ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

 ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Δημογραφική κρίση: κράτος και κοινωνία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 16.04.2019 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΝ

Η συζήτηση για το δημογραφικό ζήτημα γίνεται σε λανθασμένη βάση. Σημειώνεται σωστά ότι ο πληθυσμός φθίνει από το 2011 και μετά. Ομως η φθίνουσα πορεία ξεκινάει στη δεκαετία του ’80. Τότε άρχισε να μας αποχαιρετά η πολυπληθής προπολεμική γενιά. Πλην όμως ουδείς μπορούσε να περιμένει ότι οι γυναίκες της «Αλλαγής» και του «Εκσυγχρονισμού» θα υιοθετούσαν τις αγωνίες ή το στυλ ζωής του Μεσοπολέμου.

Το ίδιο ισχύει με το μπέιμπι-μπουμ, που εκδηλώθηκε μετά τη διπλά καταστροφική, και ευτυχώς τελευταία, πολεμική περίοδο της χώρας μας. Οι πολλές οικογένειες και τα πολλά παιδιά της δεκαετίας του ’50 και του ’60 μπορεί να οδήγησαν τον πληθυσμό πάνω από τα 10 εκατομμύρια, αλλά δεν είναι ούτε λογικό ούτε επιβεβλημένο ότι οι κόρες αυτών των γονέων θα επαναλάβουν τα οικογενειακά σχέδια των μητέρων τους.

Η αλήθεια είναι ότι οι γυναίκες σήμερα κάνουν το πρώτο τους παιδί όταν μπουν στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους. Τα ζευγάρια δυσκολεύονται να πάρουν την απόφαση για το δεύτερο παιδί. Το τρίτο είναι η εξαίρεση. Γενικότερα άλλωστε, η γεννητικότητα έπεσε σε όλη τη Νότια Ευρώπη μετά το 1980 (γύρω στο 1,4 παιδί ανά γυναίκα). Στην πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τίτλο «Ας γεννήσουμε λύσεις», που διοργάνωσε προχθές η Ελληνική Εταιρεία Περιγεννητικής Ιατρικής, καταγράφηκαν όλες οι πλευρές του ζητήματος και κυρίως η πολύ σκοτεινή προοπτική μιας χώρας που θα ερημώνει από ανθρώπους.

Η οικονομική ανασφάλεια είναι ο κύριος λόγος της υπογεννητικότητας. Σωστό. Μόνον εν μέρει όμως! Απλή παρατήρηση των στοιχείων δείχνει ότι οι γεννήσεις μειώθηκαν όταν το εισόδημα, οι συνθήκες ζωής, η υγιεινή και ο ρόλος της γυναίκας βελτιώθηκαν για τη μεσαία τάξη. Η ευμάρεια έφερε όμως νέες αξίες και άλλαξε τις προτεραιότητες στους ανθρώπους και, κυρίως, στις νέες γυναίκες. Οι επιτυχίες των γυναικών στην εκπαίδευση, η μαζική είσοδός τους σε όλα τα επαγγέλματα, η κατάκτηση νέων ελευθεριών από μέρους τους σε ό,τι αφορά την προσωπική πραγμάτωση αλλά και τη σεξουαλικότητα άλλαξαν τα πάντα και στις γεννήσεις και στη μορφή και τελικά στις προτεραιότητες και στην οργάνωση της δικής τους, πλέον, οικογένειας.

Απέναντι σε αυτά τα γεγονότα το κράτος δεν έκανε τίποτε σωστά. Ούτε βρεφικούς σταθμούς, ούτε φορολογικά κίνητρα στην οικογένεια, ούτε σχεδιασμένα επιδόματα, ούτε εκπαίδευση καλή και δωρεάν, ούτε νομική προσαρμογή στις νέες ελευθερίες και τις προτεραιότητες των νέων ζευγαριών. Η δημογραφική κρίση πρέπει να αντιμετωπιστεί με τα όπλα της εποχής μας και όχι με τη ρομαντική απαίτηση να δουν οι σημερινές γυναίκες τον κόσμο με τα μάτια των γιαγιάδων τους.

ΕΛΛΑΔΑ 12.03.2019  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Γεννάμε» μεγαλύτεροι και λιγότερο

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΛΑΦΡΟΣ

Οι γυναίκες στην Ελλάδα γεννούν σε ολοένα και μεγαλύτερη ηλικία, μια τάση που ενισχύθηκε τα τελευταία χρόνια. Το 2016 οι γεννήσεις από μητέρες ηλικίας 30-34 ετών ήταν περισσότερες από εκείνες ηλικίας 25-29 ετών σε όλες τις περιφερειακές ενότητες της χώρας, ενώ το 2007 αυτό συνέβαινε μόνο σε 23 νομούς. Επιταχύνεται η άνοδος της μέσης ηλικίας τεκνογονίας στην Ελλάδα από τα 26,1 έτη το 1980 στα 31,5 έτη το 2017, μια εξέλιξη που συνδέεται με την υπογεννητικότητα. Την επεξεργασία για τα έτη 2007-2016, σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, πραγματοποίησε ο μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας κ. Δημήτριος Καρκάνης και δημοσιεύτηκε στο δελτίο του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων.

«Καταγράφεται μια κατάρρευση του ποσοστού γεννήσεων σε νεαρές ηλικίες. Οι γυναίκες γεννούν το πρώτο τους παιδί σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία, με αποτέλεσμα βέβαια να είναι πιο δύσκολο να τεκνοποιήσουν για δεύτερη ή τρίτη φορά», λέει στην «Κ» ο κ. Καρκάνης. Σύμφωνα με τον ερευνητή, υπάρχει μια «γενικότερη τάση μετάθεσης για αργότερα της αναπαραγωγικής δραστηριότητας», στην οποία έδωσε παραπάνω ώθηση η οικονομική κρίση. «Ανθρωποι που έχασαν τη δουλειά τους ανέβαλαν για αργότερα την εγκυμοσύνη», σημειώνει.

Το 2016 μόνο 30.429 γεννήσεις, λιγότερο από το ένα τρίτο του συνόλου, έγιναν από μητέρες κάτω των 30 ετών. Οι μητέρες που βρίσκονταν ηλικιακά στη δεκαετία 30-39 έφεραν στον κόσμο 56.352 παιδιά, το ίδιο έτος, δηλαδή το 60,66% του συνόλου. Και στις δύο ηλικιακές ομάδες που συγκρίνει στη μελέτη του ο κ. Καρκάνης η εικόνα είναι έκδηλη. Το 2007 οι γεννήσεις από μητέρες ηλικίας 25-29 ετών αποτελούσαν το 29,67% του συνόλου. Το 2016 είχαν πέσει στο 21,84%. Οι γεννήσεις στην ηλικιακή ομάδα 30-34 ήταν το 34,18% του συνόλου το 2007 και ανέβηκαν στο 36,42% το 2016.

Η τάση αύξησης της ηλικίας τεκνοποίησης είναι πανευρωπαϊκή. Η γονιμότητα στις ηλικίες 30-34 ήταν μεγαλύτερη των 25-29 στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης (2016), με εξαίρεση τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Πολωνία και τη Λετονία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη της τάσης αυτής στην ελληνική επικράτεια. Σύμφωνα με τη μελέτη του κ. Καρκάνη, το 2007 η Ελλάδα ήταν χωρισμένη στα δύο. Σε 23 νομούς (με την παλαιά διοικητική διαίρεση), η ηλικιακή ομάδα 30-34 επικρατούσε σε σχέση με την 25-29. Σε αυτούς τους νομούς περιλαμβάνονταν οι πιο αστικοποιημένες περιοχές της χώρας, μεταξύ των οποίων η Αττική, η Βοιωτία, η Θεσσαλονίκη, η Αχαΐα, οι περιφερειακές ενότητες Χανίων, Ιωαννίνων, Φθιώτιδος, Μεσσηνίας, καθώς και τα Ιόνια νησιά Κέρκυρα, Λευκάδα, Κεφαλονιά κ.ά.

Στην υπόλοιπη χώρα υπήρχε ακόμα ισχυρή παρουσία της εγκυμοσύνης κάτω των 30. «Σε ορισμένους νομούς υπήρχε επίδραση και των οικονομικών μεταναστών, όπως στη Χαλκιδική, που δουλεύουν στον τουρισμό και είναι μικρότερων ηλικιών, με αποτέλεσμα οι γεννήσεις τους να ρίχνουν τον μέσο ηλικιακό όρο», εξηγεί ο κ. Καρκάνης. Η τάση όμως χρονικής μετάθεσης της γέννας ήταν σαφής σε όλες τις περιοχές, με αποτέλεσμα το 2016 να είναι καθολικό φαινόμενο σε όλη τη χώρα η υπερίσχυση των γεννήσεων στα 30-34 έτη.

«Αναθεώρηση της στάσης»

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του κ. Καρκάνη, η αύξηση της μέσης ηλικίας απόκτησης του πρώτου παιδιού εκφράζει μια «αναθεώρηση της στάσης των σύγχρονων ζευγαριών προς περισσότερη “ποιότητα” εις βάρος της “ποσότητας” στην απόκτηση και διαπαιδαγώγηση των απογόνων τους». Η γέννηση του πρώτου παιδιού σε πιο ώριμη ηλικία κάνει πιο δύσκολο τον ερχομό ενός δεύτερου. Η ανεύρεση των αιτιών που ενεργοποιούν αυτές τις τάσεις αποτελεί σύνθετο έργο. Στο δημογραφικό πρόβλημα δεν χωρούν εύκολες και μονοδιάστατες απαντήσεις.

«Αποτελεί μύθο πως η γυναικεία απασχόληση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη μείωση της γονιμότητας, συχνά μπορεί να ισχύει το αντίστροφο. Στις σκανδιναβικές χώρες, όπου ο όρος νοικοκυρά είναι πλέον άγνωστος, η γονιμότητα είναι σαφώς υψηλότερη από την Ελλάδα. Το ίδιο ισχύει και για τη Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αντίθετα, οι χώρες της Νότιας Ευρώπης (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία), που εμφανίζουν χαμηλότερη οικονομική δραστηριότητα των γυναικών, έχουν και τη χαμηλότερη γονιμότητα», λέει στην «Κ» η κυρία Χάρις Συμεωνίδου, δημογράφος, τ. διευθύντρια ερευνών ΕΚΚΕ και τ. επισκέπτρια καθηγήτρια Πανεπιστημίου της Σορβόννης. «Για να μελετηθεί και να ερμηνευθεί η μείωση της γονιμότητας στην Ελλάδα, ένα φαινόμενο δεκαετιών, το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών έχει διεξαγάγει σειρά σχετικών ερευνών. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε το 1983 με μεγάλο πανελλαδικό δείγμα πληθυσμού. Το 1997 ξαναρωτήθηκε το ίδιο δείγμα. Εχει σημασία πως οι γυναίκες εξέφρασαν την επιθυμία για γέννηση «κατά μέσον όρο 2,3 παιδιών, πολύ πάνω από το 1,3 που έχουμε, αλλά και το 2,1 που αποτελεί το όριο αναπαραγωγής του πληθυσμού. Αρα οι γυναίκες στην Ελλάδα θέλουν να κάνουν παιδιά. Ας ψάξουμε το γιατί δεν προχωρούν τελικά», σημειώνει η κυρία Συμεωνίδου.

Οι προτάσεις

Η συζήτηση για το δημογραφικό πρόβλημα έχει αναβαθμιστεί το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα, καθώς οι ανησυχητικές προβλέψεις άρχισαν να εκφράζονται στην πράξη, με μείωση του πληθυσμού και «μαύρες» προβολές στο μέλλον. «Υπάρχει μεγάλη εμπειρία σχετικά με τα μέτρα που απαιτούνται. Οταν ρωτάς τις γυναίκες, δύο πράγματα ξεχωρίζουν: το χαμηλό οικογενειακό εισόδημα και το ελλειμματικό έως ανύπαρκτο κράτος πρόνοιας», τονίζει η κ. Συμεωνίδου, η οποία θεωρεί πως απαιτείται μια συνολική δημογραφική πολιτική, η οποία θα στηρίζεται σε τέσσερις άξονες: Πρώτον, εισοδηματική πολιτική που θα ευνοεί την οικογένεια, στηρίζοντας κλιμακωτά ανάλογα με τα παιδιά (φοροαπαλλαγές, ουσιαστικά επιδόματα γέννησης-φύλαξης κ.ά.). Δεύτερον, πολιτική εναρμόνισης οικογενειακής – εργασιακής ζωής, με ρυθμίσεις για φύλαξη των παιδιών (ειδικά έως δύο ετών), παροχή αμειβόμενων (έστω μερικά) γονικών αδειών μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, εξασφάλιση της συνέχειας όχι μόνο της εργασίας, αλλά και της θέσης που είχε η γυναίκα πριν γεννήσει, ενεργοποίηση του θεσμού των «βοηθών-μητέρων». Τρίτον, στεγαστική πολιτική, ειδικά σχεδιασμένη για τα νέα ζευγάρια. Τέταρτον, ουσιαστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ανεργίας.

Η​​ ελληνική οικονομία εκτροχιάστηκε στα τέλη του 2009, έχοντας μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, πτώση της παραγωγικότητας, ενώ αυξήθηκε σημαντικά το δημόσιο χρέος. Η κρίση που ακολούθησε μεταδόθηκε στη διεθνή σκηνή το 2010, με την αρχή σειράς οικονομικών προγραμμάτων μεταξύ της Ελλάδας και των εταίρων στην Ε.Ε., τους ευρωπαϊκούς θεσμικούς οργανισμούς και το ΔΝΤ, με στόχο να ορθοποδήσει η οικονομία. Επειτα από οκτώ έτη μπορούμε να συνοψίσουμε τα αποτελέσματα, λέγοντας ότι το ελληνικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά περίπου 25%, η ανεργία κορυφώθηκε στο 27,5% και η Ελλάδα βίωσε σημαντική πολιτική και κοινωνική αναταραχή. Στα πιο πρόσφατα χρόνια, η ελληνική οικονομία άρχισε να σταθεροποιείται, παρότι υπήρξαν παλινωδίες. Βρισκόμαστε σήμερα στη δεύτερη πενταετία της κρίσης (2016-2020) και καθώς οριστικοποιούνται τα στοιχεία από την πρώτη πενταετία, μπορούμε να αρχίσουμε να αναλογιζόμαστε ποια ήταν η βαθύτερη επίπτωση της οικονομικής κρίσης στην ελληνική κοινωνία. (Τα στοιχεία είναι προκαταρκτικά, διότι απαιτούνται περίπου πέντε έτη μέχρι να έχουμε αδιάσειστα δεδομένα.)

Στοιχεία

Αν θέλει κανείς να κατανοήσει τα βασικά στοιχεία οποιασδήποτε οικονομίας σε βάθος χρόνου, πρέπει να αρχίσει μελετώντας τα δεδομένα για τον πληθυσμό και τα δημογραφικά στοιχεία. Σε βάθος χρόνου, μια οικονομία βασίζεται στο μέγεθος και στη δυναμική του πληθυσμού. Φυσικά υπάρχει σημαντική σχέση μεταξύ της διαχείρισης της οικονομίας, του μεγέθους του πληθυσμού και των δημογραφικών εξελίξεων. Οταν υπάρχει καλή διαχείριση της οικονομίας και επαρκής αύξηση του πλούτου των πολιτών, η δυναμική του πληθυσμού τείνει να είναι σταθερή και οι οικογένειες διαθέτουν την οικονομική σιγουριά ώστε να κάνουν παιδιά. Σε κοινωνίες με ανεπαρκή διακυβέρνηση ή σε όσες έχουν υποστεί ισχυρή οικονομική πίεση, παρατηρούνται διακυμάνσεις στη δυναμική του πληθυσμού και οι οικογένειες έχουν την τάση να εγκαταλείπουν τη χώρα ή να κάνουν λιγότερα παιδιά. Φυσικά, υπάρχουν και πολλοί άλλοι παράγοντες, κοινωνικοί, πολιτισμικοί και προσωπικοί, που επηρεάζουν τον οικογενειακό σχεδιασμό και τις δημογραφικές εξελίξεις, αλλά η οικονομική εμπιστοσύνη είναι από τους πιο θεμελιώδεις και διαδραματίζει αξιοσημείωτο ρόλο.

Σε αυτό το «Σημείωμα προς συζήτηση» παρουσιάζονται ορισμένα στοιχεία που έχει αποστείλει η ΕΛΣΤΑΤ στη Eurostat σχετικά με τον πληθυσμό και τις δημογραφικές εξελίξεις, τα οποία αποκαλύπτουν τη σχέση μεταξύ οικονομικών και δημογραφικών εξελίξεων. Σε αυτό το σημείωμα κάνουμε μια υπόθεση για το τι μπορεί να συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια. Ο αναγνώστης μπορεί να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει. Κάθε συζήτηση και σχόλιο είναι ευπρόσδεκτο.

Πληθυσμός

Στο Γράφημα 1 αποτυπώνεται η εξέλιξη του ελληνικού πληθυσμού από το 1960 και μετά, ενημερωμένη από τις πιο πρόσφατες προβλέψεις που έχουν υποβάλει οι ελληνικές αρχές και όπως έχουν υποβληθεί από την ΕΛΣΤΑΤ στη Eurostat. Τα δεδομένα χρησιμοποιούνται όπως παρουσιάστηκαν χωρίς κανενός είδους επεξεργασία. Αν είναι λανθασμένα τα στοιχεία, τότε ενδέχεται να είναι λανθασμένη και η διάγνωση ή η υπόθεση για το τι συμβαίνει. Ετσι φαίνεται πόσο σημαντική είναι η παρουσίαση ακριβών δεδομένων χωρίς να υπάρχει ανησυχία για το κατά πόσον είναι «ευχάριστα» ή «δυσάρεστα» αυτά τα στοιχεία.

Ο αναγνώστης θα παρατηρήσει δύο γραμμές στο Γράφημα 1 για τον πληθυσμό: η πάνω διακεκομμένη γραμμή δείχνει τις δημογραφικές προβλέψεις που είχαν γίνει το 2011, με βάση τις πληροφορίες και τις τάσεις που ήταν γνωστές εκείνη την περίοδο. Οι προβλέψεις φτάνουν έως το 2060. Η κάτω συνεχής γραμμή δείχνει τις προβλέψεις που έγιναν το 2018 και φτάνουν έως το 2080. Γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι ΕΛΣΤΑΤ και Eurostat προχώρησαν σε σημαντική αναθεώρηση των προβλέψεων, με βάση στοιχεία που προέκυψαν για την περίοδο 2010-2015. Οι προβλέψεις για το μέγεθος του πληθυσμού και τον ρυθμό αύξησής του έχουν αναθεωρηθεί σημαντικά προς το χειρότερο, αρχίζοντας από το ξέσπασμα της κρίσης το 2009. Πλέον προβλέπεται πως το 2060 ο πληθυσμός της Ελλάδας θα είναι κατά 2,4 εκατ. πολίτες μικρότερος απ’ ό,τι προβλεπόταν το 2011. Η διαφορά είναι κρίσιμη για την κυβερνητική οικονομική πολιτική και θα αναλύσουμε τους λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό.

Σημειώστε ότι στο Γράφημα 1 η γραμμή για την εξέλιξη του πληθυσμού, με βάση τις νέες προβλέψεις, παρουσιάζει απότομη κάμψη το 2011. Πριν από αυτή την ημερομηνία, ο ελληνικός πληθυσμός αυξανόταν με αργό ρυθμό και προβλεπόταν ότι θα αρχίσει να μειώνεται σταδιακά εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού. Στα νέα στοιχεία φαίνεται ότι το 2011 ο πληθυσμός της Ελλάδας έφτασε στο αποκορύφωμά του και πως στη συνέχεια άρχισε να μειώνεται σταδιακά. Η περίοδος συμπίπτει με την οικονομική ύφεση και την πίεση που άσκησε αυτή στην οικογένεια και ευρύτερα στην κοινωνία. Οι Ελληνες άρχισαν να αναζητούν την τύχη τους στο εξωτερικό και να μεταναστεύουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και ακόμη πιο μακριά, με αποτέλεσμα τη μείωση του εγχώριου πληθυσμού. Είναι πιθανόν να υπάρξει και νέα αναθεώρηση των στοιχείων, αλλά τέτοια σημαντική υποχώρηση του ρυθμού αύξησης του πληθυσμού δεν απαντάται συχνά στα στοιχεία άλλων χωρών και δείχνει πως η ύφεση είχε βαθιά επίπτωση στην Ελλάδα.

Η ύπαρξη μικρότερου πληθυσμού στο μέλλον σημαίνει πως και η οικονομία θα είναι μικρότερη σε σύγκριση με τις προσδοκίες που υπήρχαν στην αρχή της δεκαετίας. Με μικρότερο πληθυσμό θα περιοριστούν η κατανάλωση, οι επενδύσεις και το επίπεδο της συνολικής απασχόλησης. Συνεπώς, περιορίζεται και το δυνητικό μέγεθος της ελληνικής οικονομίας (το συνολικό επίπεδο δραστηριότητας). Δεδομένου ότι η Ελλάδα έχει υψηλό δημόσιο χρέος, η ύπαρξη μικρότερης οικονομίας σημαίνει πως το κατά κεφαλήν χρέος θα είναι υψηλότερο απ’ ό,τι προβλεπόταν νωρίτερα, γεγονός που καθιστά ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση τον περιορισμό του χρέους. Αυτή η εξέλιξη αναδεικνύει την αίσθηση που έχουν πολλοί Ελληνες ότι έχει περάσει η κορύφωση της κρίσης (η ύφεση), αλλά πως τα επακόλουθά της θα διαρκέσουν πολύ ακόμα. Η ελληνική οικονομία θα πρέπει να τύχει πολύ προσεκτικής διαχείρισης, βασισμένης σε στοιχεία, ώστε να καταφέρει να υπερβεί τις προκλήσεις του υψηλού δημόσιου χρέους και της μείωσης του πληθυσμού.

Ρυθμός αύξησης

Ας ψάξουμε λίγο πιο βαθιά ακόμα τα στοιχεία, για να διαπιστώσουμε τι συμβαίνει με τον πληθυσμού ηλικίας μεταξύ 15 και 64 ετών. Στο Γράφημα 2 φαίνεται η εξέλιξη της ομάδας του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν υποβάλει ΕΛΣΤΑΤ και Eurostat. Εδώ βλέπουμε ότι η πρόβλεψη για το μέγεθος αυτού του τμήματος του πληθυσμού είναι λίγο υψηλότερη στις προβλέψεις του 2018 σε σύγκριση με αυτές του 2011, αλλά η διαφορά είναι μικρή. Ωστόσο, και στα νέα στοιχεία αποτυπώνεται η απότομη συρρίκνωση και αυτής της ομάδας του πληθυσμού (η κάτω γραμμή που φτάνει έως το 2080). Προβλέπεται ότι έως το 2060 το μέγεθος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού (15-64 ετών) θα είναι κατά 1,2 εκατ. μικρότερο από την προηγούμενη πρόβλεψη. Και πάλι η διαφορά είναι πολύ σημαντική και επηρεάζει τα αποτελέσματα που θα μπορούσε να περιμένει κανείς από την ελληνική οικονομία.

Υπάρχουν και άλλες πληροφορίες που αρχικά δεν προσέχει κανείς και οι οποίες γίνονται εμφανείς αν επικεντρωθεί κανείς στον ρυθμό αύξησης του πληθυσμού και όχι στο μέγεθός του. Στα Γραφήματα 3 και 4 φαίνονται ο ετήσιος ποσοστιαίος ρυθμός μεταβολής του πληθυσμού και οι προβλέψεις για την εξέλιξή του. Στο Γράφημα 3 φαίνεται ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του πληθυσμού και οι προβλέψεις για την εξέλιξή του τόσο με βάση τις προβλέψεις του 2011 όσο και με βάση αυτές του 2018. Γίνεται αντιληπτό στο Γράφημα 3 ότι ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού υπέστη πλήγμα γύρω στο 2010-2011. Είναι ενδιαφέρον ότι ο ρυθμός εξακολουθεί να είναι χαμηλότερος τα επόμενα 30 με 40 χρόνια σε σύγκριση με την προηγούμενη πρόβλεψη. Η σύγκλιση των δύο ρυθμών ανάπτυξης του πληθυσμού είναι αργή και γίνεται στη διάρκεια πολλών ετών.

Στο Γράφημα 4 φαίνεται ότι ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός (15-64 ετών) δέχθηκε ακόμα μεγαλύτερο πλήγμα από το σύνολο του πληθυσμού. Κατέρρευσε επίσης γύρω στο 2010-2011 και προβλέπεται ότι θα εξακολουθήσει να είναι μικρότερος σε σύγκριση με την προηγούμενη πρόβλεψη, έως το 2050, μέχρι δηλαδή να ξεθωριάσουν οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Τα στοιχεία αυτά οδηγούν σε δύο ερωτήματα: ποια είναι η επίπτωση της εξέλιξης του πληθυσμού στην οικονομία και γιατί απαιτείται τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να ανακάμψει ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού;

Συνέπειες

Αναζητώντας απάντηση στην πρώτη ερώτηση, υποθέστε ότι όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονται σε ηλικία εργασίας (15-64 ετών) βρίσκουν εργασία και ότι η παραγωγικότητα όλων είναι η μέση. Αυτό θα σήμαινε ότι ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας είναι το προϊόν της ανάπτυξης του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας και της μέσης παραγωγικότητας των εργαζομένων. Εξετάζοντας πολλές άλλες οικονομίες, ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της τάξης του 1,5% τον χρόνο είναι εφικτός, συνεπώς ας υποθέσουμε πως ο μέσος Ελληνας εργαζόμενος μπορεί να πετύχει μακροπρόθεσμα, κατά μέσον όρο, τον ίδιο ρυθμό παραγωγικότητας. Εν συνεχεία πρέπει να εκτιμήσουμε ποιος είναι ο ρυθμός αύξησης των ατόμων που βρίσκονται σε ηλικία εργασίας, ώστε να αποκτήσουμε μια αίσθηση του πόσο αυξάνεται η διαθέσιμη εργασία. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, ο ρυθμός αύξησης των ανθρώπων που βρίσκονται σε ηλικία εργασίας θα είναι μειωμένος κατά 0,5%, κατά μέσον όρο, τα επόμενα πενήντα χρόνια, σύμφωνα με τις προβλέψεις του 2011, ενώ σύμφωνα με τις νέες προβλέψεις θα μειωθεί κατά 1%. Πράγμα που σημαίνει ότι χονδρικά ο μέσος ρυθμός δυνητικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα είναι γύρω στο 0,5% τον χρόνο για τις επόμενες δεκαετίες, ενώ η προηγούμενη πρόβλεψη του 2011 ήταν 1%.

Το βασικό συμπέρασμα είναι πως η μείωση του πληθυσμού και ιδιαίτερα του πληθυσμού των ευρισκόμενων σε ηλικία εργασίας (όπως θα περίμενε κανείς, έχει εγκαταλείψει την Ελλάδα μεγαλύτερος αριθμός ενηλίκων παρά εξαρτώμενων μελών) που υποδηλώνεται στα νέα στοιχεία και η οποία φαίνεται ότι προκλήθηκε από την οικονομική κρίση είναι πιθανόν να έχει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις και ενδέχεται να έχει περιορίσει τη δυνητική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά 0,5 τοις εκατό.

Οσον αφορά τη δεύτερη ερώτηση, γιατί χρειάζεται τόσος χρόνος ώστε να αρχίσει να ενισχύεται και πάλι ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού, η απάντηση μπορεί να θεωρηθεί ότι σχετίζεται με τη γεννητικότητα στην Ελλάδα και με την ανάκαμψη των γενεών. Οι Ελληνες και οι Ελληνίδες τείνουν να παντρεύονται κάπως αργά, σε ηλικία 25 με 30 ετών, και αποκτούν τέκνα λίγο αργότερα απ’ ό,τι σε ορισμένες άλλες χώρες. Πράγμα που σημαίνει πως μια νέα «γενιά» εμφανίζεται κάθε 30 έτη. Αν η κρίση χτύπησε την υπάρχουσα γενιά Ελλήνων που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, με ορισμένους εξ αυτών, ειδικά όσοι βρίσκονται σε ηλικία εργασίας, να έχουν μετοικήσει σε άλλη χώρα, τότε το χάσμα γενεών που προέκυψε μαζί με την οικονομική κρίση και τη μετανάστευση θα εξακολουθήσει να υπάρχει για τα επόμενα 30 έτη, μέχρι δηλαδή να ωριμάσει η γενιά παιδιών που γεννήθηκαν την περίοδο της κρίσης και να αρχίσει να κάνει παιδιά. Αν υπάρξει επιστροφή των μεταναστών ή αν αυξηθεί η γεννητικότητα, τότε θα αποδειχθούν υπερβολικά συντηρητικές οι σημερινές προβλέψεις.

Το βασικό συμπέρασμα είναι πως αν δεν υπάρξουν αλλαγές στη μετανάστευση και στη γεννητικότητα, σε σύγκριση με τις σημερινές προβλέψεις, είναι πιθανόν να απαιτηθεί μια ολόκληρη γενιά (δηλαδή 30 έτη) ώστε να αντισταθμίσει ο ελληνικός πληθυσμός την επίπτωση που είχε η κρίση στη δημογραφική εξέλιξη. Αν εξετάσει κανείς τα παραπάνω στοιχεία, τότε θα δει ότι γύρω στο 2050 θα πλησιάσει ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού τον ρυθμό της προηγούμενης πρόβλεψης, η οποία δεν περιελάμβανε την επίπτωση του οικονομικού σοκ την περίοδο 2010-2015.

Τα στατιστικά στοιχεία ενδέχεται να αναθεωρηθούν και οι υποθέσεις και προβλέψεις να επικαιροποιηθούν. Δεδομένης της σημασίας αυτών των στοιχείων, θα βοηθούσε αν η ΕΛΣΤΑΤ μπορούσε να αναθεωρεί τα στοιχεία σε ετήσια βάση. Η κυβέρνηση καλά θα έκανε να προσέξει αυτά τα στοιχεία και να ενημερώσει την κοινή γνώμη γι’ αυτά τα πολύ σημαντικά δεδομένα.

Σε αυτό το σημείωμα χρησιμοποιούμε τη βασική πρόβλεψη, δηλαδή την πρόβλεψη που φαντάζει ως η πιθανότερη με βάση τις υπάρχουσες πληροφορίες. Για να εκτιμηθεί κατά πόσον είναι βάσιμο το βασικό σενάριο και κατά πόσον η εξέλιξη θα μπορούσε να είναι καλύτερη ή χειρότερη, η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να αναπτύξει δικά της σενάρια, με ελαφρώς διαφορετικές υποθέσεις, ώστε να αποκτήσει διαφορετικές εκτιμήσεις.

Οι προβλέψεις είναι πάντοτε σε κάποιο βαθμό «γραμμικές». Πράγμα που σημαίνει πως δεν προβλέπουν μεγάλες μεταβολές στην αλλαγή της συμπεριφοράς του πληθυσμού. Αποτελούν «σχετική συνέχεια των σημερινών τάσεων». Ισως, όμως, καθώς θα πνέει ούριος άνεμος στα πανιά της ελληνικής οικονομίας, ορισμένοι που έφυγαν από την Ελλάδα να επιστρέψουν και να ενισχύσουν την ομάδα του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας. Ζωτικής σημασίας για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι να υπάρχουν αξιόπιστη κυβερνητική πολιτική και επικοινωνία, που θα ενισχύσουν την εμπιστοσύνη ότι αξίζει να επενδύσει και να εργαστεί κανείς στην Ελλάδα.

Σε αυτό το σημείωμα περιοριζόμαστε να αναλύσουμε τον πληθυσμό σε όσους βρίσκονται σε ηλικία εργασίας και σε όσους είναι εξαρτώμενα μέλη. Για την οικονομική ανάλυση δεν επαρκεί αυτό. Το επόμενο βήμα θα ήταν να κάνουμε με βάση τον πληθυσμό που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας προβλέψεις για το εργατικό δυναμικό (εξαρτάται από το ποσοστό συμμετοχής), την απασχόληση (εξαρτάται από τις επενδύσεις και το εργασιακό κόστος) και την ανεργία. Ακόμη και αν δεν αυξάνεται ο πληθυσμός που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας, μια οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί μέσω της αύξησης του ποσοστού συμμετοχής στην αγορά εργασίας και μέσω του περιορισμού της ανεργίας (αύξηση της απασχόλησης). Υπάρχουν μεγάλα περιθώρια στην Ελλάδα ώστε να ενισχυθεί κάτι από αυτά, αλλά και πάλι πρέπει να τονιστεί πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η αξιόπιστη κυβερνητική πολιτική. Στο επόμενο σημείωμα θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τον πληθυσμό που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας σε εργατικό δυναμικό, απασχόληση και ανεργία, ώστε να διαπιστώσουμε τις άλλο μπορούμε να μάθουμε.

* Ο κ. Μπομπ Τράα είναι ανεξάρτητος οικονομολόγος. Αυτό το άρθρο είναι το πρώτο μιας σειράς άρθρων για την ελληνική οικονομία, τα οποία θα δημοσιευθούν στην «Καθημερινή» της Κυριακής.

Αποψη: Δημογραφικό – ελληνική οικονομία, πού οδεύουμε;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ*

http://www.kathimerini.gr/945466/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/apoyh-dhmografiko—ellhnikh-oikonomia-poy-odeyoyme

Ε​​να από τα σοβαρότερα προβλήματα, αν όχι το σοβαρότερο, που βρίσκεται προ των πυλών της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, αποτελεί η δημογραφική συρρίκνωση του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας.

Αν και διαχρονικά το δημογραφικό ζήτημα δημιουργούσε αρνητικές συνέπειες στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, υπήρξαν και περίοδοι κατά τις οποίες τα δημογραφικά στοιχεία ήταν ως ένα βαθμό ενθαρρυντικά. Τα τελευταία 65 έτη ο συνολικός πληθυσμός της χώρας παρουσίασε αύξηση κατά 45% περίπου. Ομως αυτήν την περίοδο οι Ελληνες με ηλικία άνω των 65 ετών τετραπλασιάστηκαν και όσοι ήταν πάνω από 85 χρόνων περίπου δεκαπλασιάστηκαν! Η σταδιακή γήρανση του πληθυσμού και οι διαρκώς μειωμένες γεννήσεις, κυρίως στα χρόνια των μνημονίων (από το 2010 έως σήμερα), έχουν προκαλέσει έντονο προβληματισμό σε όσους ασχολούνται επισταμένα και επιστημονικά με το θέμα.

Το δημογραφικό, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται, δεν είναι πρόβλημα μεμονωμένων περιοχών ή πόλεων της Ελλάδας, βόρειας ή νότιας Ελλάδας, συγκεκριμένων περιφερειών, κέντρου ή επαρχίας. Αφορά ολόκληρη τη χώρα και επηρεάζει το οικονομικό μέλλον της. Μειωμένος πληθυσμός μεταφράζεται σε λιγότερους νέους ανθρώπους, που σημαίνει λιγότεροι εργαζόμενοι, λιγότερα εργατικά χέρια, άρα και περιορισμένη παραγωγή και παραγωγική ικανότητα. Με άλλα λόγια, συρρίκνωση του παραγόμενου εγχώριου προϊόντος και της συνολικής προσφοράς ελληνικών προϊόντων, τόσο στην ελληνική αγορά όσο και στις διεθνείς, μέσω των εξαγωγών των ελληνικών επιχειρήσεων. Ετσι παρατηρείται καθίζηση του ΑΕΠ και προβλήματα – ανισορροπίες στα μακροοικονομικά δεδομένα της χώρας, τα οποία σε περίοδο κρίσης με υψηλή ανεργία πολύ δύσκολα αντιμετωπίζονται.

Μία επιπρόσθετη παράμετρος του δημογραφικού σχετίζεται με το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα κάθε οργανωμένου κράτους. Ειδικότερα, όσο μειώνεται ο συνολικός αριθμός των πολιτών μιας χώρας, τόσο περιορίζεται η ικανότητα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της να απασχοληθεί πλήρως ή έστω μερικώς και να συμβάλει στο ασφαλιστικό σύστημα με τις ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλει κάθε μήνα απασχόλησης. Οι εργοδοτικές εισφορές συμβάλλουν σημαντικά στο ασφαλιστικό σύστημα, συσσωρεύοντας κονδύλια που αξιοποιούνται για την παροχή συντάξεων και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διάφορους κοινωνικούς σκοπούς από την εκάστοτε κυβέρνηση. Εμμεσο επακόλουθο του δημογραφικού είναι η προβληματική βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και η δυσχερής αποπληρωμή των συντάξεων. Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των συνταξιούχων σε μια κοινωνία και μειώνονται οι απασχολούμενοι, αυξάνονται οι αιτήσεις για συνταξιοδότηση, οι οποίες για να διεκπεραιωθούν αποτελεσματικά, πρέπει να υπάρχουν τα επαρκή χρηματικά διαθέσιμα για να εξασφαλίζονται οι σχετικοί μηνιαίοι πόροι.

Σε κρατικό και διοικητικό επίπεδο το δημογραφικό ζήτημα δημιουργεί μεγάλες αντιθέσεις και αγεφύρωτες διαφορές μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Συντελεί στη μείωση του πληθυσμού σε όλη την επικράτεια, αλλά οι επιπτώσεις του γίνονται περισσότερο αντιληπτές στην περιφέρεια, στην οποία λόγω και της εσωτερικής μετανάστευσης απομένουν ολοένα και λιγότεροι νέοι και νέες, αφού επιλέγουν κάποιο αστικό κέντρο για τις σπουδές τους και για την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Η εθνική, όμως, διάσταση του δημογραφικού συνιστά την πιο αρνητική, κατά τη γνώμη μου, συνέπειά του στη σύγχρονη Ελλάδα. Ο γενικός πληθυσμός, με βάση τις απογραφές που διενεργούνται, αυξάνεται με πολύ επιβραδυνόμενο ρυθμό και οι ειδικοί επί του θέματος κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις μελλοντικές πληθυσμιακές εξελίξεις στη χώρα μας. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού, δυστυχώς, βαίνει μειούμενος και πλέον βρίσκεται στο – 0,10%, ενώ ο ρυθμός γεννήσεων κυμαίνεται στις 8,4 γεννήσεις ανά 1.000 άτομα και ο ρυθμός θανάτων στους 11,3 θανάτους ανά 1.000 άτομα (εκτιμήσεις για το 2017, https://www.cia.gov/library/publications/resources/the-world-factbook/geos/gr.html). Η διαφορά μεταξύ των δύο τελευταίων ρυθμών κρίνεται μεγάλη και αυτό διαμορφώνει μια ανησυχητική κατάσταση που θα ταλανίσει τους κυβερνώντες και τις πολιτικές ηγεσίες. Τέλος, ο συνολικός ρυθμός γονιμότητας αντιστοιχεί σε 1,43 παιδιά ανά γυναίκα, που είναι από τους χαμηλότερους διεθνώς.

Με τα προαναφερθέντα δεν έχω καμία πρόθεση να κινδυνολογήσω. Ομως έχω σκοπό να προβληματίσω τους αρμόδιους φορείς και όσους εμπλέκονται σε αυτά τα κρίσιμα ζητήματα, ώστε να ληφθούν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα, πριν να είναι πολύ αργά…

* Ο κ. Γιώργος Κωνσταντινίδης είναι οικονομολόγος, διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου.

 

Δημογραφική βαρυχειμωνιά στην Ελλάδα των… υπέργηρων

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΛΑΦΡΟΣ
s28_110218_yperghria

Μια τέταρτη ηλικία αναδύεται στην Ελλάδα. Τα άτομα άνω των 80 ετών αυξάνουν το ειδικό βάρος τους μέσα στο σύνολο του πληθυσμού, έχοντας φτάσει ήδη το 3,2% (2017), ενώ το 1961 ήταν μόλις το 0,6% και το 1991 το 1,2%. Η «δρακογενιά» των γεννημένων τη δεκαετία του ’30 (μέχρι 1937) ή και νωρίτερα, αποτελεί την «κορυφή» της αύξησης του ποσοστού των ηλικιωμένων στον ελληνικό πληθυσμό: το 21,5% των κατοίκων της Ελλάδας είναι άνω των 65 ετών, όταν το 1961 η αντίστοιχη κατηγορία αντιπροσώπευε το 8,3% και το 1991 το 14%.

Μάλιστα, η Ελλάδα κερδίζει το ευρωπαϊκό χάλκινο μετάλλιο… υπεργηρίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μελέτη της Μαρί-Νοέλ Ντυκέν, καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και του Δημήτρη Καρκάνη, μεταδιδακτορικού ερευνητή, η Ελλάδα κατέχει τον τρίτο υψηλότερο δείκτη υπεργηρίας (το ποσοστό των ατόμων άνω των 80 ετών εντός της συνολικής κατηγορίας των ηλικιωμένων άνω των 65) μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. Με ποσοστό 30,6% η Ελλάδα υποσκελίζεται μόνο από την Ισπανία (32%) και τη Γαλλία (31,1%), ενώ ψηλά βρίσκονται οι περισσότερες χώρες που βρέχονται από τη Μεσόγειο, όπως η Ιταλία (30,3%) και η Πορτογαλία (28,7%). Αντίθετα, οι δύο μεσογειακές νησιωτικές χώρες (Μάλτα, Κύπρος), μαζί με Τσεχία, Σλοβακία, Δανία και Βουλγαρία εμφανίζουν τους μικρότερους δείκτες υπεργηρίας (21-23%).

Απειλή για την οικονομία

«Το φαινόμενο της διαρκούς και δυσανάλογης αύξησης του “υπέργηρου” πληθυσμού (80 ετών και άνω) αποτελεί μία από τις συνιστώσες του δημογραφικού προβλήματος στην Ελλάδα», σημειώνουν οι δύο ερευνητές του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Kοινωνικών Αναλύσεων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Οπως σημειώνουν στη μελέτη τους, «το ζήτημα της γήρανσης και κατ’ επέκταση, της σχετικής συρρίκνωσης του δυνάμει οικονομικά ενεργού πληθυσμού (15-64 ετών), αναδεικνύεται ως μία από τις βασικότερες απειλές για τη μελλοντική επιβράδυνση της οικονομικής μεγέθυνσης στην Ευρώπη. Η ταχύτερη αύξηση του πληθυσμού άνω των 80 ετών, σε σχέση με την εξέλιξη των υπόλοιπων πληθυσμιακών ομάδων, όπως για παράδειγμα ο πληθυσμός σε ενεργό ηλικία, θα μπορούσε δυνητικά να προκαλέσει σημαντικές ανισορροπίες με άμεσο αντίκτυπο στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας, τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο».

Πού οφείλεται, όμως, η μεγέθυνση του φαινομένου της γήρανσης μέσα στη γήρανση; «Η ταχεία αύξηση του πλήθους των “υπέργηρων”, ιδιαίτερα μετά το 1985, οφείλεται στην προοδευτική είσοδο στην ηλικιακή αυτή ομάδα των πολυπληθών προπολεμικών γενεών και στην ταυτόχρονη αύξηση του μέσου όρου ζωής τους. Η μέση προσδοκώμενη ζωή κατά τη γέννηση, ήταν προπολεμικά μικρότερη από 55 χρόνια. Μεταπολεμικά αυξήθηκε ταχύτατα», λέει στην «Κ» ο κ. Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Το προσδόκιμο ζωής ήταν το 1961 στα 70 έτη για τους άνδρες και στα 73,5 έτη για τις γυναίκες, για να ανέβει το 2014 στα 78,4 έτη για τους άνδρες και στα 83,5 για τις γυναίκες.

Η κ. Ντυκέν και ο κ. Καρκάνης προχώρησαν σε συγκεκριμένη εξέταση των τάσεων σε τρεις τετραετίες (2007-10, 2010-13, 2013-16), που αποτυπώνουν διαφορετικές περιόδους εκδήλωσης της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, με προβολή ανά νομό της χώρας. Εξέτασαν μάλιστα την εξέλιξη ταυτόχρονα του υπέργηρου πληθυσμού και του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας (15-64 ετών). Εστιάζοντας και συνεκτιμώντας τις τάσεις ειδικά των ομάδων 80+ ετών και των 20-34 ετών υπογραμμίζουν πως τα στοιχεία «είναι τουλάχιστον ανησυχητικά».

«Με όρους απόλυτων πληθυσμιακών μεγεθών, η ανάλυση αναδεικνύει την καθολική μείωση των νέων ηλικίας 20-34 ετών στο σύνολο σχεδόν των νομών (ιδιαίτερα δε από το 2012 και μετά)». Οι μόνοι νομοί που ξεφεύγουν απ’ αυτή την καθοδική πορεία είναι ο νομός Φωκίδας και δευτερευόντως –αν και με μειούμενους ρυθμούς μετά το 2011– οι νομοί Γρεβενών, Πιερίας και Ρεθύμνου. Η μείωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας σε αρκετούς νομούς εμφανίζει σημείο καμπής στα έτη μεταξύ 2009 και 2012, δηλαδή κατά τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα.

Oσον αφορά την αύξηση του υπέργηρου πληθυσμού (80+), σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτή εξελίσσεται ανεξάρτητα από τη συγκυρία της οικονομικής κρίσης. «Η αύξηση των “υπέργηρων” δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την οικονομική κρίση», υπογραμμίζει και ο κ. Κοτζαμάνης, ο οποίος σημειώνει πως σε αυτή αποτυπώνονται βαθύτερες δημογραφικές τάσεις και κυρίως το πλήθος των γεννήσεων πριν από 80 και πλέον χρόνια.

Απεναντίας, όμως, η αύξηση του ποσοστού του ηλικιωμένου πληθυσμού (65+), η οποία καταγράφεται στην πλειονότητα των νομών, είναι πιο έντονη από την έναρξη της κρίσης κι έπειτα (2010-2016). «Στην αύξηση της δημογραφικής γήρανσης συμβάλλει εκτός από τους “στενούς” δημογραφικούς παράγοντες (αύξηση του προσδόκιμου ζωής και μείωση των γεννήσεων) και η πρόσφατη τάση μετεγκατάστασης στον τόπο καταγωγής τμήματος των ηλικιωμένων κατά τα πρώτα έτη συνταξιοδότησής τους», σημειώνουν οι ερευνητές του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Kοινωνικών Αναλύσεων.

Πρόβλημα στα ορεινά

Επίσης, η τάση μείωσης του ενεργού πληθυσμού και ειδικά των ηλικιών 20-34 εκφράζεται την περίοδο της κρίσης πιο έντονα σε ορεινούς και λιγότερο προσβάσιμους νομούς (Ευρυτανία, Θράκη, νότια Πελοπόννησος, Ανατολικό Αιγαίο), λόγω αφενός της ταχείας μείωσης των γεννήσεων μετά το 1980 και αφετέρου της μετανάστευσης νέων κατά την περίοδο 2011-15.

Η σημαντική μείωση του πληθυσμού στα έτη ένταξης στην εργασία σε συνδυασμό με την αύξηση των ηλικιωμένων και ειδικά με το φαινόμενο της «γήρανσης μέσα στη γήρανση» εγείρει σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις για το μέλλον. Το στοίχημα αναπλήρωσης του πληθυσμού θα λάβει ανησυχητικές διαστάσεις, ενώ και ο τομέας της κοινωνικής ασφάλισης δεν θα μείνει ανεπηρέαστος. Οι ερευνητές θέτουν ζήτημα κινήτρων προσέλκυσης για να επιστρέψουν όσοι μετανάστευσαν, ενώ σημειώνουν πως θα υπάρξουν αυξανόμενες ανάγκες σε υπηρεσίες που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τον τομέα της περίθαλψης. Σε περιοχές με αυξημένη παρουσία ηλικιωμένων και υπέργηρων χρειάζεται φροντίδα για πολιτικές και υπηρεσίες που θα ικανοποιούν τις αυξημένες ανάγκες τους.

Ο ρόλος της εσωτερικής μετανάστευσης

Σε ποιες περιοχές καταγράφεται αυξημένη παρουσία ογδοντάρηδων;

Η Μακεδονία, η νοτιοανατολική ηπειρωτική χώρα και οι Κυκλάδες είναι οι περιοχές που η τέταρτη ηλικία έκανε πιο έντονη την παρουσία της, πριν μάλιστα ξεσπάσει η κρίση. Από το 2010 και μετά, όπως καταγράφει η μελέτη των Ντυκέν και Καρκάνη, η εντονότερη αύξηση αφορά κυρίως τη Δυτική Πελοπόννησο, την Ηπειρο, τους περισσότερους νησιωτικούς νομούς, καθώς επίσης και παράκτιες και τουριστικά ελκυστικές περιοχές όπως η Χαλκιδική, η Κρήτη και το ανατολικό παράκτιο μέτωπο της ηπειρωτικής χώρας. Με βάση αυτή την εικόνα, οι ερευνητές σημειώνουν πως πρέπει να μελετηθεί ο ρόλος που έχει παίξει η εσωτερική μετανάστευση του ηλικιωμένου πληθυσμού, και ιδιαίτερα των πληθυσμιακών ομάδων σε ηλικία συνταξιοδότησης. «Οπως παρατηρήθηκε σε άλλες χώρες της Ε.Ε., ένα ποσοστό του πληθυσμού σε ηλικία συνταξιοδότησης αποφασίζει να μετεγκατασταθεί μόνιμα σε άλλες περιοχές της ίδιας χώρας (και μερικές φορές σε άλλη χώρα), αναζητώντας μια καλύτερη ποιότητα ζωής», αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ερευνητές, δημιουργώντας νέες οικονομικές δυνατότητες για τις περιοχές αυτές.

ΕΛΛΑΔΑ 19.09.2016

Χώρα μεσηλίκων και γερόντων η Ελλάδα το 2050

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΛΑΦΡΟΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
dimografiko-thumb-large

Το 2050 ο πληθυσμός της Ελλάδας υπολογίζεται πως θα είναι από 8,3 έως 10 εκατομμύρια, δηλαδή μειωμένος κατά 800.000 έως 2,5 εκατομμύρια σε σχέση με σήμερα! Η Ελλάδα το 2050 απειλείται να είναι μια χώρα μεσηλίκων και γερόντων, καθώς το 2050 οι άνω των 65 ετών κάτοικοί της θα είναι σχεδόν ο ένας στους τρεις (30-33% από 21% που είναι σήμερα και 7% το 1951!). Οι κάτω των 14 ετών θα είναι μόλις 12-14,8%, από 15% που είναι φέτος και 28% το 1951.

Ενα δυστοπικό πολύ κοντινό μέλλον, μια Ερημη Χώρα με άδεια σχολεία και χώρους εργασίας, προβλέπει η νέα έρευνα-σοκ για τις δημογραφικές προοπτικές της χώρας, που διεξήγαγε ο ερευνητικός οργανισμός διαΝΕΟσις και παρουσιάζει σήμερα η «Κ».

Η έρευνα επεξεργάστηκε οκτώ διαφορετικά σενάρια, τα οποία όλα υπολογίζουν μεγάλη μείωση του πληθυσμού. Το πιο αισιόδοξο μιλά για συρρίκνωση κατά 800.000 άτομα, με αυξανόμενη γήρανση της ελληνικής κοινωνίας. Η διάμεσος ηλικία (δηλαδή η ηλικία όπου οι μεγαλύτεροι αυτής είναι ίσοι σε αριθμό με τους μικρότερους), θα φτάσει το 2050 τα 49-52 έτη, από 44 που είναι σήμερα και 26 το 1951. «Ο πενηντάρης θα είναι ο νέος της εποχής», που έλεγε και το τραγούδι, αλλά το χαμόγελο είναι πλέον πικρό… Τα παιδιά σχολικής ηλικίας (από 3 μέχρι 17 ετών) θα μειωθούν από 1,6 εκατ. σήμερα σε 1,4 εκατ. (αισιόδοξο σενάριο) έως 1 εκατ. (απαισιόδοξο σενάριο) το 2050. Ο πραγματικός οικονομικά ενεργός πληθυσμός θα σημειώσει καθίζηση και θα μειωθεί κατά 1-1,7 εκατ. άτομα, από 4,7 εκατ. σήμερα στα 3-3,7 εκατ. το 2050! Πάρα πολύ λίγοι άνθρωποι θα μπορούν να εργαστούν για να καλύψουν τις ανάγκες μιας ολόκληρης χώρας.

Η συγκλονιστική έρευνα της διαΝΕΟσις προβάλλει στο μέλλον τάσεις που ήδη εκφράζονται. Την 1η Ιανουαρίου του 2015 ο πληθυσμός της Ελλάδας ήταν 10,8 εκατομμύρια, λιγότερος κατά 300.000 από τα 11,1 εκατ. το 2011. Για πρώτη φορά μετά το 1951 οι κάτοικοι της χώρας μειώνονται. Η κρίση πλήττει τη χώρα ως μια βόμβα νετρονίων, που εξαϋλώνει τους κατοίκους, ακόμα κι αν οι κατοικίες παραμένουν στη θέση τους (για να πληρώνουν ΕΝΦΙΑ).

Τρεις είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν τη μεταβολή του πληθυσμού: Οι γεννήσεις, οι θάνατοι και η μετανάστευση. Υπάρχουν δύο ισοζύγια: Το φυσικό (γεννήσεις-θάνατοι) και το μεταναστευτικό (είσοδοι-έξοδοι).

Σήμερα και τα δύο αυτά ισοζύγια έχουν αρνητικό πρόσημο. Οι γεννήσεις μειώνονται, ενώ η υποβάθμιση του επιπέδου ζωής και της δημόσιας Υγείας αυξάνει τους πρόωρους θανάτους. Ταυτόχρονα, υπάρχει μεγάλη μετανάστευση νέων κυρίως Ελλήνων καθώς και αλλοδαπών που βρίσκονταν στη χώρα μας, ενώ λόγω της οικονομικής κρίσης –και παρά τις προσφυγικές ροές– η προσέλκυση νέων μεταναστών εκτιμάται πως θα είναι χαμηλή.

Η έρευνα της διαΝΕΟσις, η οποία διεξήχθη από το Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Βύρωνα Κοτζαμάνη, θέτει στη συζήτηση νέα κρίσιμα δεδομένα και εγείρει πιεστικά ερωτήματα…

Από το 2011, οι θάνατοι είναι περισσότεροι από τις γεννήσεις

Από το 1951 μέχρι το 2011 ο πληθυσμός της Ελλάδας αυξήθηκε από τα 7,6 στα 11,1 εκατομμύρια κατοίκους. Πρόκειται για μια αύξηση θεαματική, η οποία πραγματοποιήθηκε παρότι από τη γενιά του 1956 και μετά ξεκίνησε μια προοδευτική μα απρόσκοπτη μείωση της γονιμότητας, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με την έρευνα της διαΝΕΟσις, μεταπολεμικά δεν υπήρξε στην Ελλάδα το φαινόμενο της έκρηξης γεννήσεων που παρουσιάστηκε σε άλλες χώρες της Ευρώπης («baby boom»). Η αύξηση του πληθυσμού στις τελευταίες δεκαετίες οφειλόταν αποκλειστικά στις κατά περιόδους μεταναστευτικές ροές και στη ραγδαία αύξηση του προσδόκιμου ζωής, το οποίο μέσα σ’ αυτό το διάστημα αυξήθηκε κατά 8 χρόνια για τους άντρες και κατά 10 για τις γυναίκες.

Από το 1951, αρχή της περιόδου που εξετάζει η έρευνα της διαΝΕΟσις (απ’ όπου υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία), και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, η αύξηση του πληθυσμού της χώρας οφειλόταν σχεδόν αποκλειστικά στο θετικό φυσικό ισοζύγιο, δηλαδή στο ότι υπήρχαν περισσότερες γεννήσεις απ’ ό,τι θάνατοι. Το 1951, για παράδειγμα, στην Ελλάδα είχαμε 155.422 γεννήσεις και μόνο 57.508 θανάτους. Η μεγάλη διαφορά υπερκάλυπτε το αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο εκείνης της περιόδου, όταν περί τους 27.000 Ελληνες μετανάστευαν κάθε χρόνο σε άλλες χώρες. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, όμως, και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ενώ διατηρήθηκε ο υψηλός αριθμός των γεννήσεων, αναστράφηκε και το μεταναστευτικό ισοζύγιο, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες μετανάστες επέστρεψαν στη χώρα. Τη δεκαετία του ’90 και ώς το τέλος της επόμενης δεκαετίας, η αύξηση του πληθυσμού άλλαξε και πάλι χαρακτήρα. Το φυσικό ισοζύγιο σχεδόν εκμηδενίστηκε, καθώς οι γεννήσεις μειώθηκαν πολύ, ενώ η Ελλάδα έγινε χώρα υποδοχής μεταναστών, κυρίως από τους βόρειους γείτονές της. Τη δεκαετία 1991-2001 το φυσικό ισοζύγιο ήταν θετικό κατά μόλις 20.536 άτομα, αλλά η συνολική αύξηση του μόνιμου πληθυσμού έφτασε τα 563.298.

Από το 2011 η Ελλάδα έχει μπει σε μια νέα φάση, πρωτοφανή μεταπολεμικά. Το φυσικό ισοζύγιο πλέον γίνεται αρνητικό (οι θάνατοι είναι περισσότεροι από τις γεννήσεις), αλλά και το μεταναστευτικό ισοζύγιο, παρά την προσφυγική κρίση, είναι κι αυτό αρνητικό, καθώς πολλοί Ελληνες, κυρίως νέοι επιστήμονες, μεταναστεύουν σε αναζήτηση εργασίας, λόγω της υψηλότατης ανεργίας. Την 1η Ιανουαρίου 2015 ο πληθυσμός της Ελλάδας ήταν 10,8 εκατομμύρια, δηλαδή ήδη μικρότερος κατά 300.000 από το 2011.

Η έρευνα της διαΝΕΟσις έχει ως σημείο αφετηρίας ακριβώς την 1/1/2015. Οπως σημειώνει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Βύρωνας Κοτζαμάνης, στην παρουσίαση της έρευνας «η οικονομική κρίση καταρχάς αναμένεται να επιταχύνει (και ενδεχομένως και σε ορισμένες περιπτώσεις να ανατρέψει) τις μακρόχρονες τάσεις εξέλιξης των βασικών δημογραφικών συνιστωσών». Η γονιμότητα στην Ελλάδα είχε ήδη φθίνουσα πορεία: οι γυναίκες που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1950 και στο 1954 έφεραν στον κόσμο 2 παιδιά/γυναίκα κατά μέσον όρο, αυτές που γεννήθηκαν μεταξύ 1960-64 1,86 και αυτές από 1970-74 (εκτίμηση) 1,60 παιδιά. Την περίοδο 2010-2015, όπως υπολογίζεται από τον ΟΗΕ, η γονιμότητα στην Ελλάδα έχει πέσει στο 1,34 παιδιά ανά γυναίκα. «Η αναβολή των πρώτων γεννήσεων (εξαιτίας, εκτός των άλλων, και των υφιστάμενων δυσμενών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών) από τις γενεές, οι οποίες στα χρόνια της κρίσης θα βρεθούν στις ηλικίες 25-35 ετών πιθανότατα θα οδηγήσει στην επιτάχυνση της τάσης μείωσης του αριθμού των παιδιών τους, εξαιτίας της συρρίκνωσης τόσο του διατιθέμενου αναπαραγωγικού “χρόνου” όσο και της βιολογικής τους ικανότητας σύλληψης», σημειώνει ο κ. Κοτζαμάνης.

Η μετανάστευση

Ταυτόχρονα, η κρίση του δημόσιου συστήματος υγείας και η μείωση των εισοδημάτων ευρύτατου τμήματος του ελληνικού πληθυσμού είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα έχουν επιπτώσεις στην υγεία του και στη μακροζωία του, σημειώνουν οι αναλυτές της διαΝΕΟσις. Οσον αφορά τις μεταναστευτικές ροές, είναι προφανές ότι σε συνθήκες κρίσης η Ελλάδα δεν αποτελεί «ελκυστικό» προορισμό για οικονομικούς μετανάστες, και πιθανότατα, αν η οικονομική κατάσταση δεν σταθεροποιηθεί, ένα επιπλέον τμήμα των εγκατεστημένων ακόμη και σήμερα οικονομικών μεταναστών στην Ελλάδα θα επιστρέψει στη χώρα του (αν και η πλειονότητα το έχει ήδη κάνει την τελευταία πενταετία). Ταυτόχρονα, θα συνεχισθεί πιθανότατα, εξαιτίας κυρίως της αυξημένης ανεργίας των νέων και στην περίπτωση που αυτή δεν περιοριστεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια, η έξοδος κυρίως νέων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (και δευτερευόντως μόνον ημιειδικευμένων ατόμων).

Τα δημογραφικά δεδομένα καθιστούν βέβαιη την περαιτέρω μείωση του πληθυσμού μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας, καθώς τα φυσικά ισοζύγια θα συνεχίσουν να είναι αρνητικά και η δημογραφική γήρανση δεν πρόκειται να ανακοπεί, υπογραμμίζουν οι ερευνητές της διαΝΕΟσις. Η έρευνά τους διατυπώνει υποθέσεις για το μέλλον, με βάση στατιστική ανάλυση. Και στα οκτώ σενάρια που διαμόρφωσαν προκύπτει μεγάλη μείωση του πληθυσμού το 2050, από 8,3 εκατ. στο πιο αρνητικό σενάριο έως 10 εκατ. στο πιο ευνοϊκό.

Κάτω από το 40% το ποσοστό των οικονομικά ενεργών πολιτών

Η Ελλάδα γερνάει. Στα τελευταία 65 χρόνια ο πληθυσμός της αυξήθηκε κατά 46%, αλλά στο ίδιο διάστημα ο πληθυσμός των κατοίκων ηλικίας άνω των 65 ετών τετραπλασιάστηκε. Ο πληθυσμός των κατοίκων με ηλικία άνω των 85 ετών δεκαπλασιάστηκε. Το 1961 μόλις το 8,3% του πληθυσμού ήταν ηλικίας άνω των 65, ενώ το 26,2% ήταν ηλικίας κάτω των 14. Το 2014 η σύνθεση του πληθυσμού είναι εντελώς διαφορετική:

Το 20,5% είναι άνω των 65 και μόλις το 14,7% είναι κάτω των 14 ετών. Η διάμεσος ηλικία (δηλαδή η ηλικία του ατόμου οι γηραιότεροι του οποίου είναι ίσοι σε αριθμό με τους νεότερους) ήταν το 1951 τα 26 έτη, σήμερα είναι τα 44 έτη.

Η τάση δημογραφικής συρρίκνωσης είναι αδιαμφισβήτητη. Καταγράφεται σε μελέτες διεθνών οργανισμών αλλά και της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, που έχουν δημιουργήσει προβολές για τη μελλοντική εξέλιξη του πληθυσμού στην Ελλάδα. Το Δημογραφικό Ινστιτούτο της Βιέννης προχώρησε το 2010 στην εκτίμηση πως ο πληθυσμός της Ελλάδας θα είναι το 2050 11,7 εκατομμύρια άτομα. Η ΕΛΣΤΑΤ το 2007 εκτίμησε πληθυσμό 11,5 εκατ. Ο ΟΟΣΑ το 2005 είχε μιλήσει για 10,6 εκατ., ενώ το Τμήμα Πληθυσμών του ΟΗΕ το 2015 για 9,5 εκατ. Η Eurostat το 2013 είχε εκτιμήσει πως ο πληθυσμός της Ελλάδας το 2050 θα είναι 9,1 εκατ. άτομα. Η έρευνα της διαΝΕΟσις περιέχει και μια ενδελεχή ανάλυση όλων των προβολών που έχουν γίνει ώς τώρα από αυτούς τους οργανισμούς. Η διαφορά των προβολών της διαΝΕΟσις, σύμφωνα με τους ερευνητές της, έγκειται αφενός στο ότι χρησιμοποιούν τα πιο πρόσφατα στοιχεία (με έτος βάσης το 2015) και αφετέρου στη διαφορετική μεθοδολογία.

Οι ερευνητές της διαΝΕΟσις διαμόρφωσαν οκτώ διαφορετικά σενάρια της πορείας του πληθυσμού ανά πενταετία, μέχρι το 2050. Τα σενάρια προέκυψαν έπειτα από ανάλυση της εξέλιξης της γονιμότητας, της θνησιμότητας και των μεταναστευτικών ροών των προηγούμενων δεκαετιών στην Ελλάδα και με υποθέσεις για τις συνέπειες της κρίσης και τις γενικότερες κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις και τις δημογραφικές τους επιπτώσεις, κάτι που δεν συμβαίνει στις έρευνες των άλλων οργανισμών. Στα οκτώ σενάρια της διαΝΕΟσις γίνονται συνδυασμοί διαφορετικών τάσεων για τις μεταναστευτικές ροές, τη θνησιμότητα και τη γονιμότητα.

Και τα οκτώ σενάρια προβλέπουν ότι ο πληθυσμός της χώρας μας θα μειωθεί σημαντικά, σαφώς περισσότερο από όσο δίνουν οι άλλοι οργανισμοί στις συγκρίσιμες προβολές τους.

Οι δημογραφικές τάσεις που καταγράφονται έχουν σοβαρές συνέπειες σε μία σειρά από τομείς. Καταρχάς, σύμφωνα με όλα τα σενάρια, το μέγεθος του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας αναμένεται να μειωθεί σημαντικά ανάμεσα στο 2015 και στο 2050. Η μείωση είναι συνεχής στη διάρκεια της 35ετίας, αλλά επιταχύνεται μετά το 2030, λόγω της ένταξης στην ηλικία εργασίας των πιο ολιγάριθμων γενιών. Ο πληθυσμός της παραγωγικής – εργάσιμης ηλικίας από 65% του συνόλου σήμερα, θα πέσει σε 55% του συνόλου το 2050, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της διαΝΕΟσις. Αυτή η μείωση θα αποτυπωθεί και στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, που θα μειωθεί από 1-1,5 εκατ. μέχρι το 2050!

Σήμερα, ο πληθυσμός της χώρας που είναι μεταξύ 20-69 ετών είναι 7,1 εκατ. και ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός είναι 4,7 εκατ. Το ποσοστό είναι μικρό, καθώς πολλοί έχουν αποθαρρυνθεί από τη μεγάλη ανεργία και δεν αναζητούν καν εργασία. Το 2050 εκτιμάται πως στις ηλικίες 20-69 θα βρίσκονται 4,8-5,5 εκατ. άτομα, με αποτέλεσμα οι οικονομικά ενεργοί να είναι μόλις 3-3,7 εκατ. Δηλαδή, το ποσοστό τους θα πέσει κάτω από το 40% στο σύνολο του πληθυσμού! Κι αυτό γιατί πέρα από τη γενική μείωση του πληθυσμού, θα έχει αυξηθεί το ποσοστό των άνω των 69 ετών.

Εάν επιβεβαιωθούν οι τάσεις που καταγράφει η διαΝΕΟσις, οι σχολικές τάξεις θα αδειάσουν, αφού ο αριθμός των μαθητών σε όλες τις βαθμίδες μειώνεται δραματικά. Τα προνήπια (3-4 ετών) είναι σήμερα 214.480 παιδιά, το 2050 εκτιμούνται σε 127.730-174.110. Τα νήπια (5 ετών) είναι σήμερα 113.890 και θα είναι 66.110-89.780. Το Δημοτικό σήμερα παρακολουθούν 644.860 μαθητές, ενώ το 2050 υπολογίζονται από 413.350-565.150. Στο Γυμνάσιο βρίσκονται 319.730 μαθητές σήμερα, το 2050 θα κινούνται μεταξύ 210.150-304.450. Τέλος, το Λύκειο σήμερα έχει 321.360 μαθητές, ενώ το 2050 μόνο 212.230-292.140.

Μάλιστα, όπως σημειώνουν οι ερευνητές της διαΝΕΟσις οι διακυμάνσεις του πληθυσμού των ατόμων σχολικής ηλικίας θα είναι ιδιαίτερα έντονες. Περίοδοι πτώσης θα ακολουθηθούν από περιόδους αναστροφής των πρότερων τάσεων και εκ νέου από μια περίοδο συρρίκνωσης, χωρίς οι χρόνοι να ταυτίζονται σε όλες τις ηλικίες. Ως εκ τούτου, ο ασφαλής σχεδιασμός οποιασδήποτε εκπαιδευτικής πολιτικής θα παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες τις επόμενες δεκαετίες.

Οπως είναι φανερό, η σημασία των ευρημάτων μιας τέτοιας έρευνας είναι πολυδιάστατη. Κανένας μακροπρόθεσμος πολιτικός σχεδιασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν το μέγεθος και η σύσταση του πληθυσμού. Ασφαλιστικό σύστημα, πολιτική για την εργασία, την εκπαίδευση, την κοινωνική πρόνοια, τη μετανάστευση, ακόμα και για την άμυνα και τις διεθνείς σχέσεις, όλα επηρεάζονται (και ώς ένα βαθμό αλληλεπιδρούν) από τις δημογραφικές τάσεις.

Έντυπη

 

 

 

DHMOGRAFIKO

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΠΑΔΑΚΗΣ*

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η σιωπηλή μας άνοιξη

 «Γ​​​​εγονός βαρυσήμαντο», με δυνητικά μείζονες επιπτώσεις για την ίδια την «πορεία της εθνικής μας ζωής», είχε χαρακτηρίσει ο Γιώργος Θεοτοκάς το δημογραφικό πρόβλημα κατά τη δεκαετία του 1950. Αναφερόταν στην αρτιφανή τότε κάμψη του πληθυσμού, απότοκη της εγκατάλειψης των γεωργικών επαγγελμάτων και της ογκούμενης μετοίκισης στην ηπειρωτική Ευρώπη. Δύσκολα θα μπορούσε να προβλέψει ότι, μερικές δεκαετίες αργότερα κι εν καιρώ ειρήνης, οι γεννήσεις στη χώρα μας θα υστερούσαν για πρώτη φορά έναντι των θανάτων – τη στιγμή που ακόμα και στη «σκοτεινή» δεκαετία του 1940 υπερείχαν οι γεννήσεις.

Το δημογραφικό τείνει να απεικονίζεται με όρους «έκρηξης», μια «βόμβα» που χρήζει εξουδετέρωσης ή μια «φωτιά» που απαιτεί πυροσβεστικά μέτρα· στην πραγματικότητα είναι μια διαδικασία υπόκωφη και μακρόσυρτη, που διαβρώνει αδιάκοπα τον κοινωνικό ιστό. Μια επικείμενη «σιωπηλή άνοιξη» για την ελληνική κοινωνία, εφάμιλλη με την οικολογική ερήμωση στην οποία η περιβαλλοντολόγος Ρέιτσελ Κάρσον είχε προειδοποιήσει ήδη τη δεκαετία του 1960 ότι κινδυνεύουν να οδηγηθούν τα δηλητηριασμένα από τοξικά εντομοκτόνα οικοσυστήματα. Την εικόνα αυτή προοιωνίζονται, εξάλλου, και οι αναλογιστικές μελέτες των δανειστών, οι οποίες παρουσιάζουν την Ελλάδα το 2060 με πληθυσμό που δεν θα ξεπερνά τους 8,6 εκατ. κατοίκους.

Πώς μπορεί όμως να αντιμετωπιστεί ένα αμιγώς πολιτικό πρόβλημα όταν δεν λογίζεται ως τέτοιο; Προβάλλοντας με όρους φυσικού φαινομένου –και όχι ακολουθούμενης πολιτικής– την αυξανόμενη αδυναμία της κοινωνίας να αναπαραχθεί, μοιραία υπαγορεύονται μέτρα τέτοια ώστε να «βγαίνουν» οι αριθμοί, όπως είναι η επιμήκυνση της ηλικίας συνταξιοδότησης και η μείωση των συντάξεων. Συχνά δε η επωδός περί «φυσικής» συρρίκνωσης της δημογραφικής βάσης του κοινωνικού κράτους συνοδεύεται από μια ιδεοληπτική δυσανεξία απέναντι στην ίδια την ιδέα του κρατικού σχεδιασμού· από έναν επιδερμικό φιλογεννητισμό που συνυπάρχει με έναν ανεπεξέργαστο νεομαλθουσιανισμό. Η συζήτηση καταλήγει σε μια αριθμητική διαχείριση των επιπτώσεων του δημογραφικού, με τα γενεσιουργά του αίτια να αφήνονται, ωστόσο, ανερμήνευτα.

Ανασταλτικοί παράγοντες

Οι γερασμένες πληθυσμιακές δομές και η υπογεννητικότητα, η «διαρροή εγκεφάλων», η μη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και η αδυναμία αναπλήρωσης των συνταξιοδοτικών δαπανών, καθώς και η αύξηση της θνησιμότητας από ιάσιμες ασθένειες λόγω μειωμένης πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, αποτελούν τις επιμέρους εκφάνσεις ενός πρισματικού προβλήματος· πιο συγκεκριμένα: τα παράπλευρα προϊόντα ενός συντελεσθέντος μετασχηματισμού. Το δημογραφικό δεν επιδεινώνεται ούτε εξαιτίας των δήθεν «νέων ηθών» ή συμπεριφορών της νεολαίας ούτε λόγω κάποιας μειωμένης επιθυμίας αναπαραγωγής.

Αυτό πιστοποιούν και οι εκτεταμένες έρευνες μεταξύ των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας στη χώρα μας που έχουν δείξει ότι ο επιθυμητός αριθμός παιδιών ξεπερνά το όριο αναπλήρωσης των γενεών (2,1 παιδιά), τη στιγμή που την πενταετία 2010-2015 ο πραγματικός δείκτης γονιμότητας δεν υπερέβη το 1,3. Το αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα σε επιθυμία και πραγματικότητα οφείλεται στην πραγματιστική επίγνωση ότι απλούστατα δεν προσφέρονται οι συνθήκες για τη δημιουργία οικογένειας.

Το ποιες είναι οι προϋποθέσεις που οι νέοι θεωρούν ότι πλέον εκλείπουν δεν αποτελεί μυστήριο. Εχουν υποδειχθεί σε σωρεία μελετών, από την Ελληνική Εθνική Επιτροπή της UNICEF και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών ώς τη Eurostat, καθώς και σε μεγάλες πανευρωπαϊκές έρευνες όπως η REPRO: η εργασιακή ασφάλεια, η ισότητα μεταξύ των φύλων και η συμφιλίωση της εργασιακής και της οικογενειακής ζωής. Για να αντιμετωπιστούν οι ανασταλτικοί αυτοί παράγοντες συνολικά, θα πρέπει να καταρτισθεί μια ολοκληρωμένη δημογραφική πολιτική.

Εργασιακή μετανάστευση

Η κερματισμένη πρόσληψη του δημογραφικού, ωστόσο, δεν υποβοηθεί να αναδειχθούν ούτε οι τρόποι που αυτό είναι συνυφασμένο με άλλα μεγάλα ζητήματα, όπως η διαχείριση της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης.

Την ίδια στιγμή που Ευρωπαίοι αξιωματούχοι χαρακτήριζαν την εργασιακή μετανάστευση προϋπόθεση για την οικονομική επιβίωση της γηράσκουσας ηπείρου, αναπτύσσονταν δαιδαλώδης νομοθεσία και δομές που «θωράκιζαν» την Ευρώπη από τις προσφυγικές ροές. Σε περιπτώσεις χωρών όπως η Γερμανία και η Σουηδία, όπου ακολουθήθηκε μια πολιτική αύξησης των δημοσίων δαπανών με σκοπό την ενσωμάτωση των προσφύγων και των μεταναστών στην αγορά εργασίας, το αναπτυξιακό αντίκτυπο υπήρξε εντυπωσιακό, κάτι που αποτυπώθηκε και στο ΑΕΠ τους. Στη σκιά της ανόδου ξενοφοβικών ρευμάτων, ωστόσο, η πολιτική αυτή –καρπός, εξάλλου, ενός πραγματισμού εκτάκτου ανάγκης παρά μιας ριζικής αλλαγής πλεύσης– φαίνεται να αναστρέφεται, με την επαναφορά περιοριστικών πολιτικών και αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Στη διάρκεια της βραχύβιας κεϊνσιανής «αναλαμπής», οι τομείς στους οποίους τα κράτη υποδοχής επένδυσαν προκειμένου να επιτευχθεί η ενσωμάτωση των προσφύγων περιλάμβαναν τη στέγαση, την παιδική φροντίδα, την παιδεία και ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης: όχι τυχαία, οι ίδιοι στους οποίους σημειώθηκε η μεγαλύτερη αποεπένδυση τις τελευταίες δεκαετίες στο πλαίσιο της απορρύθμισης του κοινωνικού κράτους.

H ελληνική Πολιτεία ουδέποτε προσανατολίστηκε με σοβαρό τρόπο στη διασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών για την αναπαραγωγή των γενεών, επαφιέμενη απλά στην οικογένεια για να αντισταθμίσει την απουσία μιας ολοκληρωμένης δημογραφικής πολιτικής. Εν μέσω κρίσης, η οικογένεια έχει επωμισθεί και πάλι το βάρος να αντισταθμίσει, ιδίοις μέσοις, την απίσχνανση του κοινωνικού κράτους και την αποδιάρθρωση του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Υστερα δε από έξι χρόνια πολιτικών λιτότητας, κινδυνεύει να εκθεμελιωθεί ακόμα κι αυτός ο ύστατος, εύθραυστος πυλώνας αναπαραγωγής στον οποίον βασίζονται τα εξαρτημένα μέλη της οικογένειας, ήτοι ο «υποχρεωτικός αλτρουισμός» των γυναικών. Εάν το δημογραφικό δεν ιδωθεί ως προϊόν της υποχώρησης του κοινωνικού κράτους, η Ελλάδα θα συνεχίσει να οδεύει προς μια σιωπηλή άνοιξη. Ο δυστοπικός μετασχηματισμός της χώρας σε μια φτωχή κι ερημωμένη επικράτεια με καθηλωμένη οικονομία και ισχνές παραγωγικές δυνάμεις μπορεί να αποτραπεί με την εφαρμογή ενός μακρόπνοου προγράμματος ανασυγκρότησης – συνυφασμένου, ωστόσο, με μια στοχευμένη επανεπένδυση στο κοινωνικό κράτος.

*Ο κ. Γιώργος Καλπαδάκης είναι επισκέπτης ερευνητής στο Κέντρο Αναπτυξιακών Μελετών του Πανεπιστημίου Cambridge.

 

Έτοιμη να εκραγεί η δημογραφική βόμβα

ΡΟΥΛΑ ΣΑΛΟΥΡΟΥ

Σε ένα «πυρηνικό μανιτάρι», όπου στην ισχνή του βάση που στενεύει με ταχύτατους ρυθμούς βρίσκονται οι νέοι σε ηλικία Ελληνες και στην επικίνδυνα αυξανόμενη κορυφή του οι ηλικιωμένοι, μετατρέπεται η πληθυσμιακή πυραμίδα της χώρας μας.

Οι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση μη αναστρέψιμη, επισημαίνοντας ότι η δημογραφική βόμβα στην Ελλάδα είναι έτοιμη να εκραγεί, απειλώντας το μέλλον των συντάξεων αλλά και των μεταρρυθμίσεων του ασφαλιστικού.

Το 2030, ένας στους τρεις Ελληνες θα είναι άνω των 60 ετών, ενώ το 2050 η αναλογία θα επιδεινωθεί επικίνδυνα. Η χώρα μας κατατάσσεται μεταξύ των 6 ταχύτερα γηρασκουσών χωρών, μαζί με Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία, καθώς έως το 2050 το 40,8% του πληθυσμού της θα είναι άνω των 60 ετών. Μάλιστα, συνεπεία του καταστρεπτικού αντικτύπου της οικονομικής κρίσης στις μεγαλύτερες γενιές, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται μία από τις χειρότερες χώρες να ζουν οι ηλικιωμένοι, και κατατάσσεται στην 79η θέση μεταξύ 96 χωρών, πίσω από τη Βενεζουέλα και τη Νότιο Αφρική.

Ανησυχία

Τα στοιχεία της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης HelpAge International με έδρα τη Νέα Υόρκη για την ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων στην Ελλάδα δεν αφήνουν κανένα περιθώριο εφησυχασμού. Η χώρα μας γηράσκει επικίνδυνα και παράλληλα μετατρέπεται σε μία από τις χειρότερες χώρες για να ζουν οι άνθρωποι από τα 60 και μετά.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι η κατάταξη αυτή έρχεται παρά την υψηλή βαθμολογία (κατατάσσεται στην 28η θέση) στον τομέα της εισοδηματικής ασφάλειας των μεγαλύτερης ηλικίας πολιτών και την υψηλή θέση (22η) όσον αφορά τον τομέα υγείας. Αναλυτικά, η πολύ χαμηλή θέση της Ελλάδας στην παγκόσμια κατάταξη οφείλεται, σύμφωνα με τα στοιχεία της HelpAge που παρουσιάζει η «Κ», σε επιμέρους δείκτες όπως είναι το αίσθημα ασφάλειας και κυρίως το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης για τους πολίτες μεγάλης ηλικίας.

Συγκεκριμένα, η Ελλάδα βρίσκεται στην 87η θέση στον τομέα των δυνατοτήτων, καθώς απασχολείται μόνο το 35,6% όσων έχουν ηλικία μεταξύ 55 και 64 ετών, ενώ μόνο το 31,3% των άνω των 60 διαθέτει δευτεροβάθμια ή υψηλότερη εκπαίδευση. Ακόμη χαμηλότερα, στην 91η θέση κατατάσσεται η χώρα μας στον τομέα του κοινωνικού περιβάλλοντος, με σχεδόν έναν στους δύο (48%) πολίτες άνω των 50 ετών να αισθάνονται ασφαλείς να περπατήσουν μόνοι τους στην πόλη τους. Μόλις 53% της ίδιας ηλικιακής ομάδας είναι ικανοποιημένοι από τις αστικές συγκοινωνίες, ενώ μόλις το 39% δηλώνει ικανοποιημένο από την ελευθερία επιλογών στη ζωή του.

Αλλά και η κατάταξη σε υψηλές σχετικά θέσεις, όπως είναι στους τομείς υγείας και της εισοδηματικής ασφάλειας, εντός των επόμενων ετών εκτιμάται ότι θα επιδεινωθεί εξαιτίας των συνεπειών της οικονομικής κρίσης. Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων, Βύρωνας Κοτζαμάνης, η κρίση του δημόσιου συστήματος υγείας και η μείωση των εισοδημάτων ευρύτατου τμήματος του ελληνικού πληθυσμού θα έχουν πιθανότατα δραματικές επιπτώσεις στην υγεία και τη μακροζωία του.

Το προσδόκιμο

Σύμφωνα πάντως με τα στοιχεία της HelpAge, το προσδόκιμο ζωής για όσους είναι 60 ετών ανέρχεται στα 24 έτη και το προσδόκιμο ζωής με καλή υγεία φθάνει στα 17,4 έτη, που είναι οριακά χαμηλότερο από τα αντίστοιχα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα. Οσο για το μέσο εισόδημα για τους άνω των 60 ετών, είναι υψηλότερο από το μέσο εισόδημα του υπόλοιπου πληθυσμού (106%), όμως οι επιμέρους δείκτες δεν είναι καθησυχαστικοί. Το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι χαμηλά, στα 26.215 δολάρια, ενώ και το ποσοστό όσων παίρνουν σύνταξη άνω των 65 ετών είναι στο 77,4%, χαμηλότερα από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ποσοστά τα οποία και στις δύο περιπτώσεις κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το τι επίκειται το αμέσως προσεχές διάστημα…

Πιο πολλοί θάνατοι από τις γεννήσεις

Ραγδαίες αναμένονται οι αλλαγές στη σύνθεση του ελληνικού πληθυσμού, καθώς ακόμη και στο κοντινό 2025, σε μόλις δέκα χρόνια από σήμερα, οι θάνατοι θα υπερτερούν των γεννήσεων, οι άνω των 65 ετών Ελληνες θα έχουν υπερβεί το 22% ενώ τα πρώτα σημάδια επιδείνωσης της υγείας των πολιτών εξαιτίας της οικονομικής κρίσης θα είναι ορατά.

Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, στο κοντινό 2025, οι αλλαγές θα είναι σφοδρές:

– Ο πληθυσμός της Ελλάδας θα υπολείπεται κατά περίπου 300-400 χιλιάδες αυτού του 2015.

– Τα φυσικά (γεννήσεις – θάνατοι) ώς και τα μεταναστευτικά ισοζύγια (είσοδοι – έξοδοι) την επόμενη δεκαετία θα είναι αρνητικά.

–  Η δημογραφική γήρανση θα συνεχιστεί καθώς το ποσοστό των άνω των 65 ετών το 2025 θα υπερβεί πιθανότατα το 22% του συνολικού πληθυσμού και οι άνω των 85 ετών θα αποτελούν σχεδόν το 15% της ομάδας των 65+ (υπενθυμίζεται πως στις αρχές της δεκαετίας του 1950 οι 65+ αποτελούσαν μόλις το 6,7% του συνολικού πληθυσμού, οι δε 85+ μόλις το 0,4% αντίστοιχα) ενώ η μέση ηλικία θα ξεπεράσει τα 45 έτη.

– Το προσδόκιμο ζωής στη γέννηση (ο μέσος όρος ζωή) δεν θα μειωθεί σημαντικά, ενώ η πιθανότητα να αυξηθούν τα χρόνια ζωής πριν από τον θάνατο σε κακή κατάσταση υγείας είναι ισχυρή.

– Η γονιμότητα των γενεών που γεννήθηκαν τη δεκαετία 1975-1990 θα περιοριστεί πιθανότατα σε 1,4 παιδιά ανά γυναίκα.

Στον δρόμο της σύνταξης ένας στους τέσσερις Ελληνες

Το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού στην Ελλάδα είναι σύμφωνα και με τη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «The 2015 Ageing Report» μία από τις βασικές προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η χώρα μας έως το 2060. Από 11 εκατ. το 2013, ο πληθυσμός της Ελλάδας εκτιμάται ότι θα μειωθεί έως το 2060 κατά 2,4 εκατ. άτομα, φτάνοντας τα 8,6 εκατ. άτομα. Αντίθετα, στη Γαλλία προβλέπεται αύξηση του πληθυσμού στα 75,7 εκατ. το 2060, από 65,7 εκατ. το 2013.

Οπως επισημαίνει σε έκθεσή της η Alpha Bank, η προσδοκώμενη μείωση του πληθυσμού στην Ελλάδα οφείλεται στο χαμηλό ποσοστό γονιμότητας, που αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,58 το 2060, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης θα είναι 1,72, που δεν αντισταθμίζεται από την αύξηση του προσδόκιμου ζωής κατά τη γέννηση και από την αύξηση του προσδόκιμου ζωής των ατόμων που είναι στα 65 έτη. Οσον αφορά την ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού, το 2060 αναμένεται αύξηση της ηλικιακής ομάδας 65+ στο 33% του συνόλου του πληθυσμού, από 20,3% το 2013, ενώ το ποσοστό ηλικιακής ομάδας 0-14 θα μειωθεί στο 12,9% το 2060, από 14,6% το 2013.

Οι φόροι

Στο μεταξύ, αντιμέτωπα με υψηλότερους φόρους και ακόμη μικρότερες συντάξεις αναμένεται να είναι τα παιδιά που γεννήθηκαν το 2000 στην Ελλάδα, καθώς όταν φθάσουν στην ηλικία των 50, θα ζουν σε μια χώρα υπερηλίκων, των οποίων θα πρέπει να πληρώνουν τις συντάξεις και τις κοινωνικές δαπάνες.

Η μελέτη για τη γήρανση του πληθυσμού και τα συνταξιοδοτικά συστήματα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης για το 2015 περιγράφει μια εφιαλτική εικόνα, καθώς το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών ως προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό που βρίσκεται μεταξύ 15 και 64 ετών αυξάνεται σταδιακά από το 31% το 2013 στο 42% το 2030 και στο εφιαλτικό  61% το 2060. Με δεδομένο μάλιστα ότι και το ποσοστό των εργαζομένων στις παραγωγικές ηλικίες των 15-64 ετών επίσης μειώνεται σταδιακά στα 4,6 εκατ. από 7,2 εκατ. το 2013, είναι σαφές ότι δημιουργούνται σοβαρές αδυναμίες στο συνταξιοδοτικό και ασφαλιστικό μας σύστημα σε βάθος χρόνου.

Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ), που υλοποιεί δράσεις για την παράταση του επαγγελματικού βίου στο πλαίσιο της προώθησης της ενεργούς γήρανσης, επισημαίνει ότι κατά την περίοδο 2015-2035, όταν η λεγόμενη «γενιά των baby-boomers» θα βγει στη σύνταξη, το ασφαλιστικό σύστημα θα δεχθεί μια πρωτόγνωρη πίεση, και μάλιστα ανεξάρτητη από την κρίση. Σε συνθήκες δε οικονομικής κρίσης και αυξανόμενης ανεργίας, η κατάσταση γίνεται πιο ασφυκτική. Αναλυτικά, εκτιμάται ότι μέσα στα επόμενα 5 χρόνια, στα όρια συνταξιοδότησης θα είναι ένας στους τέσσερις Ελληνες.

Μελέτη-σοκ

Στην τελευταία επίσημη αναλογιστική μελέτη που έστειλε η χώρα μας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το δημογραφικό περιγράφεται ως η θρυαλλίδα που αναμένεται να τινάξει το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στον αέρα. Σύμφωνα με αυτήν, το 2060, έξι στα δέκα άτομα του ενεργού πληθυσμού θα είναι άνω των 65 ετών ενώ ένας στους τέσσερις Ελληνες ηλικίας από 65 έως 74 ετών θα  εργάζεται. Το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης θα είναι 71,9 ενώ το άθροισμα της κύριας και επικουρικής σύνταξης θα έχει μειωθεί δραματικά. Το ποσοστό αναπλήρωσης για το σύνολο των συνταξιοδοτικών δαπανών, από 80% σήμερα θα πέσει στο 56,8%. Η σημαντική μείωση μάλιστα ξεκινά από το 2020, όταν το ποσοστό αναπλήρωσης θα έχει ήδη μειωθεί στο 64,6%.

Ολα αυτά βέβαια χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη οι αλλαγές που ψηφίστηκαν με το 3ο μνημόνιο, αλλά και αυτές που θα συμφωνηθούν εντός του τρέχοντος έτους, στο πλαίσιο της νέας ασφαλιστικής μεταρρύθμισης.

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο της μελέτης αφορά την εξάρτηση των ηλικιωμένων από τον συνεχώς μειούμενο ενεργό πληθυσμό. Το 2060, 6 στα 10 άτομα που συμπεριλαμβάνονται στον ενεργό πληθυσμό θα είναι άνω των 65 ετών, από 3 στους 10 σήμερα. Ακόμη μεγαλύτερη αναμένεται η συμμετοχή των ηλικιωμένων μεταξύ 55-64 ετών (78% το 2060 από 42,4% το 2013).

Η επικίνδυνη γήρανση του πληθυσμού θα έχει ως αποτέλεσμα να παραμένουν στην αγορά εργασίας ολοένα και μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα. Ετσι, ενώ το 2013 μόλις 4,9% του εργατικού δυναμικού ήταν ηλικίας από 65 έως 74 ετών, το 2030 το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 14,3% και το 2060 εκτινάσσεται στο 24,4%. Το 2026, η μέση ηλικία του εργατικού δυναμικού της χώρας θα είναι 44 ετών, από 39 σήμερα. Η μέση πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης για τους άνδρες θα αυξηθεί από 61 ετών το 2013 σε 64,9 το 2020, 65,9 το 2030 και 67,5 το 2060 και για τις γυναίκες, από 61,2 το 2013, σε 64,8 το 2020, 65,5 το 2030 και θα φθάσει τα 67,1 το 2060.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό, λαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη, προκαλώντας τεράστιο πρόβλημα βιωσιμότητας στα ασφαλιστικά συστήματα της Ε.Ε.

Έντυπη

Το δημογραφικό πρόβλημα «νάρκη» για το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης

ΡΟΥΛΑ ΣΑΛΟΥΡΟΥ

Σε θρυαλλίδα που αναμένεται να τινάξει το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στον αέρα εξελίσσεται το δημογραφικό. Στην αναλογιστική μελέτη που έχει ολοκληρώσει η Εθνική Αναλογιστική Αρχή, έχει κατατεθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και βρίσκεται στα χέρια της νέας ηγεσίας του υπουργείου Εργασίας, φαίνεται η δραματική συρρίκνωση του πληθυσμού της Ελλάδας, από 11,045 εκατ. άτομα σε 8,5 εκατ. το 2060. Η εικόνα που αποκαλύπτεται μέσω της μελέτης για την εξέλιξη του δημογραφικού προβλήματος της χώρας είναι τρομακτική. Το όχι και τόσο μακρινό 2060, έξι στα δέκα άτομα του ενεργού πληθυσμού θα είναι άνω των 65 ετών, ενώ ένας στους τέσσερις Ελληνες ηλικίας από 65 έως 74 ετών, θα  εργάζεται. Το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης θα είναι 71,9, ενώ το άθροισμα της κύριας και επικουρικής σύνταξης θα έχει μειωθεί δραματικά. Το ποσοστό αναπλήρωσης για το σύνολο των συνταξιοδοτικών δαπανών, από 80% σήμερα θα πέσει στο 56,8%. Η σημαντική μείωση μάλιστα, ξεκινά από το πολύ πιο κοντινό μας 2020 όταν, το ποσοστό αναπλήρωσης θα έχει ήδη μειωθεί στο 64,6%. Και όλα αυτά, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε νέα παρέμβαση στο ασφαλιστικό σύστημα, ούτε επί τα χείρω, ούτε πολύ περισσότερο επί τα βελτίω, όπως σχεδιάζει η νέα κυβέρνηση.

Αναλυτικά, η μελέτη δείχνει συνεχή μείωση του πληθυσμού, με δραματική αύξηση του δείκτη εξάρτησης των ηλικιωμένων. Το 2013, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat ο πληθυσμός της Ελλάδας ήταν 11,045 εκατ. άτομα, και θα βαίνει μειούμενος για όλη την περίοδο έως το 2060. Σύμφωνα με τη μελέτη, ένας από τους κύριους λόγους για την προβλεπόμενη συρρίκνωση του πληθυσμού, είναι η μείωση της καθαρής μετανάστευσης έως το 2030. Η μείωση του πληθυσμού έχει ως αποτέλεσμα τη δραματική αύξηση των ηλικιωμένων, ώστε το 2060, 6 στα 10 άτομα που συμπεριλαμβάνονται στον ενεργό πληθυσμό να είναι άνω των 65 ετών, από 3 στους 10 σήμερα. Ακόμη μεγαλύτερη αναμένεται η συμμετοχή των ηλικιωμένων μεταξύ 55 – 64 ετών (78% το 2060 από 42,4% το 2013). Η επικίνδυνη γήρανση του πληθυσμού θα έχει ως αποτέλεσμα να παραμένουν στην αγορά εργασίας ολοένα και μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα. Ετσι, ενώ το 2013 μόλις 4,9% του εργατικού δυναμικού ήταν ηλικίας από 65 έως 74 ετών, το 2030 το ποσοστό αυτό αυξάνεται σε 14,3% και το 2060 εκτινάσσεται σε 24,4%. Το 2026, η μέση ηλικία του εργατικού δυναμικού της χώρας θα είναι 44 ετών, από 39 σήμερα. Η μέση πραγματική ηλικία εισόδου στην αγορά εργασίας θα παραμείνει σταθερή τόσο για τους άνδρες (22,4 ετών) όσο και για τις γυναίκες (24,7 ετών), ενώ λόγω των πρόσφατων αλλαγών στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης (Νόμος 3863/2010) η μέση πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης για τους άνδρες θα αυξηθεί από 61 ετών το 2013 σε 64,9 το 2020, 65,9 το 2030 και 67,5 το 2060 και για τις γυναίκες, από 61,2 το 2013, σε 64,8 το 2020, 65,5 το 2030 και θα φθάσει τα 67,1 το 2060. Την ίδια στιγμή βέβαια, σύμφωνα με τη μελέτη, το ποσοστό αναπλήρωσης των συντάξεων θα βαίνει μειούμενο. Ενώ το 2014, το ποσοστό αναπλήρωσης για κύρια και επικουρική σύνταξη ήταν 79,68% (64,42% η κύρια και 15,26% η επικουρική), το 2020 πέφτει σε 53,02% για την κύρια και 11,66% για την επικουρική (σύνολο 64,68%) και μειώνεται στο 56,8% το 2060.

Βέβαια, η νέα ηγεσία του υπουργείου Εργασίας δεσμεύεται ότι θα ακυρώσει άμεσα την εφαρμογή των νόμων που οδηγούν σε αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης αλλά και μείωσης των συντάξεων, καθιστώντας αφενός άκυρη και τη μελέτη, επιδεινώνοντας όμως κατά πολύ τους ήδη ανησυχητικούς δείκτες…

Έντυπη

 

 

 

Ανασφάλεια και ανεργία φρενάρουν τις γεννήσεις

ΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΙΑΔΗ

 23s4gennhseis-thumb-large

το 1996 όταν για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο, οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις στη χώρα μας. Η διαφορά ήταν 22 άτομα. Σε δύο χρόνια, οι γεννήσεις υπολείπονταν των θανάτων κατά 1.774 άτομα. Το 2012, η διαφορά έφτασε τις 16.300.

Σε μια χώρα που είχε ήδη πάρει την κατιούσα δημογραφικά, η οικονομική κρίση επέφερε νέο, γερό χτύπημα: α) η ανεργία στις αναπαραγωγικές ηλικίες φτάνει στο 44,4% (25-29 ετών) και στο 30,3% (30-44 ετών), β) η ανασφάλιστη εργασία εκρήγνυται ― για ένα ανασφάλιστο ζευγάρι, η εργαστηριακή-κλινική παρακολούθηση του τοκετού κοστίζει 600 ευρώ, ο φυσιολογικός τοκετός 700, η καισαρική 1.200 ευρώ. Με τα νέα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα, όλο και περισσότερα ζευγάρια αδυνατούν να αντεπεξέλθουν οικονομικά –και ψυχολογικά– στο «κόστος» της απόκτησης ενός παιδιού. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των Γιατρών του Κόσμου, λόγω της κρίσης, τέσσερις στις 10 γυναίκες θα κάνουν ένα λιγότερο παιδί από ό,τι υπολόγιζαν ή δεν θα γεννήσουν καθόλου.

Το 2012, ο δείκτης γεννητικότητας στην Ελλάδα κατρακύλησε στις εννέα γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους, με τον αντίστοιχο αριθμό το 1980 να είναι 15,36. Η δραματική υποχώρηση του δείκτη είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του ‘90, ωστόσο η εισροή ξένων μεταναστών αναχαίτισε την τάση. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2012 καταγράφηκαν 84.851 γεννήσεις από Ελληνίδες (84,54%) και 15.520 από μετανάστριες (15,46%). Τα αντίστοιχα στοιχεία για το 2011 ήταν 87.426 (82,14%) από Ελληνίδες και 19.002 (17,85%) από αλλοδαπές. Σημειώνεται πως τα τελευταία χρόνια, ο γενικός δείκτης γονιμότητας των αλλοδαπών γυναικών στην Ελλάδα είναι σταθερά υψηλότερος από των Ελληνίδων.

Πάντως, παρά την «ενίσχυση» από τις μετανάστριες, η Ελλάδα παραμένει στις χαμηλότερες θέσεις της Ευρώπης σε ό,τι αφορά τις γεννήσεις. Σε χειρότερη μοίρα μόνο η Πορτογαλία και η Γερμανία με 8,5 και 8,4 αντίστοιχα γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους. Στις πρώτες θέσεις βρίσκουμε την Ιρλανδία (15,7), την Αγγλία (12,8), τη Γαλλία (12,6) και τη Σουηδία (11,9).

Αυτή τη στιγμή, και με δεδομένο ότι ο απαραίτητος αριθμός παιδιών ανά οικογένεια για την αντικατάσταση του πληθυσμού είναι τα 2,1, ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα βρίσκεται στο 1,39, ελαφρώς αυξημένος από το 1,30 τού 1990, οπότε και άρχισαν οι μεταναστευτικές ροές. Εκτιμάται ότι ο δείκτης γονιμότητας για τις «αμιγώς» Ελληνίδες υπηκόους μπορεί να κυμαίνεται και κάτω από το 1.

«Από την αρχή του αιώνα, ο ρυθμός γεννητικότητας στην Ελλάδα αυξανόταν, όμως ο συνδυασμός της αλλαγής του ρόλου της γυναίκας με έμφαση στην εκπαίδευση για άνδρες και γυναίκες, σημαίνει ότι ο μέσος όρος της ηλικίας στην οποία οι γυναίκες κάνουν το πρώτο παιδί αυξάνεται, και αυτό σημαίνει αναβολή της τεκνοποίησης», επισημαίνει στην «Κ» η δρ Αθηνά Βλαχαντώνη, senior lecturer στον τομέα της Γεροντολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον της Αγγλίας. Η κρίση δεν «γέννησε», επέτεινε το πρόβλημα. «Σύμφωνα με ερευνητικές μελέτες, η οικονομική κρίση βάζει «φρένο» στην απόφαση τεκνοποιίας, ιδίως στους νέους που είναι περισσότερο ευάλωτοι στην ανεργία. Η έλλειψη χρημάτων και η απουσία δομών στήριξης επηρεάζουν αρνητικά τα νέα ζευγάρια».

Η ανεργία, τα χαμηλά εισοδήματα, η περικοπή των επιδομάτων και των κοινωνικών υπηρεσιών (έλλειψη βρεφονηπιακών σταθμών κ.λπ.) αποτρέπουν όλο και περισσότερα ζευγάρια να κάνουν παιδί. (Μόνο το κόστος του ιδιωτικού εμβολιασμού για ένα παιδί ξεπερνά τα 1.500 ευρώ). Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, κάθε χρόνο, πραγματοποιούνται στην Ελλάδα περισσότερες από 250.000 αμβλώσεις. Επιπλέον, παρά το υψηλό ποσοστό υπογονιμότητας (10% του αναπαραγωγικού πληθυσμού), τα τελευταία χρόνια καταγράφεται μείωση 15% στους κύκλους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Τον δικό της ρόλο διαδραματίζει και η ραγδαία αύξηση των παλίνδρομων κυήσεων (αυτόματες αποβολές). Σύγκριση των στοιχείων του Σεπτεμβρίου 2009-Φεβρουαρίου 2010 και Σεπτεμβρίου 2011-Φεβρουαρίου 2012 στη Β΄ Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική του Αρεταίειου Νοσοκομείου έδειξε διπλασιασμό των παλίνδρομων κυήσεων (από 2% σε 4%).

Δεν είναι μόνο ότι η παραπάνω τάση εάν δεν ανακοπεί θα οδηγήσει μοιραία σε μείωση του πληθυσμού. Από τις δυσμενέστερες επιπτώσεις του φαινομένου, δεδομένης της αύξησης του προσδόκιμου επιβίωσης, είναι η ραγδαία δημογραφική γήρανση, η οποία επιτείνεται από την επιστροφή πολλών οικονομικών μεταναστών, οι οποίοι παραδοσιακά σχημάτιζαν πολυμελείς οικογένειες, στην πατρίδα τους. Το νέο δημογραφικό προφίλ με τη σειρά του ασκεί τεράστιες πιέσεις στις υπηρεσίες υγείας και βέβαια στο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων.

«Ακόμα και με ένα ζοριζόμαστε…»

Η μικρή είναι υπέροχη, ένα δίχρονο, πρόσχαρο πλάσμα που σκλαβώνει τους πάντες… άμα τη εμφανίσει. Η Μυρσίνη ήθελε πάντα να κάνει παιδί, ήταν από πάντα «μαμά». «Αλλά δεύτερο; Είσαι τρελή εντελώς;».
Δάσκαλος ο μπαμπάς, ελεύθερη επαγγελματίας η ίδια, ήδη τα φέρνουν δύσκολα βόλτα. Τα έξοδα του τοκετού καλύφθηκαν από τους παππούδες, οι οποίοι ευτυχώς βοηθούν και στα καθημερινά. «Δεν υπάρχει δυνατότητα να έχουμε εξωτερική βοήθεια», λέει στην «Κ» η Μυρσίνη. Πάντα ήθελαν δύο παιδιά, σήμερα όμως η σκέψη έχει απομακρυνθεί. «Δεν ξέρω πώς το κάνουν οι άλλοι, ακόμα και με ένα ζοριζόμαστε. Αυτό συζητάμε και με τις άλλες μαμάδες στην παιδική χαρά. Οι περισσότερες ήθελαν μεγάλη οικογένεια, αλλά συμβιβάζονται με ένα ή δύο παιδιά λόγω των συνθηκών. Θεωρώ ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο χτύπημα της κρίσης. Κατευθείαν στην καρδιά της οικογένειας».

Τα περισσότερα ζευγάρια γύρω μας καθυστερούν την απόκτηση παιδιού. Οταν το αποφασίσουν «γιατί περνούν τα χρόνια», θα κάνουν ένα. «Στην πραγματικότητα, τα έξοδα δεν διαφέρουν και πολύ. Τα περισσότερα πράγματα τα έχεις ήδη αγοράσει ή βολεύεσαι με αυτά που σου δίνουν οι γύρω σου», λέει η Κατερίνα Λαζαρίδου, άνεργη εδώ και 6 μήνες και μητέρα ενός αγοριού 6 ετών. «Είναι περισσότερο η ιδέα. Οτι φέρνεις στον κόσμο ένα πλάσμα και πρέπει να μπορείς να το φροντίσεις, ό,τι και εάν συμβεί. Μόνο που πλέον στην Ελλάδα τίποτα δεν είναι δεδομένο. Είχαμε δουλειά και τώρα δεν έχουμε. Ελπίζαμε σε μια σύνταξη που πλέον δεν θα πάρουμε. Εκτός αυτού, δεν υπάρχει καμία υποστήριξη από το κράτος».

H στήριξη εκ μέρους της πολιτείας έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του επιχειρηματία Βασίλη Μπαρτζώκα, που μετακόμισε τον Φεβρουάριο του 2012 στο Βερολίνο, με τη γυναίκα του και τους τρεις γιους του, 4, 6, και επτά χρόνων. Τελικά, οι νεαροί γονείς δικαιώθηκαν. «Οι δύο μικροί μου γιοι απασχολούνται στο σχολείο μέχρι τις 5 μ.μ., ενώ ο μεγάλος μέχρι τις 6 μ.μ.», λέει ο 42χρονος πατέρας. Οταν τα παιδιά επιστρέφουν σπίτι, είναι και διαβασμένα. «Το δημόσιο σχολείο στο Βερολίνο προσφέρει ποικιλία δραστηριοτήτων, οι περισσότερες είναι δωρεάν ή έναντι μικρού αντιτίμου. Παράλληλα, οι Ελληνες γονείς λαμβάνουν μηνιαίο επίδομα 550 ευρώ για την ανατροφή των τριών παιδιών». Η ποιότητα ζωής τους αναβαθμίστηκε συνολικά. «Οι παιδικές χαρές, καλά μελετημένες και κατασκευασμένες, υπάρχουν σε πληθώρα. Εδώ απολαμβάνουμε εκτεταμένους και ασφαλείς ποδηλατοδρόμους, όπου κάνουμε οικογενειακώς ποδήλατο τα Σαββατοκύριακα. Οι γιοι μου μεγαλώνουν σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον, το 20%- 30% των συμμαθητών τους είναι Γερμανοί».

Για τον ίδιο πάντως, η τεκνοποίηση πέρα από υπευθυνότητα, απαιτεί συναίσθημα και λίγη… τρέλα. «Πρέπει να μην το σκέφτεσαι και πολύ. Αν κάτσεις με το κομπιουτεράκι σαν να πηγαίνεις στο σούπερ μάρκετ, αντιμετωπίζεις το παιδί μόνο σαν υποχρέωση, σαν έναν παραπάνω λογαριασμό που πρέπει να πληρώσεις» λέει, προσθέτοντας: «Τα παιδιά φυσικά έχουν ανάγκες, αλλά ας μην ξεχνούμε ότι εμείς ως γονείς με τις προσωπικές μας φιλοδοξίες δημιουργούμε τεχνητές ανάγκες και θέτουμε πολύ υψηλά στάνταρντ. Αυτό που χρειάζονται ουσιαστικά τα παιδιά είναι ηρεμία, ασφάλεια και πολλή αγάπη».

Τις ίδιες σκέψεις έκανε και η 50χρονη σήμερα Μ.Λ. «Οταν πια τα χρονικά περιθώρια είχαν στενέψει και τέθηκε το ερώτημα, αν τελικά θα έκανα παιδί με τον σύντροφό μου, η απάντησή μου ήταν όχι» λέει στην «Κ». «Δεν το έχω μετανιώσει. Συνειδητοποίησα ότι μάλλον το παιδί δεν αποτελούσε μια βαθιά υπαρξιακή μου ανάγκη, όπως ενδεχομένως για άλλες γυναίκες, που ακόμα και χωρίς σύντροφο παίρνουν τη μεγάλη αυτή απόφαση». Ελεύθερη επαγγελματίας με απαιτητικά ωράρια αλλά και μεγάλη αναγνώριση από τη δουλειά της, ήταν πεπεισμένη ότι τον μητρικό ρόλο πρέπει κανείς να τον αναλαμβάνει υπεύθυνα. «Εστω και όταν ο διαθέσιμος χρόνος είναι λίγος, πρέπει να είναι ποιοτικός» παρατηρεί, «εγώ δεν μπορούσα να προσφέρω κάτι τέτοιο».

«Η κοινωνική πίεση για την τεκνοποίηση είναι τέτοια που συχνά οι γυναίκες συγχέουν τα «θέλω» τους» σημειώνει. «Το παλιομοδίτικο επιχείρημα: κάνε ένα παιδί να σε κοιτάξει στα υστερνά σου κρύβει μια μεγάλη αλήθεια» λέει η ίδια, υποστηρίζοντας ότι «πολλοί άνθρωποι κάνουν παιδιά για να καλύψουν δικές τους ανασφάλειες και να ξορκίσουν τον φόβο του θανάτου, όχι επειδή θέλουν να δώσουν αγάπη».

Γιατί αυξήθηκαν οι αποβολές

Σε δύο επίπεδα επηρεάζει τους φερέλπιδες γονείς η οικονομική κρίση, σύμφωνα με τον καθηγητή Γυναικολογίας – Μαιευτικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – Αρεταίειο, δρ Γιώργο Κρεατσά.

«Το οικονομικό στρες και η ανασφάλεια, που διακατέχει εξίσου άνδρα και γυναίκα, έχει ως συνέπεια πολλά ζευγάρια να αναβάλουν ή ακόμα και να ακυρώνουν τα αρχικά τους σχέδια για οικογένεια, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η εν λόγω ψυχολογική κατάσταση επιδρά αρνητικά στην γονιμότητά τους» απαντά ο ίδιος στην «Κ».

«Αλλωστε, δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε το ζήτημα της ηλικίας της γυναίκας» συμπληρώνει, καθώς «την προηγούμενη δεκαετία οι γυναίκες που τεκνοποιούσαν ανήκαν στην πληθυσμιακή ομάδα είκοσι έως τριάντα ετών, ενώ σήμερα είναι περίπου δέκα χρόνια μεγαλύτερες, οι ηλικίες τους κυμαίνονται από 30 έως 40 ετών».

Ανησυχία προκαλεί στον κ. Κρεατσά η αύξηση, εν προκειμένω ο διπλασιασμός, των παλίνδρομων κυήσεων. «Ο υψηλός αριθμός τους ερμηνεύεται αφενός από την προχωρημένη ηλικία της μέλλουσας μητέρας, αφετέρου από έναν ενδεχομένως πλημμελή προγεννητικό έλεγχο εξαιτίας του κόστους του» εξηγεί.

Πάντως, παρά τα εμπόδια που θέτει η έλλειψη χρημάτων στα ζευγάρια, ο αριθμός εκείνων που επιλέγουν το δημόσιο μαιευτήριο από το ιδιωτικό δεν έχει αυξηθεί, όσο αναμενόταν.

«Κολλημένη» η Γερμανία, «πρωταθλήτρια» η Ιρλανδία, γόνιμη η Κύπρος

Οπως δείχνουν τα στοιχεία στην Ελλάδα, αλλά και στην Ισπανία, όπου ο δείκτης γονιμότητας από 1,46 που είχε καταγραφεί το 2008 υποχώρησε στο 1,36 το 2011, η κρίση επηρεάζει άμεσα τη δημιουργία οικογένειας. Ωστόσο, το φαινόμενο είναι πολυπαραγοντικό, καθώς εμφανίζεται και σε εύρωστες κοινωνίες. Η υπογεννητικότητα στην κραταιά Γερμανία, όπου ο δείκτης γονιμότητας έχει «κολλήσει» εδώ και πολλά χρόνια στο 1,4 παιδιά ανά γυναίκα, αποτελεί το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα που επηρεάζει έμμεσα σειρά πολιτικών αποφάσεων, όπως η μεταναστευτική πολιτική.

Σύμφωνα με πολλές έρευνες, η ρίζα του προβλήματος είναι ότι η δημιουργία οικογένειας βρίσκεται χαμηλά στο αξιακό σύστημα των Γερμανών, σε αντίθεση με τους γείτονές τους, τους Γάλλους, για τους οποίους η πολυμελής οικογένεια αποτελεί κοινωνικό πρότυπο. Η καριέρα, τα χόμπι, οι κοινωνικές επαφές προηγούνται για τους πειθαρχημένους Γερμανούς. Δεν είναι, άλλωστε, σύμπτωση ότι στο Αμβούργο, κατ’ εξοχήν πόλη των «γιάπηδων», το ποσοστό τεκνοποίησης είναι εξαιρετικά χαμηλό: μόλις δύο στις τρεις γυναίκες γίνονται μητέρες. Πιο «θερμές» στην ιδέα της τεκνοποίησης οι (πρώην) Ανατολικογερμανίδες, οι οποίες εν μέρει μεγάλωσαν με τα κατάλοιπα του τρόπου ζωής της DDR. Στην ηλικιακή ομάδα των γυναικών 44 έως 49 ετών, μόλις 15% των γυναικών δεν έχουν παιδί.

Οι παροχές

Η στήριξη που προσφέρει η πολιτεία στις Γερμανίδες, που εκφράζεται μέσω των επιδομάτων (που κυμαίνονται ανάλογα με το εισόδημα των γονέων, από 350 ευρώ έως 1.800 ευρώ) και της φιλοξενίας των νηπίων σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, μπορεί να θεωρείται για τα ελληνικά δεδομένα «πλουσιοπάροχη», σε σύγκριση, όμως, με τις παροχές που απολαμβάνουν οι γυναίκες στις Σκανδιναβικές χώρες, μοιάζουν μάλλον «ψίχουλα». Οι ίδιες οι Γερμανίδες επιρρίπτουν ευθύνες στο κράτος, καθώς υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, προπάντων στην επαρχία, γεγονός που τις αναγκάζει συχνά να διακόπτουν την καριέρα τους για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. «Πανευρωπαϊκά οι Γερμανίδες επιστρέφουν μετά τη λοχεία στην εργασία τους στο μικρότερο ποσοστό», σχολιάζει στην «Κ» πρώην εργαζόμενη στον σχεδιασμό πολιτικών για την ισότητα. «Αυτό σχετίζεται με τη φορολογία που υφίστανται ως εργαζόμενες σύζυγοι». Οι πατεράδες έχουν αφυπνιστεί, αλλά όχι… αρκετά. «Ολο και περισσότεροι αιτούνται την άδεια ανατροφής, αλλά την κύρια ευθύνη του παιδιού την έχει πάντοτε η μητέρα».

Το δημογραφικό βρισκόταν «ψηλά» στην τελευταία προεκλογική ατζέντα, καθώς οι πολιτικοί της χώρας αντιμετωπίζουν με τρόμο τις προβλέψεις των στατιστικολόγων για περαιτέρω συρρίκνωση του πληθυσμού, δεδομένου εξάλλου ότι η πληθυσμιακή ομάδα που αναπαράγεται περισσότερο είναι οι «μη Γερμανοί». Ως εκ τούτου, στόχος της νέας κυβέρνησης είναι η δημιουργία και στελέχωση όσο το δυνατόν περισσότερων παιδικών σταθμών.

Με υψηλά ποσοστά

«Στη Γερμανία το πρότυπο της κλασικής οικογένειας έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία τριάντα χρόνια, με τον σχηματισμό ολιγομελών οικογενειών, λιγότερους γάμους και περισσότερες συγκατοικήσεις ζευγαριών», παρατηρεί η δρ Αθηνά Βλαχαντώνη, senior lecturer στη Γεροντολογία στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον της Αγγλίας. Κάθε χώρα, ωστόσο, έχει τα δικά της μέτρα και σταθμά. Για την «πρωταθλήτρια» Ιρλανδία, «ο θρησκευτικός παράγοντας και ο πολιτικός χαρακτήρας της τεκνοποίησης την καθιστούν ειδική περίπτωση». Πίσω από τα υψηλά ποσοστά γεννητικότητας της Σουηδίας και της Γαλλίας «κρύβονται» δυνατά υποστηρικτικά συστήματα, που λύνουν τα χέρια στους γονείς. Η εξαιρετικά γόνιμη Κύπρος φαίνεται να έχει αρχίσει να προβληματίζει τους ειδικούς. «Είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση, φαίνεται ότι η κρίση δεν επηρέασε τόσο τα ζευγάρια όσο στην Ελλάδα», σημειώνει η δρ Βλαχαντώνη.

Πόσο πρέπει να μας ανησυχεί η γήρανση της Γηραιάς Ηπείρου; «Μια γηράσκουσα κοινωνία κρύβει ευκαιρίες και προκλήσεις», απαντά στην «Κ» η κ. Βλαχαντώνη: «Χάρη στο αυξανόμενο προσδόκιμο ζωής, πολλοί από τους σημερινούς νέους θα γνωρίσουν δισέγγονα ή ακόμα και τρισέγγονα. Σύμφωνα με έρευνες, το 50% των μωρών που γεννιούνται σήμερα στη Βόρεια Ευρώπη θα γιορτάσουν τα 100ά γενέθλιά τους». Η άλλη όψη του νομίσματος είναι η προσπάθεια ισοσκελισμού του αυξανόμενου αριθμού συνταξιούχων έναντι του αντιστοίχου των εργαζομένων, που συνεχώς μειώνεται.

Έντυπη

Επιδόματα υπογεννητικότητας

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ 24.11.2013

Καραϊσκάκη τασούλα

Μείωση κατά 5,5‰ καταγράφηκε στον πληθυσμό της Ελλάδας το 2012, τη στιγμή που εκείνος της Ε.Ε. αυξήθηκε κατά 2,2‰, σύμφωνα με τη Eurostat. Στην Ελλάδα ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 60.500 άτομα το 2012· 44.200 εγκατέλειψαν τη χώρα, ενώ καταγράφηκαν 116.700 θάνατοι και 100.400 γεννήσεις (το 2011 είχαν καταμετρηθεί 107.200 γεννήσεις, το 2010 114.766, το 2009 117.933, το 2008 118.302). Είναι εμφανής η καθοδική πορεία του αριθμού των γεννήσεων (το 17% – 18% αυτών από μετανάστριες). Στις υπερχρεωμένες ευρωπαϊκές χώρες η κρίση ενέτεινε το πολυπαραγοντικό πρόβλημα της υπογεννητικότητας, που έβαινε κλιμακούμενο (Ελλάδα, 1980: 144.000 γεννήσεις).

Συχνά ως λύση προτείνεται η αύξηση των επιδομάτων. Ωστόσο, τα επιδόματα από μόνα τους δεν επηρεάζουν τις δημογραφικές τάσεις, διότι δεν επαρκούν. Χρειάζεται μια άλλη αντίληψη –και ειδικός σχεδιασμός– για την εμπλοκή του κράτους στον βιοτικό αγώνα των πολιτών, στην προσπάθεια ανδρών και γυναικών να ανταποκριθούν ισορροπημένα στις υποχρεώσεις τους. Οι γονείς, ή ο γονιός (οι μονογονεϊκές οικογένειες αυξάνονται ολοένα) πρέπει να διευκολύνεται ουσιαστικά: με μακρές αμειβόμενες γονικές άδειες, ποιοτικότερες υπηρεσίες για τη φύλαξη των παιδιών, ακόμη και κατ’ οίκον βοήθεια από βρεφοκόμους. Βέβαια, όλα αυτά απαιτούν βαθιές και καλά μελετημένες αλλαγές σε υποδομή και οργάνωση, εκπαιδευμένους δημόσιους υπάλληλους, δηλαδή συμμετοχή του κράτους στη ζωή λάστιχο, στα υπερ-ωράρια, σε όλο το οδυνηρό κουβάρι των καθημερινών αναγκών των πολιτών. Το ελληνικό κράτος δεν μοιάζει να θέλει να έχει μια τέτοια ευθύνη. Δίνει κάποιο επίδομα, εάν δίνει στην παρούσα φάση οξείας δημοσιονομικής κρίσης, και ξεμπερδεύει. Από την άλλη, εάν δεν υπάρξουν μέτρα πολλαπλής στήριξης της νεαρής οικογένειας (Σουηδία, Γαλλία) δεν πρόκειται να σταθεροποιηθούν οι δείκτες γονιμότητας.

Διότι η μείωση των γεννήσεων (την οποία απλώς επέτεινε η κρίση) πηγαίνει χέρι με χέρι με τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην κοινωνία. Τα ανεπτυγμένα κράτη μετατρέπονται σε χώρες γερόντων, και όχι λόγω μείωσης του ΑΕΠ, αλλά μάλλον το αντίστροφο. Σίγουρα ένα παιδί έχει κόστος και απαιτεί χρόνο, παράγοντες όμως που μεταβάλλονται ανάλογα με την κοινωνικοοικονομική θέση, τις προτιμήσεις, την ιδεολογία, το θρήσκευμα των γονιών. Οσοι προέρχονται από εύπορα περιβάλλοντα τείνουν να αποκτούν λιγότερα παιδιά, ενώ το αντίθετο συνήθως συμβαίνει με όσους προέρχονται από ασθενέστερα στρώματα. Η τάση περιορισμού της οικογένειας άρχισε από τις πλέον μορφωμένες και ευκατάστατες τάξεις και διαδόθηκε στις κατώτερες. Τα λιγότερα παιδιά φάνηκε ότι επιτρέπουν τη γρηγορότερη και ευκολότερη κοινωνική ανέλιξη. Και από ζήτημα οικονομικό έγινε ιδεολογικό, πνευματικό, αποτέλεσμα της απελευθέρωσης από στερεότυπα ζωής, του ατομικού ευδαιμονισμού που αποκλείει την ανάληψη υποχρεώσεων, εξασθενίζοντας την αυτοδέσμευση της διαιώνισης.

Οι πιο εξελιγμένες κοινωνίες συγκρατούν τη μείωση των γεννήσεων με εξεζητημένα πολυσχιδή μακρόπνοα ακριβά προγράμματα· οι υπόλοιπες οδηγούνται αργά στη συρρίκνωση και αν κάτι μοιάζει να έρχεται από το μέλλον είναι η πλημμυρίδα των μεταναστών από τις φτωχές χώρες που κατευθύνεται αμείωτη προς τις γαίες των γερόντων και της ευημερίας. Ισως τελικά, για τα πολιτικά επιτελεία, αυτή να είναι η ρεαλιστικότερη λύση.

Έντυπη

 

Του Νικου Κωνστανταρα

Η δημογραφική παγίδα της κρίσης

ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ 24.11.2013

Η Ελλάδα έχει δημογραφικό πρόβλημα εδώ και χρόνια – ο πληθυσμός γερνάει και δεν γεννιούνται αρκετά παιδιά ώστε να υπάρχουν αρκετοί εργαζόμενοι για να καλύπτουν τις ανάγκες όλων των κατοίκων της χώρας. Με την κρίση το πρόβλημα επιδεινώνεται. Περισσότεροι εργαζόμενοι από τους αναμενόμενους συνταξιοδοτούνται, ενώ η ανεργία αυξάνεται· περισσότεροι Ελληνες μεταναστεύουν, ενώ μετανάστες που βρίσκονταν εδώ είτε επιστρέφουν στην πατρίδα τους είτε αναζητούν την τύχη τους αλλού. Ενώ τα τελευταία χρόνια ο πληθυσμός της Ελλάδας αυξανόταν χάρη στους μετανάστες (και όχι στις γεννήσεις), το 2012 ο πληθυσμός μειώθηκε, επειδή οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις και περισσότεροι έφυγαν από όσους ήρθαν στη χώρα. Η Ελλάδα βρίσκεται παγιδευμένη μεταξύ πολιτικών λιτότητας που απαιτούνται για την επιβίωσή της σήμερα, και της ανάγκης μέτρων που θα στηρίξουν τη γεννητικότητα και θα εξασφαλίσουν το μέλλον της.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση των 28 χωρών παρουσιάζει δημογραφική σταθερότητα. Μελέτη της Eurostat που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη δείχνει ότι την 1η Ιανουαρίου 2013, ο πληθυσμός ήταν 505,7 εκατ., από 504,6 εκατ. ένα χρόνο νωρίτερα. Αυτό οφείλεται σε 200.000 περισσότερες γεννήσεις από τους θανάτους και από την είσοδο 900.000 μεταναστών. Στην Ελλάδα, ο πληθυσμός μειώθηκε στα 11.062.500 άτομα, από 11.123.000 το 2012, με τους θανάτους να ξεπερνούν τις γεννήσεις κατά 16.300 και η έξοδος ανθρώπων να ξεπερνάει την είσοδο κατά 44.200. Η Ιρλανδία και η Πορτογαλία είδαν και αυτές περισσότερους να φεύγουν από το να έρχονται. Σε προηγούμενα χρόνια, στους μετανάστες οφειλόταν η αύξηση του πληθυσμού στην Ελλάδα.

Εδώ και χρόνια η Ε.Ε. ανησυχεί για την υπογεννητικότητα. Μεταξύ μέτρων που έχουν προταθεί είναι να προσφέρεται στήριξη σε γονείς, κυρίως όσον αφορά σχολεία και παιδικούς σταθμούς, και να αλλάξει το καθεστώς εργασίας ώστε και οι δύο γονείς να μπορούν να ασχολούνται με τα παιδιά και να συμμετέχουν στη διά βίου εκπαίδευση. Αυτές οι σκέψεις, όμως, ισοπεδώνονται από την οικονομική κρίση. Στην Ελλάδα είδαμε τα πράγματα να χειροτερεύουν ραγδαίως – όχι μόνο δεν παρουσιάζονται περισσότερες παροχές ώστε να στηρίζεται η οικογένεια, αλλά το 28% του πληθυσμού είναι άνεργο, οι φόροι αυξάνονται, ενώ μισθοί, επιδόματα και καταθέσεις εξανεμίζονται. Πέρα από τους 1,4 εκατ. ανέργους, έχουμε και 2,7 εκατ. συνταξιούχους. Πόσοι μπορούν να μεγαλώσουν παιδιά όπως θα ήθελαν;

Είμαστε εγκλωβισμένοι. Οσο απομακρύνονται άνθρωποι από την αγορά εργασίας, τόσο μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ θα απαιτείται για κοινωνικές δαπάνες, στερώντας τη χώρα από χρήματα για επενδύσεις και παραγωγικότητα. Οσο μειώνονται τα διαθέσιμα χρήματα των πολιτών, θα μειώνεται ακόμη περισσότερο η κατανάλωση. Το αποτέλεσμα είναι ότι μέσα σε αυτές τις συνθήκες είναι απίθανο να αυξηθούν οι γεννήσεις. Στην Ελλάδα ο δείκτης γονιμότητας (ο μέσος όρος παιδιών για κάθε γυναίκα), ήταν 1,4 το 2010, κάτω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (1,5), και πολύ κάτω από το 2,1 που χρειάζεται για να σταθεροποιηθεί ο πληθυσμός χωρίς μετανάστευση. Είναι εντυπωσιακό ότι ο δείκτης στην Ελλάδα έπεσε κάτω από 2,1 το 1981 και συνέχισε να πέφτει. Πιθανώς η ευημερία που ακολούθησε την ένταξη στην Ε.Ε. συνέβαλε σε αυτό, ενώ τώρα η ανασφάλεια και η οικονομική δυσπραγία υπονομεύουν ακόμη περισσότερα τις γεννήσεις.

Οι προβλέψεις της Ε.Ε. είναι ότι το 2050 το 58,8% του ελληνικού πληθυσμού θα είναι άνω των 65 (πίσω μόνο από την Ισπανία και την Ιταλία). Ηδη λιγότεροι εργάζονται απ’ όσους δεν εργάζονται, και αν σκεφθούμε ότι τα ασφαλιστικά Ταμεία παρουσιάζουν έλλειμμα της τάξεως των 802 εκατ. ευρώ για το 2013 και 2014, τότε το αδιέξοδο είναι φανερό από τώρα. Οσο χάνονται θέσεις εργασίας και μειώνονται εισοδήματα για να περιοριστούν οι δαπάνες, τόσο μειώνονται οι εισφορές στο κράτος και στα Ταμεία, ενώ αυξάνονται οι ανάγκες για κοινωνικές παροχές.

Στην Ελλάδα της κρίσης, όπου προτεραιότητα είναι η λιτότητα, το πρόβλημα της υπογεννητικότητας παραπέμπεται στο μέλλον. Η πραγματικότητα, όμως, είναι αμείλικτη: σε μερικά χρόνια δεν θα υπάρχουν αρκετοί Ελληνες για να επιβιώσουμε σαν εθνικό κράτος. Ή θα πάρουμε γενναία μέτρα στήριξης της γεννητικότητας, σε επίπεδο εθνικό και ευρωπαϊκό, ή θα πρέπει να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι θα επιζήσουμε μόνο ως μέρος μιας μεγαλύτερης πολιτικής οντότητας. Και για αυτό τον λόγο είναι απαραίτητο να αναζητούμε λύσεις μέσω της Ευρώπης.

Έντυπη

 

 

Η πραγματική ωρολογιακή βόμβα

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 30.03.2014

Το 2012 είχαμε 16.299 περισσότερους θανάτους από γεννήσεις – 116.670 θανάτους έναντι 100.371 γεννήσεων (84.851 από Ελληνίδες και 15.520 από αλλοδαπές). Το 2011 είχαμε 4.671 περισσότερους θανάτους από γεννήσεις – 111.099 θανάτους έναντι 106.428 γεννήσεων (87.426 από Ελληνίδες και 19.002 από αλλοδαπές). Το 1998 είχαμε 1.774 και το 1996 μόλις 22 περισσότερους θανάτους από γεννήσεις. Ο δείκτης γονιμότητας, δηλαδή τα παιδιά που κατά μέσον όρο γεννά μία γυναίκα, σήμερα κυμαίνεται στο 1,39 για τον γενικό πληθυσμό και στο 1 για τις Ελληνίδες, όταν για την ομαλή αναπαραγωγή του πληθυσμού θα έπρεπε να είναι άνω του 2,1. Την περίοδο 2001-2010 ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά 190.000 άτομα.

Η Ελλάδα κατατάσσεται ανάμεσα στις τρεις πλέον γερασμένες χώρες της Ε.Ε. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, οι άνω των 65 ετών αποτελούν το 19,4% του πληθυσμού (μέσος ευρωπαϊκός όρος 17,5%). Στην Ιταλία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 20,3% και στη Γερμανία 20,6%. Στους 100 Ελληνες νέους κάτω των 15 ετών αντιστοιχούν 134 ηλικιωμένοι άνω των 65.

Η γήρανση του πληθυσμού, ως γνωστόν, αποτελεί μια ωρολογιακή βόμβα που απειλεί να τινάξει στον αέρα το συνταξιοδοτικό σύστημα και τις οικονομίες πολλών κρατών. Οπως διαπιστώνει έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, η δημογραφική μεταβολή του πληθυσμού λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και της ταυτόχρονης μείωσης των γεννήσεων έχει συμβάλει στην αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών κατά 15% (27% το 2050). Παράλληλα η ανεργία, η οποία αυξήθηκε από το 2009 κατά 200%, μεταφέρει το έτος εξάντλησης των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων από το 2025 στο 2015, καθώς ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός ηλικιωμένων εξαρτάται από έναν ολοένα και μικρότερο αριθμό εργαζομένων. Επιπτώσεις που επιχειρείται να αντισταθμιστούν με αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και περικοπές των συντάξεων (οι δαπάνες για συντάξεις μειώθηκαν από τα 33 δισ. ευρώ το 2009 στα 22,5 δισ. το 2013).

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι, πέρα από την ανάγκη για ένα νέο πλαίσιο χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού συστήματος, με την ανεύρεση νέων πόρων εκτός του κρατικού προϋπολογισμού, σημαντικότατη είναι και η συγκράτηση της ραγδαίας υπογεννητικότητας.

Τα επιδόματα από μόνα τους δεν επηρεάζουν τις δημογραφικές τάσεις, διότι δεν επαρκούν. Η μάχη κατά της υπογεννητικότητας χρειάζεται μακρές, αμειβόμενες γονικές άδειες, οργανωμένες υπηρεσίες για τη φύλαξη των παιδιών, υποδομή, εκπαιδευμένους υπάλληλους, δηλαδή χρήμα, συμμετοχή του κράτους στις καθημερινές ανάγκες των πολιτών. Οι αντανακλάσεις της εξάντλησης του ελληνικού κράτους δεν αφήνουν περιθώρια για τέτοια προοπτική. Η ελληνική διοίκηση παραείναι εξασθενημένη για να μεταβιβάσει στους πολίτες τη μαγιά της αύξησης. Συμπέρασμα: Τα εξεζητημένα, πολυσχιδή, μακρόπνοα ακριβά προγράμματα αφορούν τις ανεπτυγμένες, οικονομικά ισχυρές κοινωνίες· οι υπόλοιπες οδηγούνται αργά στη συρρίκνωση. Μάλιστα, η κρίση απομακρύνει ακόμη και τη λύση –τη ρεαλιστικότερη για τα πολιτικά επιτελεία–, η πλημμυρίδα των μεταναστών να συμβάλει στη σταθεροποίηση των δεικτών γονιμότητας.

Ζωή είναι ο σεβασμός στη διάρκεια. Ομως, δεν είναι πάντα η σοφία η τελευταία λέξη ενός πολιτισμού που παραπαίει.

Έντυπη

 

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων