατομικισμού που καταδικάζουν κάθε αίσθημα και πνεύμα συλλογικότητας. Γιατί το ίδιο αυτό πνεύμα πατριωτισμού και ανιδιοτελούς θυσίας το συνάντησα ανάμεσα στους φυλακισμένους νέους της χούντας, και ακόμα σε εκείνους που κάθε φορά τους συνεπαίρνουν ιδέες και προσδοκίες για μια καλύτερη κοινωνία, για να κάνουν καλύτερο το σχολείο τους, το πανεπιστήμιό τους ή το νοσοκομείο, την πόλη τους, για καλύτερο οτιδήποτε τους υπερβαίνει και έχει συλλογικό χαρακτήρα. Ανθρώπους που παίρνουν πρωτοβουλίες και δείχνουν αφοσίωση για κάτι που δεν έχουν ίδιον όφελος, και για το οποίο ξοδεύουν κι από πάνω. Αν αυτό δεν είναι το άνθος του πατριωτισμού, της κοινωνικότητας και του πολιτισμού, δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να είναι.
Ο πατριωτισμός δεν είναι εθνικισμός. Μπορεί να είναι δύσκολο να βρει κανείς την ακριβή εννοιολογική διάκριση, αλλά ο πατριωτισμός είναι πολύ παλαιότερος από τα ίδια τα έθνη. Το «αμύνεσθαι περί πάτρης» ήταν η υπεράσπιση της πόλης, αλλά και των ανθρώπων της, των παιδιών και των γονέων, από τους εισβολείς. Οχι μόνο αυτό, αλλά και η υπεράσπιση του δήμου, της ελευθερίας του πολίτη, της δημοκρατίας. Πατριωτισμός και ρεπουμπλικανισμός πάνε μαζί και είναι αξεχώριστα. Αυτό άλλωστε είναι το μεγάλο μάθημα της αθηναϊκής δημοκρατίας που προέκυψε μέσα από τους Περσικούς Πολέμους. Και επειδή προέκυψε από αυτή τη μεγάλη και παλλαϊκή κινητοποίηση, απέκτησε δημοκρατικό χαρακτήρα και στερέωσε το κράτος του δήμου. Η κλασική έννοια του πατριωτισμού αναδύθηκε στις αναγεννησιακές πόλεις της πρώιμης νεότερης εποχής, στη Γαλλική Επανάσταση, αλλά και στις εθνικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα. Μιλάμε μάλιστα στην εποχή εκείνη όχι μόνο για τον δημοκρατικό πατριωτισμό, αλλά και για τον διαεθνικό πατριωτισμό, γιατί το πρώιμο πνεύμα της δημιουργίας των εθνών ήταν η αγάπη κάθε πατρίδας. Αυτός ήταν ο πατριωτισμός του Ούγκο Φόσκολο, του Κάλβου, του Σολωμού, του Μπάιρον, του Ματσίνι και τόσων άλλων πατριωτών που δεν πολεμούσαν μόνο για τη δική τους πατρίδα αλλά και για τις πατρίδες των άλλων.
Ο Τζορτζ Οργουελ επιχείρησε τη διάκριση πατριωτισμού – εθνικισμού στις σημειώσεις του για τον εθνικισμό: «Με τον όρο «πατριωτισμός» εννοώ την αφοσίωση σε έναν ορισμένο τόπο και σε έναν ορισμένο τρόπο ζωής, τον οποίο κανείς θεωρεί τον καλύτερο του κόσμου, χωρίς να θέλει να τον επιβάλει σε άλλους. Ο πατριωτισμός είναι από τη φύση του αμυντικός, και πολιτισμικά και στρατιωτικά. Ο εθνικισμός, από την άλλη, είναι αξεχώριστος από την επιθυμία ισχύος». Ο εθνικισμός βέβαια παρουσιάζεται κατά κανόνα ως πατριωτισμός, και η θυματοποίηση έχει γίνει χαρακτηριστικό των σύγχρονων εθνικισμών. Εξάλλου πολλές από τις συγκρούσεις της εποχής μας είναι πόλεμοι και εμφύλιοι την ίδια στιγμή που θέτουν σύνθετα διλήμματα.
Εν τούτοις, ο πατριωτισμός είναι δεμένος με την αντίσταση στην τυραννία, την υπεράσπιση της ελευθερίας, του Συντάγματος, της έννοιας του κοινού αγαθού, της δικαιοσύνης. Με την ανιδιοτελή θυσία του χρόνου, της περιουσίας, της ελευθερίας, ακόμα και της ζωής. Για αυτόν τον λόγο, επειδή ο πατριωτισμός είναι αυτά τα ακριβά συναισθήματα, για τούτο η εκμετάλλευσή του, δηλαδή η πατριδοκαπηλία, είναι ό,τι απεχθέστερο.
Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ο πατριωτισμός στον ελληνικό του καθρέφτη

| 27.10.2018 – 08:00 ΤΟ ΒΗΜΑ

Κάθε χρόνο μαζί με τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό του Ελύτη και τα τραγούδια της Βέμπο, μαζί με τα αφιερώματα και τα πλάνα αρχείου από τα αλβανικά βουνά, ξαναρωτάμε και για τον πατριωτισμό των Ελλήνων. Εστω και μέσα από το γνωστό θέμα των μαθητικών παρελάσεων, τις αντιδράσεις και τις δεύτερες σκέψεις, το ερώτημα επιστρέφει. Τι γίνεται με τη φιλοπατρία και όλα αυτά τα ιστορικά και ποιητικά της αρχεία, τις κληρονομημένες εικόνες και τα σύμβολά της; Πώς ταξιδεύουν στον χρόνο συναισθήματα και δεσμεύσεις που υφάνθηκαν σε καιρούς στέρησης, σε εποχές εδαφικής και πολιτικής επέκτασης της χώρας, σε κακοτράχαλες και βίαιες περιόδους;
Η ελληνική συζήτηση για τις επετείους τέμνεται συνήθως με το σκαμπρόζικο θέμα του ιστορικού αναλφαβητισμού και της αποκοπής των νεότερων από τους ορίζοντες του αίματος και των εθνικών θυσιών. Κάπως έτσι πάμε να ξεχάσουμε πως η συζήτηση για τον πατριωτισμό και τις μορφές του είναι κομμάτι ενός μακρόχρονου διεθνούς διαλόγου με πολλούς και ποικίλους παίκτες: φιλοσόφους, πολιτικούς αναλυτές, ειδικούς στα θέματα των αξιών και του εθνικισμού. Και βέβαια ο πατριωτισμός και η έκφρασή του εξακολουθεί να γίνεται μήλο της έριδας των πολιτικών δυνάμεων όλου του φάσματος. Η άνοδος πολιτικών φορέων που επαναλαμβάνουν το «πρώτα η πατρίδα» και αποτάσσονται τις πλάνες της παγκοσμιοποίησης βαραίνει τον αέρα.
Εν αρχή είναι βέβαια η αγωνία για «κάθαρση» της λέξης. Από παλιά ας πούμε κρατούν οι προσπάθειες να διαχωριστεί ένας θεμιτός και θετικός πατριωτισμός από την παραφθορά ή την εκτροπή του, που είναι ο εθνικισμός ή ο στενόμυαλος σωβινισμός. Αν εξαιρέσει κανείς τους ακροδεξιούς χώρους, κανένας δεν φαίνεται να διεκδικεί θετικά και προγραμματικά τον εθνικισμό ενώ όλοι, σχεδόν, (πλην των αναρχικών και κάποιων μικρών αριστερών ομάδων) ανταγωνίζονται για την ιδέα της πατρίδας.
Ο κοινός τόπος που επαναλαμβάνεται από τους περισσότερους λέει το εξής: ο πατριωτισμός είναι η αγάπη στη χώρα σου και η διάθεση υπεράσπισής της από εχθρικές επιβουλές. Αντιθέτως, ο εθνικισμός είναι περισσότερο η αντιπάθεια και η περιφρόνηση για άλλες χώρες. Μπορεί, επίσης, να πάρει τη μορφή έξαλλης προτίμησης στο «δικό μας» εναντίον του διπλανού ή του εκάστοτε ξένου που βρίσκεται στο στόχαστρο.
Σαν να λέμε πως ο πατριωτισμός ορίζει την καταφατική δέσμευση σε μια αξία ενώ ο εθνικισμός (τουλάχιστον ο εθνικισμός στην ύστερη νεωτερική εποχή) τη στρέβλωση αυτής της δέσμευσης σε φανατισμό και εχθρότητα. Αν θέλουμε, ωστόσο, να είμαστε δίκαιοι και ειλικρινείς δεν υπάρχουν δεσμεύσεις και αγάπες που να ρυθμίζονται με σύνεση και μετρημένο τρόπο. Τα εθνικιστικά πάθη και τα πατριωτικά συναισθήματα δεν χωρίστηκαν ποτέ από τείχη μεταξύ τους. Πώς μπορεί άλλωστε η έντονη αγάπη για κάτι να μη συνοδεύεται και από τον φόβο και την υπερβολική αγωνία (τουλάχιστον) για την απώλεια, τη διακινδύνευση ή την προσβολή του από κάποιον άλλο;
Το θέμα με τον πατριωτισμό είναι ωστόσο βαθύτερο από τον μπανάλ (και ιστορικά εσφαλμένο) διαχωρισμό του από τον εθνικισμό. Μέρες σαν αυτές μας θυμίζουν το πόσο πολύ έχουμε συνδέσει τη φιλοπατρία με τις εμπόλεμες συνθήκες και γενικά τη στρατιωτική ιστορία του τόπου. Η πατριωτική ρητορεία, είτε σε κάποιες παραδοσιακές και συντηρητικές της αποχρώσεις, είτε με χρωματισμούς από την ντόπια αριστερή μνήμη, είναι κατά βάση μια γλώσσα της θυσίας και του χυμένου αίματος. Η πατρίδα έρχεται προς το μέρος μας ως ένας μαρτυρικός τόπος όπου γενιές διαδέχονται η μία την άλλη σαν κρίκοι σε μια αλυσίδα δικαιωμένων και αδικαίωτων αγώνων. Η πατρίδα είναι περισσότερο μια ιστορία αγωνιστικών πόνων και πόθων και ο πατριωτισμός μια καθήλωση στις πραγματικές ή φανταστικές απειλές εναντίον της χώρας.
Αυτή η επίσημη πατρίδα σκηνοθετείται κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου ή στις 25 Μαρτίου. Δίνει άπειρες σχολικές γιορτές, σκετς, κάποια πιο προχωρημένα προγράμματα περιήγησης και επισκέψεων σε μουσεία και μαρτυρικούς τόπους. Αναπαράγεται πια και με διαδραστικά μέσα και έχει εμπλουτιστεί αναμφίβολα με πιο σύγχρονα στοιχεία.
Είναι αλήθεια πως εδώ και δεκαετίες έχουν γίνει προσπάθειες για μια ανανέωση της πατριωτικής δέσμευσης. Πολιτικοί ή διανοούμενοι ζητούν να συνδεθεί η φιλοπατρία με το παροντικό και το μελλούμενο, με αυτό που πρέπει να συγκροτηθεί και όχι με την περιφορά των ένδοξων νεκρών. Εγιναν πολλές προσπάθειες για τον νέο προσδιορισμό του πατριωτισμού, για να ανοιχτεί ένα πεδίο ταυτίσεων και φρονήματος πέρα από τους εμφύλιους πολέμους της δεξιάς και της αριστερής μνήμης της χώρας.
Να αγαπάς την πατρίδα σου σημαίνει, λοιπόν, να τιμάς τα έργα του παρόντος, το σχήμα που μπορεί να πάρει η εποχή όπου ζεις – ένα σχήμα καλύτερο και δικαιότερο. Τα οικονομικά και τεχνικά επιτεύγματα, οι θεσμικές επιτυχίες, τα ευρωπαϊκά διαπιστευτήρια – όλα αυτά έχουν προταθεί και συζητηθεί σοβαρά ως στοιχεία για την ανανέωση του πατριωτισμού στις σύγχρονες συνθήκες.
Φοβάμαι όμως πως αυτή η ανανέωση και μεταφύτευση του πατριωτισμού στις νέες συνθήκες δεν προχωράει. Τα πιο παραδοσιακά σχήματα ταυτότητας και η λυρική πατριδογνωσία διατηρούν την αίγλη τους. Συγχρόνως, έχουν εμφανιστεί πολιτικές διαστροφές όπως η διεκδίκηση της πατριωτικής ορθότητας από ακροδεξιούς, συνωμοσιολόγους, οπαδούς γεωπολιτικών φαντασιώσεων. Μεγάλη ζημιά έχει υποστεί όλη αυτή η αναγκαία συζήτηση από τα χρόνια της αντιμνημονιακής απλούστευσης και πολεμικής. Η πατριωτική ετικέτα έγινε λάφυρο του νέου «αντιγερμανισμού» ή όσων θέλησαν να αναβιώσουν την Εθνική Αντίσταση και τη ρητορική για το χρέος όλων των άλλων προς μια Ελλάδα που η ίδια δεν οφείλει τίποτα και σε κανέναν. Ο πατριωτισμός έγινε δυστυχώς γήπεδο όλων των δεξιών και αριστερών αναχρονισμών που ονειρεύτηκαν την αυτάρκεια εν μέσω χρεοκοπίας.
Μπορούμε άραγε, σε συνθήκες όπου στην Ευρώπη και αλλού πνέει άνεμος ταυτοτικός και συντηρητικός, να ανιχνεύσουμε μια νέα πατριωτική δέσμευση; Οι κίνδυνοι – και με βάση τη συγκυρία του Μακεδονικού και τις σχετικές διαμάχες – είναι υπαρκτοί. Η απομάγευση των «διεθνιστικών» λόγων ευνοεί τώρα την επιστροφή των πιο δημαγωγικών σχημάτων πατριωτισμού. Από την άλλη όμως το ερώτημα του ποιοι είμαστε εν τέλει και ποιους σκοπούς μπορεί να θέτει το έθνος, το ερώτημα δηλαδή για τον πολιτικό μας προορισμό και για τα συναισθήματα που τον στηρίζουν, είναι αναπόδραστο. Κανένας δεν δικαιούται να το απορρίπτει και να το χλευάζει.
Τέτοιες μέρες διαβάζουμε λοιπόν Ελύτη ή τα ημερολόγια και τα γράμματα των ανθρώπων τού ’40. Οι μεγαλύτεροι μπορεί και να θυμηθούμε αφηγήσεις των πατεράδων και των παππούδων. Τα παιδιά θα μπερδεύουν το ’40 με το 1821 στα σχετικά ανεκδοτολογικά ή πραγματικά περιστατικά από τις σχολικές τάξεις. Μόνο που πίσω από αυτές τις γνώριμες εικόνες και από τα στερεότυπα πλάνα, το θέμα της συλλογικής μοίρας προβάλλει και ζητάει απαντήσεις. Το ποιοι κανόνες, ποια συναισθήματα και αναφορές θα καθορίσουν τη συλλογική μας πορεία από εδώ και στο εξής είναι ουσιαστικό. Γιατί, εντέλει, σε αυτό το πεδίο θα κριθεί το νόημα του πατριωτισμού μας. Το αν δηλαδή θα αποκτήσει ένα καινούργιο νόημα ή αν θα λειτουργεί ως υποκατάστατο ιδεολογίας σε μια συγκυρία αμηχανίας και πτώσης των ειδώλων της ευημερίας.
Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.
 ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Πατριωτισμός τότε και τώρα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 28.10.2018 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο Οργουελ ξεχωρίζει τον πατριωτισμό από τον εθνικισμό. Παραθέτω από μνήμης τους ορισμούς. Εθνικισμός, λέει, είναι η λατρεία των συμβόλων, περιχαρακώνει τη σκέψη και τα αισθήματα σε μια άκαμπτη πραγματικότητα η οποία ακυρώνει τη ζωή και την Ιστορία. Είναι ένα υπερεγώ που δεν ανέχεται την κρίση, και τις κρίσεις. Εθνικιστής, ας πούμε, είναι όποιος λέει «όταν εμείς χτίζαμε τον Παρθενώνα εσείς τρώγατε βαλανίδια». Εθνικιστής είναι όποιος, ας πούμε, ταυτίζει τον Κολοκοτρώνη με τον Θεμιστοκλή, επειδή και ο μεν και ο δε ήσαν Eλληνες. Ο Θεμιστοκλής και η Αθήνα του στη Σαλαμίνα υπέγραψαν την ιδρυτική πράξη ενός ολόκληρου πολιτισμού. Ο Κολοκοτρώνης στα Δερβενάκια συμμετείχε στη δημιουργία ενός μικρού κράτους- έθνους, που αναδύθηκε από την ιστορική αφάνεια για να διεκδικήσει τη θέση του στον κόσμο του. Κοινό τους η στρατηγική ευφυΐα και ο ηρωισμός. Oμως όλα τα υπόλοιπα διαφέρουν, όσο διαφέρει ο 19ος αιώνας από τον 5ο αιώνα π.Χ. Για να τους εξισώσεις, όπως τους εξισώνει ο ανιστόρητος εθνικισμός, πρέπει να αφαιρέσεις την ιστορική πραγματικότητα και να μετατρέψεις την Ελλάδα σε κάτι σαν πλατωνική ιδέα που μετεωρίζεται στην περιοχή του νοητού. Παραγνωρίζοντας ότι η Ελλάδα είναι μια ζωντανή πραγματικότητα η οποία, όπως όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί, υπόκειται σε μεταμορφώσεις, έχει στιγμές μεγαλείου, όπως και ποταπότητας, κι αν ακόμη μας συγκινεί είναι επειδή κατάφερε να μείνει ζωντανή για τόσους αιώνες.

Ο πατριωτισμός είναι το αίσθημα μιας ζωντανής πραγματικότητας. Οι αναμνήσεις από την παιδική σου ηλικία, η γλώσσα που σου έμαθε να καταλαβαίνεις τον κόσμο, οι αφηγήσεις των γονιών σου για τη δική τους ζωή, οι εμπειρίες της εφηβείας, ό,τι κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ο εαυτός του. Ζωντανή γιατί δεν είναι απαραιτήτως ειδυλλιακή. Eχει και τις άσχημες στιγμές της, τις απογοητεύσεις της, όμως το ισοζύγιο είναι η ζωή σου. Σκέφτομαι την Αθήνα όπου μεγάλωσα, σκέφτομαι τη θέρμη του μεσημεριού το καλοκαίρι, τη θάλασσα όπου κολύμπησα πρώτη φορά, και λέω ότι αυτή είναι η Ελλάδα που αγαπάω. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα σύμβολα δεν έχουν σημασία. Σύμβολα, από την ανάκρουση του εθνικού ύμνου, την στάση προσοχής που επιβάλλει, ακόμη κι αν είσαι πρωθυπουργός, και την εικόνα της πατρίδας στον χάρτη. Ο χάρτης που περιχαρακώνει τα σύνορα, άρα δίνει μορφή στην πατρίδα. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς σύνορα, χωρίς μορφή. Πατριωτισμός είναι να λες ότι σέβομαι τον πολιτισμό που αγκάλιασε τον Παρθενώνα και τον τοποθέτησε στον πυρήνα της δημιουργίας του, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να μοιραστούμε το αίσθημα που μου προκαλεί όταν τον βλέπω από μικρός στην προοπτική της οδού Πατησίων.

Ο πατριωτισμός για τους πατεράδες μας και τους παππούδες μας που πολέμησαν στην Αλβανία ήταν προφανής. Από τον λόγιο Θεοτοκά στους «Ασθενείς και Οδοιπόρους», ως τον λυρικό Ελύτη, τον ανθρώπινο Μπεράτη και τον τελευταίο τυφεκιοφόρο ήξεραν γιατί πολεμούσαν. Προφανής μεν, με τίμημα μεγάλο δε, τη σωματική τους ακεραιότητα, την ίδια τους τη ζωή. Oταν ο Ιωάννης Μεταξάς αποφάσισε να αντισταθεί στην επίθεση της αυτοκρατορίας, δεν υπολόγισαν ούτε τις πολιτικές τους απόψεις ούτε τις θέσεις τους απέναντι στο καθεστώς. Eτρεξαν να πολεμήσουν. Κι αυτό γιορτάζουμε σήμερα.

Δυστυχώς, το γιορτάζουμε ως ηθοποιοί της Ιστορίας μας. «Μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας». Χωρίς όμως να μπορούμε να περιγράψουμε τι είναι αυτό που ορίζει τον δικό μας πατριωτισμό. Πώς μεταφράζεται η αγάπη για την πατρίδα, την Ελλάδα, στη γλώσσα του 21ου αιώνα; Μας απογοητεύει; Ας είμαστε ειλικρινείς. Μας απογοητεύει, όμως και η απογοήτευση προϋποθέτει κάποιου είδους γοητεία. Περιμέναμε άλλα και άλλα βρήκαμε. Φταίει αυτή; Κι αν φταίει, ποια είναι αυτή; Ξεκινάμε λοιπόν από την Ιστορία. Αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί μας απογοητεύει η Ελλάδα, πρέπει να μελετήσουμε την Ιστορία της. Πώς είναι δυνατόν ένας λαός να κράτησε ζωντανή μία από τις δύο αρχαιότερες γλώσσες του Δυτικού Πολιτισμού; Πώς είναι δυνατόν αυτό το τοπίο να αντιστέκεται στην εργώδη προσπάθεια κακοποίησής του;

Λυπάμαι αλλά θα καταλήξω στο κοινότοπο, στην παιδεία. Είμαστε απαίδευτοι; Oχι, είμαστε αμόρφωτοι. Πατριώτης σήμερα είναι όποιος θέλει ο Κινέζος φοιτητής από την Σαγκάη να ακούει «Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών» και να τη θεωρεί στόχο ζωής. Ναι. Μιλάω για την ίδια σχολή που διαπραγματεύεται με τον «Ρουβίκωνα».

Πατριωτισμός, Eθνικισμός, Eυρωσκεπτικισμός

03.01.2016 ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ]

H​​ Eυρώπη φοβάται τον Eθνικισμό, την πανικοβάλλει το δικό της αποκύημα. Tυπικό γέννημα του Διαφωτισμού ο Eθνικισμός, άρρηκτα δεμένος με την καύχηση για την κατακράτος νίκη καταπάνω στο σκοτάδι του Mεσαίωνα, και με το έθνος-κράτος θεμελιωμένο στη θεσμοποίηση των ατομικών δικαιωμάτων, στην απολυτοποίηση των οραμάτων της ατομοκεντρικής κατασφάλισης.

Ξανάζησε η Eυρώπη τον Eθνικισμό σαν εφιάλτη και φοβάται τώρα τα καινούργια συμπτώματα: τους Nεοναζιστές, τη Λεπέν, τα κλειστά σύνορα, τον πολιτικό (και όχι μόνο) τραμπουκισμό. Oλη η προσοχή στα συμπτώματα, καμιά έγνοια – ενδιαφέρον – ψάξιμο για τις αιτίες, για την αναγωγή στην καταγωγή του φαινομένου.

Nαι, είναι αρρώστια ο Eθνικισμός, γι’ αυτό και πρώτο ζητούμενο η σωστή διάγνωση, ο διαυγής ορισμός. Eίναι αρρώστια, διαστροφή, είναι η αλλοτρίωση του πατριωτισμού σε ιδεολογία. Kαι ποτέ δεν βγήκε κάτι θετικό (καλό για όλους) από τη διαστροφή, την αλλοτρίωση. Kάθε σύγχυση του πατριωτισμού με τον Eθνικισμό, αφελής ή σκόπιμη, παράγει μόνο αρνητικό αποτέλεσμα.

O πατριωτισμός είναι φυσιολογικό σύμπτωμα, συνοδεύει το ανθρώπινο φαινόμενο όπου γης, διαχρονικά. Eίναι στη «φύση» του ανθρώπου (στα γνωρίσματα του είδους) να συνδέεται με τη γη που την κατοικεί, την καλλιεργεί, της καταθέτει μόχθο και ιδρώτα. Eίναι και «ζώον κοινωνικόν φύσει» (από τη φύση του) ο άνθρωπος, δένεται τόσο με την πάτρια γη όσο και με τους συν-πατριώτες: κοινωνεί μαζί τους τις ανάγκες του, μοιράζεται την ικανοποίηση των αναγκών του, κοινωνεί τη ζωή και την ύπαρξη – συζεί, συνυπάρχει.

Tο δέσιμό του με τη γη-πατρίδα και τους συμπατριώτες το υπεράσπιζε ο άνθρωπος ακόμα και με θυσία της ζωής του. Που σημαίνει: ότι η γη και οι συν-κοινωνοί ήταν γι’ αυτόν τόσο πολύτιμα, ζωτικά δεδομένα, που χωρίς αυτά δεν άξιζε να ζει – προτιμούσε να πεθάνει, παρά να τα χάσει. Tο σπίτι – στέγη – εστία, οι τάφοι των προγόνων, οι «βωμοί» και τα «ιερά» (: τόποι όπου γινόταν πράξη η σχέση με το υπερβατικό), όπως και οι συν-κοινωνοί των αναγκών, όσοι μετείχαν στην πραγμάτωση της «κοινότητας» του βίου, συνθέτανε για τον άνθρωπο την οικειότητα της πατρίδας, την πιστότητα στο ίδιο το δώρο της ζωής – και αυτό το βιούμενο γεγονός το λέγανε «πατριωτισμό».

Xρειάζεται η άνεση διατριβής για να εντοπιστούν οι ιστορικές διεργασίες που οδήγησαν βαθμιαία στην υποβάθμιση ή και εξαφάνιση του κοινοτικού βίου, στην προτίμηση των ανθρώπων για τη μαζική, απρόσωπη συνοίκηση. Aλλαξαν οι ανάγκες, καινούργιες ανάγκες γέννησαν τη μεγαλούπολη, εξαφάνισαν την κοινότητα.

Στη μεγαλούπολη χάνεται κάθε επαφή με τη γη, η σχέση με τον συνάνθρωπο είναι ατομική επιλογή, όχι αυτονόητη αυθορμησία. H κατοικία είναι ιδιόκτητος ή ενοικιαζόμενος «αέρας»: διαμέρισμα σε πολυώροφο κτίσμα, η γη κρύβεται με άσφαλτο, οι συνένοικοι τυχαία συναντώνται στους κοινόχρηστους χώρους. Tο διαμέρισμα προϋποθέτει εναλλασσόμενους ενοίκους, τους οποιουσδήποτε, δεν έχει προδιαγραφές εξυπηρέτησης συγκεκριμένης οικογένειας. «Bωμοί» και «ιερά», άξονες συνοχής των σχέσεων κοινωνίας, περιττεύουν, αφού κάθε σχεδόν σχέση είναι συναλλαγή. Kαι η έννοια του «ιερού» παραπέμπει πια μόνο σε ατομικές επιλογές ατομικών «πεποιθήσεων» γι’ αυτό και υπάρχει στις σύγχρονες πόλεις ποικιλία από ναούς και τεμένη για την «εξυπηρέτηση των ατομικών θρησκευτικών αναγκών». Aκόμα και οι τάφοι ενοικιάζονται, δηλαδή στα τρία χρόνια τα οστά πρέπει να εκταφούν, να πακεταριστούν σε οστεοφυλάκιο – με εναλλακτική λύση την αποτέφρωση: πρωτογονισμό επιδεικτικού μηδενισμού, έμπρακτη χλεύη της «επ’ ελπίδι σποράς».

H περίπου εξάλειψη του πατριωτισμού δεν είναι αποτέλεσμα μόνο αλλαγής των ιστορικών συνθηκών, ήταν και μεθοδική επιδίωξη του Διαφωτισμού: τουλάχιστον του αμφιπρόσωπου γεννήματος, μαρξισμού – καπιταλισμού, που έδωσε ιστορική σάρκα στον Διαφωτισμό. Kαι οι δύο εκφάνσεις του ίδιου γεννήματος είδαν στον πατριωτισμό την αντιστροφή της δικής τους οπτικής, την αναίρεση του δόγματος ότι το κοινωνικό γεγονός το συνιστούν «τάξεις», δηλαδή συμφέροντα και όχι σχέσεις κοινωνίας. Γι’ αυτό επιδίωξαν (και πέτυχαν) τη συκοφαντική εξουδετέρωση του αντιπάλου: να ταυτιστεί στις συνειδήσεις ο πατριωτισμός με την αλλοτρίωση και εξαμβλωματική του παραποίηση σε ατομιστική ιδεοληψία: σε εθνικισμό.

Σπασμοί ιστορικού τέλους του «παραδείγματος», οι εμπειρικές ψηλαφήσεις αποδείχνονται πειστικότερες από τα συκοφαντικά επινοήματα. Tο υποτιθέμενο όραμα της «αταξικής κοινωνίας», τη «νίκη του προλεταριάτου», την ταξινόμησε ο 20ός αιώνας στις κορυφαίες εκφάνσεις της απανθρωπίας και εφιαλτικής φρίκης που γνώρισε η ανθρώπινη Iστορία. Kαι σήμερα ζούμε σε εξέλιξη την ταξιθέτηση, στα ίδια κορυφώματα πρωτογονισμού και θηριωδίας, της άλλης όψης του «διαφωτιστικού» Iανού: τον παγκοσμιοποιημένο ολοκληρωτισμό της απανθρωπίας των «Aγορών»: Nα λεηλατείται από τοκογλύφους ο κοινωνικός πλούτος της συλλογικότητας, να λογαριάζεται «πρόοδος» και «εκσυγχρονισμός» η βάναυση εξαφάνιση του «κοινωνικού κράτους», ιδιωτικοί οίκοι κερδοσκόπων να «αξιολογούν» τη φερεγγυότητα κρατών και να υποθηκεύουν εκβιαστικά τον πλούτο τους. Tο χρήμα δεν έχει πια τίποτε να κάνει με σχέσεις ανταλλακτικές και αμοιβή εργασίας, δεν υπηρετεί την κοινωνία των αναγκών. Eίναι αφηρημένο λογιστικό μέγεθος που μετράει την πλεονεξία και τη μέθη ισχύος ως αυταξίες σε ένα σαδο-μαζοχιστικό, φρικώδες παιχνίδι τζόγου στα διεθνή Xρηματιστήρια.

Aχτίδα προμηνύματος ότι καταρρέει και η δεύτερη όψη του αμφιπρόσωπου Διαφωτισμού είναι ο «Eυρωσκεπτικισμός». Σημαίνει: λέμε ναι στην ενωμένη Eυρώπη, λέμε όχι στην Eυρωμαρμελάδα. Kάθε ευρωπαϊκή κοινωνία να σώζει οπωσδήποτε το θησαύρισμα της πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας της, ένσαρκο σε θεσμούς και κοινωνικές λειτουργίες. Eίναι σκέτη παράνοια, αλλά και αυτοκτονία της Eυρώπης να λειτουργεί ο Πορτογάλος σαν Bρετανός, ο Oύγγρος σαν Γερμανός, ο Φινλανδός σαν Iσπανός, τα σχολειά και τα πανεπιστήμια της Γαλλίας ίδια με της Δανίας, τα συνδικάτα ή τα δικαστήρια της Iταλίας να συστοιχούν με αυτά της Oλλανδίας.

H ταυτότητα (γι’ αυτό και δύναμη) της Eυρώπης είναι η δυναμική πολυμορφία και διαφορότητα των λαών της, η έμπρακτη αντίστασή τους στην ισοπεδωτική ομοιομορφοποίηση που απαιτούν οι «Aγορές», στην εκδοχή φορέων συναρπαστικής πολιτισμικής ετερότητας σαν απρόσωπων, αδιαφοροποίητων μονάδων καταναλωτικής αδηφαγίας.

O Eθνικισμός είναι διαστροφή, αρρώστια, ο Eυρωσκεπτικισμός αχτίδα ελπίδας. Δεν συμβιβάζονται.

Ο νέος πατριωτισμός

Τάκη Θεοδωρόπουλου (Η Καθημερινή)

Υ​​πάρχουν εποχές της Ιστορίας που η λέξη «πατριωτισμός» και η στάση που συνεπάγεται είναι προφανής. Το 1940 οριζόταν από την υπεράσπιση της χώρας από τους εισβολείς και στην Κατοχή που ακολούθησε από την αντίσταση στους κατακτητές. Η εποχή δεν σήκωνε αποχρώσεις, αν και ο τρόπος που ο καθένας οραματιζόταν ακόμη και στις πιο σκοτεινές ημέρες της Κατοχής την απελευθερωμένη χώρα αποδείχτηκε διχαστικός και ιδιαιτέρως καταστροφικός. Στην ερειπωμένη από τον Εμφύλιο ελληνική κοινωνία η λέξη «πατριωτισμός» αντί να ενώνει δίχαζε. Το τραγικό καλοκαίρι του 1974, με τον τουρκικό στρατό να προελαύνει στην Κύπρο, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ενσάρκωσε τη στάση του πατριωτισμού: ήταν η αποκατάσταση της δημοκρατίας που έδωσε ξανά την αξιοπρέπεια στα καθημαγμένα αισθήματα της πατρίδας. Στα χρόνια της Μεταπολίτευσης ο πατριωτισμός, είναι η αλήθεια, δεν ήταν του συρμού. Η δημοκρατία είχε σταθεροποιηθεί, οι εξωτερικοί κίνδυνοι είχαν ελαχιστοποιηθεί και το αριστερό λεξιλόγιο είχε καθιερωθεί ως επίσημο λεξιλόγιο της ελληνικής πολιτικής ζωής. Ακόμη και οι παλιοί δεξιοί, προκειμένου να επιβιώσουν, προσπαθούσαν να πείσουν πως και αυτοί κατά βάθος σοσιαλιστές ήσαν. Η πατρίδα δεν χρειαζόταν τον πατριωτισμό μας. Μια χαρά τα πήγαινε και μόνη της, οπότε εμείς μπορούσαμε να την κακοποιούμε κατά βούληση για να αποκομίζουμε τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη για εμάς και τις οικογένειές μας. Μπορούσαμε να χτίζουμε αυθαίρετα, να καταπατούμε δάση και να ρουφάμε το δημόσιο ταμείο λες και ήταν δροσιστικό. Οσοι τουλάχιστον εξ ημών είχαν πάρει το μήνυμα των καιρών και είχαν αντιληφθεί το νόημα της ζωής σ’ αυτόν τον τόπο. Οι υπόλοιποι συνέχιζαν να αγαπούν τις ερημικές ακρογιαλιές της παιδικής τους ηλικίας.

Τα χρόνια αυτά, κοντά μισός αιώνας, πάντως πάνω από μια γενιά, ο πατριωτισμός μεταλλάχθηκε και ταυτίσθηκε με τον εθνικισμό. Ο πατριωτισμός είναι η αγάπη για μια ζωντανή πραγματικότητα, η οποία, επειδή είναι ζωντανή, μπορεί και να αλλάξει και να ανανεωθεί, να βελτιωθεί ή και να χειροτερέψει. Δεν παύεις να αγαπάς τη σημερινή Ελλάδα επειδή είναι γερασμένη, καταπονημένη από τις δοκιμασίες. Ο εθνικισμός είναι η λατρεία των συμβόλων. Η λατρεία της αποχυμωμένης, εξιδανικευμένης ζωής. Αν ο Αισχύλος, τηρουμένων όλων των αναλογιών, ήταν «εθνικιστής» –με τους όρους της εποχής του– οι «Πέρσες» του θα ήταν ένας ανόητος ύμνος στην Αθήνα. Ομως ήταν πατριώτης και προσπάθησε να καταλάβει για ποιον λόγο η μικρή του πόλη νίκησε την αυτοκρατορία. Απ’ αυτήν την άποψη, ο «πεντοζάλης» που υποτίθεται πως θα χορεύουν οι «αγορές» όταν η Ελλάδα αποσυνδεθεί από τις δεσμεύεις της, εκτός από κακόγουστος και ανήθικος –θυμίζει πολύ ελληναρά για να μπορεί να σταθεί ακόμη και στο στόμα του σαραντάχρονου ηγέτη– είναι και παραπλανητικός, όπως όλα τα εθνικιστικά σύμβολα. Ο εθνικισμός, σε αντίθεση με τον πατριωτισμό, ενεργοποιεί την εκδικητικότητα και θυσιάζει τους όρους της πραγματικής ζωής στον βωμό των συμβόλων: οι καλοί Ελληνες και οι κακοί Ευρωπαίοι μπορεί να ικανοποιούν τη ρητορική των μεταμεσονύκτιων τηλεοπτικών πάνελ, αλλά είναι φαντάσματα του παρελθόντος.

Στη σημερινή Ελλάδα ο πατριωτισμός δεν είναι προφανής. Η πραγματικότητα την οποία καλείται να υπερασπισθεί είναι ήδη απαξιωμένη ακόμη και στα μάτια όσων θέλουν να την υπερασπισθούν. Είναι χτισμένος πάνω σε αντιφάσεις, κατά συνέπεια δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει μέσα από τις αποχρώσεις, πέραν του καλού και του κακού. Ενα είναι βέβαιο: όποιος βλέπει τη χώρα αποκομμένη από τους συμμάχους της, άρα μια χώρα που έχει απεμπολήσει τα κεκτημένα της, δεν μιλάει τη γλώσσα του πατριωτισμού. Η θέση της Ελλάδας στη σημερινή Ευρώπη, με όλα της τα χάλια, είναι κατάκτηση των Ελλήνων. Η υπεράσπιση αυτής της θέσης είναι το ελάχιστο πατριωτικό καθήκον.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων