ΒΙΑ

Η ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

5. Επιθετικότητα στο σχολείο epithetikothta sto sxoleio

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

Προτάσεις για πρόληψη και αντιμετώπιση

Οταν το κακό «διασπείρεται σαν μύκητας»

| 15.03.2019 – 09:28 ΤΟ ΒΗΜΑ

Οταν το κακό «διασπείρεται σαν μύκητας» | tovima.gr

Οταν η Χάνα Αρεντ πέθανε, τον Δεκέμβριο του 1975, ήταν γνωστή κυρίως λόγω της διαμάχης σχετικά με τις απόψεις της ως ανταποκρίτριας του περιοδικού «New Yorker», στη δίκη του Αντολφ Αϊχμαν, στην Ιερουσαλήμ. Ο Αϊχμαν ήταν ένας ναζί ανώτερος δημόσιος υπάλληλος που εξασφάλιζε τον εφοδιαστικό συντονισμό της Shoah. Tο Ισραήλ τον δίκασε και καταδίκασε σε θάνατο το 1961. Η Αρεντ έμεινε γνωστή για τη μνημειώδη φράση της «η μπαναλιτέ του κακού».

Σύμφωνα με την άποψή της, η στερεότυπη κοινωνική άποψη ότι τα εγκλήματα στην καθημερινότητα ή στην Ιστορία γίνονται από διεστραμμένα μυαλά είναι λάθος, γιατί δεν μας επιτρέπει να ξεριζώσουμε τα πραγματικά αίτια, αφού το κακό πολλές φορές γεννιέται μέσα από την αδράνεια του ανθρώπου και τη μη αμφισβήτηση του πολίτη απέναντι στο σύστημα.

Οι ανταποκρίσεις της χρησιμοποιήθηκαν ως βάση για τη μελέτη του 1963 με τον τίτλο: «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ». Ενας σχετικά ολιγάριθμος κύκλος θαυμαστών και κριτικών στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Γερμανία γνώριζε τα υπόλοιπα έργα της, ωστόσο δεν είχε κάποια μεγάλη φήμη ως σημαντική πολιτικός στοχαστής. Εδώ και πολλές δεκαετίες όμως οι ειδικοί τη συμπεριλαμβάνουν μεταξύ των περισσότερο επιδραστικών θεωρητικών της πολιτικής νεωτερικότητας.

Αν και Εβραία και παραλίγο θύμα του Ολοκαυτώματος, η Αρεντ δεν απεμπόλησε ποτέ τη φιλοσοφική της οπτική και έγραφε αντικειμενικά, διατηρώντας μια μοναδική απόσταση από ένα από τα μεγαλύτερα δράματα της ανθρωπότητας. «Εκανα απλά αυτό που ήθελα να κάνω» είπε το 1964 στην περιβόητη συνέντευξή της στον Γκίντερ Γκάους, για το δεύτερο κανάλι της γερμανικής τηλεόρασης —μια θρυλική συνέντευξη που δεν πρέπει να χάσει κανείς και η οποία είναι διαθέσιμη στο YouTube. (https://www.youtube.com/watch?v=J9SyTEUi6Kw).

Η Αρεντ υποστήριξε ότι ο Αϊχμαν δεν είναι «ένα τέρας», αλλά «ένας κλόουν». Είναι ένας ειδικός που μιλά με κλισέ και επαναλαμβάνει έτοιμες φόρμουλες. Ενας νέου τύπου εγκληματίας. Ποτέ δεν σκέφτεται από μόνος του. Είναι «αποκρουστικά βλάκας». Αλλωστε η ίδια θα πει «Το κακό μπορεί να κατακυριεύσει τα πάντα και να σαρώσει ολόκληρο τον κόσμο, ακριβώς επειδή διασπείρεται σαν μύκητας… Εκεί έγκειται η ρηχότητά του».

Ομως δεν είναι μόνον η υπόθεση Αϊχμαν που είναι συνώνυμη με την Αρεντ. Πρόσφατα, οι συζητήσεις και οι αναφορές στο όνομά της άρχισαν να διαδίδονται με γοργούς ρυθμούς στα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης. Γιατί άραγε αυτό το αυξανόμενο ενδιαφέρον για το έργο της; Η Αρεντ έχει μια αξιοθαύμαστη σφαιρική αντιληπτικότητα για μερικά από τα βαθύτερα προβλήματα, τις αντιφάσεις και τις επικίνδυνες τάσεις στη σύγχρονη πολιτική ζωή. Οι τάσεις αυτές μάλιστα τείνουν να γίνονται όλο πιο έντονες και πιο επικίνδυνες ειδικά σήμερα. Οταν η Αρεντ μιλά για «σκοτεινούς χρόνους», δεν αναφέρεται αποκλειστικά στις φρίκες του ολοκληρωτισμού του εικοστού αιώνα. Λέει: «Η λειτουργία του δημόσιου χώρου είναι να ρίχνει φως στις υποθέσεις των ανθρώπων, παρέχοντας έναν χώρο πράξεων και διαλόγου. Οταν όμως αυτό το φως, αυτός ο χώρος σβήνει από «κενά αξιοπιστίας» και «αόρατη κυβέρνηση», με μια «γλώσσα» που δεν αποκαλύπτει τι είναι, τότε φτάνει το σκοτάδι. Η νέα τάξη σαρώνει την αλήθεια κάτω από το χαλί, με προτροπές, ηθικές και άλλες παλαιωμένες αλήθειες, με το πρόσχημα της διατήρησης μιας ιστορικής και αδιατάρακτης παράδοσης, οι οποίες υποβαθμίζουν την αενάως μεταβαλλόμενη και επανακρινόμενη αλήθεια του κόσμου σε άνευ σημασίας «παγωμένη» κοινοτοπία».

Η Αρεντ υπήρξε περιστασιακά ερωμένη του περίφημου φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγκερ με τον οποίο είχαν ένα σύντομο ειδύλλιο. Στο πρόσφατο, έξοχο βιβλίο «Μαύρες Διαθήκες» (εκδ. Κίχλη), ο Νικήτας Σινιόσογλου μιλάει για τα ημερολόγια του αμφιλεγόμενου φιλοσόφου, θεωρητικού του Γ’ Ράιχ: «Ελευθέρα σκέφτεται όποιος μηδενίζει τις υπάρχουσες δομές. Ο ορίζοντάς τους είναι πύρινος, αλλά πολύ στενός». Ο «Μυστικισμός του πολέμου», όπως σημειώνει ο Ουόλτερ Μπένγιαμιν αναφερόμενος στον Χάιντεγκερ είναι απολύτως πραγματικός. Αλλος βέβαια ο πόλεμος στα μέσα του 20ού αιώνα και άλλες οι συρράξεις στην εξέλιξη του 21ου, αλλά η ρίζα, το νήμα του κακού, η εσωτερική μόλυνση, ο Αντι-Διαφωτισμός, η διατήρηση της βάρβαρης ποιότητας του εθνικοσοσιαλισμού (!) είναι σκέψεις που μας οδηγούν σε μαύρες ιδέες και σε μαύρες εικόνες.

Στο βιβλίο της «The Origins of Totalitarianism», η Αρεντ ισχυρίζεται ότι η έλλειψη πατρίδας είναι «το νεότερο μαζικό φαινόμενο στη σύγχρονη ιστορία και η ύπαρξη ενός συνεχώς αυξανόμενου νέου πληθυσμού αποτελούμενου από απάτριδες είναι η πιο χαρακτηριστική ομάδα στη σύγχρονη πολιτική». Το φαινόμενο αυτό της μαζικής ανισότητας «δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί από έναν και μόνο παράγοντα αλλά εάν εξετάσουμε τις διαφορετικές ομάδες μεταξύ των απάτριδων φαίνεται ότι κάθε μείζον πολιτικό γεγονός από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου προσέθεσε αναπόφευκτα μια νέα κατηγορία εκείνων που ζούσαν έξω από το πλαίσιο του νόμου.

Oταν η Αρεντ έγραψε το βιβλίο αυτό στα τέλη της δεκαετίας του 1940, δεν μπορούσε να προβλέψει πόσο σημαντικές είναι οι παρατηρήσεις της κατά τη δεύτερη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα. Σχεδόν κάθε σημαντικό πολιτικό γεγονός κατά τα τελευταία εκατό χρόνια έχει οδηγήσει στον πολλαπλασιασμό νέων κατηγοριών προσφύγων. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει κανένα τέλος στην αύξηση του αριθμού και των κατηγοριών τους. Υπάρχουν σήμερα εκατομμύρια άνθρωποι σε στρατόπεδα προσφύγων με λίγη ελπίδα ότι θα μπορέσουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους ή να βρουν ποτέ ένα νέο σπίτι. Η Αρεντ ήταν ένας από τους πρώτους σημαντικούς πολιτικούς στοχαστές που προειδοποίησαν ότι ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός απάτριδων και προσφύγων θα αποτελούσε την «πιο χαρακτηριστική» ομάδα της σύγχρονης πολιτικής. Διερεύνησε ακόμη πιο βαθιά την καταστροφή των απάτριδων οι οποίοι αναγκάζονται να φύγουν από τις χώρες τους και δεν μπορούν να βρουν άλλο καταφύγιο.

Κατά την Αρεντ, ο Ολοκληρωτισμός δεν αφορά αποκλειστικά τον γερμανικό λαό και τις συνθήκες που επικράτησαν μετά τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Πρόκειται για έναν κίνδυνο που φωλιάζει στα σπλάχνα του ελαύνοντος καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης. Τα ολοκληρωτικά συστήματα απειλούν να στραφούν απέναντι στο κομμάτι εκείνο της ανθρωπότητας που θα υποφέρει περισσότερο, στους μετανάστες και στους ανέργους. Τα νέα θύματα θα είναι οι μη παραγωγικοί πολίτες, οι παρίες μιας κοινωνίας που δεν συμμορφώνονται στον αμείλικτο νόμο της αγοράς.

Η Χάνα Αρεντ ήταν σκεπτική ως προς τις εκκλήσεις για αφηρημένα ανθρώπινα δικαιώματα, γιατί αποδεικνύονται άσχετα αν δεν υπάρχουν αποτελεσματικοί θεσμοί για την εξασφάλιση και την προστασία τους. Το πιο θεμελιώδες δικαίωμα είναι το «δικαίωμα στην κατοχή δικαιωμάτων» – το δικαίωμα του ανήκειν σε μια κοινότητα, όπου οι άνθρωποι μπορούν να ενεργούν και να εκφράζουν απόψεις όπου υπάρχει σαφής εγγύηση για νομική προστασία. Υποστηρίζει επίσης ότι η απώλεια μιας τέτοιας κοινότητας έχει ως συνέπεια την απέλαση ενός λαού από την ίδια την ανθρωπότητα. Οι τρομακτικές συνέπειες της συστηματικής στέρησης των ανθρώπων από το «δικαίωμα στην κατοχή δικαιωμάτων» οδηγεί αυτόματα στον ολοκληρωτισμό. Λες και μιλάει για τις μέρες μας, όπου οι πρόσφυγες, οι μετανάστες και οι άνεργοι πολλαπλασιάζονται και σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία (Λεπέν), η Ουγγαρία, η Τσεχία κ.ά. αναπτύσσεται μια ρατσιστική αντιευρωπαϊκή ακροδεξιά με λαϊκιστικό προσωπείο, όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται σε ευρύτερη κλίμακα, κι ένα μαύρο σύννεφο μοιάζει να σκιάζει τη Γηραιά Απειρο.

Ο κ. Αλέξης Σταμάτης είναι συγγραφέας.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΡΥΜΙΩΤΗΣ

14 Ιουλίου, μια ξεχασμένη ημερομηνία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 06.01.2019  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Σ​​ας θυμίζει κάτι η ημερομηνία του τίτλου; Αν προσθέσω το έτος 1992, σας θυμίζει κάτι; Κρίμα! Ολοι όμως θυμόμαστε την 6η Δεκεμβρίου 2008 και τα επακόλουθά της για 10 χρόνια τώρα. Στις 12 Ιουλίου 1992, ένα 20χρονο παιδί, ο Θάνος Αξαρλιάν έχασε τη ζωή του από τη ρουκέτα που εκτόξευσε η τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη» εναντίον του αυτοκινήτου τού τότε υπουργού Οικονομικών Γιάννη Παλαιοκρασσά, στη συμβολή των οδών Καραγιώργη Σερβίας και Βουλής. Δυστυχώς μόνο η οικογένεια του Θάνου θυμάται την ημερομηνία αυτή. Ολοι εμείς, οι «κανονικοί» άνθρωποι την έχουμε ξεχάσει γιατί ο Θάνος δεν υπήρξε θύμα αστυνομικής βίας, αλλά «παράπλευρη απώλεια» τρομοκρατικής δράσης. Πρέπει να ντρεπόμαστε σαν λαός.

Για να τρίψω το αλάτι στην πληγή, θέλω να θυμίσω μερικές λεπτομέρειες από τη δολοφονία του Θάνου. Οι φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν τότε, δείχνουν τον άτυχο νέο ξαπλωμένο μέσα σε λίμνη αίματος ακριβώς στη γωνία, με το αυτοκίνητο του υπουργού να καίγεται στο βάθος. Αυτός που τηλεφώνησε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» για να αναλάβει την ευθύνη εκ μέρους της «17 Νοέμβρη» εξέφρασε τη λύπη του για τον θάνατο του 20χρονου, τον οποίο χαρακτήρισε… «παράπλευρη απώλεια». Ετσι απλά. Λυπήθηκε πολύ. Αργότερα όμως μάθαμε ότι οι τρομοκράτες βιάζονταν να «ξεμπερδεύουν» με τον Παλαιοκρασσά, γιατί ήθελαν να πάνε… διακοπές και δεν τους έπαιρνε να αναβάλουν την επιχείρηση, έστω και αν δεν ήταν εντελώς καθαρός ο στόχος! Αυτή είναι η κυνικότερη ομολογία για την εν ψυχρώ δολοφονία ενός αθώου νέου. Ο δε φυσικός αυτουργός μπαινοβγαίνει σήμερα στις αγροτικές φυλακές κάθε τόσο. Επαναλαμβάνω, πρέπει να ντρεπόμαστε σαν λαός. Δεν υπάρχει πιο μαύρη σελίδα στη σύγχρονη ιστορία μας. Και όμως ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που ανέχτηκαν ή ακόμα υπερασπίστηκαν την τρομοκρατική δράση της «17 Νοέμβρη».

Πάμε τώρα στην 6η Δεκεμβρίου 2008. Ενας ανόητος αστυνομικός πυροβόλησε και σκότωσε ένα 15χρονο παιδί κατά τη διάρκεια επεισοδίων στην Αθήνα. Για τρεις μέρες κατακάηκε η Αθήνα και άλλες πόλεις ώστε να «εκτονωθεί» η δήθεν «δικαιολογημένη» οργή των νέων. Οι αστυνομικοί δικάστηκαν και καταδικάστηκαν. Γιατί λοιπόν κάθε χρόνο πρέπει να θυμόμαστε αυτή την επέτειο και να ξανακαίμε την Αθήνα στη μνήμη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου;

Το 2018, η μητέρα του Γρηγορόπουλου, Τζίνα Τσαλικιάν, σε συνέντευξή της στον ΑΝΤ1, δήλωσε: «Αν ζούσε ο Αλέξανδρος θα τα αποδοκίμαζε, είμαι σίγουρη. Δεν θα ήθελε να συνδεθεί το όνομά του με βιαιοπραγίες και καταστροφές. Σπιλώνουν με τη συμπεριφορά τους τη μνήμη του Αλέξανδρου και θίγουν, κατ’ επέκταση, την τιμή και την υπόληψη της οικογένειάς μας. Το παιδί μου δεν ήταν παραβατικό. Η παραβατικότητα προέκυψε από την υπερασπιστική γραμμή των συνηγόρων υπεράσπισης του κατηγορούμενου Κορκονέα. Θυμάμαι τη ρήση του Γκέμπελς “Συκοφαντείτε, συκοφαντείτε, συκοφαντείτε”. Ο Αλέξανδρος ήταν ένα παιδί χαρούμενο, ευχάριστο, ευαίσθητο, γενναιόδωρο. Ηταν πολύ αγαπητός στους φίλους του. Είχε πάρα πολλούς φίλους και ήταν ένα παιδί –δυστυχώς, τελικά– πολύ αθώο και πολύ καλοπροαίρετο».

Αυτά έλεγε η μητέρα του και είναι πολύ φυσικό να υπερασπίζεται το χαμένο παιδί της. Κατά την άποψή μου είναι «too late, too little». Το τζίνι έχει βγει από το μπουκάλι. Επιπλέον τη διαψεύδει κατηγορηματικά ο σύντροφος του γιου της, ο Νίκος Ρωμανός που ήταν μαζί του τη μοιραία νύχτα. Σε ένα μακροσκελέστατο κείμενο 2.500 λέξεων στο αναρχικό indymedia.gr (Νοέμβριος 2015), το οποίο υπογράφει μαζί με τον συγκρατούμενό του στον Κορυδαλλό, Παναγιώτη Αργυρού, μας λέει τα ακόλουθα, που έχουν ιδιαίτερη σημασία λόγω της σχέσης του με τον Αλέξανδρο:

«…Οχι, δεν επρόκειτο για ένα αθώο παιδί και έναν παρανοϊκό μπάτσο, που βρέθηκαν σε λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, αλλά για έναν εξεγερμένο νεαρό σύντροφο, που επιτέθηκε σε ένα περιπολικό, σε μια περιοχή όπου οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής ήταν συχνές, και για έναν μπάτσο που περιπολούσε στην ίδια περιοχή και, από μια προσωπική του αντίληψη για την τιμή και την υπόληψη της αστυνομίας, αποφάσισε να αντιμετωπίσει τους ταραξίες μόνος του…».

Και συνεχίζει παρακάτω: «…Ηταν μια σύγκρουση μεταξύ δύο αντίρροπων δυνάμεων: από τη μία η Εξέγερση κι από την άλλη η Εξουσία, και οι βασικοί πρωταγωνιστές της σύγκρουσης αυτής εκπροσωπούσαν ο καθένας τη δική του πλευρά…».

Για να μην έχουμε καμία αμφιβολία: «…Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον μπάτσο Επαμεινώνδα Κορκονέα και οι μεγάλες ταραχές που ακολούθησαν, προκάλεσαν ένα ισχυρό κοινωνικό ηλεκτροσόκ πολλών βαθμών, καθώς θρυμματίστηκε η εικόνα της “κοινωνικής ειρήνης” και έγινε ορατή η ύπαρξη αυτών των δύο αλληλοσυγκρουόμενων κόσμων, με τον πλέον έκδηλο τρόπο, προκαλώντας καταστάσεις απ’ τις οποίες δεν υπήρχε εύκολη επιστροφή, χωρίς τουλάχιστον να δημιουργηθούν και να εκδηλωθούν γεγονότα, τη δυναμική των οποίων κανείς δεν θα μπορούσε πλέον να υποκριθεί ότι δεν αντιλήφθηκε, ότι δεν είδε, ότι δεν άκουσε, ότι δεν έλαβε υπόψη του…».

Μετά τις αναφορές στον φίλο του, αρχίζει τις απειλές (σημ. τα bold είναι δική μου παρέμβαση): «…Η πρότασή μας να θέσουμε σε ισχύ το στοίχημα της συγκρότησης ενός πολύμορφου εξεγερτικού αναρχικού μετώπου είναι απλή, μια εκστρατεία δράσης με το όνομα “Μαύρος Δεκέμβρης”, η οποία θα αποτελέσει τον πυροκροτητή για την επανεκκίνηση της αναρχικής εξέγερσης, μέσα και έξω από τις φυλακές.

Ενας μήνας συντονισμένων δράσεων, με σκοπό να γνωριστούμε μεταξύ μας, να κατέβουμε στον δρόμο για να σπάσουμε τις βιτρίνες των πολυκαταστημάτων, να καταλάβουμε σχολεία, πανεπιστήμια και δημαρχεία, να μοιράσουμε κείμενα που θα διαδίδουν το μήνυμα της ανταρσίας, να βάλουμε εμπρηστικούς μηχανισμούς σε φασίστες και αφεντικά, να κρεμάσουμε πανό σε αερογέφυρες και κεντρικές λεωφόρους, να πλημμυρίσουμε τις πόλεις με αφίσες και τρικάκια, να ανατινάξουμε σπίτια πολιτικών, να πετάξουμε μολότοφ στους μπάτσους, να γεμίσουμε τους τοίχους με συνθήματα, να σαμποτάρουμε την ομαλή ροή εμπορευμάτων μέσα στα Χριστούγεννα, να λεηλατήσουμε τις βιτρίνες της αφθονίας, να πραγματοποιήσουμε δημόσιες εκδηλώσεις και να ανταλλάξουμε εμπειρίες και σκεπτικά γύρω από διάφορες θεματικές αγώνα…».

Αξίζει να τα θυμόμαστε αυτά για να καταλάβουμε πόσο λάθος κάνουν οι οργανωτές των εκδηλώσεων για τη μνήμη του Γρηγορόπουλου. Ουσιαστικά ρίχνουν νερό στον μύλο της τρομοκρατίας. Υπάρχει όμως και μια άλλη σοβαρότερη επίπτωση από το αρρωστημένο παραλήρημα μίσους του νεαρού, ο οποίος βάλθηκε να μας σώσει χωρίς να του το έχουμε ζητήσει: Δυστυχώς βρήκε κάμποσους μιμητές. Στις «εκδηλώσεις» του «Μαύρου Δεκέμβρη» μπορούμε να εντάξουμε την απαράδεκτη βομβιστική επίθεση στον ΣΚΑΪ και στην «Καθημερινή», καθώς και την έκρηξη, χωρίς προειδοποίηση, στον Αγιο Διονύσιο! Αλήθεια, μόνο οι φανατικοί μουσουλμάνοι επιτίθενται σε εκκλησίες. Με την τρέλα που μας δέρνει τα βάλαμε με την εκκλησία. Αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα, γιατί ποτέ μετά τη μεταπολίτευση δεν υπήρξε μία καθολική καταδίκη της τρομοκρατίας από ΟΛΗ την κοινωνία. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις πολιτικοί και άλλοι τους υπερασπίστηκαν στα δικαστήρια, αλλά και ορισμένοι άλλοι όταν υποχρεώθηκαν να καταδικάσουν μια τρομοκρατική ενέργεια, προσέθεταν και ένα «αλλά»… για να συντηρούν την αμφιβολία.

Υπάρχει όμως και μια άλλη θλιβερή ημερομηνία που θα έπρεπε να θυμόμαστε. Είναι η 5η Μαΐου 2010, όταν τρεις συνάνθρωποί μας, η Αγγελική, η Παρασκευή και ο Επαμεινώνδας καθώς και ένα αγέννητο κάηκαν από κουκουλοφόρους γιατί δούλευαν αντί να μετέχουν στην απεργία. Ποιοι είναι οι φυσικοί και οι ηθικοί αυτουργοί στο έγκλημα αυτό; Κανένας δεν τιμωρήθηκε. Προσωπικά ντρέπομαι για την αντιμετώπιση του περιστατικού της Marfin από την κοινωνία και τη δικαιοσύνη. Υπενθυμίζω ότι οι ύποπτοι για τον εμπρησμό αθωώθηκαν γιατί δεν βρέθηκε οπτικό υλικό (video) το οποίο να τους δείχνει να πετάνε τις μολότοφ στο κατάστημα. Λες και σε όλες τις καταδίκες δολοφόνων υπάρχει πάντοτε οπτικό υλικό που να δείχνει τον δολοφόνο να σκοτώνει το θύμα του!

Μήπως, η οικογένεια του Γρηγορόπουλου θα πρέπει να δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν θέλει να γίνονται πορείες στη μνήμη του χαμένου παιδιού τους; Αλλιώτικα, ο Γρηγορόπουλος θα μείνει στην ιστορία σαν ο ήρωας των μπαχαλάκηδων.

* Ο κ. Ανδρέας Δρυμιώτης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

«Φρένο» στον πυρετό των κρίσιμων ημερών

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 20.01.2019

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κ​​άθε ιδέα, αυτή καθ’ εαυτήν, είναι ουδέτερη, τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι. Αλλά ο άνθρωπος προβάλλει πάνω της τον πυρετό και τις εμμονές του, τη μετασχηματίζει σε κίνητρο υπερβολών και αδιαλλαξίας. Σήμερα δεν χύνεται αίμα (συνήθως), δεν σφάζονται χωρικοί, δεν καίγονται μάγισσες, δεν στήνονται παλούκια και αγχόνες, ωστόσο από όλα τα «στρατόπεδα» έχουν συσταθεί κατά καιρούς «λαϊκά δικαστήρια» για την «καταδίκη» των όποιων «εχθρών», έχουν διαπραχθεί αδιανόητες ασχήμιες – κάθε κρίσιμη μέρα γεννιέται μέσα σε μια αλυσίδα φαινομένων ολίσθησης εκτός νομιμότητας…

Στην αρχαία Ρώμη, εξόντωναν τους πολιτικούς αντιπάλους χωρίς δίκη, μόνο με την ανάρτηση στην αγορά καταλόγου με τα ονόματά τους. Κατά τις προγραφές του Σύλλα, το 82 π.Χ., έγιναν σε κλίμα απερίγραπτου τρόμου αναρίθμητες δολοφονίες στους δρόμους της Ρώμης, ακόμη και μη προγεγραμμένων, από προσωπικό μίσος ή για τον σφετερισμό της περιουσίας των θυμάτων. Ο Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας, που κατά τις εμφύλιες συγκρούσεις ανάμεσα σε αριστοκρατικούς και δημοκρατικούς προέλασε με τα στρατεύματά του δύο φορές κατά της Ρώμης, διέταξε την εκτέλεση 1.500 οπαδών του αντιπάλου του Μάριου, από την τάξη των ιππέων αλλά και των πατρικίων, όμως τον θάνατο βρήκαν 9.000 και πλέον στη Ρώμη και άλλες πόλεις. Κατά τον Πλούταρχο, δεν έμεινε σπίτι αμόλυντο από αίμα, άνδρες σφάζονταν δίπλα σε συμβίες, μάνες και νήπια. Ο Σύλλας, δικτάτωρ με απόλυτη εξουσία, «μισός αλεπού και μισός λιοντάρι», όπως τον αποκαλούσαν –και πανούργος και γενναίος– είχε δημόσια απειλήσει ότι στις προγραφές είχε περιλάβει όσους είχε θυμηθεί· όσους είχε ξεχάσει θα τους θανάτωνε στο μέλλον. Με θάνατο τιμωρούνταν κι όσοι έκρυβαν καταδιωκόμενους, ακόμη κι αν ήταν αδέρφια, παιδιά ή γονείς τους. Οποιος σκότωνε προγεγραμμένο αμειβόταν με δύο τάλαντα – κι ο σκλάβος που δολοφονούσε τον αφέντη, κι ο γιος που σκότωνε τον πατέρα.

Οι αφίσες με τις φωτογραφίες βουλευτών που προτίθενται να ψηφίσουν τη συμφωνία των Πρεσπών, όπως και κάθε άλλη αφίσα πολιτικού στο παρελθόν με την ταμπέλα του «εθνικού μειοδότη» –μαζί με τις απειλητικές επιστολές, τα απειλητικά τηλεφωνήματα– είναι αν όχι προγραφή με την κυριολεκτική έννοια του όρου, σίγουρα απόπειρα εκφοβισμού, φίμωσης, στοχοποίησης, στιγματισμού, διαπόμπευσης, ενέργεια αυταρχική. Είναι πολιτικοί κανιβαλισμοί που βαφτίζονται πράξεις απελευθερωτικές όταν προέρχονται από συγκεκριμένη όχθη και πράξεις φασιστικές και επαίσχυντες όταν επιχειρούνται από αντιπάλους.

Αλλά δεν είναι μόνον οι αφίσες και οι ποικιλοτρόπως εκπεφρασμένες απειλές, είναι και οι δημόσιοι «λιθοβολισμοί», οι χειροδικίες, οι ξυλοδαρμοί, τα πλιάτσικα, οι βανδαλισμοί, πρακτικές που επιλεκτικά ενοχλούν και επιλεκτικά καταδικάζονται, οι οποίες φανερώνουν τη μικρή μας απόσταση –σε στιγμές έκρηξης των παθών– από παρελθούσες κολάσεις.

Πολλοί οι εσωτερικοί εχθροί. Μια κριτική άποψη, μια αντίθετη θέση συχνά αρκούν για να συντελεστεί η επιστροφή σε προ-νεωτερικές ημέρες. Διότι της νεότερης εποχής το διακριτικό γνώρισμα, το γενετήσιο σημάδι είναι η κριτική – όχι τα «μπάχαλα» ή η προγραφή· ό,τι την αποτέλεσε ήταν δικό της έργο· η πρόοδος, η ανάπτυξη, η επιστήμη, η τεχνική γεννήθηκαν από την κριτική. Οχι από τους διωγμούς, τα πογκρόμ και τις «νύχτες των κρυστάλλων», αλλά από τις στιγμές που η ψύχραιμη αμφισβήτηση των κακώς κειμένων μεταμορφώθηκε σε όραμα και το όραμα ενσαρκώθηκε σε πράξη, η οποία ανέκοψε τον ρουν της καθημερινότητας και εγκαθίδρυσε κάτι νέο.

Οχι σήμερα, όχι ακόμη… Είναι ότι η κρίση βάθυνε, ότι λιγόστεψε η εμπιστοσύνη στο μέλλον, ότι ο παραλογισμός περίσσεψε, ότι η πραγματικότητα διαμελίστηκε, ότι η σύγχρονη ύλη έχασε τη στερεότητά της και αναδύθηκε ξανά ο φανατισμός; Πάντως, τα κύματα των θερμών εμμονών, που τρέφονται από τις αρνήσεις και τις αντιφάσεις τις οποίες γεννούν, εμποδίζουν κάθε βήμα έξω από την αναμμένη θράκα του διχασμού. Οι αιμοσταγείς «άθλοι», οι βαναυσότητες εν ονόματι μιας ιδέας, δεν στοιχειοθετούν επιχείρημα ευημερίας. Αντιθέτως, δεν υπάρχει τίποτα πιο καταστροφικό, πιο δειλό, πιο παρωπιδικό, πιο οπισθοδρομικό από τη φλόγα του δόγματος και το ψύχος του τρόμου.

 

 

 

Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις

(Πώς η λεκτική βία μπορεί να οδηγήσει στην άσκηση σωματικής βίας)

ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*
ΠΟΛΙΤΙΚΗ 30.12.2018 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Σχολιάζοντας την τρομοκρατική επίθεση στον ΣΚΑΪ, ο συγγραφέας Π. Τατσόπουλος έγραψε («Τα Νέα», 18/12/2018): «Οι λέξεις παράγουν αποτελέσματα. Οι λέξεις εκλύουν τοξίνες». Και διευκρινίζει: «Εάν με την εμπρηστική ρητορική σου […] στοχοποιήσεις τους πολιτικούς σου αντιπάλους ως “εχθρούς”, δεν θα πρέπει έπειτα να μένεις εμβρόντητος επειδή κάποιοι άλλοι […] ερμήνευσαν κυριολεκτικά τα λόγια σου ή, ακόμη πιο κυνικά, τα χρησιμοποίησαν ως πρόσχημα για να περάσουν από τις λέξεις στις πράξεις […]». Οξυδερκής σκέψη. Ας εμβαθύνουμε.

Εκφορές

Πώς παράγουν οι λέξεις αποτελέσματα; Το ερώτημα αυτό απασχόλησε τον Βρετανό φιλόσοφο Τζον Λάνγκσοου Οστιν στο κλασικό βιβλίο του «Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις». Ο Οστιν διέκρινε δύο είδη γλωσσικών εκφορών (δηλαδή γλωσσικών εκφράσεων): «διαπιστωτικές» και «επιτελεστικές». Με τις διαπιστωτικές εκφορές περιγράφουμε μια κατάσταση – π.χ. «χιονίζει στην Πάρνηθα». Με τις επιτελεστικές «η διατύπωση της εκφοράς είναι η επιτέλεση μιας πράξης». Π.χ. «θα σκίσω το Μνημόνιο» (υπόσχεση), «συλλάβετέ τον» (διαταγή), «συγγνώμη» (έκφραση λύπης). Με άλλα λόγια, σε τέτοιες περιπτώσεις, κάνουμε κάτι μιλώντας – δίνουμε υποσχέσεις, διαταγές κ.λπ.

Η διάκριση αυτή μας βοηθάει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν περνάμε από τις «λέξεις» στις «πράξεις», αλλά ότι, συχνά, οι λέξεις συνιστούν πράξεις διά της εκφοράς τους. Ο υπουργός Πολάκης, που χαρακτηρίζει τον ΣΚΑΪ «βοθροκάναλο», ο βουλευτής Γεωργιάδης, που αποκαλεί τον πρωθυπουργό Τσίπρα «αλήτη», ή ο μητροπολίτης Αμβρόσιος, που προτρέπει τους πολίτες να «φτύνουν» τους ομοφυλόφιλους, δεν εκφέρουν απλώς λέξεις. Επιτελούν μια πράξη – εκχυδαϊστική απαξίωση.

Μια εκφορά έχει ισχύ σε τρία επίπεδα. Κάποιος π.χ. φωνάζει: «Το σπίτι έπιασε φωτιά». Στο πρώτο επίπεδο αρθρώνεται το νόημα της εκφοράς (το σπίτι καίγεται). Στο δεύτερο επίπεδο τίθεται το ερώτημα τι κάνει αυτή η εκφορά, πώς, δηλαδή, πρέπει να εκληφθεί – εν προκειμένω, ως προειδοποίηση. Στο τρίτο επίπεδο αναζητούνται οι συνέπειες που προκαλεί η εκφορά – εμπρόθετες (π.χ. συναγερμός) ή απρόθετες (π.χ. πανικός).

Η χυδαία απαξιωτική γλώσσα (π.χ. «βοθροκάναλα», «αλήτη», «φτύστε τους») αποκτά δραστικότητα (δηλαδή κάνει κάτι) εφόσον υπάγεται στις συμβάσεις της γλωσσικής συμπεριφοράς μας – στην κοινότητά μας ξέρουμε πώς να απαξιώνουμε χυδαία τον συνομιλητή μας. Το ερώτημα είναι: γιατί ομιλητές με θέση ευθύνης (υπουργός, βουλευτής, μητροπολίτης) επιλέγουν αυτή τη γλώσσα και γιατί αυτή η γλώσσα γίνεται ανεκτή; Γιατί η πολιτική διαμάχη μετατρέπεται συχνά σε ανταλλαγή χυδαίων προσβολών; Τι αποκαλύπτει αυτή η γλωσσική χρήση για την πολιτική και θεσμική μας νοοτροπία; Μήπως η συγκρουσιακή κουλτούρα, που διαπερνά τον δημόσιο βίο, ωθεί μερικούς θεσμικούς ομιλητές να υιοθετούν υβριστική γλώσσα, η οποία μας εξοικειώνει με τη χυδαιότητα, εντείνοντας τη συγκρουσιακότητα;

Οι συνέπειες μιας εκφοράς είναι συχνά απρόθετες. Μπορεί η πρόθεση του κ. Πολάκη να ήταν η εκχυδαϊστική απαξίωση του ΣΚΑΪ, αλλά η έκφρασή του («βοθροκάναλα») δυνητικά προκαλεί παρενέργειες. Η αμφίσημη γλώσσα, που συχνά χρησιμοποιείται, ενδέχεται να χάσει τη μεταφορικότητά της και να εκληφθεί κυριολεκτικά.

Συνέπειες

Προτροπές όπως «φτύστε τους» (Αμβρόσιος), «Πρέπει ο [δήμαρχος] Πάχτας να μην μπορεί να κυκλοφορήσει. Λιντσάρετέ τον» (Καμμένος), εύκολα μπορούν να εκληφθούν στην κυριολεξία τους. Εφόσον τα «βοθροκάναλα» συνιστούν εστίες μολύνσεως του δημόσιου λόγου, «πρέπει» να εξαλειφθούν – με βόμβες, ενδεχομένως. Οι συνέπειες της εμπρηστικής γλώσσας δεν καθορίζονται από τον ομιλητή. Στο μέτρο που μια εκφορά από ηγετικά χείλη επιτελεί μια πράξη, όσο πιο χυδαίο είναι το περιεχόμενό της, τόσο πιο απεχθείς ενδέχεται να είναι οι συνέπειές της.

Πριν από το Ολοκαύτωμα, λ.χ., οι ναζί συστηματικά αποκαλούσαν τους Εβραίους «σκουλήκια», «αρουραίους», κ.λπ. Η απανθρωποποίηση μιας κατηγορίας ανθρώπων ήταν απαραίτητος όρος για τη συστηματική εξόντωσή της (και για την ανοχή του γερμανικού πληθυσμού σε αυτή). Ενα σταθερό μοτίβο της τρομοκρατίας είναι η γλωσσική κατασκευή της «ενοχής» ή «συνενοχής» των θυμάτων σε πράξεις που αποκηρύσσουν οι τρομοκράτες. Η λεκτική βία συνιστά πράξη, την οποία κλιμακώνει, δυνητικά, η σωματική-υλική βία.

Η διαλογικότητα είναι εγγενές στοιχείο της γλώσσας. Κάθε εκφορά, γράφει ο μεγάλος Ρώσος φιλόσοφος Μιχαήλ Μπαχτίν, συνιστά μια απάντηση σε μια άλλη εκφορά που προηγήθηκε. Η Βουλή, που ξεδιάντροπα ψηφίζει σωρηδόν χαριστικές ρυθμίσεις, εύλογα χαρακτηρίζεται «πλυντήριο» από την αντιπολίτευση. Σε αυτόν τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό θα απαντήσουν αργότερα, επιτείνοντάς τον επί το χυδαιότερο, οι εξαγριωμένοι διαδηλωτές: «Να καεί, να καεί, το μπου…λο η Βουλή». Το πλαίσιο λόγου (discourse) που διαμορφώνεται σε ένα παιχνίδι κομματικού ανταγωνισμού άνευ αρχών, απαξιώνει την πολιτική συνολικά.

Οι εκάστοτε εκφορές δεν είναι ασυνάρτητες· παίρνουν τη θέση τους στο πλαίσιο λόγου που έχει ήδη σχηματισθεί. Η επικοινωνία είναι διαδραστική υπόθεση – κάτι σαν παιχνίδι τένις. Η σωματική-υλική βία συνιστά μια απάντηση μέσα σε ένα παιχνίδι που καλλιεργεί και ανέχεται τη λεκτική βία. Οπως γνωρίζουμε από σχολικά περιβάλλοντα, η τοξική ατμόσφαιρα καθιστά τη βία πιο πιθανή. Επιπλέον, στο μέτρο που και ο πιο φανατικός τρομοκράτης νιώθει την ανάγκη να δικαιολογήσει τις πράξεις του, η χυδαία απαξιωτική γλώσσα ηγετικών προσωπικοτήτων του προσφέρει το πιο σημαντικό συστατικό (την ελάσσονα προκείμενη) του συλλογισμού του – «αποβράσματα», «καθάρματα», «βοθροκάναλα». Ξέρει, κατόπιν, τι συμπέρασμα να συναγάγει…

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

 

 

 

 

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ

Ενας πλανήτης, πολλές διαιρέσεις

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 28.10.2018 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Το πόσο «διχασμένοι είμαστε» ανησυχούσε τον Στίβεν Χόκινγκ μέχρι την τελευταία του στιγμή, ανησυχία που εξέφρασε στο τελευταίο του βιβλίο «Σύντομες απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα», μέσα από μια συγκινητική προσέγγιση: «Μία από τις μεγάλες αποκαλύψεις της διαστημικής εποχής είναι η νέα οπτική κάτω από την οποία η ανθρωπότητα έμαθε να κοιτάζει τον εαυτό της: όταν παρατηρούμε τη Γη από το Διάστημα, βλέπουμε ένα ενιαίο σύνολο. Αντιλαμβανόμαστε την ενότητα, όχι τις διαιρέσεις. Είναι μια εικόνα που μέσα στην τεράστια απλότητά της μεταδίδει ένα πολύ δυνατό μήνυμα: ένας μοναδικός πλανήτης, μία και μόνο ανθρώπινη φυλή».

Ομως ο κόσμος μας είναι βυθισμένος στη δίνη των πολέμων (τουλάχιστον 20 ανοιχτά μέτωπα σε Μέση Ανατολή, Κεντρική Ασία, Αφρική). Εκτελέσεις, μπουντρούμια, σφαγές, κάτεργα, οιμωγές θυμάτων, φλογισμένα μάτια δημίων ευημερούν κάτω από ποικίλες διαιρέσεις. Κι όπου δεν υπάρχουν χαρακώματα, υπάρχουν φράχτες. Τείχη και ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα διατρέχουν εδάφη. Κι ας έπεσε το Τείχος του Βερολίνου το 1989. Στη συνέχεια, 40 χώρες ύψωσαν τεχνητά σύνορα ανάμεσα στους ίδιους και 64 γείτονές τους. Μόνο μέσα στην τελευταία δεκαετία χτίστηκαν 10.000 χλμ. φραχτών. Βεβαίως, τείχη προϋπήρχαν. Το 1953 κατασκευάζεται η πιο οχυρωμένη στον κόσμο συνοριακή γραμμή μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας. Το 1964 η Πράσινη Γραμμή διαιρεί τη Λευκωσία (επεκτείνεται σε όλο το νησί μετά την τουρκική εισβολή το 1974). 1969 και τείχη στο Μπέλφαστ. 1980, 1.450 χλμ. φραχτών ενισχυμένων με νάρκες κόβει στα δύο τη διαφιλονικούμενη από την Ινδία και το Πακιστάν Κοιλάδα του Κασμίρ. 1987, Μαρόκο, ανάχωμα στα σύνορα με Δ. Σαχάρα κατά αυτονομιστών και ανταρτών. 1991, ΗΠΑ, φράχτης στα σύνορα με Μεξικό. 1993, φράχτες γύρω από Θέουτα και Μελίγια στον ισπανικό θύλακα στο Μαρόκο. 2002, Ισραήλ, έναρξη κατασκευής τείχους στη Δυτική Οχθη. 2011 χτίζουμε τον φράχτη στον Εβρο. Το ίδιο κάνει μετά η Βουλγαρία στα σύνορά της με την Τουρκία, η Ουγγαρία στα σύνορά της με τη Σερβία και την Κροατία, η Αυστρία στα σύνορα με τη Σλοβενία, η Σλοβενία στα σύνορα με την Κροατία, η Κροατία στα σύνορα με τη Σερβία, η ΠΓΔΜ στα σύνορα με την Ελλάδα. 2015, Σαουδική Αραβία και «Μεγάλο Τείχος» –ανάχωμα στον ISIS– στα σύνορα με το Ιράκ.

Αλληλοσκοτωμοί, διχοστασίες, σχίσματα, ρήγματα – αναπτυγμένοι και υπανάπτυκτοι, δυτικοί και τριτοκοσμικοί, ευρωπαϊστές και ευρωσκεπτικιστές, νεοναζί και αντιρατσιστές… Πηγή παροξυσμικών φαύλων κύκλων που ξερνούν μίσος και αίμα, οι διαχωρισμοί με βάση την κουλτούρα, τη θρησκεία, τη φυλή. Αδιανόητοι σήμερα εξαιτίας των πολυφυλετικών κοινωνιών και των συνδέσμων μεταξύ χωρών και πολιτισμών. Οι άνθρωποι δεν είναι όμοιοι, είναι ποικιλοτρόπως διαφορετικοί και όχι εκ προοιμίου μεταξύ τους εχθροί.

Και οι αρένες δεν έχουν τέλος. Διαιρεμένοι οι Βρετανοί για το Brexit, διαιρεμένοι οι Ιταλοί για την κρίση, διαιρεμένοι οι Ελληνες για το Σκοπιανό σε «πατριώτες» και «προδότες»… Εμείς γνωρίζουμε καλά τι σημαίνει διχόνοια. Η ιστορία μας είναι μία αλυσίδα από διχασμούς – κάθε διχασμός και μια εθνική περιπέτεια. Εθνικός Διχασμός το 1915-16 σε βασιλικούς και βενιζελικούς και μικρασιατική καταστροφή – είκοσι χρόνια διήρκεσε, έως το 1936. Δεύτερος μεγάλος διχασμός σε εθνικόφρονες και κομμουνιστές και εμφύλιος. Ταραχές, πολιτικός διχασμός και δικτατορία. Μεταπολίτευση, το γνωστό πολιτικό δίπολο, κρίση και πλήθος διασπάσεων: μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί, γερμανοτσολιάδες και αντιευρωπαϊστές, ακροδεξιοί και ακροαριστεροί και στη μέση οι κυβερνώντες να επιχειρούν οφέλη από την όξυνση, κι ας επιτείνει την κρίση η έλλειψη συναίνεσης.

Η ελπίδα για αρμονία δεν βρίσκεται στην όποια φανταστική ομοιομορφία, αλλά στις διαφορετικές μας ταυτότητες που συναρθρώνονται ενάντια στις κάθετες διαιρέσεις. Ομως οι «τιμονιέρηδες» μάλλον συλλογίζονται και ενεργούν με βάση το μοίρασμα των πολιτών σε στρατόπεδα. Εκτοξεύουν εμφυλιοπολεμικά δηλητήρια που ωθούν τη χώρα σε μια νέα μεγάλη περιπέτεια, ίσως σε μια νέα εθνική τραγωδία. Και βάζουν τελεία, σαν σημείο παραίτησης, μπροστά σε κάθε νύξη για συμφωνία.

Η βία είναι αντιπολιτική

Κάθε πράξη βίας μιλάει για την ήττα της πολιτικής. Η βία δεν είναι πολιτική. Είναι αντιπολιτική.

Κουσούλης Λευτέρης

 ΤΟ ΒΗΜΑ

[…]

Πάντα, ιδιαίτερα όμως μέσα σε συνθήκες κρίσης, ο βίαιος λόγος προαναγγέλλει τη βίαιη πράξη. Διαμορφώνει μια πολιτική ατμόσφαιρα εντός της οποίας εκτυλίσσεται η πολιτική σύγκρουση. Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα υποχωρούν οι αναστολές για τη βίαιη πράξη. Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα το πολιτικό επιχείρημα δεν ακούγεται και ο θεμελιωμένος, νηφάλιος και δημοκρατικός λόγος μοιάζει να μην έχει καμία τύχη, αφού ο θόρυβος της ψευδοαγανακτισμένης συνείδησης τον εμποδίζει να ακουστεί.

Η ήττα της πολιτικής συνοδεύεται από την επικράτηση της λήθης. Ετσι ξεχνάμε ότι μέσα στον παροξυσμό του καταγγελτικού λόγου όλα τα επίθετα κατά του πολιτικού αντιπάλου χρησιμοποιήθηκαν, όλες οι πολιτικές ύβρεις επιστρατεύθηκαν και κάθε εκδοχή συκοφαντίας έγινε μέρος του πολιτικού οπλοστασίου. Ο αντίπαλος, τοποθετημένος στη θέση του εχθρού, όχι μόνο δεν έχει λόγο, αλλά δεν έχει και λόγο ύπαρξης. Ετσι, πολύ εύκολα τόσο η γλώσσα όσο και το χέρι χτυπούν. Είναι αυτονόητο ότι το χέρι πρέπει δημοκρατικά να «κοπεί». Ενα χέρι που βρίσκεται ασφαλώς εκτός δημοκρατικού πλαισίου.

Η ιστορία κραυγάζει. Και τα γεγονότα μιλάνε με δυνατή φωνή. Η καθυστερημένη κοινωνία, όμως, οδηγούμενη από το πρωτόγνωρο ένστικτο θανάτου, τον φθόνο, αρνείται να ακούσει τη δυνατή φωνή τους. Και μερίδα της συμπράττει στην παραγωγή των ερειπίων. Εκεί που ήδη έχει στήσει τον θρόνο της καγχάζοντας η ψευδής συνείδηση. Πολλοί κυκλοφορούν ανάμεσά μας φορώντας το σκοτεινό προσωπείο της.

Κάνοντας βήματα προς την κατεύθυνση του αυτοπροσδιορισμού και της ελευθερίας του στη διαδρομή του ο άνθρωπος ανακάλυπτε την πολιτική και στον βαθμό που το πετύχαινε άφηνε πίσω του και αποδυνάμωνε σταθερά τη βία ως συντελεστή των κοινωνικών πραγμάτων.

Η πολιτική είναι ο θεσμικός έλεγχος της βίας. Εκεί που η πολιτική είναι ζωντανή, η βία ως μέσο «επίλυσης» των ζητημάτων δεν έχει θέση. Η σύγκρουση, θεμελιώδες συστατικό κάθε κοινωνίας σε κίνηση, αναπτύσσεται υπακούοντας σε κανόνες που ορίζουν τους τρόπους εξέλιξης αυτής της σύγκρουσης. Απωθώντας τη βία στο περιθώριο και κατατάσσοντάς την εκτός κάθε πολιτικού αξιακού πλαισίου.

Στην Ελλάδα του 2015 κάθε πράξη βίας αποτελεί το πρόσωπο της παρακμής της. Υπερασπιζόμενοι το δημοκρατικό πλαίσιο συνύπαρξης έχουμε χρέος να αποκρούουμε διαρκώς με έναν αγώνα ανειρήνευτο και τον βίαιο λόγο και τη βίαιη πράξη. Καμία λήθη, καμία αφέλεια, καμία σιωπή.

Ο κ. Λευτέρης Κουσούλης είναι πολιτικός επιστήμονας.

 

Επαυξημένη κανονικότητα

ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Η ​​νέα κανονικότητα είναι εδώ και ρυθμίζει τις ζωές μας. Χωρίς καμία επιβάρυνση έχουμε εθιστεί στα νέα δεδομένα που βρίσκονται στον αντίποδα με όσα κάποτε θεωρούσαμε φυσιολογικά. Το θεωρούμε κανονικό σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο να συγκρούονται αναρχικοί και αστυνομία γωνία Τοσίτσα και Πατησίων, όπως το θεωρούμε και κανονικό αυτοκίνητα και μηχανάκια να βρίσκονται σε πεζόδρομους και πεζοδρόμια ή να φράζουν τις μπάρες για τα αναπηρικά καροτσάκια. Το φοιτητικό κίνημα θεωρείται φυσιολογικό να μην είναι ρωμαλέο και να μην παρεμβαίνει όπου δει, κατά παραίνεση του αρμόδιου υπουργού, μιας και άλλες οι προτεραιότητές του: διακίνηση ναρκωτικών και διευκόλυνση λαθρεμπορίου, ξυλοδαρμός αντιφρονούντων καθηγητών, χειραφέτηση ιδεών και σκέψης. Το θεωρούμε κανονικό να καταδιώκεται η αριστεία και να θεωρείται μειονέκτημα, ενώ αποθεώνονται η ημιμάθεια, η ημιαπασχόληση, οι ημιαργίες. Μη μιλάτε για αξιολόγηση, το μόνο όπλο για να πάει μπροστά μια κοινωνία. Εύκολα οι σειρήνες της μισαλλοδοξίας και του διχασμού έχουν μεταμορφωθεί σε μούσες που εμπνέουν τους κρατούντες.

Η αρετή είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να σου τύχει και δεν αξίζει πια να αγωνίζεται κανείς για οτιδήποτε μεγάλο, ευγενές και ωραίο, αφού η νέα συνταγή κοινωνικής επιτυχίας στηρίζεται στο παλαιό τρίπτυχο που βασίζεται η νέα, επαυξημένη κανονικότητα: πτυχίο χωρίς σπουδές, σύνταξη στα σαράντα, μισθός χωρίς εργασία.

Φαντάζει σουρεαλιστικό, όμως ο σουρεαλισμός παραδίδει τα όπλα μπροστά στα νέα κόλπα που τον καθιστούν ξεπερασμένο. Το μη κανονικό είναι η νέα κανονικότητα. Τη συνηθίσαμε τη νέα κατάσταση, δεν μας προκαλεί πια εντύπωση το «μπούλινγκ» που δεχόμαστε ως λαός από κάθε μορφής εξουσιαστές. Δεν μας εκπλήσσει πια που τους ελεγκτές του ΣΔΟΕ τους πλακώνουν στο ξύλο ιδιοκτήτες σουβλατζίδικων, ούτε που στην κοσμοπολίτικη Μύκονο τους συλλαμβάνει η ίδια η αστυνομία και τους οδηγεί στο τμήμα, ούτε που στη Σαντορίνη μπράβοι ξυλοκοπούν υπάλληλο της Πολεοδομίας. Δεν έχουν τίποτε το συλλογικό οι τάχα μου «συλλογικότητες», αφού δεν είναι τίποτε άλλο από βαρβάτες ατομικότητες, κλειστά κελύφη κακομαθημένων παιδιών. Γιατί, ποια συλλογικότητα καταστρέφει τη δημόσια περιουσία; Ποια συλλογικότητα καίει τρόλεϊ και σπάει ακυρωτικά μηχανήματα, κοινό κτήμα του δημοσίου συμφέροντος και του εργαζόμενου απλού πολίτη, επισπεύδοντας έτσι την ιδιωτικοποίηση των μέσων μαζικής μεταφοράς; Αν ξυπνήσουν οι Ελληνες ένα πρωί και διαπιστώσουν ότι οι Αρχές δεν σέβονται κανένα νομικό ή κοινωνικό πλαίσιο, δεν θα εκπλαγούν. Εχουμε τόσο συνηθίσει στην αναρχία, στην ανομία και στην ατιμωρησία και μόνο θεωρητικά ενδιαφερόμαστε για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Το αβγό του φιδιού έχει κατρακυλήσει και έχει εισδύσει στη νοοτροπία μας. Η ανοχή που δείχνει ο μέσος Ελληνας απέναντι στην ανοησία, στη βλακεία, στην ανεπάρκεια και στον φασισμό είναι πέραν πάσης φαντασίας. Ο μέσος Ελληνας έχει γίνει έρμαιο φόβου. Αλλά τι να περιμένει κανείς από μια κοινωνία σε παρακμή που έχει χάσει τα ανακλαστικά της και οδεύει προς το άγνωστο; Επιπλέον, έχουμε εθιστεί στην ιδέα ότι είναι πιθανόν μερικά νέα για τα fake news ίσως και να είναι fake news.

Ο φιλόσοφος Αρνολντ Τόινμπι στο μνημειώδες έργο του A Study of History, λέει ότι οι πολιτισμοί στην ιστορική τους πορεία, πάντα αποτυγχάνουν με τον ίδιο, γενικά, τρόπο. Ο σημαντικότερος παράγοντας για την επικράτηση ενός πολιτισμού εν εξελίξει, γράφει, είναι η μίμηση, η πανανθρώπινη συνήθεια κατά την οποία οι άνθρωποι μιμούνται τη συμπεριφορά και τους τρόπους αυτών που θαυμάζουν. Οσο η καθεστηκυία τάξη του πολιτισμού δύναται να εμπνέει θαυμασμό και αγάπη στον λαό, ο πολιτισμός ευημερεί, γιατί οι αποκτηθείσες κοινές αξίες και προθέσεις που υπάρχουν από τη μίμηση, εμποδίζουν τις πιέσεις των ανταγωνιστικών ταξικών συμφερόντων να τον διαλύσουν. Οι πολιτισμοί αποτυγχάνουν, συνεχίζει ο Τόινμπι, επειδή οι κυρίαρχες τάξεις χάνουν την ικανότητα να εμπνέουν μίμηση. Αυτό συμβαίνει επειδή τα μέλη της ελίτ εμμένουν τόσο στη διατήρηση της δύναμης και των προνομίων τους (καρέκλα), ώστε παραλείπουν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της κοινωνίας. Καθώς αυτά τα προβλήματα όλο και μεγαλώνουν και τίθενται εκτός ελέγχου, η κυρίαρχη τάξη χάνει την ικανότητα να καταφεύγει στη δύναμη της επιβολής. Αυτό έχει ως συνέπεια, έξω από τον κύκλο της πολιτικής ελίτ και τα παράσιτά της, ολοένα και μεγαλύτερα μέρη των πληθυσμών να μετατρέπονται σε αυτό που ο Τόινμπι αποκαλεί εσωτερικό προλεταριάτο, μια όλο και πιο δυσαρεστημένη κατώτερη τάξη η οποία εξακολουθεί να παρέχει στην κυβερνώσα ελίτ «κρέας για τα κανόνια», αλλά δεν βλέπει πια κάτι να θαυμάσει ή να μιμηθεί σε αυτούς που την κυβερνούν.

Αυτή είναι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε, έξοδος προς τη νέα κανονικότητα, αυτή είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ στην οποία αναβαπτιζόμενοι βουλιάζουμε, γιατί δεν έχουμε ηγέτες να θαυμάσουμε. Αντιθέτως, είχαμε και έχουμε ηγέτες, ήρωες, πρότυπα, πολύ κατώτερους των περιστάσεων τους οποίους μιμούμαστε, με αποτέλεσμα το μέλλον όλο να ξεμακραίνει…

 

 ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΡΥΜΙΩΤΗΣ

Ο μύθος των δύο λύκων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 17.06.2018 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο​​ι Ινδιάνοι Cherokee φημίζονται για τη σοφία τους, την οποία εκφράζουν με πολύ απλές ιστορίες, οι οποίες όμως αποκρυσταλλώνουν μεγάλα και πολύ βαθιά νοήματα. Ετσι είναι και ο μύθος των δύο λύκων, που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, εδώ και αιώνες.

Ο παππούς θέλοντας να νουθετήσει τον εγγονό του και να του δώσει ένα εύληπτο μάθημα ζωής, του διηγείται την ακόλουθη ιστορία: «Παιδί μου, μέσα μου και μέσα σου, αλλά και μέσα σε όλους του ανθρώπους παλεύουν δύο λύκοι. Ο ένας είναι κακός και τρέφεται με μίσος, θυμό, φθόνο, βία, απληστία, αλαζονεία, ενοχές, δυσαρέσκεια, κατωτερότητα, ψέματα, ψευτοπερηφάνια, και εγωισμό. Ο άλλος είναι καλός και τρέφεται με χαρά, ειρήνη, αγάπη, ελπίδα, γαλήνη, ταπεινότητα, ευγένεια, καλοσύνη, ενσυναίσθηση, γενναιοδωρία, αλήθεια, συμπόνια και πίστη». Τότε ο μικρός τον ρωτάει: «Παππού, ποιος λύκος θα νικήσει;» Και ο παππούς του απαντάει: «Αυτός που με τις πράξεις μας, τρέφεται περισσότερο».

Αλήθεια, πόση σοφία κρύβεται σε αυτή την απλή ιστοριούλα. Μακάρι όλοι οι γονείς και οι παππούδες να μιλούσαν στα παιδιά τους και στα εγγόνια τους για τους δυο λύκους που παλεύουν μέσα μας. Αλλά και οι δάσκαλοι και οι καθηγητές θα έπρεπε να λένε την ίδια ιστορία στους μαθητές και φοιτητές τους, μήπως και βελτιωθούμε σαν χώρα. Δυστυχώς όμως όχι μόνο δεν φροντίζουμε να ταΐζουμε τον καλό λύκο, αλλά εδώ και μερικά χρόνια μπουκώνουμε κυριολεκτικά τον κακό λύκο.

Μην πάτε μακριά, αλλά στο κοντινό 2008, όταν αφήσαμε τα δήθεν «θυμωμένα» παιδιά να καίνε για τρεις ημέρες την Αθήνα και άλλες πόλεις, με την πλήρη ανοχή της αστυνομίας. Ποιον λύκο τάιζαν τα θυμωμένα παιδιά; Είχα τότε αγανακτήσει όταν σε φιλικές συγκεντρώσεις άκουγα ανθρώπους μορφωμένους να δικαιολογούν το κάψιμο της Αθήνας, λέγοντας ότι οι κανακάρηδές τους είχαν πολύ θυμό μέσα τους και έπρεπε κάπου να εκτονωθούν! Δεν νομίζω ότι εκτονώθηκαν. Αντίθετα, εθίστηκαν στην καταστροφή και τη βία, που σήμερα έχουν πλέον λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Αποτέλεσμα: Διάφορες συλλογικότητες έχουν αυτοανακηρυχθεί σαν κριτές και εκτελεστές, ώστε απονέμουν με συνοπτικές διαδικασίες τη δική τους δικαιοσύνη, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τη συντεταγμένη πολιτεία. Ασκούν μάλιστα και εξωτερική πολιτική, εισβάλλοντας ή προκαλώντας ζημιές σε πρεσβείες ξένων κρατών, πράξεις που ισοδυναμούν με εισβολή σε ξένο έδαφος. Ποιο λύκο ταΐζουν όλοι αυτοί και εμείς που τους ανεχόμαστε, γιατί θεωρούμε ότι κάνουν ακτιβισμό; Το χειρότερο είναι ότι υπάρχουν πολλοί που τους δικαιολογούν. Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη μας είπε ότι «και στον Λευκό Οίκο πετάνε τρικάκια, αλλά δεν τους συλλαμβάνουν»! Δεν μας είπε, όμως, τι θα τους έκαναν αν πέταγαν μπογιές στο κτίριο του Ανωτάτου Δικαστηρίου και έκαναν ζημιές στο εσωτερικό του. Να του το πω εγώ. Θα τους είχανε μπαγλαρώσει με συνοπτικές διαδικασίες, θα τους κλείνανε μέσα και θα τους υποχρέωναν να πληρώσουν τις ζημιές!

Εκεί όμως που πραγματικά θυσιάσαμε τον «μόσχο τον σιτευτό» για να ταΐσουμε τον κακό λύκο, είναι το 2010 με τους δήθεν «αγανακτισμένους». Κάψανε τρεις νέους ανθρώπους και ένα αγέννητο μωρό για να εκτονώσουν και αυτοί τον θυμό τους. Φωνάζανε μάλιστα «κάψτε τους, κάψτε τους», ώστε να μην υπάρχει καμία αμφιβολία για τις προθέσεις τους! Ποιο ήταν το έγκλημα των θυμάτων τους; Απλά δούλευαν και δεν μετείχαν στην απεργία. Εχουν περάσει από τότε οκτώ ολόκληρα χρόνια. Οι ένοχοι κυκλοφορούν ελεύθεροι ανάμεσά μας, γιατί η δικαιοσύνη υποτίθεται ότι δεν τους βρήκε. Παρ’ όλα τα πολλά video που υπάρχουν, δεν βρέθηκε το «κατάλληλο» video που να δείχνει τους ενόχους με τα χέρια υψωμένα να κρατούν και να ρίχνουν τις μολότοφ. Αυτή είναι η φτηνή δικαιολογία για την απαλλαγή των υπόπτων. Λες και σε όλους τους φόνους βρίσκεται οπτικό αποδεικτικό υλικό που δείχνει τον δολοφόνο να μαχαιρώνει ή να πυροβολεί το θύμα. Ποιο λύκο ταΐζει η δικαιοσύνη; Σίγουρα, όχι τον καλό λύκο. Μια και το έφερε η κουβέντα για τη δικαιοσύνη, αλήθεια πώς εξυπηρετείται η δικαιοσύνη όταν πρόσφατα (Μάρτιος 2018) απαλλάχθηκε κάποιος μεγαλόσχημος υπουργός, ο οποίος το 2013 προέτρεπε το πλήθος «να λιντσάρει τον Πάχτα», με τη δικαιολογία ότι δεν το εννοούσε κυριολεκτικά, αλλά μεταφορικά θέλοντας να πει «καταψηφίστε τον Πάχτα»! Οταν για τη δικαιοσύνη το ρήμα «λιντσάρω» γίνεται δεκτό σαν συνώνυμο με το «καταψηφίζω», τότε ο κακός λύκος κάνει πάρτι.

Η ιστορία των θυμάτων της Marfin, δυστυχώς, πάει πολύ μακριά. Η συλλογική συνείδησή μας την έχει ξεχάσει. Καμιά εκδήλωση δεν γίνεται στη μαύρη αυτή επέτειο. Σποραδικά αναφέρονται τα ονόματα των θυμάτων. Αντίθετα στην επέτειο της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου γίνονται εκδηλώσεις μνήμης και καταστροφής σε όλη τη χώρα. Βλέπετε, στην αξιακή κλίμακα του κακού λύκου οι τρεις και το αγέννητο της Marfin έχουν λιγότερη αξία από τον δεκαεξάχρονο που πυροβόλησε αστυνομικός. Η συμπόνια τρέφει τον καλό λύκο, γι’ αυτό και είναι ανεπιθύμητη, ενώ ο θυμός και η καταστροφή είναι τα αγαπημένα φαγητά του κακού λύκου.

Συνεχίζουμε με τα απαράδεκτα γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου 2011, όταν το θυμωμένο πλήθος εμπόδισε τη στρατιωτική παρέλαση, φωνάζοντας υβριστικά συνθήματα εναντίον του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τον χώρο. Οπαδοί του Σύριζα φώναζαν «Προδότη Παπούλια», ώστε να συντηρούν το μίσος και τον θυμό. Ο χαρακτηρισμός «προδότη» είναι πολύ βαρύς για να εκτοξεύεται με τόση ευκολία, αλλά ο κακός λύκος όλα τα χωνεύει. Το περιστατικό αυτό υπήρξε ο καταλύτης αλλά ταυτόχρονα και ο πυροκροτητής στις δραματικές πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν, με κυρίαρχο γεγονός την παραίτηση του πρωθυπουργού, αφού προηγουμένως είχε εξαγγείλει ένα αχρείαστο δημοψήφισμα, προκαλώντας την οργή της Ευρώπης.

Η καλλιέργεια του μίσους συνεχίζεται. Στις εκλογές του Μαΐου του 2012, το προεκλογικό σύνθημα του Σύριζα ήταν «ή εμείς, ή αυτοί»! Λες και «αυτοί» δεν είναι Ελληνες αλλά μισητοί εχθροί! Αισίως φτάνουμε στο μοιραίο 2015, όπου με ψέματα και περισσότερα ψέματα, αλλά και μίσος ταξικό, ο Σύριζα αναλαμβάνει την κυβέρνηση της χώρας. Από τότε ζούμε μέσα στο ψέμα. Η ευκολία με την οποία εκστομίζονται τα μεγαλύτερα ψέματα είναι μοναδική. Οι άνθρωποι έχουν ταλέντο. Δεν ιδρώνει το αυτί τους.

Εκεί όμως που κυριολεκτικά η κυβέρνηση δημιούργησε εκτροφείο κακών λύκων ήταν η παιδεία μας. Μια από τις πρώτες ενέργειές της ήταν η επαναφορά του ακαδημαϊκού ασύλου, με τις γνωστές συνέπειες που αντιμετωπίζουμε τα τελευταία τρία χρόνια. Τα πανεπιστήμιά μας και ιδιαίτερα το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και το Οικονομικό Πανεπιστήμιο έχουν εξελιχθεί σε χώρους απόλυτης ανομίας με διακίνηση ναρκωτικών και ορμητήρια αναρχικών συλλογικοτήτων. Εχουμε τόσο συνηθίσει τη βία, που δεν μας εκπλήσσει ο εβδομαδιαίος καταιγισμός μολότοφ κατά αστυνομικών στη Στουρνάρη.

Τη σκυτάλη πήρε η Θεσσαλονίκη. Μόλις πριν από λίγες ημέρες, «άγνωστοι» με ορμητήριο το Αριστοτέλειο πέταξαν τριάντα μολότοφ στους αστυνομικούς για να τους κάψουν!
Ουσιαστικά τα τελευταία δέκα χρόνια ζούμε μέσα στο μίσος, τη βία και το ψέμα. Εχουμε καταφέρει να διχαστούμε και να τρωγόμαστε πολιτικά, ιδεολογικά, ποδοσφαιρικά, γεωγραφικά, κοινωνικά και ταξικά. Κρίμα, δεν το αξίζει αυτή χώρα.

Τέλος, δεν πρέπει να αγνοήσουμε την απληστία που τρέφει τον κακό λύκο. Το κύκλωμα με τα φάρμακα των καρκινοπαθών αποδεικνύει ότι μπροστά στο χρήμα γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσηλευτές και άλλοι μπορούν χωρίς τύψεις να επισπεύδουν τον θάνατο των ασθενών τους, προκειμένου να κερδίσουν μερικά χρήματα. Αλήθεια, ένας πληρωμένος δολοφόνος σκοτώνει κάποιον άγνωστό του προκειμένου να εισπράξει το συμβόλαιο θανάτου. Αυτοί, όμως, «δολοφονούσαν» τους ασθενείς που υποτίθεται ότι φρόντιζαν. Πόση σκληρότητα μπορεί να κρύβει η ψυχή του ανθρώπου. Η διάρκεια και το μέγεθος του κυκλώματος είναι αμφίβολο αν έχει παρόμοιό του σε κάποια άλλη χώρα.

Δυστυχώς, όπως έχουμε καταντήσει, όχι μόνο θα νικήσει ο κακός λύκος, αλλά πολύ φοβάμαι ότι δεν θα γίνει κανένας αγώνας. Απλούστατα, ο καλός λύκος που έχουμε όλοι μέσα μας, θα πεθάνει από ασιτία!

* Ο κ. Ανδρέας Δρυμιώτης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.

Το γιαούρτι και το μαχαίρι

ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 03.06.2018 ΤΟ ΒΗΜΑ

epeteios-dol

Α​​νεξάρτητα από το πολιτικό της πρόσημο, η βία προκαλεί απέχθεια ή έστω αμηχανία σε έναν δημοκράτη. Ο λόγος είναι απλός. Καταστατική αρχή της δημοκρατίας είναι η πίστη στον λόγο: τις πολιτικές μας διαφορές τις λύνουμε με τον λόγο, όχι με το ξίφος.

Η πράξη, όμως, διαφέρει από τη θεωρία. Οπως το γεγονός ότι το κράτος δικαίου ενεργεί, κατ’ αρχήν, θεσμικά δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν περιστάσεις που δεν το κάνει, έτσι και η βία, ενώ δεν θα έπρεπε να υπάρχει καταστατικά, υφίσταται εμπειρικά. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από τα λογικά-θεσμικά σχήματα με τα οποία την προσεγγίζουμε.

Οι φιλελεύθεροι τείνουν να αντιμετωπίζουν τη βία φορμαλιστικά-δεοντολογικά. Αναγνωρίζουν μεν ότι δεν είναι όλες οι μορφές βίας το ίδιο, αλλά προσπερνούν τις εννοιολογικές διακρίσεις για να καταδικάσουν τη βία σε αξιακό-θεσμικό επίπεδο. «Δεν λέω βέβαια ότι το γιαούρτι με το μαχαίρι είναι το ίδιο, αλλά η βία είναι βία», σχολίασε πρόσφατα ο Παύλος Τσίμας.

Οι κυβερνητικοί αριστεροί επιμένουν στις διακρίσεις μεταξύ μορφών βίας, αλλά συγχέουν τη ιδιότητα του κυβερνήτη με αυτή του σχολιαστή. Εφόσον η βία του «Ρουβίκωνα» είναι μόνο «ακτιβιστική» δεν αποτελεί πρόβλημα. «Αλλο πράγμα το γιαούρτι, άλλο πράγμα το μαχαίρι», δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δ. Τζανακόπουλος.

Το γιαούρτωμα όντως διαφέρει από το μαχαίρωμα, όπως σε μια συνομιλία το στιγμιαίο χτύπημα του χεριού στο τραπέζι διαφέρει από τον προπηλακισμό ή τη χειροδικία. Κατ’ ελάχιστον, η βία είναι μια επιθετική εξω-γλωσσική κίνηση σε ένα γλωσσικό παιχνίδι. Το ερώτημα είναι: είναι θεμιτή κίνηση; Με βάση την κρατούσα χονδροειδή γλώσσα συζήτησης, το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί γόνιμα. Χρειαζόμαστε ένα πλουσιότερο λεξιλόγιο.

Η Αρεντ για τη βία

Ενα τέτοιο λεξιλόγιο παρέχει η εκλεπτυσμένη σκέψη της Χάνα Αρεντ, της πιο διεισδυτικής πολιτικής φιλοσόφου του περασμένου αιώνα. Στη συλλογή δοκιμίων με τίτλο «Για τη βία» (1969) εισάγει μερικές διαφωτιστικές διακρίσεις.
Η βία έχει «εργαλειακό χαρακτήρα» λέει η Αρεντ – αποσκοπεί σε κάτι. «Οπως όλα τα μέσα, χρειάζεται πάντα κατεύθυνση και δικαιολόγηση μέσω του σκοπού που επιδιώκει». Αντιθέτως, «η ισχύς δεν χρειάζεται δικαιολόγηση, καθότι είναι εγγενής στην ίδια την ύπαρξη της πολιτικής κοινότητας· αυτό που χρειάζεται είναι νομιμοποίηση. Η βία μπορεί να είναι δικαιολογήσιμη, αλλά δεν είναι ποτέ νομιμοποιημένη».

Η ισχύς είναι εγγενές στοιχείο της διακυβέρνησης. Η βία όμως δεν είναι. «Η ισχύς και η βία είναι αντίθετες· όταν η μία κυριαρχεί απολύτως, η άλλη απουσιάζει. Η βία εμφανίζεται όπου η ισχύς κινδυνεύει, αλλά αν αφεθεί να διανύσει τη διαδρομή της καταλήγει στην εξαφάνιση της ισχύος. Η βία μπορεί να καταστρέψει την ισχύ· είναι εντελώς ανίκανη να τη δημιουργήσει».

Είναι η βία ποτέ ορθολογική; Ενδέχεται να είναι, απαντά η Αρεντ. Η βία συχνά προέρχεται από την οργή, όταν λ.χ. οι άνθρωποι εξευτελίζονται, λιμοκτονούν, κ.λπ. Γιατί οργίζονται; Οταν «έχουν λόγο να υποψιάζονται ότι οι συνθήκες θα μπορούσαν να αλλάξουν, αλλά δεν αλλάζουν». Γιατί όμως προσφεύγουν στη βία και όχι αποκλειστικά στον λόγο; Διότι αντιλαμβάνονται ότι κυριαρχεί η υποκρισία, και «στην έπαρση της υποκρισίας δεν μπορεί να αντιταχθεί λογική συμπεριφορά». Γιατί; Διότι ο λόγος τότε δεν απο-καλύπτει αλλά συγκαλύπτει – η επίφαση της ορθολογικότητας εξοργίζει. «Να χρησιμοποιείς τον λόγο όταν ο λόγος χρησιμοποιείται σαν παγίδα δεν είναι “ορθολογικό”, όπως το να χρησιμοποιείς όπλο για αυτοάμυνα δεν είναι “ανορθολογικό”».

Η σκέψη της Αρεντ γίνεται ακόμα πιο λεπτεπίλεπτη: «Η βίαιη αντίδραση στην υποκρισία, όσο δικαιολογήσιμη κι αν είναι», παρατηρεί, «χάνει τον λόγο της ύπαρξής της όταν αναπτύσσει μια δική της στρατηγική με συγκεκριμένους σκοπούς. Γίνεται “ανορθολογική” τη στιγμή που “εκλογικεύεται”» – τη στιγμή, δηλαδή, που η αντί-δραση μετατρέπεται σε σχεδιασμένη, συστηματική δράση. Ποιο είναι το πρόβλημα; Αν η βία αποκτήσει στρατηγική κανονικότητα σε μια δημοκρατία, υπονομεύει την ισχύ – τους θεσμούς διακυβέρνησης της κοινότητας. Η βία είναι ορθολογική στο μέτρο που «εκδραματίζει οδυνηρά παράπονα και τα φέρνει στη δημόσια προσοχή». Αυτό συμβαίνει μόνο όταν η βία πάρει τη μορφή αυθόρμητου ξεσπάσματος, όπως λ.χ. ο Μάης του ’68 ή οι εργατικές ταραχές στις ΗΠΑ το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Η βία τότε συνιστά μια αντισυμβατική (εξω-γλωσσική, εξω-θεσμική), πλην διορθωτική, κίνηση στο πολιτικό παιχνίδι – «ο μόνος τρόπος να ισορροπήσει εκ νέου η ζυγαριά της δικαιοσύνης».

Τέσσερις αρχές

Δείτε πόσο γόνιμος είναι αυτός ο σύνθετος τρόπος σκέψης.

Πρώτον, δεν αφορίζει φορμαλιστικά τη βία αλλά δίνει χώρο στο αναπόφευκτο εξω-λογικό στοιχείο (την οργή), θεωρώντας το ως αντί-«λογο» στη θεσμική σκλήρυνση. Η βία είναι σαν τον πυρετό. Οταν εκδηλώνεται, αποκαλύπτει την παθολογία του πολιτικού σώματος.

Δεύτερον, η βία ουδέποτε νομιμοποιείται. Οταν μετέχεις στους δημοκρατικούς θεσμούς, είσαι υποχρεωμένος να καταδικάζεις τη βία, χωρίς υπεκφυγές, εφόσον κάθε είδους βία αναιρεί την ισχύ – τον θεσμισμένο λόγο της κοινότητας, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχες.

Τρίτον, όταν η βία αποκτήσει στοιχεία κανονικότητας (π.χ. «Ρουβίκωνας»), γίνεται ανορθολογική και επικίνδυνη. Η συστηματική χρήση της βίας καθιστά «τα μέσα υπέρτερα του σκοπού» – οδηγεί σε ένα κόσμο βίαιων συγκρούσεων, διαλύει τη θεσμισμένη ισχύ της κοινότητας.

Και τέταρτον, οι ώριμες θεσμικά κοινωνίες δεν εγκλωβίζονται στον θεσμικό φορμαλισμό, αλλά μαθαίνουν από τα βίαια ξεσπάσματα. Οι φυλετικές ταραχές στη Βρετανία και τις ΗΠΑ λ.χ. αποτέλεσαν το έναυσμα για εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις. Αντιθέτως, στις ανώριμες θεσμικά χώρες η βία αποτελεί έναν ακόμα λόγο διχαστικής αντιπαράθεσης. Οι πολιτικοί αντίπαλοι παγιδεύονται σε διχοτομικές απλουστεύσεις. Στερούνται σύνθετης σκέψης. Δεν μπορούν να πουν: άτεγκτοι στη βία, άτεγκτοι και σε ό,τι επιφέρει τη βία!

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Μαθητές στα δίχτυα του ψηφιακού μπούλινγκ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΛΑΦΡΟΣ

Εκπληκτος ο πατέρας μαθήτριας Στ΄ Δημοτικού στον Χολαργό ανακάλυψε, ρίχνοντας μια ματιά στην ταμπλέτα της κόρης του, πως στο viber (μια εφαρμογή επικοινωνίας μέσω Διαδικτύου) είχε σχηματιστεί μια ομάδα από αρκετές συμμαθήτριες και συμμαθητές της με τίτλο «Να φύγει η Χριστίνα από το σχολείο!» Η Χριστίνα ήταν η κόρη του…. Η ομάδα κοινοποιούσε τα μηνύματά της και στη Χριστίνα, ασκώντας της συστηματική ψυχολογική πίεση. Τότε κατάλαβε περισσότερα για τον λόγο που η μικρή του κόρη ήταν πολύ στεναχωρημένη το τελευταίο διάστημα.

Δυστυχώς, δεν είναι η μόνη περίπτωση. Το ψηφιακό μπούλινγκ (εκφοβισμός) αποτελεί τον δεύτερο λόγο επικοινωνίας με την τηλεφωνική γραμμή βοήθειας 210-60.07.686 του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου.

«Το 20% των αιτημάτων βοήθειας που δεχθήκαμε το 2017 αφορούσε καταστάσεις διαδικτυακού εκφοβισμού, συνολικά 334 περιπτώσεις. Μόνο η εξάρτηση από το Διαδίκτυο μάς απασχόλησε περισσότερο», λέει στην «Κ» ο Γιώργος Κορμάς, υπεύθυνος της Γραμμής. Η εκτίμηση των ειδικών που ασχολούνται με τα θέματα των εφήβων και των παιδιών είναι πως ο ψηφιακός εκφοβισμός καλπάζει και αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα ειδικά στις μικρές ηλικίες, ακόμα και στο δημοτικό, όπου τα παιδιά χρησιμοποιούν το Ιντερνετ μέσω δικών τους συσκευών (π.χ. ταμπλέτες, αλλά και κινητά τηλέφωνα) χωρίς ουσιαστική γονική επιμέλεια. «Το μπούλινγκ μέσω του Ιντερνετ είναι πολύ πιο εύκολο γιατί μπορεί να είναι ανώνυμο και να κάνει πολύ μεγαλύτερη ζημιά, καθώς φτάνει σε πολύ ευρύτερο κοινό και εκθέτει το θύμα-στόχο μπροστά σε δεκάδες, εκατοντάδες ή και χιλιάδες άτομα. Ωθεί μάλιστα το θύμα να απαντήσει, αναπαράγοντας το πρόβλημα, συχνά σε υψηλότερο επίπεδο», λέει ο κ. Κορμάς.

Μια νέα τάση, η οποία αναπτύσσεται τώρα και στην Ελλάδα σύμφωνα με τους ερευνητές του ΕΚΑΔ, είναι η προσφυγή των θυμάτων μπούλινγκ σε ψηφιακές πλατφόρμες επικοινωνίας, αντί για τους γονείς τους, τους καθηγητές τους ή τους φίλους τους! Αναπτύσσονται στο Facebook ή σε άλλα ιντερνετικά δίκτυα επικοινωνίας, ειδικές ομάδες «μόνο για εφήβους» (teensonly, μία απ’ αυτές ή με άλλα σχετικά ονόματα), όπου τα παιδιά δημοσιοποιούν την περίπτωση του εκφοβισμού τους και ζητούν –από τους χιλιάδες εγγεγραμμένους– συμβουλές για το τι να κάνουν!

«Είναι τρομερό! Αποκαλύπτει τον μεγάλο βαθμό αποξένωσης μεταξύ των εφήβων και των γονιών τους, την αδυναμία επικοινωνίας με τους καθηγητές τους, αλλά και τη δυσκολία να το συζητήσουν με την παρέα τους. Προτιμούν να αποκαλύψουν τον εκφοβισμό που δέχθηκαν, τις περισσότερες φορές επώνυμα, σε ένα άγνωστο πλήθος, ζητώντας συμβουλές», σημειώνει ο κ. Κορμάς. «Οι απαντήσεις που λαμβάνουν είναι συνήθως δύο κατηγοριών: ή προτρέπουν το θύμα να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο και βίαια, ή να το αγνοήσει. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για λάθος συμβουλή», σημειώνει ο υπεύθυνος του ΕΚΑΔ.

«Η αδυναμία επικοινωνίας εντός της οικογένειας, αλλά και εντός του σχολείου, είναι από τους παράγοντες που δημιουργούν το υπόβαθρο για την εκδήλωση τάσεων εκφοβισμού. Ιδιαίτερα παιδιά που βρέθηκαν εκτεθειμένα σε βία εντός της οικογένειας, που αναφέρουν πως οι γονείς τους είχαν βίαιη συμπεριφορά ή και χειροδικούσαν, που αδιαφορούσαν γι’ αυτά και δεν είχαν διάθεση να τα ακούσουν, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να μετατραπούν σε θύτες εκφοβισμού», λέει στην «Κ» η Aννα Κοκκέβη, ψυχολόγος και ομότιμη καθηγήτρια ψυχιατρικής στο καποδιστριακό πανεπιστήμιο.

Ο ψηφιακός εκφοβισμός μπορεί να εκφραστεί με πολλούς τρόπους. Απειλές και επιχείρηση τρομοκράτησης με χρήση και πλαστών ονομάτων, εκβιασμούς (π.χ. με την απειλή ανάρτησης φωτογραφιών), δημιουργία ομάδων που πιέζουν για την απομόνωση ενός παιδιού, για τον αποκλεισμό του από συγκεκριμένες δράσεις, παιχνίδια ή παρέες. Υπάρχει διασύνδεση μεταξύ του ιντερνετικού και του σχολικού μπούλινγκ.

Η αντιμετώπιση

«Eχει συμβεί μερικές φορές να ξεκινήσει κάποια αντιπαράθεση στο σχολείο και να γενικευθεί μετά μέσω δημοσιοποίησης στο Διαδίκτυο, συνήθως λαμβάνοντας πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Συχνότερο είναι το ανάποδο: να υπάρξει πρώτα ψηφιακό μπούλινγκ, συχνά για ένα μικρής σημασίας θέμα, το οποίο μετά εκφράζεται και στο σχολείο», μας λέει η Μαρία Αυγεροπούλου, εκπαιδευτικός σε γυμνάσιο της Δυτικής Αθήνας.

«Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για την αντιμετώπιση και του ψηφιακού εκφοβισμού, στον οποίο σχετίζονται μαθητές τους. Μερικές φορές θεωρούν πως είναι κάτι που γίνεται εκτός σχολείου ή πως δεν τους αφορά. Δεν είναι έτσι, καθώς αργά ή γρήγορα θα έρθει μέσα στο σχολείο. Υπάρχει το νομικό πλαίσιο, υπάρχει η κατάλληλη διαδικασία για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο. Χρειάζεται μηδενική ανοχή, σε συνδυασμό με προσοχή και ψυχραιμία», τονίζει ο κ. Κορμάς.

Πιο ευάλωτα τα παιδιά φτωχών οικογενειών

Μοιάζει με κακόγουστη φαρσοκωμωδία, αλλά δυστυχώς είναι αληθινό περιστατικό: Πατέρας μαθητή γυμνασίου ενημερώνεται από τους καθηγητές πως ο γιος του έχει δεχθεί εκφοβισμό από συμμαθητές του και καλείται στο σχολείο για ενημέρωση. Θα προσέλθει το επόμενο πρωί, αλλά όχι ακριβώς για ενημέρωση: Μόλις μπαίνει στο προαύλιο αρχίζει να κυνηγά τα «ένοχα» παιδιά και στη συνέχεια συμπλέκεται με καθηγητές που έσπευσαν να τον τραβήξουν! Ενα μικρό παράδειγμα που δείχνει πόσο βαθύ είναι το πρόβλημα της διάχυτης βίας, της επιθετικής συμπεριφοράς, του εκφοβισμού μέσα στην ελληνική κοινωνία. Ο σχολικός εκφοβισμός, όμως, επηρεάζει ευαίσθητες ηλικίες. «Συχνά τα ψυχολογικά προβλήματα που εμφανίζονται σε ένα παιδί που έχει υποστεί εκφοβισμό το ακολουθούν και στην ενήλικη ζωή, με τη μορφή της κατάθλιψης, της αγχώδους συμπεριφοράς κ.ά.», λέει στην «Κ» η Αννα Κοκκέβη.

Βασική πηγή για την άντληση στοιχείων σχετικά με τον σχολικό εκφοβισμό αποτελούν οι μεγάλες έρευνες που πραγματοποιεί μεταξύ χιλιάδων μαθητών κάθε τέσσερα χρόνια το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής. Τα πλέον πρόσφατα στοιχεία προέρχονται από την έρευνα του 2014 (άμεσα θα ξεκινήσει η έρευνα του 2018). Το 2014 είχε καταγραφεί πως το 7,5% των εφήβων (αγόρια 10,7%, κορίτσια 4,4%) συμμετείχε σε εκφοβισμό άλλων παιδιών στο σχολείο. Το μπούλινγκ ξεκινούσε ήδη από το δημοτικό (4% ως θύτες στην ηλικία των 11 ετών), έφτανε στο 9,6% στην ηλικία των 13 ετών και υποχωρούσε λίγο στο 8,8% στα 15 έτη. Αντίστοιχα, το 6,4% των εφήβων είχε δηλώσει πως υπέστη μπούλινγκ, το 5,6% ήδη από το δημοτικό.

Ποια παιδιά βρίσκονται στο στόχαστρο; Συνήθως τα παιδιά που είναι διαφορετικά γίνονται στόχος επιθέσεων. Αξιοσημείωτο εύρημα είναι πως τα παιδιά από φτωχότερες οικογένειες ανέφεραν σε σημαντικά υψηλότερο ποσοστό πως υφίστανται εκφοβισμό σε σχέση με παιδιά οικογενειών μεσαίων ή υψηλών εισοδημάτων.

Πτωτική τάση

«Το 2010 υπήρξε ανησυχητικό ρεκόρ στον σχολικό εκφοβισμό, με τη συμμετοχή του 15,8% των εφήβων. Το 2014 καταγράφηκε πτώση στο 7,5%, κάτω και από τα επίπεδα του 9% που είχαν καταγραφεί τα προηγούμενα χρόνια. Αναμένουμε να δούμε και τα στοιχεία του 2018 για να δούμε εάν επαληθεύονται αυτές οι τάσεις», λέει η κ. Κοκκέβη. «Υποθέτουμε πως μπορεί να έπαιξαν θετικό ρόλο η μεγάλη ευαισθητοποίηση που υπήρχε στο θέμα του μπούλινγκ από εκπαιδευτικούς, γονείς, ΜΜΕ, με τη βοήθεια εξειδικευμένων επιστημόνων. Ταυτόχρονα, πρέπει να δούμε πώς επέδρασε η οικονομική κρίση. Αφενός, σε ορισμένες περιπτώσεις η δυσκολία των καταστάσεων φαίνεται να έφερε πιο κοντά όλες τις πλευρές: παιδιά, γονείς, εκπαιδευτικούς. Επιπλέον, καταγράφεται μια μείωση της πίεσης που νιώθουν τα παιδιά από την εκπαιδευτική διαδικασία και ίσως συνδέεται με τη μείωση των φροντιστηρίων και των υποχρεωτικών εξωσχολικών δραστηριοτήτων, που έγινε για οικονομικούς λόγους. Είχε, όμως, ως αποτέλεσμα να αποκτήσει ο μαθητής περισσότερο ελεύθερο χρόνο και μικρότερη πίεση», εξηγεί η κ. Κοκκέβη.

«Το πιο σημαντικό είναι να καταλάβουμε το βάθος του προβλήματος. Ο σχολικός εκφοβισμός είναι συμπεριφορά υψηλού κινδύνου, που συνδέεται με βία, χρήση ουσιών, ατυχήματα. Απαιτεί ειδική αντιμετώπιση, εκπαιδευτικούς με υψωμένες τις κεραίες τους και γονείς κοντά στα παιδιά τους», καταλήγει η ομότιμη καθηγήτρια.

 

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Η Κοινοτοπία του Κακού και το πνεύμα του ολοκληρωτισμού

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 06.07.2014

Η πρόσφατη εμπειρία του ξυλοδαρμού μου με οδήγησε να αναρωτηθώ τι ωθεί κάποιους εικοσάχρονους νέους να χτυπήσουν εν ψυχρώ, και μάλιστα με κλωτσιές στο κεφάλι, έναν άνθρωπο τον οποίο δεν γνωρίζουν, δεν τους έχει βλάψει και επιπλέον έχει τα διπλά τους χρόνια και κατά κάποιο τρόπο θα μπορούσε να είναι ο πατέρας τους, μόνο και μόνο επειδή διαφωνούν μαζί του. Επιπλέον, με απασχόλησε τι ώθησε κάποιους άλλους να δηλώσουν δημόσια: «εντάξει δεν έπαθε και τίποτε», «λίγα του έκαναν», «μήπως το άξιζε» και άλλα τέτοια.

Ο φανατισμός είναι η αιτία, απάντησε ένας φίλος μου. Ο φανατισμός είναι πράγματι η αναγκαία συνθήκη καθώς σε οπλίζει με τη βεβαιότητα πως κατέχεις τη μόνη αλήθεια. Μετατρέπει την ημιμάθεια σε αλαζονεία, οδηγεί στην άρνηση του διαφορετικού, στην περιφρόνηση και στο μίσος του αντιθέτου. Ο φανατισμός δημιουργεί τις συνθήκες για εκδήλωση βίας, αλλά δεν αρκεί από μόνος του. Ξέρω αρκετούς ανθρώπους που θα τους χαρακτήριζα φανατικούς σε διάφορους τομείς, στην πολιτική, στη θρησκεία ακόμη και στο ποδόσφαιρο, κανένας τους όμως δεν θα χτυπούσε ένα συνάνθρωπό του στα καλά καθούμενα.

Η έλλειψη λογικής, επισήμανε ένας άλλος φίλος. Οντως, η απουσία στοιχειώδους ικανότητας ορθολογικής ανάλυσης είναι μια σημαντική παράμετρος. Οπως το έχει διατυπώσει ο Κάρλο Τσιπόλα, βλάκας είναι αυτός που με τις ενέργειές του προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλον χωρίς να πετυχαίνει από την πράξη αυτή κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του και ενδεχομένως να ζημιώνεται κιόλας. Ενας άνθρωπος λοιπόν, που χωρίς λόγο δέρνει κάποιον άλλον έχει σίγουρα πλεόνασμα βλακείας. Και πάλι όμως, πρέπει να πω, πως γνωρίζω αρκετούς ανθρώπους που μειονεκτούν ως προς αυτά τα ζητήματα, αλλά δεν θα έφταναν ποτέ στο σημείο να χτυπήσουν απρόκλητα κάποιον άλλον.

Κατά τη γνώμη μου, το πιο βασικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων που μπορούν να κάνουν τέτοιες πράξεις ή να τις υποστηρίξουν δημόσια, είναι η ανικανότητά τους να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στο καλό και το κακό. Πρόκειται γι’ αυτό, που η φιλόσοφος Χάνα Αρεντ περιέγραψε ως κοινοτοπία του κακού. Οι άνθρωποι που είναι ικανοί να κάνουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα δεν απέχουν τόσο πολύ από τον καθένα μας, δεν είναι τα τέρατα που φανταζόμαστε, είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Αυτά τα άτομα κι όταν κάνουν το μεγαλύτερο κακό δεν το αντιλαμβάνονται, δεν αισθάνονται ενοχές, δεν ντρέπονται. Κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί η ντροπή θέτει όρια στο κακό, που χωρίς αυτήν δεν υπάρχουν.

Η ιδεολογία αποτελεί τον παράγοντα εκείνο, που πέρα από την ατομική ιδιοσυγκρασία, ευθύνεται περισσότερο για την ανικανότητα κάποιου ατόμου να διαχωρίσει το καλό από το κακό. Μερικές ιδεολογίες έχουν, συγκριτικά με άλλες, το διαβολικό χάρισμα μαγεύοντας τους ανθρώπους, όπως η Κίρκη τους ναύτες του Οδυσσέα, να μπορούν υπό κατάλληλες συνθήκες να μετατρέψουν ανθρώπους σε γουρούνια. Στη σύγχρονη εποχή, τίποτε δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί σε γοητεία τις μεγάλες μεσσιανικές ιδεολογίες: κομμουνισμός, αναρχισμός, φασισμός, φονταμενταλισμός. Ολες οι παραπάνω εγκαθίδρυσαν ολοκληρωτικά καθεστώτα όπου κατέλαβαν την εξουσία.

Η εναπόθεση στις αγκάλες μιας μεσσιανικής ολοκληρωτικής ιδεολογίας που υπόσχεται τον επίγειο παράδεισο και τη δημιουργία του «νέου ανθρώπου» συνεπαίρνει κάποιους τόσο πολύ ώστε αυτό να λειτουργεί ως αναισθητικό που κοιμίζει τη συνείδηση. Ο μεσσιανισμός είναι το όπιο των συνειδήσεων. Εξαιτίας της τρομακτικής γοητείας τους πάνω στους ανθρώπους, οι μεσσιανικές ιδεολογίες χειραγωγούν τα άτομα, τα στεγνώνουν από ανθρωπιά, τα απαλλάσσουν από την υποχρέωση μιας ατομικής, συχνά άβολης, ηθικής. Δεν είναι τυχαίο πως τόσο ο φασισμός όσο και ο κομμουνισμός χαρακτήριζαν ως μικροαστικό και τιποτένιο τον ανθρωπισμό.

Γι’ αυτόν τον λόγο η κτηνώδης βία έναντι των αντιπάλων τους γίνεται αντιληπτή από τους οπαδούς αυτών των ιδεολογιών ως «δίκαιη». Στη σταλινική ΕΣΣΔ και τη χιτλερική Γερμανία, για παράδειγμα, όσοι δεν μαγεύονταν από τη δύναμη της ιδεολογίας, υφίσταντο την κτηνώδη δύναμη του απόλυτου τρόμου, του οποίου η διαφορά με άλλα αυταρχικά καθεστώτα δεν βρίσκεται μόνο στην έκταση της βίας αλλά και στην ανερυθρίαστη συμμετοχή σε αυτήν των ίδιων των πολιτών. Στον ολοκληρωτισμό η εξουσία ωθεί και ανταμείβει τους πολίτες που επιτηρούν και βασανίζουν άλλους πολίτες στο όνομα της ιδεολογίας. Εκατομμύρια καταδόσεις (μέχρι και τα παιδιά παροτρύνονταν να καταδίδουν τους γονείς τους) και χιλιάδες ξυλοδαρμοί «ανυπάκουων» πολιτών λάμβαναν χώρα κάθε μέρα. Ο ολοκληρωτισμός ως καθεστώς μετατρέπει την κοινωνία σε φάρμα των ζώων.

Ποια μπορεί να είναι η αντίσταση στην κοινοτοπία του κακού; Μακροπρόθεσμα η απάντηση είναι μόνο μία: η ανθρωπιστική παιδεία και η επίμονη καλλιέργεια των αξιών του σεβασμού του άλλου και της ανεκτικότητας. Ο μεσσιανισμός αντιμετωπίζεται μόνο με παιδεία και Κράτος Δικαίου. Σε τελική ανάλυση, από τότε που μάθαμε για το Αουσβιτς και τα Γκουλάγκ, από τότε που η δύναμη του ολοκληρωτισμού αφάνισε εκατομμύρια ανθρώπους σε Ανατολή και Δύση, δεν έχουμε πια καμιά δικαιολογία.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.

Φασισμός και επιτήδειες στρεψοδικίες

Μαρία Ευθυμίου

Ο φασισμός αναδύθηκε μέσα στις πολιτικές και κοινωνικές πραγματικότητες του Μεσοπολέμου, όταν σε πολλές χώρες της Ευρώπης παρουσιάστηκαν εθνικιστικές, μιλιταριστικές, ξενοφοβικές, ρατσιστικές και εχθρικές προς την κοινοβουλευτική δημοκρατία πολιτικές δυνάμεις που σε πολλές περιπτώσεις κατέκτησαν την εξουσία στηριζόμενες σε ένα πλέγμα βίας, πειθούς και υποκλοπής της συγκατάθεσης του λαού με την παραμορφωτική οικειοποίηση των εννοιών της κοινωνικής δικαιοσύνης την οποία εκείνος προσδοκούσε. Μέσα σε οργανωμένο και στοχευμένο κλίμα βίας και τρόμου, φασιστικές ομάδες κρούσης δημιούργησαν αίσθημα δύναμης, επιβολής και κυριαρχίας, συκοφαντώντας και εξουθενώνοντας κάθε αμφισβητούντα και περιφρονώντας το δικαίωμα του καθενός στον σεβασμό των ιδεών, των απόψεων, της ζωής και της αξιοπρέπειάς του. Με την έννοια αυτή, η ελληνική κοινωνία των τελευταίων δεκαετιών έχει ζήσει πολλά φαινόμενα που προσιδιάζουν σε πλευρές του φασισμού και των πρακτικών του – κάτι που κάνει τη διερεύνηση του φασιστικού φαινομένου για την Ελλάδα του 2013 περίπλοκη και δύσκολη. Και τούτο γιατί τα τελευταία σαράντα χρόνια ομάδες βίαιες (που αυτοχαρακτηρίστηκαν «αναρχικές», «αναρχοαυτόνομες», «αριστερές», «δημοκρατικές», «σοσιαλιστικές», «κομμουνιστικές» κ.τ.λ.) μετέτρεψαν τη χώρα – και ιδίως την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη – σε πεδίο συστηματικής βίας και καταστροφών / τα σχολεία και τα πανεπιστήμια σε χώρους ανομίας, βιαιοτήτων, ρύπανσης και αέναων παραδοσιακών ετήσιων καταλήψεων / τις εθνικές οδούς και τις δημόσιες λεωφόρους σε τόπους καθημερινής «απεργιακής», «αγωνιστικής» «δράσης» μονίμως «παραπονούμενων», «διαμαρτυρόμενων» και «αγανακτισμένων» «πολιτών» (που φρόντιζαν και φροντίζουν, συχνά, με το τέλος των «αγωνιστικών κινητοποιήσεών τους», να πετροβολούν και να καίνε καταστήματα, βιβλιοθήκες, ανώτατα ιδρύματα – ακόμα και ζωντανούς ανθρώπους και μετανάστες, τους οποίους κατά τα άλλα δήθεν υπερασπίζονται). Στα σαράντα χρόνια που κύλησαν μετά το τέλος της δικτατορίας οι βίαιες αυτές ομάδες με τους ψευδεπίγραφους «ιδεολογικούς» αυτοπροσδιορισμούς εξευτέλισαν την έννοια της Δημοκρατίας που με τόση λαχτάρα περίμενε επί δεκαετίες, μετά το τέλος του πολέμου, ο ελληνικός λαός / πυρπόλησαν, στη δεκαετία του 1990, το ιστορικό κτίριο του Πολυτεχνείου Αθηνών μαζί με τα έργα τέχνης που αυτό εμπεριείχε / κατοίκησαν – και κατοικούν – μέσα στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας εκμεταλλευόμενες το άσυλο, το οποίο και δήθεν υπερασπίζονται / έκτισαν «αγωνιστικά», με μυστρί και τσιμεντόλιθους, καθηγητές πανεπιστημίου μέσα στα γραφεία τους / έδειραν σχεδόν μέχρι θανάτου πρυτάνεις και συγκλητικούς / μετέτρεψαν την παρασκευή και χρήση εκρηκτικών και κοκτέιλ μολότοφ σε κανονικότητα της καθημερινής ζωής και σε «δικαίωμα της δημοκρατίας και της ελευθερίας».
Και, φυσικά, αυτοί ακριβώς οι άνθρωποι, επί σαράντα χρόνια, χαρακτήρισαν και χαρακτηρίζουν «φασίστα» οποιονδήποτε καταδικάζει τις φασιστικές τους ενέργειες υπερασπιζόμενος τη δημοκρατία και τους θεσμούς της, τον σεβασμό του άλλου, το κοινό καλό, τα δημόσια κτίρια και λειτουργίες, την αξιοπρέπεια των πολιτών και της κοινωνίας. Με το προηγούμενο αυτό, ο ιστορικός που θα θελήσει να προσεγγίσει το φαινόμενο των αναδυόμενων σήμερα φασιστικών δυνάμεων έχει δύσκολο έργο, καθώς αυτές αξιοποιούν το υπόστρωμα βίας και ανομίας με το οποίο έχει πλέον, θέλοντας και μη, εξοικειωθεί ο ελληνικός λαός – με το υπόστρωμα αυτό μάλιστα, στρεψόδικα και επιτηδείως, να έχει παρουσιαστεί επί μακρόν ως συνώνυμο της «δημοκρατίας» και του «αγώνα κατά του φασισμού»!

Η κυρία Μαρία Ευθυμίου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το κείμενο είναι η εναρκτήρια ομιλία σε διήμερο του Τομέα Ιστορίας το 2013.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων